Γεώργιος Σκληρός, 100 χρόνια από τον θάνατό του (1878-1919) /

: Καταρχήν να σας καλωσορίσουμε και να σας ευχαριστήσουμε για την παρουσία στη σημερινή εκδήλωση. Συγκεντρωθήκαμε σήμερα να μιλήσουμε για τον Γεώργιο Κωνσταντινίδης Κληρό. Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από το θάνατό του και ο Σταύρος Μπουλάκης, ο Πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος 2020
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=B4aSsUEmtzY&list=PLW3V1R3KCG4kPnCm6wzPfL2de57fb5vMf
Απομαγνητοφώνηση
: Καταρχήν να σας καλωσορίσουμε και να σας ευχαριστήσουμε για την παρουσία στη σημερινή εκδήλωση. Συγκεντρωθήκαμε σήμερα να μιλήσουμε για τον Γεώργιο Κωνσταντινίδης Κληρό. Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από το θάνατό του και ο Σταύρος Μπουλάκης, ο Πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, είχε τη σκέψη να αφιερωθεί μια από τις εκδηλώσεις του 7ου κύκλου των εκδηλώσεων λόγος της Εθνικής Βιβλιοθήκης σε αυτόν. Η μυστηριακή γοητεία που ασκούν οι στρογγυλί αριθμοί και η ευκαιρία που παρέχουν οι επέτηοι για να θυμηθούμε, να στοχαστούμε και να αναστοχαστούμε πρόσωπα και γεγονότα είναι αναβυσβήτητη. Γιατί άραγε όμως ο σκληρός Έλληνας του Πόντου, γεννημένος το 1789, γόνος οικογένειας εμπόρων, μαθητευόμενος, έμπορος και ο ίδιος, φοιτητής της ιατρικής, θέληκε από τα μεγάλα πνευματικά και κοινωνικά κινήματα του καιρού του, από τις σύγκρους ιδεών και ανθρώπων της εποχής των επαναστάσεων και των μεγάλων πολέμων. Διανοούμενος, κοσμοπολίτης, Έλληνας διασποράς, στραμμένος διαρκώς στην Ελλάδα, παρόλο που δεν κατόρθωσε να κατοικήσει στο ελληνικό κράτος όπως επιθυμούσε, ο Σκληρός το σύντομο βίο του κατόρθωσε το βραχεί συγγραφικό έργο του να αποτελέσει σημείο αναφοράς στο πεδίο των κοινωνικών ιδεών και πιστημών και το μης της προσπάθειας κατανόησης της ελληνικής κοινωνίας. Τραπεζούντα, Οδυσσός, Μόσχα, Εσθονία, Ιένα, Κάηρο. Οι κρύκοι της αλυσίδας των πόλεων που έζησε ο Σκληρός. Σοσιαλιστικές ιδέες, ο Πλεχάνοφ και ο Μαρξισμός, ο Συμφυρμός τους τα καθυμάζει με το κίνημα του δημοτικισμού, ο Ελληνισμός, ο κύκλος των Ελλήνων διανοουμένων στην Ελλάδα, την Γερμανία, την Αίγυπτο, αποτελούν σταθμούς της διαδρομής ενός διανοουμένου που θέλησε να κατανοήσει και να αλλάξει τον κόσμο. Το 1907, φιλητήσοντας ακόμα στην Ιένα, εκδίδει στην Αθήνα με δικά του έξοδας πεντακόσο αντίτυπα το κοινωνικό μας ζήτημα. Έχει ένα μικρό βιβλίο, σχεδόν φυλάδιο, 64 σελίδες, που έμελε να πυροδοτήσει γόνιμες, έντονες αντιπαραθέσεις στο νουμά και άλλα έντυπα της εποχής, να ανοίξει ένα κύκλο συζητήσεων με διαφόρους τρόπους που εξαγολουθεί μέχρι σήμερα. Το συγγραφικό έργο του Σκληρού δεν είναι εκτεταμένο. Τρεις αφοτελείς εκδόσεις και κάποια άρθρα. Από το 2006 ο Λουκάς Αξελός το συγκέντρωσε όλος σε ένα τόμο πεντακοσίων περίπου σελίδων. Όμως το έργο αυτό αποτέλεσε βασικό συστατικό της ελληνικής σοσιαλιστικής παράδοσης, των κοινωνικών ιδεών, των πολιτικών ζημώσεων, της προσπάθειας εθνικής αυτογνωσίας τα τελευταία χρόνια και της ακαδημαϊκής έρευνας. Αφού σε αυτό έχουν αφιερωθεί διακτυρικές διατριβές και αξιόλογες μελέτες. Παράδοση και αντιπαράθεση σε επικύλησης προέλευσης ιστότοπου στο διαδίκτυο. Κλείνοντας, ας ξαναγυρίσω στο αρχικό ερώτημα. Γιατί ο Σκληρός σήμερα, λίποτε επειδή παραμένει επίκαιρος, με κίνδυνο να χαρακτηρισθώ ο βλάστημος θα έλεγα όχι. Αν κάποιος διαβάζει το Σκληρό για να καταλάβει τα σύγχρονα προβλήματα του ελληνισμού για να δανειστώ το τίτλο του ή στα του βιβλίου του δεν θα φωτιστεί. όπως δεν θα φωτιστεί αν διαβάσει τον Παπαρυγόπουλο, για να μάθει την ιστορία του ελληνικού έθνους. Παρ' ό,τι καλοί εκδότες συνεχίζουν να τον εκδίδουν, παριστάνοντας ότι είναι σύγχρονο βιβλίο. Ευτυχώς στα 100 και πλέον χρόνια που πέρασαν οι κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, η σκέψη, ο λόγος, η συνολική διανοητική προσπάθεια των επιγόνων έχει δώσει και πιο σύνθετες προσεγγίσεις και περισσότερα και πιο εκλεπτισμένα εργαλεία κατανόησης για θέματα που θύγει ο σκληρός. Μακρυγά ορουσα όμως, ως με όφυλα, και έτσι δίνω τον λόγο στους ομιλητές μας, και πρώτα στη Δήκη Καραφουλίδου, η οποία θα μας μιλήσει με θέμα η πολιτική σημασία του κοινωνικού ζητήματος και η συζήτηση στον ΟΜΑ. Καλησπέρα και από μένα. Καταρχήν να ευχαριστήσω για την πρόσκληση. Να πω ότι χαίρομαι πολύ που είμαι σήμερα μαζί σας. Το κοινωνικό μας ζήτημα και η συζήτηση στον ΟΜΑ. Στις 22 Δεκεμβρίου του 1919, δηλαδή πριν από 100 χρόνια, πεθαίνει στο Κάηρο ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης, ο οποίος μας έμεινε γνωστός από το ψευδόν υμό του Γεώργιος Κληρός. Κι αν δικαίως κατέκτησε με αυτό το όνομα, μια αξιομνημόνευτη θέση στην ιστορία των ελληνικών πνευματικών δημιουργών και της ιστορίας των ελληνικών πνευματικών και πολιτικών πραγμάτων, τη θέση αυτή την κατέκτησε, σε μεγάλο βαθμό θα μπορούσε να πει κανείς, χάρη στην πρώτη και όλα συγγραφική του εμφάνιση, χάρη σε εκείνο το μικρό βιβλιαράκι που φέρνει το χαρακτηριστικό τίτλο, το κοινωνικό μας ζήτημα. Το έργο, πασίγνωστο πια σήμερα, έχει καθιερωθεί να χαρακτηρίζεται ως η πρώτη μαρξιστική ανάλυση της ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας, δηλαδή ως μία καινοτόμα στην εποχή της ιστορικοφιλοσοφική και πολιτική θεώρηση, η οποία έρχεται να ταράξει τον δημόσιο διάλογο και τον κόσμο των ιδεών ένα τη 1907. Το βιβλίο είχε γραφτεί στην ΙΕΝΑ της Γερμανίας, όπου βρισκόταν τότε ως σκληρός, ως φοιτητής της ιατρικής, αλλά κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Τους πρώτους μήνες πέρασε απαρατήρητο, όμως φρόντισε να το φέρει στο προσκήνιο ο 27χρονος ακόμα Αλέξανδρος Δελμούζος, όταν λίγους μήνες αργότερα απευθυνόταν με έμφαση στους δημοτικιστές και στο δημοσιογραφικό τους όργανο τον ΟΜΑ. Εκεί ο Δελμούζος παρουσίαζε κάπως σχηματικά τη σκέψη του σκληρού και απαιτούσε έναν ανοιχτό διάλογο στους κόλπους των αναγνωστών του περιοδικού. Τα λόγια του ακουγόταν τεταμένα, εμφανικά και ιδιαίτερα επίμονα. Διαβάζω το απόσπασμα από τον Δελμούζο. «Έχουμε εμπρός μας ένα σοβαρό επικριτή και φίλο, έτοιμο να κατέβει σε συζήτηση με κάθε έντιμο συζητητή. Και σε μια τέτοια συζήτηση έχει καθήκον ο νουμάς να ανοίξει τις στήλες του. Γιατί έτσι θα αρχηθεί στον κύκλο μας νέα ζωή. Διαβάστε τον και θα σας αναγκάσει ή να τον παραδεχθείτε ή να τον πολεμήσετε. Περιμένω τη συζήτηση και τότε θα μιλήσω αναλυτικότερα, πολεμώντας αν πρέπει κάτι να πολεμηθεί και υποστηρίζοντας ότι πρέπει να μείνει. Μα πρώτα απ' όλα διαβάστε τον με υπογράμμιση». Κλείνει το παράθεμα. Και πράγματι οι δημοτικιστές δέχτηκαν την προτροπή, τον διάβασαν και συζήτησαν, και συζήτησαν και διαφώνησαν μεταξύ τους. Διασταύρωσαν τα ξύφη τους με μια διαδοχική, πυκνή και καλά συντονισμένη αρθρογραφία, που κράτησε συνολικά δύο χρόνια από τα 1907 μέχρι τα 1909. Ως άλλος που προκλήθηκε ήταν αδιαμφισβήτητος, τον παραδεχόταν φυσικά και ο ίδιος ο Σκληρός, χρόνια αργότερα, όταν λίγο πριν το θάνατό του ομολογούσε, πως σπανίως βιβλίο ελληνικό συζητήθηκε τόσο επίμονα, διαβάστηκε με τόσο ενδιαφέρο, και προκάλεσε τόσες ζωηρές και παρατεταμένες συζητήσεις, μετανιώνοντας συγχρόνως που δεν προχώρησε, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, σε