Διάλεξη 1 / Διάλεξη 1 / Διάλεξη 1

Διάλεξη 1: Αυτή είναι μια σειρά διαλέξεων του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Η θεματική αυτής της σειράς διαλέξεων είναι οι οδηγίες για την εξέταση της νομοθεσίας, γενικά των νομοθεσιών των κρατών που αφορούν τη θρησκεία ή την κοσμοθεωρία και οι οποίες οδηγίες έχουν ετοιμαστεί από κοινού,...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο Ι (Μεταπτυχιακό)
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=8dd4579b
Απομαγνητοφώνηση
Διάλεξη 1: Αυτή είναι μια σειρά διαλέξεων του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου. Η θεματική αυτής της σειράς διαλέξεων είναι οι οδηγίες για την εξέταση της νομοθεσίας, γενικά των νομοθεσιών των κρατών που αφορούν τη θρησκεία ή την κοσμοθεωρία και οι οποίες οδηγίες έχουν ετοιμαστεί από κοινού, από το συμβουλευτικό πάνελ ειδικών με την ελευθερία της θρησκείας και της κοσμοθεωρίας, του Γραφείου Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού για την Ασφάλεια και εξεργασία στην Ευρώπη, σε διαβούλευση, δηλαδή από κοινού, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου ή αλλιώς την Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Όπως είναι γνωστό, τα κράτη ρυθμίζουν με νόμους τις αρμοδιότητες τις οποίες έχουν σε σχέση με τα θρησκεύματα ή με τους οργανισμούς μη πιστευόντων, δηλαδή με τους κοσμοθεωρητικούς οργανισμούς. Οι νομοθετικές τεχνικές μπορεί να είναι διάφορες. Μια νομοθετική τεχνική είναι να μην υπάρχουν καθόλου οι δικοινόμοι που να αφορούν τα θρησκεύματα, αλλά το ζήτημα αυτό να αφήνεται στη ρύθμιση γενικά των νομικών προσώπων εν γένη που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε κράτους, ιδίως από τους αστικούς κώδικες για τις χώρες μέλη του υπηρωτικού δικαίου, όπως αυτό αντιδιαστέλεται από το COMO law του Αγγλουσαξονικού Δικαίου. Η άλλη νομοθετική τεχνική είναι να υπάρχει μία ειδική ρύθμιση στον αστικό κώδικα, στο κεφάλαιο για τα νομικά πρόσωπα, ειδικά σε σχέση με τους θρησκευτικούς οργανισμούς. Όταν λέμε θρησκευτικούς εννοούμε και τους κοσμοθεωρητικούς οργανισμούς. Διότι θρησκεία ή κοσμοθεωρία σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, τα διεθνή standards των θρησκευτικών ανθρωπιών δικαιωμάτων πρέπει να προστατεύονται εξίσου. Μία τρίτη νομοθετική τεχνική είναι να θεσπίζονται ειδικοί νόμοι για τα θρησκεύματα ή τους κοσμοθεωρητικούς οργανισμούς. Η Ελλάδα μέχρι τον Οκτώβριο του 2014 ανήκε στην πρώτη κατηγορία χωρών, δηλαδή δεν είχε κάποιον ειδικό νόμο για τα θρησκεύματα, δεν ρύθμιζε μέσω του αστικού κώδικα κάποια εξαίρεση ως προς τα νομικά πρόσωπα τα θρησκευτικά, έχοντας μόνο το καταστατικό χάρτη της εκκλησίας της Ελλάδος και το καταστατικό χάρτης εκκλησίας της Κρήτης ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βέβαια υπάρχει και ο καταστατικός χάρτης του Αγίου Όρους. Και από τα μειονωτικά θρησκεύματα υπήρχε μια ειδική νομοθεσία, και υπάρχει, για τις Μουφτίες και για τις Βακουφικές Επιτροπές των Μουσουλμάνων της Θράκης και επίσης η δική νομοθεσία για τις εβραϊκές κοινότητες που λέγονται ισραηλιτικές κοινότητες κατά το ελληνικό δίκαιο και για το συντονιστικό συμβούλιο τους, συντονισμού και γνωματεύσεως όπως λέγεται. Πέραν αυτής της νομοθεσίας, όσον αφορά τα υπόλοιπα θρησκεύματα, στην Ελλάδα δεν υπήρχε ένας νόμος που να ρυθμίζει τα θέματα των αρμοδιωτήτων του κράτους εναντί των θρησκευμάτων των υπολοίπων. Επίσης, δεν υπήρχε καμία ρύθμιση στον αστικό κώδικα, που να παρέχει κάποια εξαίρεση ως προς τους οργανισμούς των θρησκευμάτων, ούτε γινόταν καμιά ερμηνεία σχετική. Όμως, με το νέο νόμο το 4301 του 2014, υπάρχει πλέον ένας νόμος για την οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα. Επομένως, η Ελλάδα πλέον έχει περάσει στην άλλη κατηγορία χωρών, που έχουν επιλέξει να έχουν έναν ειδικό νόμο για τα θρησκεύματα, πέραν των θρησκευμάτων για τα