μια νέα ανατύπωση, καθώς τα 500 αρχικά αντίτυπα του έργου γρήγορα εξαντλήθηκαν. Ποια στάθηκε όμως η πολιτική σημασία του κοινωνικού μας ζητήματος και της διαμάχης των δημοτικιστών γύρω από αυτό. Για να την αποτιμήσουμε θα πρέπει να σταθούμε τόσο στο περιεχόμενο του έργου, όσο και στα όσα υπόθηκαν πάνω σε αυτό, δοκιμάζοντας να ανασυγκροτήσουμε τα ευρύτερα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα της όλες υπόθεσης. Το βιβλίο είχε, θα έλεγε κανείς, τις ιδιομορφίες του, οι οποίες γινόταν ορατές ήδη από τον τίτλο του. Ένα τίτλο που πάντοτε μου έκανε μεγάλη εντύπωση, τουλάχιστον σε εμένα έκανε εντύπωση, και τι μου έκανε εντύπωση ήταν εκείνο το μας, το οποίο παρεμβαλόταν ευδιάκριτα στο ενδιάμεσο, το κοινωνικό μας ζήτημα. Δεν επρόκειτο δηλαδή αποκλειστικά για το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή για την κοινωνική ανισότητα και τις σοσιαλιστικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, αλλά για την ξεκάθαρη συσχέτησή τους με τις μεγαλύτερες, συνθετότερες και ευρύτερες πολιτικές και πολιτισμικές ζητήσεις της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού εθνικού κράτους στη συγκεκριμένη συγκυρία. Και στο σημείο αυτό θα προσπαθήσω να γίνω λίγο πιο σαφής. Οι πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες μετρούσαν στην ελληνική πολιτική σκέψη ήδη μια αρκετά μακρά πορεία. Πρώτη φορά γίνεται λόγος στα καθημάσια κοινωνισμό από το σενσιμονιστή Φραγγίσκο Πηλερινό στα 1833. Αλλά πρόκειται εν γέννη για εμφανίσεις αναφορές σποραδικές λιγοστές με μονομένες περιφερειακές. Οι πυκνώσεις ασφαλώς και αυξάνουν από τις δεκαετίες του 1880-1890 και προς το γύρισμα του αιώνα, μαζί με τα έντυπα, τα φυλάδια και τις εφημερίδες, τις απεργίες, τις πρώτες κινήσεις συγκρότησης σοσιαλιστικών συλλόγων γύρω από φυσιογνωμίες σαν τον Καλέρχη και τον Πλάτων Αδρακούλη. Τότε αρχίζει να αρθρώνεται πιο ξεκάθαρα η κοινωνική διαμαρτυρία στο όνομα των εργατών, στο όνομα του εργαζόμενου λαού, παράλληλα δηλαδή με τις επιταχυνόμενες διαδικασίες εκβιομηχάνησης και εξαστισμού της ελληνικής κοινωνίας. Αλλά στα 1907 η απρόσμενη δημοσιότητα που κερδίζει το βιβλίο του Σκληρού ενώπιον μιας ευρύτερης κάπως κοινής γνώμης δεν θα έπρεπε μόνο σήμαντα να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα της όξυνσης των υπαρκτών σίγουρα κοινωνικών ανταδονισμών και αντιπαραθέσεων όσο υπό το πρίσμα της ιδεολογικής και πολιτισμικής κρίσης και της αστάθειας που ταλανίζει το ελληνικό βασίλειο. Με λόγια διαφορετικά φαίνεται πως είναι περισσότερο ή σε μεγάλο βαθμό το εθνικό πρόβλημα ή τα εθνικά προβλήματα στον πληθυντικό τους αριθμό, προβλήματα πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτισμικά εκείνα που χαρίζουν στη μαρξιστική ερμηνευτική του Σκληρού το σχετικά διευρυμένο ακροατήριο, τη σχετικά διευρυμένη δηλαδή πρόσλεψη του κοινωνικού μας ζητήματος. Σημειώνω λοιπόν και σημειώνω με συντομία αναγκαστικά. Βρισκόμαστε στον απόειχο του λεγόμενου ατυχούς πολέμου του 1897, 10 χρόνια μετά. Βρισκόμαστε εν μέσο του μακεδονικού αγώνα όπου το βουλγαρικό εθνικό κίνημα απειλεί με καταποντισμό τις αλλητρωτικές φιλοδοξίες του ελληνικού βασιλείου. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή που εθνικοί ανταγωνισμοί βράζουν στο βαλκανικό χώρο. Το 1908 έχουμε το κίνημα των νεοτουρκών. Σε μια στιγμή που στο εσωτερικό της χώρας το έστημα της απεσιοδοξίας, της αποτυχίας και του γενικού αδιεξόδου κορυφώνεται με τον τύπο της εποχής να καταγγέλησε υψηλούς τόνους τη φαυλοκρατία, την κακοδιοίκηση, την πολιτική ελίτ, την πολιτισμική και κυρίως την εκπαιδευτική στασιμότητα, τη στρατιωτική ανετιμότητα και ανεπάρκεια. Στον ορίζοντα διαφαίνεται η αγωνιώδης αναζήτηση μιας διεξόδου από το χρονίζον εθνικό τέλμα. Ακόμα και ως νέου πολιτικού υποκειμένου θα μπορούσε να προσθέσει κανείς, σίγουρα πάντως ενός νέου ερμηνευτικού σχήματος, κατάλληλου να οριοθετήσει, να συσχετίσει με τρόπο δυναμικό το εθνικό παρόν με το θλιβερό παρόν, προκειμένου να ξεκαθαρίσει κάπως το δυσσίωνο και αβεβαίο εθνικό μέλλον. Πάνω σε μια τέτοια τροχιά, την προσπάθεια δηλαδή να γίνει μια ανατομία της εθνικής κακοδαιμονίας και να προταθεί η θεραπεία της, κινούνταν ήδη οι δημοτικιστές από καιρό. Μετά τις δημόσιας ταραχές και την αιματοχησία που έλαβαν χώρα με τα ευαγγελικά και τα οραιστιακά, πυκνώνουν οι συλλογικές προσπάθειες που οδηγούν στη σύσταση γλωσσοεκπαιδευτικών ενώσεων, όπως στάθηκαν η Εταιρεία της Εθνικής Γλώσσας στην Αθήνα και το αδελφάτο της Δημοτικής στην Κωνσταντινούπολη, στα 1905, ενώ τα ίδια περίπου χρόνια σημειώνονται δυναμικές πρωτοβουλίες, όπως η δημιουργία του Παρθεναγωγίου του Βόλου στα 1908. Για τους προτεργάτες τέτοιων δημόσιων το ζήτημα της γλώσσας ισοδυναμούσε με το έτημα προαγωγής της εθνικής αυτογνωσίας, με την αναγκαιότητα μιας ρυζικής ανόρθωσης της ελληνικής κοινωνίας, η οποία θα ερχόταν όταν θα ξεριζωνόταν η αιτία του κακού, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η καθαρεύουσα, ο σχολαστικισμός, ο δασκαλισμός, όπως έλεγαν. Η καθιέρωση της Δημοτικής υποσχόταν τη συνολικότερη πολιτισμική, ιδεολογική και πολιτική ανασυγκρότηση της χώρας, με τη διόρθωση των κακών σκημένων στο εσωτερικό και τη διεκδίκηση της Μακεδονίας στο εξωτερικό. Γύρω από έναν τέτοιο άξονα, ο οποίος εν γένη προσεύλεπε στη μετατροπή του δημοτικισμού σε ευρύτερο πολιτικό κίνημα, ο Δελμούζος πρόσεχε και προσέγγιζε το σκληρό γράφοντας χαρακτηριστικά. Ανοίγει, ξεκινάει το παράθεμα. Ο σκληρός μας προτείνει ένα μέσο για να πολεμήσουμε μια τέτοια μοίρα και υπερνικώντας τη μονομέρεια του ορίζοντός μας, με τα λυπηρά αποτελέσματά της, να δώσουμε κίνηση ζωής στη νεκρή χώρα. Αναγέννηση ποθεί, όπως και εμείς. Τέλος παραθέματος. Αναγέννηση, λοιπόν. Αναγέννηση, λοιπόν, ποθούσε και ο σκληρός, όταν στο κοινωνικό μας ζήτημα ερχόταν να καταγγείλει την αφλή ανκατάσταση του επισήμου κράτους, την χρόνιον και ανεία των σχεδόν ασθένειαν. Αναγέννηση ποθούσε, όταν απευθυνόταν στους δημοτικιστές ως εκείνα τα δυναμικά στοιχεία, που αποδεικνύουν τη ζωτικότητα της φυλής μας. Ως αναμφιβόλως τα καλύτερα, τα εισαγωγικά είναι παραθέματα στα δικά του λόγια, ως αναμφιβόλως τα καλύτερα γνωστικότερα γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας. Αναγέννηση, σύμφωνει. Όμως αναγέννηση μαρξιστικού τύπου, δηλαδή καινούρια σκοπής και εφόλεις της ύλης, αφήνοντας πλέον στην άκρη το επιφανειακό σύμπτωμα του δασκαλισμού και πηγαίνοντας προς τα πίσω και προς τα κάτω προς μία απόπειρα καθολικής επανερμηνίας της νεοελληνικής ιστορίας και κοινωνίας. Και στο σημείο αυτό ακριβώς βρίσκεται, κατά τη δική μου γνώμη, η ιδιάζουσα πολιτική σημασία της συμβολής τους κληρούς στην πολιτική σκέψη και στην πραγματικότητα της εποχής του. Αγγλώντας από τον εξελεκτικό μαρξισμό της Δευτέρας Διεθνούς, τοποθετεί στο κέντρο του κοινωνικού μας ζητήματος την πάλη των τάξεων ως απαραίτητο παράγοντα της κοινωνικής προόδου, όπως γράφει χαρακτηριστικά ήδη από το πρώτο κεφάλαιο, με μότο μάλιστα το ρητό του Ηρακλήτου «Πόλεμος πατήρ πάντων». Και βέβαια το θέμα δεν είναι να αποδεχθεί ή να απορρίψει κανείς σήμερα την κομβική αυτή μαρξιστική παραδοχή, όπως την εισάγει στα ελληνικά τη συμφραζόμενα