οποία υπήρχε ήδη ειδική νομοθεσία και την οποία προαναφέραμε. Στην κατηγορία των χωρών που δεν έχουν ειδικούς νόμους, αλλά περιέχουν μια εξαιρετική ρύθμιση για τα νομικά πρόσωπα των θρησκευμάτων ή των κοινοτήτων πιστευόντων, ανήκουν η Γερμανία και η Ολλανδία. Η μεν Ολλανδία έχει στο κεφάλαιο για τα νομικά πρόσωπα το αστικοκόδικα του δικού της, μία εξαίρεση όσον αφορά την οργάνωση και τη διοίκησή τους, δηλαδή όσον αφορά το πολίτευμά τους, οργάνωση διοίκηση ίσον πολίτευμα. Αυτό το αποτέλεσμα στην Γερμανία επιτυγχάνεται μία άλλο τρόπο, επιτυγχάνεται με ερμηνεία του αστικού κόδικα στο κεφάλαιο των νομικών προσώπων, ερμηνεία σύμφωνη με το γερμανικό σύνταμα που αναγνωρίζει τη θρησκευτική ελευθερία. Είτε ένα κράτος έχει ειδικό νόμο για τους οργανισμούς των θρησκευμάτων ή των κοσμοθεωριών, είτε έχει εξαίρεση ως προς την οργάνωση και τη διοίκηση, δηλαδή ως προς το πολίτευμα. Στον αστικό της κόδικα, είτε γίνεται ερμηνεία του αστικού κόδικα στο κεφάλαιο των νομικών προσώπων σύμφωνη με τη θρησκευτική ελευθερία, σε αυτή την περίπτωση έχουμε μία αναγνώριση εκ μέρους του κράτους, του sui generis, καρακτήρα των νομικών προσώπων των θρησκευτικών οργανισμών ή των κοσμοθεωριτικών, αντιστίκως. Αυτό σημαίνει το sui generis, τι σημαίνει, σημαίνει ότι δεν μπορεί να καθίσταται αντικείμενο μεταχείρισης το ζήτημα της οργάνωσης και της διοίκησης των νομικών προσώπων των θρησκευμάτων ή των κοσμοθεωριών παρόμοια μεταχείριση με τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα, διότι όταν έχουμε συλλογικά νομικά πρόσωπα σε αυτές τις περιπτώσεις προβλέπεται μία δημοκρατική οργάνωση και διοίκηση, δηλαδή δημοκρατικό πολίτευμα. Αλλά αυτό όμως το πολίτευμα το δημοκρατικό δεν αρμόζει σε όλους τους θρησκευτικούς οργανισμούς. Με βάση την θρησκευτική ελευθερία τα θρησκεύματα ή οι κοσμοθεωρίες μπορούν να επιλέγουν με βάση τις θρησκευτικές ή μη θρησκευτικές υπεπιθύσεις το πολίτευμα, δηλαδή την οργάνωση ή τη διοίκηση την οποία επιθυμούν να υιοθετήσουν. Αυτή η οργάνωση, η διοίκηση ή το πολίτευμα μπορεί να είναι δημοκρατικό, μπορεί να είναι ολιγαρχικό, μπορεί να είναι μοναρχικό, είτε σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης και διοίκησης είτε να υιοθετείται οποιοδήποτε είδος πολιτεύματος για οποιοδήποτε επίπεδο οργάνωσης ή διοίκησης ενός θρησκεύματος, ενός κοσμοθεωρυτικού οργανισμού, δηλαδή είτε σε τοπικό επίπεδο, είτε σε περιφερειακό επίπεδο, είτε σε εθνικό επίπεδο, είτε σε διεθνές επίπεδο, αυτά είναι τα επίπεδα οργάνωσης και λειτουργίας ενός θρησκεύματος ή μιας κοσμοθεωρίας. Βέβαια καλύτερα οργανωμένα είναι τα θρησκεύματα σε σύγκριση με τις κοσμοθεωρίες. Στα πλαίσια της γενικής θεματικής των διαλέξεων του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου, θα εξετάσω με τις οδηγίες που αφορούν την εξέταση της νομοθεσίας που αφορά τη θρησκεία ή την κοσμοθεωρία, της νομοθεσίας των κρατών, δηλαδή τους ειδικούς νόμους για όσα κράτη έχουν ειδικούς νόμους, για τα θρησκεύματα ή τους κοσμοθεωρητικούς οργανισμούς. Πεταξύ πλέον αυτών των κρατών συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, όπως προγραφέραμε από τον Οκτώβριο του 2014. Αυτοί οι ειδικοί νόμοι των κρατών, οι οποίοι αφορούν τα θρησκεύματα ή τις κοσμοθεωρίες, μπορούν να υποβάλλονται για εξέταση είτε στο συμβουλευτικό πάνελ ειδικών για την ελευθερία της θρησκείας ή της κοσμοθεωρίας του Γραφείου Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Εργασία στην Ευρώπη, είτε να υποβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου ή αλλιώς στην Επιτροπή της Βενετίας, Συμβουλίου της Ευρώπης, προκειμένου τα δύο αυτά τα συλλογικά όργανα, επιστημονικά συλλογικά όργανα να γνωμοδοτήσουν για τη συμμόρφωση ενός ειδικού νόμου, ενός κράτους με τα διεθνή standards, με τους διεθνείς κανόνες που αφορούν την ελευθερία της θρησκείας ή της κοσμοθεωρίας. Πριν εισέλθουμε στις οδηγίες