ως κληρός το 1907, αλλά να αποτιμήσει τις δυνατότητες που παρέχει στον συγγραφέα του μικρού βιβλίου ένα τέτοιο καινούριο ερμηνευτικό εργαλείο που δοκιμάζει να θέσει σε εφαρμογή. Το πρώτο πράγμα λοιπόν που επιχειρείται στο κοινωνικό μας ζήτημα είναι μια αριζική σημαντική αναθεώρηση της εθνικής ιδεολογίας και ένας καινούριος επαναπροσδιορισμός των εθνικών φιλοδοξιών. Αλλά με ποιο συγκεκριμένο τρόπο συμβαίνει αυτό. Ο σκληρός ξεκινά την ανάλυσή του διαβάζοντας την ελληνική επανάσταση η οποία βρίσκεται στην αφετηρία της δημιουργίας του ελληνικού εθνικού κράτους ως μια καταστατική αντίφαση ανάμεσα στη γενική εξελικτική κίνηση του πολιτισμού καταστάδια, τις κοινωνικές δυνάμεις που τη διενεργούν και την ιδεολογική της επένδυση. Στο συλλογισμό του ο χαρακτήρ των οποίων έφερε η επανάσταση ή το αρκετά συγκεχημένος. Καταβάθος ή το αστική επανάσταση στην οποία προκάλεσαν η οικονομική άνθηση των αστικών στοιχείων και η αφύπνηση του εθνικού φρονήματος ιδίως εις τα σανεπτυγμένα αστικά στάξεις και τους λογίους του έθνος. Σε επίπεδο ιδεολογικής επένδυσης όμως ή ιδεοδών όπως πολλές φορές λέει, θεωρούσε πως έφερε σημαντικά κατάλυπα αρχοντικών πολεμικών και ή μη φαιουδαλικών στοιχείων. Οι Έλληνες εν τέλει είχαν επαναστατήσει εν ονόματι των μεγάλων παραδόσων της Ελλάδας, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο προηγούμενο εξελικτικό στάδιο της ιστορίας ως εκ τούτο ως μία μορφή καθήλωσης έτινων προς τα πλησιεστέρα βυζαντινοχριστιανικά παραδόσεις με τα οποία είχαν άμεσον ψυχολογική σχέση. Συνέπεια αυτής της ερμηνευτικής αναθεώρησης του εθνικοαπελευθερητικού εγχειρήματος του 1821, ήταν η υπογράμμιση της τρέβλωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας και των κατοπινών πολιτικών στόχων του νεοσύστατου κράτους. Ο Σκληρός αμφισβητούσε ανοιχτά και προσδιόριζε αρνητικά το ιδεολόγημα της μεγάλης ιδέας ως ένα αναχρονιστικό οπιστοδρομικό κατάλυπο του μακρινού βυζαντινού παρελθόντος, το οποίο καθίστατο στο παρόν ανυπέρβλητο εμπόδιο στη φορά της ιστορικής εξέλιξης προς τα εμπρός. Την ίδια στιγμή μια τέτοια ριζοσπαστική κριτική του κυρίαρχου εθνικού αφηγήματος του 19ου αιώνα οδηγούσε σαφέστατα στον μετριασμό κάθε επεκτατική στόχευσης του ελληνικού βασιλείου και στην έμμεση αλλά σαφή αναγνώριση των ανταγωνιστικών εθνικών κινημάτων των άλλων βαλκανικών λαών, πράγμα ασφαλώς κάθε άλλο παρά αυτονόητο για τα συλλογικά στερεότυπα και τα εθνικιστικά προτάγματα της εποχής. Έγραφε λοιπόν πως, ανοίγουμε εισαγωγικά, ιδεώδες στον ήτο, η δυνατή ανασύστασης του πρώην ελληνικού βυζαντινού κράτους από κρυσταλωθέν κατόπινη στην αρκετά οτοπιστικήν μεγάλην ιδέα. Τέλος παραθέματος. Μια τέτοια επιλογή, την οποία πάντως ο σκληρός, αν πολύ στην αναγνώριζε ως εύλογη, ως αναμενόμενη μέχρι ένα βαθμό, έπρεπε πλέον να αλλάξει. Να αλλάξει λόγω των αρνητικών καταστροφικών συνεπιών που είχε για το εθνικό παρόν. Επειδή κρατούσε εγκλωβισμένη τη σύγχρονη Ελλάδα στην οδό των μεγάλων ιστορικών παραδόσεων και του ιστορικού δικαίου, την ανάγκαζε να έχει στραμμένο εστραμμένο το βλέμμα προς τα οπίσω, προς το μεγαπαρελθόν, την φυλάκιζε, την υπνώτιζε μέσα στην ανεδαφική φαντασία, την κρατούσε δέσμια εις ψευδής υπερβολάς εκτιμήσεως και αυτοθαυμασμού. Αποτέλεσμα της θεάς της τάσεως προς τα οπίσω θα ήτο η παραμέλησης του παρόντος και του μέλλοντος, γράφει. Και επιπρόσθετα, αυτή η κατάσταση οδηγούσε τη χώρα κατ' ανάγκη να κηρυχθεί αμύληκτος εχθρός παντός μη αναγνωρίζοντας τα ιστορικά παραδόσεις και αντιτύνοντος εις το ιστορικό δίκαιο το δίκαιο της πραγματικότητας. Ήτι αυτή η συντηρητική ιστορική πρακτική ως φυσικών και αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα είχε το κοινό μίσος εναντίον όλων των γειτόνων λαών, των υποτελών άλλοτε εις τη σφαίρα των ιστορικών παραδόσσεων. Τέλος παραθέματος. Στον αντίποδα μιας τέτοιας αυτοκαταστροφικής, κατά τη γνώμη του επιλογής, το κοινωνικό μας ζήτημα έθεται ως αδιαπραγμάτευτη, επίγουσα μάλιστα προτεραιότητα, το έτημα του εξυγχρονισμού που έπρεπε ήδη να έχει εφαρμοστεί προς την κατεύθυνση που υποδείκνει η εξαρχής η Ευρώπη. Και παραθέτω χαρακτηριστικά. Το νεαρό ελληνικό κράτος συναισθανόμενο τας μικράς του δυνάμεις, το αστικών του χαρακτήρος του και την μεγάλη μεταβολή των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, εν συγκρίση με το πρώην βυζαντινόν καθεστώς, έπρεπε να ακολουθήσει τακτική όσο το δυνατόν πρακτικότερον. Μια τακτική και μεθοδική εργασία, η οποία θα μετέτρεπε την Ελλάδα, ανοίγουμε εισαγωγικά, εις πρότυπον ανατολικού πολιτισμένου κράτους, είδος ανατολικής ελβετίας, αποσπόσης τον αληθή θαυμασμό της Δυτικής Ευρώπης και χρησιμευούσης ως φαϊνός φάρος, προς τον οποίο δια του ενστίκτου θα έτηναν όλοι οι υπόδουλοι λαοί της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, πράγμα όχι λιγότερο σημαντικό, σε μια εποχή που η εμπιστοσύνη στον κοινοβουλευτισμό κλειδωνίζεται από πολλές πλευρές και πυκνώνουν οι αντιφιλελεύθερες ρητορικές, ο σκληρός υπογράμμιζε την αναγκαιότητα της εσωτερικής ανασυγκρότησης και της ρυζικής ανασύνταξης του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Με τη δημιουργία κομμάτων αρχών, οι κανόν να εκπροσωπίσουν τα συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων της χώρας. Ιδιαιτέρως, δε, εναπόθεται τις ελπίδες τους στον εργατικό κόσμο, δηλαδή στο νέο πολιτικό υποκείμενο, που περίμενε να αναδειχθεί και να κατεσχύσει νομοτελειακά στον ιστορικό ορίζοντα του 20ου αιώνα, βρίσκοντας την κοινοβουλευτική του έκφραση στο σωσιαλιστικό κόμμα της εργατικής τάξης. Έγραφε λοιπόν τα εξής. «Εργάτας προλεταρίως έχουμε, αναμφιβόλως, αφού εγκαθυδρίσσομεν το καπιταλιστικό βιομηχανικό σύστημο, το να μην έχουμε προλεταρίους. Ευτυχώς έχουμε, και αυτό είναι το φαϊνότερο νήσο σημείο, το οποίο δίδει τα μεγαλύτερα θελπίδας προς αναγέννηση της κοινωνίας μας, διότι οι προλετάροι είναι το υγιέστερο, γενναιότερο, φανατικότερο και αδιαλλακτότερο στοιχείο της κοινωνίας». Τέλος παραθέματος. Με τον τρόπο επομένως αυτό, η μαρξιστική μεθοδολογία του κοινωνικού μας ζητήματος, επιδεικνύοντας μία βασική εσωτερική συνοχή στο ξεδίπλωμα και στην εφαρμογή της από το σκληρό, συνδύαζε τον εξελικτισμό και τον ιστορικό δετερμινισμό της Δευτέρας Ιεθνούς με την υπονόμευση της κυρίαρχης εθνικής ιδεολογίας, όπως είχε μέχρι τότε. Απέρριπτε των μεγαλοειδεατισμών και τις οπισθοδρομικές παθογένειές του, όχι όμως την ίδια την ιδέα του έθνους, του εθνικού κράτους και της εθνικής συνέχειας. Αντίθετα, από σοσιαλιστική σκοπιά υιοθετούσε κριτική στάση έναντι του εθνικού ζητήματος και των σοβινιστικών υπερβολών του σημερινού μπουρζοαζικού πολιτισμού, ενώ υποστήριζε τους πολιτικούς θεσμούς και το κοινοβούλιο, εντός του οποίου έπρεπε να διεξαχθεί η πάλη των τάξων. Προσέβλεπε στον εξεγχρονισμό του κράτους και σε μεταρρυθμίσεις σε κάθε επίπεδο, διατηρώντας ως τελική, αλλά όχι ως άμεση επίγουσα και επαναστατική, τη στόχευση της εγκαθίδρησης ενός νέου κοινωνικού συστήματος. Ουσιαστικά, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως μέσα από την επιθυμία αυτής της γενικής αναγέννησης, ο σκληρός εισήγαγε τον σοσιαλιστικό προβληματισμό στον δημόσιο ορίζοντα, συνδυάζοντας κριτικά την εθνική με την ταξική προοπτική, εγγράφοντας εν γέννη τη δεύτερη πάνω στην πρώτη. Μία τέτοια επισφαλής εξισορόπηση ανάμεσα στις καταστατικά ανταγωνιστικές έννοιες του έθνους και της τάξης, τον διαφοροποιούσε κατά κάποιο τρόπο από τους πειραματισμούς των προηγούμενων δεκαετιών του 1880 και του 1890, όπως ο σοσιαλιστικός λόγος έμοιαζε να δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στην ταξική γραμματική και μικρότερη προσοχή στην εθνική ευαισθησία. Αυτή άλλωστε η εύθραυστη και αμφύσιμη ισορροπία και κατά μία έννοια ανισορροπία του κοινωνικού μας ζητήματος, ήταν που τροφοδότησε το ενδιαφέρον των δημοτικιστών, καθώς βέβαια και την παρατηταμένη και πλούσια δίχογνωμία που προέκυψε γύρω από το περιεχόμενο του βιβλίου. Έτσι, στη συζήτηση που αναπτύχθηκε στις σελίδες του ΝΟΜΑ, είναι γνωστό πως οι γράφοντες σύντομα χωρίστηκαν στα δύο, στους σοσιαλιστάδες από τη μία πλευρά, στους νατσιοναλίφτες από την άλλη. Η κίνδυνη που εγκυμονούσε η μαρξιστική ανάγνωση του σκληρού για τα εθνικά όνειρα και την εσωτερική ειρήνη του ελληνικού κράτους δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητοι και να μην γίνουν κατανοητοί. Και θα πρέπει να τονιστεί εδώ πως η ανταγωνιστική αυτοίχηση της μίας πλευράς των ομιλητών, των αρθρογράφων έναντίον της άλλης έλαβε χώρα εντός του μεγαλύτερους σκέλους της κεντρικής τότε για τα δημόσια πράγματα αντίθεσης ανάμεσα στη δημοτική και στην καθαρεύουσα. Όμως πού και σε ποια συγκεκριμένα σημεία βρισκόταν οι άξονες της σύγκρουσης των δημοτικιστών και θα προσπαθήσω λίγο να τα σχηματοποιήσω κάπως κωδικοποιημένα για να μην μακρηγορήσω. Έτσι θα λέγαμε πως από τη μία πλευρά βρέθηκαν οι υπέρμαχοι του ευρωπαϊκού πολιτισμού ενάντι μίας πιο εσωστρεφούς εθνικής συνείδησης. Οι υποστηρικτές του πολιτικού φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού ενάντι των θεασσωτών, αντιφιλελεύθερων, αριστοκρατικών, βολονταριστικών και νησαϊκών αντιλήψεων. Οι προπαγανδιστές του εξυγχρονισμού της βιομηχανικής και της ταξικής κοινωνίας ενάντι των αρνητών της κίνησης και της εξέλιξης, οι οποίοι επιχειρηματολογούσαν στο όνομα μίας στατικής θεώρησης των ελληνικών πραγμάτων που έσπευδε να υποτάξει τους νεοτερικούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς στις επιταγιές της εθνικής ολοκλήρωσης. Τα ονόματα είναι λίγο πολύ γνωστά. Στους εθνικιστές θα πρέπει να κατατάξουμε τον Ιώνα Δραγούμη, τον Μάρκο Τσιριμόκο, τον Πέτρο Βλαστό, τον Αριστοτέλη Πουλημένο, τον Γιάννη Χατζή. Στους σοσιαλιστές εκείνης τη στιγμή, τον Δελμούζο, τον Χατζόπουλο, τον Ιδιοφυσικά, τον Σκληρό, τον Νίκο Γιαννιό, τον Μάρκο Ζαβησιάνο και τον Φωτοπολίτη. Και να ακούσουμε εντελώς αντιπροσωπευτικά τον τόνο και τα επιχειρήματα που ανταλλάχθηκαν μέσα από τις σελίδες του Νουμα. Ο Δραγούμης, περισσότερο από κάθε άλλον, διεκδικούσε τα πρωτεία της πολιτικής σκληρότητας, όπως έλεγε, στο όνομα των κρατικών συμφερόντων και στον αντίποδα της ψηλόλογης επιστήμης, που είχε ρουφήξει, όπως έλεγε, τον συγγραφέα του κοινωνικού μας ζητήματος. Έτσι, ρωτούσε ρηστικά, πρέπει λοιπόν να θυσιαστούν τα συμφέροντα της κάθε τάξης, οι προλετάροι πρέπει να ρωστήσουν, να μείνουν δίχως ψωμί, γυμνοί, χωρίς σπίτια, να χαντακοθούν, να χαθούν ολότελα, να πεθάνουν. Βλέπω δάκρυα στα μάτια σου σκληρά, γιατί. Ναι, αν είναι ανάγκη, να ζήσουν έτσι οι εργάτες, αν το κράτος έχει γενικότερες δουλειές να κοιτάξει, αν δεν είναι σοβαρός κίντηνος για το κράτος, ας ζήσουν ακόμα έτσι. Τέλος. Παραθέματος. Και συνέχιζε, κατακεραυνώνοντάς τον, πως τολμούσε να μιλάει για μια μικρούτσικη Ελλάδα, που έδειχνε εντός της ενωμένη τη φυλή, που δεν είχε εντός της ενωμένη τη φυλή, σαν να ήταν ξετελειωμένο κράτος, ολοστρόγγυλο, σαν ολαντέζικο τυρί, ενώ δεν παρέλειπε να τον καταφρονήσει ως ελλαδικό. Στο πλάι του ο Μάρκος Τσιριμόκος, εξεγείροντας, τονίζοντας πως ούτε κεφάλαια παραγωγικά, μεγαλοβιομηχανία και φτώχια χρήσημη, προλετάριους παραγωγικής βιομηχανίας δεν έχουμε και το κυριότερο, δεν πρέπει καθόλου να βιαστούμε να αποκτήσουμε. Αντίθετα, έκρινε πως ένα χρέος παρέμενε επίγον, όπως έλεγε μέσα με δικά του λόγια, να εργαστούμε συνειδητά για να δυναμώσει η συντηρητική δύναμη, ενισχύοντας από τώρα τον αγώνα της ασύνταχτης ακόμα τάξεως των ολύγων φωτισμένων θεατικών ανθρώπων, κατά των οχλοκρατών, κατά των δημοκόπων, κατά των χαλασμένων κεφαλιών, των υπερμάχων της ισοπολιτίας, των ελεύθερων θεσμών, της αχαλίνωτης ελευθερίας, των δικαιωμάτων του συνταγματικού πολίτη, τέλος παραθέματος. Για να ξεκαθαρίσει, η πνευματική ζωή από τις φουρνισμένες μπουρμπουλήθρες που φέρνανε το κράτος με τη ΜΥΑ Βουλή και με τη λαϊκή θέληση εδώ που το καταντίσσενε, όπως έλεγε, είναι αποσπάσματα από την αρθρογραφία του Τσιριμόκου. Στον αντίποδα, ο φώτος πολίτης υπερασπιζόταν με πάθος τη δεξίωση των κενοφανών επιστημονικών ιδεών που ερχόταν τώρα στην ελληνική κοινή γνώμη από μία Ευρώπη πρότυπο. Εκεί, διαβάζουμε τα δικά του λόγια, η θρησκεία, ο σοσιαλισμός, το ζήτημα της χειραφέτησης είναι θέματα από καθημερινές διαλέξεις. Ποιος από τους γραμματισμένους, τους δικούς μας, τόλμησε ποτέ, όχι να μιλήσει η δημόσια, αλλά να αγγίξει μόνο, έστω και με πλάγιο τρόπο, ένα από τα ζητήματα του τα. Εμείς, όμως, κρατούμε τις πόρτες μας διπλομανταλωμένες, πρέπει να φυλάμε τους εθνικούς μας θησαυρούς. Και αν τολμήσει κανείς, καμιά φορά να ανοίξει μια χαραμάδα να αφηθήξει ελαφρά μέσα ο καθαρός αέρας και να καθαρίζει τη μουχλιασμένη ατμόσφαιρα, θα τον πνίξουν οι καλοθελητάδες του έθνους και θα σπάσουν τις καμπάνες τους οι 185 εκκλησιές που λειτουργάνε στην Αθήνα, φωνάζοντας το λαό να αποτελειώσει τον προδότη. Κάπως έτσι, με τέτοιου είδους, ασφαλώς έτσι, οξυμένες αντιπαραθέσεις, γίνεται ορατή, σε ένα δεύτερο επίπεδο τώρα, η πολιτική σημασία του κοινωνικού μας ζητήματος. Το προκλητικό βιβλιαράκι ερχόταν να χαράξει εκ νέου τις πολιτικές και πολιτισμικές διαχωριστικές γραμμές, ορίζοντας τον ιδεολογικό χάρτη ανάμεσα στην πρόοδο και στη συντήρηση, υπερβαίνοντας πια το ζήτημα της γλώσσας. Αφήνοντας να διαφανεί η δυνατότητα μιας πολιτικής συμμαχίας ανάμεσα στη φιλοδυτική, φιλελεύθερη, εξυγχρονιστική σκέψη και στη μεταριθμιστική, σοσιαλδημοκρατική πρόταση του μαρξιστή σκληρού. Εν τούτοις, η δυνατότητα συγκρότησης ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού πόλου, η κανού να συνομιλήσει με το κέντρο, όπως διαφάνηκε θολά, πρόδρομα και πρόσκαιρα μέσα από τις στήλες του Νουμα, έμελε να βουλιάξει σχεδόν εν τη γενέση της. Η έλευση του Βενιζέλου μετά το γουδί, ο εθνικός διχασμός, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η φιλελεργατική νομοθεσία και η γλωσσική πολιτική που εκείνος προώθησε, παρά τις καθυστερήσεις και τις παλινοδίες, τράβηξαν γρήγορα τους δημοτικιστές σοσιαλδημοκράτες στο πλευρό του. Ανάμεσα τους μάλιστα, τους επιφανέστερους εκπροσώπους ενός τέτοιου ρεύματος, τον Χατζόπουλο, τον Γιάννιο και τελικά τον ίδιο το σκλήρο. Ας μην ξεφνάμε άλλωστε, πως στην ίδια επογή και το γερμανικό ΕΣΠΕΝΤΕ είχε ψηφίσει υπέρ του πολέμου, ευθυγραμμίστηκε δηλαδή με τις επίγουσες εθνικές προτεραιότητες της χώρας του. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσική Επανάσταση στα 1917 και η συγκρότηση της Τρίτης Διεθνούς στα 1919, αλλά και η Μικρασιατική Καταστροφή στα 1822 οδήγησαν ταχύτατα στην Πολσεβικοποίηση του ΣΕΚΕ, το οποίο έχοντας ιδρυθεί το 1918 με τονομάζεται σε κόμμα κομμουνιστικό στα 1924. Μπροστά στην απειλή που διαβλέπει απέναντί του ο Βενιζέλος, θα ψηφίσει το ιδιώνυμο μόλις πέντε χρόνια αργότερα στα 1829. Το ίδιο αυτό ζήτημα θα μπορούσε κανείς να το θέσει και με έναν τόνο λίγο πιο πικρό, λίγο πιο ιρωνικό. Στα ελληνικά συμφραζόμενα, σε αντίθεση με τη μεγάλη εμπιστοσύνη που έδειχνε ο ίδιος ο Γεώργιος Κληρός στην ακαταμάχητη φορά της εξελίξεως, εν τέλει, οι χρονικότητες και ιδιοτροπίας της ιστορίες δεν διέθεσαν τα αναγκαία χρονικά περιθώρια για τη συγκρότηση ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος χώρου στα ελληνικά συμφραζόμενα. Η κληρονομιά της Δευτέρας Διεθνούς, μόλις αρχίζει να οριμάζει θεωρητικά και ξεκινά να δίνει τους πρώτους καρπούς της, τα αμέσως επόμενα χρόνια έρχεται να προσκρούσει πάνω στην διάδοχη της Τρίτη Διεθνή να ακυρωθεί και να καταποντιστεί. Πολύ σύντομα το ΣΕ και ΚΚΕ θα βρει ασφαλώς τη νέα του ιδεαλογική ταυτότητα ταυτόχρονα όμως και αυτό με τη σειρά του θα αποδυναμωθεί στερούμενο μέσα από διαδοχικές διαμάχες, διαγραφές και αποχωρήσεις πολλά από τα πιο έμπειρα στελέχη της πρώτης ιδρυτικής του γενιάς. Ο σκληρός όμως έχει ήδη χάσει τη μάχη με την αρρώστια και έχει φύγει από τη ζωή, δεν πρόλαβε να δει και να μιλήσει γι' αυτές τις εξελίξεις. Και κάπως έτσι λοιπόν θα αφήσω και εγώ στην άκρη το κοινωνικό μας ζήτημα, θα αφήσω στην άκρη το νουμά και θα σας ευχαριστήσω θερμά για την υπομονή σας και για την προσοχή σας. Σας ευχαριστώ. Και εμείς θα σας ευχαριστήσουμε θερμά και θα περάσουμε στον Γιάννη το Μπουρλί, ο οποίος θα μας μιλήσει με θέμα σκληρός ένας μαρξιστής μεταξύ οικονομικού δεδερμηνισμού και ιστορικής απροσδιοριστίας. Ευχαριστώ πολύ, να ευχαριστήσω τους διοργανωτές για την πρόσκληση. Σήμερα με πολύ νοσταλγία γυρνάω πάντα στο έργο του Γιώργιου Σκληρούγια, γιατί είναι ο πρώτος στοχαστής με τον οποίο ασχολήθηκα στη ζωή μου, ακόμα στο επίπεδο του μεταμετυχιακού μου διπλώματος. Δεν θα επαναλάβω κάποια από τα βιογραφικά στοιχεία τα οποία παρουσίασε και ο Δημήτρης και η Βίκυ. Θα κάνω όμως μια πολύ σύντομη σύνοψη της εργογραφίας του, για να δείξω μέσα από αυτήν κυρίως το εξής, ότι ο Σκληρός ήταν πάντοτε ένας πολύ προκλητικός στοχαστής, δηλαδή κάθε του έργο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη συνέχεια. Το κοινωνικό μας ζήτημα, ήδη από την παρουσίαση της κυρίας Καραφουλίδου, ακούσατε ότι είναι ένα βιβλίο το οποίο στην ουσία γέννησε δύο πράγματα και δυσκολεύομαι να πω ποιο από τα δύο ήταν το σημαντικότερο. Το ένα ήταν ότι μίησε την ελληνική, την αθηναϊκή διανόηση στις ιδέες του μαρξισμού και το δεύτερο διέσπασε το στρατόπεδο των δημοτικιστών σε δύο μεγάλα ιδεολογικά στρατόπεδα, τα οποία θα κυριαρχούσαν έκτοτε στην πολιτική ζωή της χώρας. Θα φτάνουν μέχρι τον Εμφύλιο, θα φτάνουν μέχρι σήμερα τους σοσιαλιστάδες και τους νατσιοναλίστες όπως ονομάζονταν τότε. Το 1916, κατά μεσής του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σκληρός στην Αλεξάνδρια δημοσιεύει την Φιλοσοφία του Πολέμου και της Ερήνης, ένα βιβλίο που κατά μεσής του Πολέμου λέει ακριβώς ότι ο πόλεμος είναι το κανονικό γεγονός στη ζωή των ανθρώπινων κοινωνιών και στοιχείο πρόοδου. Το 1918 δημοσιεύει τον περίφημο επικίδιο του για τον Γεώργι Πλεχάνοφ που μόλις έχει πεθάνει, ηγετικής μου που ήταν ο πατέρας κατά πολλούς του ερωσικού σοσιαλισμού, τον αποκαλεί δάσκαλό του. Σήμερα ξέρουμε ότι δεν ήταν δάσκαλός του, δεν μπορεί να συναντήθηκαν ποτέ, γιατί όταν ήταν ο Σκληρός στη Ρωσία δεν ήταν ο Πλεχάνοφ. Όπως σκληρός εκφράζει τις περίφημες αντιρίσεις του, ενστάσεις του για την προαπτική της σοβιετικής επανάστασης. Και το 1919, την επόμενη χρονιά, το τελευταίο του βιβλίο, που δεν μπρόλαβε να το δει να τυπώνεται, γιατί πέθανε από τη φηματίωση που τον ταλαιπωρούσε, το οποίο θα γινόταν αργότερα το κόκκινο πανί για τα πνευματικά του παιδιά, δηλαδή τους κατοποινούς Έλληνες μαξιστές, που θα τον κατηγορούσανε για στροφή προς τον Βενιζελισμό, στροφή προς τα δεξιά, απομάκρυση από τον μαξισμό και άλλα πολλά και ωραία. Όταν αναφερόμαστε στο Σκληρός συνολικά, αναφερόμαστε στην ελληνική εκδοχή του Πλεχάνοφ λέμε συχνά και συνολικά της δεύτερης σοσιαλιστικής διεθνούς, δηλαδή της διεθνούς ορράνωσης που ήταν ταυτόχρονα πολιτική και συνδικαλιστική, που ιδρύθηκε από τον Έγγελς και τους άμεσους επιγόνους του Μάρξ προς αντικαντάσταση της λεγόμενης πρώτης διεθνούς, που είχε διαλυθεί ουσιαστικά όταν αποχώρησαν οι αναχειρικοί. Η δεύτερη διεθνής βέβαια δεν συνιστάει ένα καθόλα ομοιογενές θεωρητικό ρεύμα και στην πραγματικότητα ο Σκληρός παρέμενε πάντοτε πολύ ανοιχτός στις συζητήσεις που κυριαρχούσαν μεταξύ των μαξιστών της εποχής του. Το έργο του παρότι δεν είναι συστηματικό, δεν φέρει παραπομπές, δεν φέρει σημειώσεις και άλλα στοιχεία που μας βοηθούν σήμερα να δούμε τι έχει διαβάσει και τι έχει μελετήσει. Παρ' όλα αυτά αναγνωρίζουμε στα κείμενά του την παρουσία αντιλήψεων που φέρουν τις υπογραφές των σημαντικότερων εκπροσώπων της δεύτερης διεθνούς, όπως των Γερμανών Καρλ Κάουτσκι, του Έντουαρτ Πενστάιν, του Αυστριακού Τότω Μπάουερ και φυσικά του Πλέχανοφ. Εκτός όμως από τη συμβολή του Σκληρού στη μίηση των Ελλήνων διανωμένων στη μαξιστική θεωρία, όπως είπε και η κυρία Καραφουλίδου, η ελληνική ιστορία των ιδεών έχει συγκρατήσει τον πρωτοποριακό του ρόλο στην Κρητική που άσκησε στην αντίληψη περί ελληνικής ιστορίας, που είχε επιπληθεί από την λεγόμενη Ζαμπελιο-Παπαριγοπούλια σχολή, την εθνική ιστοριογραφία όπως τη λέμε, την οποία την εμπορική του Σκληρού την εκπροσωπούσαν στην Αθήνα οι δυο μεγάλοι διάδοχοι του Παπαριγόπουλου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Σπυρίδων Λάμπρος και αυτούνου φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από το θάνατό του και ο Παύλος Καργολίδης. Ο Σκληρός πράγματι άσκησε τεγάστια επιρροή στον Γιάννη Κορδάτο, τον για δεκαετίες σημαντικότερο Έλληνα αμάξιστη αριστερό ιστορικό, ο οποίος χάρη στο μεγάλο του έργο, στο πολύτο μου έργο του, μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, μπόρεσε να λειτουργήσει ως ένα είδος κόκκινον Παπαριγόπουλου για την ελληνική αριστερά. Λέμε συχνά αστυευόμενοι ότι κάποτε αναγνώριζες τα πολιτικά φρονήματα ενός σπιτιού στην Ελλάδα από το ποια ιστορία είχε στο σαλόνι της, αν είχε τον Παπαριγόπουλου ή την Αγωνιστρία ή την Ανδεξιά Εικογένεια, αν είχε τον Κορδάτο ήταν αριστερή, ή και εδώ η Εικογένεια φυσικά είχε και τις δύο. Ο Κορδάτος άσκησε αργότερα έντονη κριτική στον Σκληρό, τον κατηγόρεσε για αναθεωρητισμό, ρεφορμισμό, ιδεαλισμό, σοσιαλπατριοντισμό και άλλους πολλούς ισμούς, ενώ λίγες τον κατηγόρεσε για πλήρη ταύτιση με τις ιδέες της Δευτέρας Διεθνούς. Η γεγονός παραμένει ωστόσο ότι το πρώτο υμό έργο του Κορδάτου οφείλει πολλά σε εκείνον τον Σκληεργού και οι οφειλές του Κορδάτου έχουν κυρίως να κάνουν με το πώς αντιλαμβάνονται και οι δύο την ιστορική μεταβολή και στους δύο διακαίνουμε στοιχεία που καλούμε τεχνολογικό δετερμινισμό, της αντίληψης δηλαδή ότι η κοινωνική μεταβολή και η εξέλιξη έχουν πρωτίστως να κάνουν με την εξέλιξη των εργαλείων και της τεχνικής. Εξετάζοντας, λοιπόν, τις ιστορικές αντιλήψεις του ίδιου του Σκληρού, διαπιστώνουμε ότι στο έργο του τα γεγονότα που συνθέτουν την ελληνική ιστορία δεν ανάγονται, όχι τουλάχιστον σε επίπεδο αρχής, σε μια ορισμένη ιδιαιτερότητα της ιστορίας. Στην προβληματική του τα πάντα συνδέονται με εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Είπε και εγώ δεν θα ακούσω ο Μπραμς. Και συχνά πηγνάω σκληρός επικαλείται την ιστορική εμπειρία των πλέον προηγμένων κοινωνιών, εκείνων κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, για να υποστηρίξει ότι το τάδι, το δύνακο κοινωνικό φαινόμενο που προσχολεί τη συζητήση στην Ελλάδα θα έχει αυτή την άλλη εξέλιξη στο μέλλον, ότι αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στο τι συμβαίνει στις άλλες χώρες κλπ. Από αυτή την άποψη οι θέσεις του έρχονται πράγματι να αναιρέσουν ολόκληρο το οικοδόμημα της ελληνικής εθνικής ιστοριαγραφίας και ιδεολογίας και κυρίως την αντίληψη περί μοναδικότητας των ελληνικών έθνους και της ιστορίας του. Είχαμε την αφέλεια να νομίζουμε, γράφει χαρακτηριστικά, ότι για την Ελλάδα κοινωνικοί νόμοι δεν εγράφισαν. Ο σκληρός ζει και γράφει σε μια εποχή αισιοδοξίας. Πρόκειται μάλιστα για μια αισιοδοξία την οποία δεν θα κλονίσει ρυζικά ούτε η μαζική σφάγη του πρώτου κοσμικού πολέμου. Ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με τη μαρξιστική αιστερά. Αυτή η τελευταία, ανεξάρτητα από το πώς τοποθετεί το τότε θετικά ή αγνητικά απέναντι στην ουκτωριανή επανάσταση, αντιμετώπιζε, όπως νομίζω και το μεγαλύτερο μέρος ευρωπαϊκής διανόησης, με την εξέρεση, ίσως, κάποιων καλλιτεχνικών ερευμάτων, το μέλλον με αισιοδοξία. Η αισιοδοξία αυτή στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στην πλήρη εμπιστοσύνη στις κατακτήσεις των επιστημών, φυσικών και κοινωνικών, που εμπνέονταν από, και ταυτόχρονα ενέπνεαν οι ίδιες, το ιδεολόγημα της αέναης χωρίς όρια πρόοδου, που οδηγούσε με βεβαιότητα σε μια καλύτερη κοινωνία, σε ένα καλύτερο μέρος για όλους, είτε θεωρείτε ότι αυτός ο κόσμος είχε ήδη γεννηθεί στην αναπτυγμένη Δύση, το φιλελεύθερο αφήγημα, είτε θεωρείτε ότι βρισκόμασταν ένα μόλις βήμα πριν την έλευση του, το σοσιαλιστικό αφήγημα. Ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με τους μακριστές στοχαστές της εποχής, για να θυμηθούμε την πολύ ενδιαφέρουσα διάκριση των γενναιών των μακριστών που έχει εισηγηθεί ο μεγάλος ιστορικός εργατικής τάξης, της αγγλικής εργατικής τάξης, ο E.P. Thompson, ως κλειώς διακατέχεται απόλυτην αισιοδοξία της πρώτης γενιάς, της γενιάς δηλαδή των άμεσων επιγόλων του Μαρξ, της γενιάς της Δευτέρας Διεθνούς, η οποία αισθάνεται ότι η ιστορική εξέλιξη είναι στο πλευρό της, ότι η ιστορία δουλεύει για λογαριασμό της, με την έννοια ότι η κατάρρευση του σοσιαλισμού και η μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι απλώς θέμα χρόνου. Το κοντράστι είναι βεβαίως με την επόμενη γενιά, τη γενιά της Τρίτης Διεθνούς, στην οποία τοποθετεί τον εαυτό του και ο ίδιος ο Thompson, όπου η έμφαση είναι στην επαναστατική δράση που έρχεται να ανατρέψει τις δομές που θεωρούνται ότι αντιστέκονται και δεν ευνοούν την κοινωνική αλλαγή, αλλά και σε σχέση με την Τρίτη γενιά κατά Thompson, τη μεταπολεμική ή αλλιώς γενιά του ψυχού πολέμου, όπου η αίσθηση ότι όλα υπάγονται και καταδυναστεύονται από πανίσχυρες δομές προκαλεί πλέον έντονη υπεσιοδοξία στο επαναστατικό υποκείμενο. Από πού αντλούν όμως αυτές τις βεβαιότητες και αυτήν την αισιοδοξία οι μαξιστές σαν τον σκληρό. Ο σκληρός τυπικό παράδειγμα της γενιάς του και σε αυτό αντιλαμβάνεται τον μαξισμό στο κοινωνιολογικό αντίστοιχο του δαρβίνισμου. Προσοχή, δεν κάνω λόγο για κοινωνικό δαρβίνισμο, διότι αυτό είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο στην ιστορία της κοινωνικής σκέψης και αφορά σε υπερσυντηρητικές κοινωνικές θεωρήσεις που άνθησαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Όταν μιλάω για κοινωνιολογικό αντίστοιχο του δαρβίνισμου, ενώ ο σκληρός αντιλαμβάνεται τον μαξισμό ως τη θεωρία της εξέλιξης των κοινωνικών ειδών, κατά αντιστοιχή, φυσικά, από τη δαρβενική εξέλιξη των φυσικών ειδών, ότι τον αντιλαμβάνεται ως τη θεωρία που έχει συλλάβει θεωρητικά, που έχει ανακαλύψει τους νόμους που διέπουν τη διαρκή πάλι των ανθρώπων για επιβίωση, πάλι η οποία οδηγεί την κοινωνία προς τα εμπρός. Η θεωρητική αυτή σύλληψη συνοψίζεται κατά κύριο λόγο στον περίφημο νόμο των 5 σταδίων, από τα οποία πιστευόταν ότι δείλθει ιστορικά η αναπτυγμένη δυτική κοινωνία, αλλά και θεωρείται ότι θα διέλθουν κάποιες στιγμές μελλοντικά όλες οι ανεξέρετους οι ανθρώπινες κοινωνίες. Και τα στάδια αυτά είναι εκείνα που κατονομάζονται ως τρόποι παραγωγής ως εποχές που σηματοδοτούν προόδους στην οικονομική ανάπτυξη της κοινωνίας, για να θυμηθώ την περίφημη διατύπωση του προλόγου στην Γρητική της πολιτικής οικονομίας του 1859, που είναι εκείνο το κείμενο του Μάρξ που μαζί με το κομμουνιστικό μανιφέστο αποτέλεσαν την κύρια δεξαμενή θεωρητικής έμπνευσης για τη δεύτερη διεθνή. Εννοείται φυσικά ότι δεν θα ανοίξω εδώ τη συζήτηση για το πώς το καλά απέδιδε τον στοχασμό του Μάρξ στο ελόγο σχήμα, ούτε βέβαια για το τι γνώριζε και τι δεν γνώρισε η γενιά του Σκληρού από τα κείμενα του Μάρξ. Σε κάθε περίπτωση το σχήμα των πέντε σταδίων ερμηνευόταν από τον Σκληρό και τους ομοιδεάτες του, όπως τον Πλεχάνοφ, ως ο νόμος της εξέλεξης των κοινωνικών ειδών, ως ένας νόμος που ισχύει απαραγγλυτά για όλες τις κοινωνίες, ανεξαρτήτως από αν είναι αντιληπτός από τους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον Σκληρό, επειδή ο άνθρωπος είναι κοινωνικός, η διαρκής πάλη μεταξύ των ανθρώπων για επιβίωση παίρνει κατ' ανάγκην κοινωνική μορφή και καθίσταται έτσι, πάλι, ο διαρκής αγώνας για επικράτηση, τόσο μεταξύ των ατόμων και των εθνών, όσο και μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Ενώ λίγης για τον Σκληρό η φυσιολογική μορφή της κοινωνικής ζωής είναι η σύγκρουση, ο πόλεμος. Τον παραθέτω, όπου πάλι εκεί κίνησις, ζωή πρόοδος, όπου τυναντίον λείπει στασιμό της, σαπίλα, γράφει χαρακτηριστικά το 1907 στο κοινωνικό ζήτημα και τα επαναλαμβάνει και αργότερα στη φιλοσοφία του πολέμικου της ειρήνης. Η πάλι αυτή αφορά, όπως είπα, τόσο στα άτομα και στα έθνη, όσο και στις κοινωνικές τάξεις. Αλλά η κύρια αιτία της πάλις, γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά της σκέψης του Σκληρού είναι ότι πάντοτε ιερακεί τα πράγματα, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι άνθρωποι για να επιβιώσουν είναι υποχρεωμένοι να δημιουργούν συνεχώς υλικά αγαθά, όπως γράφει. Και η ουχή δίκαια και ίση κατανομία αυτών των αγαθών γεννά την διαφορά αν, μεταξύ των ανθρώπων, τας κοινωνικάς τάξης, γράφει. Η κάθε μια από τις οποίες επιδιώκει να κρατά για τον εαυτό της, όσο το δυνατόν περισσότερα. Τώρα, αξίζει να σημειωθεί για τους πιο μυημένους σε ζητήματα κοινωνικής θεωρίας ότι είναι φανερό ότι ο Σκληρός αντιλαμβάνεται τη συγκρότηση των κοινωνικών τάξεων όχι με όλους θέσεων και ρόλων στην παραγωγή, αλλά με βάση την κατανομή του πλούτου. Κλείνει η παρένθεση. Ο Σκληρός έχει σε κάθε περίπτωση τη βεβαιότητα ότι γνωρίζει τους νόμους κοινωνικής εξέλιξης που τους αγνώουν οι αντίπαλοι του. Δεν αγωνίζεται για την πραγματοποίηση μιας επαναστατικής ουτοπίας, δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό τον επαναστάτη, αλλά όπως γράφει χαρακτηρίστικα, ως ουδέτο ρε πισθήμανα του γραφείου. Αγωνίζεται για την ταχύτερη και ομαρότερη έλευση του ιστορικά αναπόφευκτου. Στο μυαλό του, αν κάποιοι είναι ουτοπιστές, αυτοί είναι οι ιδεαλιστές κοινωνιολόγοι, όπως ο Τραγούμις, οι οποίοι έχουν την αξίωση να μας πείσουν ότι οι ιδέες εξακολουθούν να κυβερνούν τον κόσμο, όπως γράφει. Ο εκνευριστικάς συνεπίστα, μου επιτρέψετε τον χαρακτηρισμό υλισμός του, καταλήγει στην πραγματικότητα στο αντιστραμμένο του είδωλο, τον αντικειμενικό ιδεαλισμό. Η εξέλιξη στο έργο του κυριολεκτικά υποστασιοποιείται, ακόμα και σε επίπεδο συντακτικού. Στο λόγο του, η εξέλιξη είναι συνεχώς υποκείμενο του λόγου, αποφασίζει, επιβάλλει, ωθεί, κάνει, ράνει και κυρίως τιμωρεί όλους όσοι δεν υποτάσσονται στα κελεύσματα της. Ο σκληρός είναι ξεκάθαρος στην ερμηνεία της μαρξιστικής προβληματικής για το αν οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους. Για τον σκληρό ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος, διότι, όπως γράφει, ως κοινωνικών υπόκειται απ' τη στιγμή της γεννησίας τους στους νόμους εξέλιξης και το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να προσαρμόζεται σ' αυτούς. Είναι αυτός ο γεγονός ότι σε αρκετά σημεία του εγκειμένου του, ο σκληρός τύνει να υπονομεύσει αυτές μεθοδολικές αρχές, να έρθει σε αντίφαση με τον εαυτό του, δημιουργώντας ουσιαστικά μια θεωρία περί εξωγένειας, η οποία με τον έναν και τον άλλον τρόπο αντιβαίνει και με τη λογική του μαρξιουβήμου της Δεύτερης Δεθνείως, αλλά και με τον ίδιο το νόμο των 5 στα 2. Ο σκληρός ενωλίγης είναι πεπισμένος ότι εκτός από τον κοινωνικό και οικονομικό παράγοντα, τον παράγοντα των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων, που θύγει την καθεαυτό, όπως λέει, η εσωτερική ομαλή ζωή της κοινωνίας και είναι μακράνο σημαντικότερος, η ζωή των ανθρώπινων κοινωνιών προσδιορίζεται επίσης από φιλετικά και ιστορικά στοιχεία. Ο φιλετικός παράγοντας, γράφει, αφορά την ιδιοσυγκρασία, το χαρακτία και τις ψυχικές, ηθικές και πνευματικές ιδιότητες ενός λαού, ενός έθνους. Ενώ ο ιστορικός παράγοντας, ο κατεξοχήν παράγοντας του εξωγενούς, θύγει μάλλον, ισαγωγικά, τις παρεκκλήσεις από την ομαλή εξέλιξη της κοινωνίας. Στο μυαλό του σκληρού, λοιπόν, η λειτουργία του φιλετικού και του ιστορικού παράγοντα δεν έχετε κατανάγκηση αντίφαση προς τη λειτουργία του οικονομικού παράγοντα. Υφίσταται πάντοτε, όπως σας είπα και πριν, μια ιεραρχία στο μυαλό του μεταξύ αυτών των παραγόντων. Ο ιστορικός παράγοντας, για παράδειγμα, υπερισχύει εναντιτωνάνο στη φιλοταρχική κοινωνία, ενώ ο οικονομικός τον καπιταλισμό. Σε γενικές γραμμές, ο σκληρός, υιοθετώντας και πάλι επεξεργασίες των μαξιστών της γενιάς του, που ακολουθούσταν, εν προκειμένου, των έγγελς, αποφαίνεται ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει πάντοτε να κατανοούνται στη δυναμική μεταξύ τους σχέση, διαλεκτικά, όπως λέμε. Ωστόσο, όσον αφορά ειδικά στην ελληνική κοινωνία, ο σκληρός τείνει να καταλήξει ότι η λειτουργία του ιστορικού παράγοντα έχει λίγη ανξεχωριστή σημασία. Εισαγωγικά, σε ορισμένες κοινωνίες, όπως τη δική μας γράφει, που για χιλιάδες χρόνια την τσαλαπάτησαν όλες οι φυλές και οι πολιτισμοί του κόσμου, οι αλλαγές και οι στρεβλώσεις στον ιστορικό παράγοντα είναι τόσο μεγάλες, που καταντά δύσκολο στον επιστήμονα, κάτω απ' τα τόσα ιστορικά ερήπια, να ξεθάψει τα φιλετικά και κοινωνιολογικά διδόμενα της σημερινής κοινωνίας μας. Συμπερένει λοιπόν, ταυτιζόμενος ουσιαστικά με τους ιδεολογικούς του αντιπάλους, ότι η σημερινή Ελλάδα παρουσιάζει το πολυπλοκότερο ίσως φαινόμενο, όπως έγραφε, της πανκόλυμιας ιστορίας. Στην κριτική που του άσκησε ο Κορδάτος 1924, έγραφε με έντονη ειρωνία, ότι τελευταία μάλιστα ο σκληρός εξεδήλωσε τελείως ιδεαλιστικά αντιλήψεις, εφεύρε και νέους παράγοντας, επηρεάζοντας την ανθρώπινη ιστορία. Είναι προφανές ότι για τη γενιά του Κορδάτου, τη δεύτερη γενιά κατά τον Ντόμψον, ετύθετο πλέον ξεκάθαρα ζήτημα μαξιστικής οκτωδοξίας, το οποίο δηλαδή κατανοούσε καλύτερα τον Μάρξ. Ο Κορδάτος κατανοούσε φεριπίν πόσα όφειλε ο σκληρός τον Μπερστάιν, τον κατεξοχήν αναθεωρητή από τη γενιά των άμεσων επιγόνων του Μάρξ. Κατά βάθος όμως, τόσο για το σκληρό όσο καταδειγνώ μου κύριε τον Μπερστάιν, όλα αυτά δεν ήταν αναθεωρήσεις ή διορθώσεις, ήταν μάλλον από σαφηνίσεις που η γενιά τους τολμούσε ακούμεν να κάνει πάνω στο έργο του Μάρξ. Μιλούσε λοιπόν ο Κορδάτος για μεταστροφή του σκληρού στο όριμο έργο του, την οποία ο ίδιος ο Κορδάτος απέδειδε αφενώς στην επαφή του σκληρού με τον προδοτικό, όπως τον χαρακτηρίζει ο Κορδάτος, ο σοσιαλισμός, και αφετέρου, ισαγωγικά, στην αρρώστια του ίσως. Ξεκινά έτσι πάντως μια παράδοση επισήμανσης μιας ορισμένης συντηρητικής στροφής, ήδη από το 1924, συντηρητικής στροφής του όριμου σκληρού, η οποία αργότερα συνδέθηκε και με τις σχέσεις του σκληρού με τον βενιζελισμό. Θεωρώ εν τούτης ότι δεν υφίσατε πραγματικά τε διαστροφή στο έργο του σκληρού. Ο σκληρός παρέμεινε πάντοτε συνεπής όλες αυτές τις στέσεις του με την εξαίρεση ίσως μιας εξανόμενης έμφασης στο βιολογικό παράγοντα. Αν κάτι όντως άλλαξε αυτό ήταν αφενός ότι σταδιακά επιχειρούσε να συστηματοποιήσει κάποιες αντιλήψεις του με αποτέλεσμα προκειμένου να θεωρητικοποιεί τις παλαιότερες παρατηρήσεις του περί ιστορικού παράγοντα και αφετέρου ότι σε σχέση με το πρόημο έργο του, με το κοινωνικό μαζίδιμα για παράδειγμα, ο όριμος πληγός είχε ζήσει πλέον το κίνημα στο πλήστατο στην Ελλάδα, εκείνη η πολιτική δύναμη, που είχε αναλάβει να ολοκληρώσει τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας. Και αυτή ήταν βεβαίως, ο Βενεζελικός Φιλελευθερισμός, ήταν δηλαδή βεβαίως ότι υπήρχε πλέον ένας ηγέτης της αστικοδημοκρατικής παράταξης, που ήταν αντάξειος του ιστορικού του ρόλου. Κατά τα άλλα, ωστόσο, ήδη από το 1907, ο σκληρός επέμενε, τα είπε και η Βίκη Καραφουλίδου σε μεγάλο βαθμό, σε μια ανάλυση για την ελληνική ιστορία, η οποία εστίαζε σε ένα καθόλα ανώμαλλο, όπως το χαρακτηρίζε, έκτακτο γεγονός, που είχε όμως καθορίσει όλη τη μετέπειη τα ιστορία του ελληνικού έθνους. Αυτό το γεγονός δεν ήταν άλλο από την Οθωμανική κατάχτηση του 1453, η οποία, κατά τη γνώμη του, είχε ανατρέψει ένα θεοδαλικό αριστοκρατικό κράτος, το Βυζάντιο, για να το διαδεχτεί ένα άλλο, πάλι θεοδαλικό, όπως το θεωρούσε ο ίδιος, κράτος, η Οθωμανική αυθοκατορία. Γιατί εμπρόκειτο για ανωμαλία? Γιατί στο μυαλό του, εμπρόκειτο για διακοπή, για μπλοκάρισμα, για ξεστράτισμα της εξέλιξης, για κάτι αφύσικο στο μυαλό του, που είχε, όπως έγραφε, μεταξύ άλλων, στερίσει από το ελληνικό έθνος την αριστοκρατία του. Γιατί η Βυζαντινή αριστοκρατία, μας έλεγε, είτε είχε ξοδοθεί φυσικά, τους είχαν σκοτώσει δηλαδή οι Οθωμανοί, είτε είχε διαφύγει στη Δύση, είτε είχε τουρκέψει, πάντως δεν είχε μείνει στην καταχτημένη χώρα. Και αυτό, για τον Σκληρό, ήταν πρόβλημα, διότι δεν είχε αντίκατασταθεί από άλλα θεοδαρχικά στόματα, όπως θα υποστήριζαν αργότερα ο Κορδάτος και οι άλλοι μας χριστές. Η Οθωμανική κατάχθεση, λοιπόν, κατά τον Σκληρό, είχε μετατρέψει ολόκληρο το ελληνικό έθνος, συμπεριλαμβανομένο του Ορθόδοκου Σκληρού, σε μια αστική οντότητα, όπως γράφει, και είχε επιπλέον φαλκιδεύσει τις δυνατότητες του έθνους, να κοιτάζει μπροστά, με την έννοια ότι το παγίδεψε σε μια παρελθοντολατρία, για την οποία μίλησε και η Βίκη Καραφουλίδου, η οποία κατέστη πρόβλημα όταν ακριβώς το έθνος πήγαινε να επαναστατήσει. Δηλαδή το 1821, αντί να κοιτάει έκτο τε μαζί ως κλειός, να καθοδηγεί της εξελίξης στην Βαλκανική Χερσόνησο, όπως θα μπορούσε να κάνει, επειδή ήταν το πιο προδευμένο έθνος, το ελληνικό έθνος κοιτάζε προς τα πίσω, προς την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα, όπως γράφει χαλαρίστικα, ακόμη και η ιδεολογία του 1821, να είναι ένα μίγμα αστικών περιπατρίδας και αριστοκρατικών περιθρησκίας ιδανικών, που αποτέλεσε τροχοπέδι για την πρόοδο του έθνους, αλλά και για τη συνεργασία του με τους άλλους βαλκανικούς λαούς, το ενέπλεξε, για παράδειγμα, σε αυτό που ο Σκλιός θεωρούσε ως ανέτειο και αδιέξοδο μακεδονικό αγώνα εναντίον του Βουλγάρου. Ο Σκλιός αναγνώριζε, λοιπόν, στην ιδεολογία του 1821, τη συνύπαξη του αστικού εθνισμού με τον μεγάλο ιδεατισμό και τολμώ να πω ότι το σχήμα του, όσο μηχανιστικό κι αν ήταν από πάρα πολλές απόψεις, αλλά ο τόσο ενδιαφέων έχει, διότι ακριβώς προσπαθεί να κατανοήσει τις επιβιώσεις της παραδοσιακής ιδεολογίας στο νεοτερικό κόσμο του μεταπαναστατικού αστικού κράτους. Για τον ίδιο πάντως, η υιοθέτηση από την ελληνική αστική τάξη του ιδενικού της δημιουργίας μιας ελληνικής αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια, που θα διαδεχόταν την Οθωμανική, συνειστούσε ξεκάθαρο ιστορικό αναχρονισμό. Ήταν ένα ιδεόδες νεκραναστημένο από το παρελθόν, το οποίο είχε ως συνέπεια την υιοθέτηση μιας επικρατικής πολιτικής, που όχι μονάχα απορροφούσε όλους τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους της χώρας, αλλά και αποποσανατολίζε τους Έλληνες από τα σοβαρά εγχωρία προβλήματα. Χωρίς λοιπόν να απορρίψει την ιδέα ενός ελληνικού κράτους που θα περιελάμβανε όλους τους ελληνόφουρους πληθυσμούς των Βαλκανίων, ο Σκληρός θεωρούσε ότι ήταν ακριβώς το κοινωνικό μας ζήτημα, το εσωτερικό μας πρόβλημα, που θα έπρεπε να τεθεί και να αντιμετωπιστεί καταποτεραιότητα. Από τα πάμπολα ζητήματα που θέτει ή που θα μπορούσαμε εμείς να ανασυγκροτήσουμε μέσα από ένα τόσο πολύσχυδες έργο παρά τη μικρή του έκταση, όπως είναι εκείνο το σκληρό, θα μου επιτρέψετε να κάνω δύο επιμέρους παρατηρήσεις, με τις οποίες και θα κλείσω τη σημερινή σήγηση μου. Ο Σκληρός στην πραγματικότητα βρέθηκε σε μια εντελώς ιδιάζουσα θέση. Σπούδασε στη Ρωσία και στη Γερμανία, δηλαδή σε δυο χώρες που πρωταγωνιστούσαν στη διεξαγωγή των συζητήσεων περιμαρξισμού, όπου δηλαδή οι συζητήσεις ήταν πάρα πολύ έντονες, αλλά έγραψε μονάχα για την Ελλάδα και το έργο του δημοσιεύτηκε μονάχα στην Ελλάδα ή έστω στα περιβάλλοντα των ελληνών φονολογίων της Αιγύπτου. Διεξήγαγε λοιπόν διάλογο αποκριστικά με στοχαστές που δεν γνωρίζαν ήδη τη μαξιστική θεωρία και οι οποίοι τελικά μυήθηκαν σε αυτήν μέσα από τα δικά του κείμενα. Από τη μία πλευρά αυτό εξηγεί σε κάποιο βαθμό το γεγονός της προσαρμογής του στη φρασιολογία και στα αυτονόητα των ιδεολογικών του αντιπάλων, που κυριαρχούσαν στο στρατόπερο των δημοτικιστών, τους οποίους θεωρούσε ωστόσο, όπως εξήγησε και η Βίκη Καραφουλίδου, ως μακράν τη πιο προοδευτική μερίδα της ελληνικής γεννούησης. Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι ο σκληρός ήταν πιο ευαίσθητος στον ρόλο του εθνικιστικού λόγου στη διαμόρφωση της πολιτικής κουλτούρας της κοινωνίας της εποχής του από ότι είχαν υπάρξει τα ευρωπαϊκά του πρότυπα, οι μεγάλοι μαξιστές στοχαστές της εποχής του, με την εξέρεση βεβαίως ενός του αυστρομαξιστή ο Το Μπάουερ, ο οποίος τον επηρέασε βαθύτατα και ο οποίος ήταν αυτός της μάρτυρας της διάλυσης της αυστρογραφικής αυτοκρατορίας, όπως ακριβώς ο σκληρός ήταν μάρτυρας της διάλυσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του δάνεισε όλα αυτά περί χαρακτήρα της φυλής και εθνικού χαρακτήρα που βρίσκουμε στο ρέγμα του σκληρού. Ο Μπάουερ θα κατηγορηθεί από τον Λένιν για το ίδιο ακριβώς που θα κατηγορούσε ο κορδάτος του σκληρού, δηλαδή για social patriotism. Η δεύτερη και τελευταία παρατηρήση. Σε όλο το έργο του σκληρού αυτό που καθοδηγεί τη συλλογιστική του είναι η εξελεκτιστική εμμηνία του μαξισμού. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει βάσιμα ότι ο σκληρός πρώτα είναι εξελεκτιστής και μετά μαξιστής. Ακόμα και στα χρόνια των σπουδών του στη Γερμανία είχε παρακολουθήσει τη διδασκαλία του Ερνες Χέκλ του πνευματικού τρόπον την άδεια δόχου του Κάρλου Δαρβήνου. Στο μυαλό του ήταν σημαντικό να μην αγνοούμε ποτέ τη λογική της κοινωνικής εξέλιξης. Να μην αντιτασσόμαστε σε αυτήν προκειμένου να υπηρετήσουμε άμεσα και άρα άκαιρα τα συμφέροντα του ατόμου, του έθνους ή της τάξη μας. Ακριβώς όπως η Ρωσιαλιστική Επανάσταση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία σε μη επαρκώς αναπτυγμένες χώρες όπως η Ελλάδα και η Ρωσία, διότι αυτή ήταν η έποψη του, κάθε απόπειρα παρεμπότησης των εθνικών διεκδικήσεων ή αγνώησης των ετοιμάτων περί εθνικής αυτοδιάθεσης είναι μάταιη καθώς αντιτύθαται σε διαδικασίες που η ίδια η εξέλιξη είχε επιβάλλει ως απαραίτητες πτυχές του αστικού μετασχηματισμού. Κατά τη γνώμη του η Ελλάδα είχε συσορεύσει μια εξαιρετική υστέρηση σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής παρά το γεγονός ότι ήταν μία από τις χώρες όπου δεν υπήρχαν πλέον αριστοκρατικά κατάλυπα, τα οποία θεωρούσαν ότι βρίσκονταν γενικά στην κεφαλή της αντίδρασης ενάντια σε αυτό που αυτός αντιλαμβανόταν ως κοινωνικοί πρόοδο. Ωστόσο ο Σκρυγός δεν μπορούσε να καταλογήσει την καθυστέρηση της ελληνικής κοινωνίας στην ελπίτη της αστικοποίηση ή στην καχεκτική καπιταλιστική της ανάπτυξη, όπως θα κάνουν αργότερα οι επίγονί του οι άλλοι Έλληνες μαξιστές. Επειδή, όπως είπαμε, θεωρούσε ότι στην πραγματικότητα η ελληνική κοινωνία είχε διαμιάς αστικοποιηθεί από τη στιγμή που η Οθωμανική κατάκτηση κατέστρεψε τη Βυζαντινιά ιστοκρατία. Ως εκ τούτου, μέσα από όλο αυτόν τον μηχανιστικό θύμα, ο Σκρυγός κατέληγε σε ένα ακόμη κάπως αιρετικό γιαμαρξιστή συμπέρασμα, ότι δηλαδή η καθυστέρηση της ελληνικής κοινωνίας οφειλόταν κύριως σε ένα πρόβλημα προσαρμογής, μη προσαρμογής δηλαδή, του ιδεολογικού επικοδομήματος στην κοινωνικο-οικονομική βάση της κοινωνίας. Απέδειδε δηλαδή υπερβολικά μεγάλη γιαμαρξιστή σημασία στο λεγόμενο επικοδόμημα. Αν και η βάση έλεγε, στην ελληνική περίπτωση, αφορά σε μια αστική κοινωνία, που είχε γεννήσει ακόμα και μια αξιοσημείωτη εργατική τάξη, το ιδεολογικό επικοδόμημα παρέμενε πισματικά και επί μακρών αγγιστρωμένο στο παρελθόν. Άλλη μια φορά, λοιπόν, ο Σκληρός έβλεπε την ελληνική κοινωνία ως μια ιστορική εξαίρεση, κυρίως λόγω της υποταγής της στους Οθωμανούς, εγγενιάζοντας έτσι εν προκειμένου, σε σχέση δηλαδή με την Οθωμανική κατάκτηση, μια ερμηνευτική στάση μεταξύ των ελλήνων μαξιστών, που θα αποδεικνύονταν εξαιρετικά ανθεκτική στον χρόνο και θα τους έκανε βέβαια να παράγουν συστηματικά τα ερμηνευτικά διεξόδια των αντιπάλων τους. Σας ευχαριστώ.