αυτές, τις οποίες από κοινού προετοίμασαν αυτά τα δύο επιστημονικά συλλογικά όργανα, θα δούμε υπενθυμιστικά μια επιλογή των διατάξεων που αφορούν τη θρησκεία ή την κοσμοθεωρία από τις διεθνείς πράξεις, είτε τις οικουμενικές, είτε τις περιφερειακές. Ξεκινάμε με τις οικουμενικές διεθνείς πράξεις και με πρώτη την Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το έτους 1948. Στο άρθρο 18 κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης συνείδευσης και θρησκείας. Το άρθρο 18 αναφέρει κάθε ένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης συνείδευσης και θρησκείας. Και αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία αλλαγής της θρησκείας ή της κοσμοθεωρίας του και την ελευθερία είτε ατομικά, είτε από κοινού με άλλους και δημόσια ιδιωτικά, να εκδηλώνουν τη θρησκεία ή την κοσμοθεωρία τους στη δασκαλία, την πρακτική, την λατρεία και την τήρηση των θρησκευτικών εθήμων. Καθαριστικό των διατάξεων της οικουμενικής διακήρυξης ανθρωπίνων δικαιωμάτων του 1948 είναι ότι περιέχουν μόνο την αναγνώριση του ουσιαστικού δικαιώματος, όπως το 18 της θρησκευτικής ελευθερίας και γενικά των ουσιαστικών δικαιωμάτων, δεν περιέχουν όμως τους περιορισμούς αυτών των δικαιωμάτων. Δεν περιέχει οικουμενική διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του 1908 τους περιορισμούς. Το άλθρο 19 αφορά την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. Ορίζει ότι κάθε ένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία να έχει κάποιος γνώμης χωρίς παρέμβαση από το κράτος να ζητά, να λαμβάνει και να διαδίδει ενημέρωση και ιδέες μέσω των μέσων ενημέρωσης και ανεξαρθείτως συνόρων. Το άρθρο 20 της Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρει ότι κάθε ένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθρησης και του συνετερίζεσθε, της συσωμάτωσης. Δηλαδή το άρθρο 20 αναγνωρίζει τα δικαιώματα της συνάθρησης και της συνένωσης, δηλαδή του συνετερίζεσθε. Και στην Περαγραφωδία αναφέρει ότι κανένας δεν μπορεί να εξαναγκαστεί ανήκη σε έναν οργανισμό. Η Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το όνομα της φαίνεται ότι είναι διακήρυξη, αλλά όμως έχει αποκτήσει τέτοιο κύρος, ώστε να θεωρείται πλέον εθνικός ως έναν «δε γιούρε» νομικό κείμενο, ενώ εξ αρχής δεν ήταν. Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του έτους 1966, στο άρθρο 2, κατοχυρώνει την αρχή της εισόλτας και της απαγόρευσης των διακρίσεων και αναφέρει ότι κάθε κράτος μέρος στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνει υποχρέωση να σεβαίνει και να διασφαλίζει σε όλους όλα τα άτομα στην δικαιοδοσία του και που υπάγονται στη δικαιοδοσία του τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο παρόν Διεθνές Σύμφωνο χωρίς διακρίσεις οποιοδήποτε είδους, όπως φιλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικής ή άλλης γνώμης, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης. Το άλθρο 4 ρυθμίζεται το ζήτημα εάν αναστέλονται και ποια από τα ανθρώπινα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το Διεθνές Σύμφωνο και από πολιτικά δικαιώματα όταν επιβάλλεται κατάσταση ανάγκης, κατάσταση πολιορκίας, δηλαδή στρατιωτικός νόμος. Όσον αφορά το άλθρο 18 που αναγνωρίζει η σκεφτική ρευθερία δεν επιτρέπεται να υπάξει καμία αναστολή σε περίπτωση επιβολής στρατιωτικού νόμου, δηλαδή κατάστασης πολιορκίας ή κατάστασης ανάγκης. Το άλθρο 18 του Διεθνού Συμφώνου για Τομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αναγνωρίζει το δικαίωμα στη θρησκευτική ρευθερία και αναφέρει κάθε ένας έχει το δικαίωμα στη λευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Το δικαίωμα θα περιλαμβάνει η λευθερία να έχει ή να υιοθετεί κάποιος μια θρησκεία ή κοσμοθεωρία της επιλογής του και την ελευθερία είτε ατομικά είτε από κοινού με άλλους και δημόσια ιδιωτικά να εκδηλώνει τη θρησκεία του ή την κοσμοθεωρία του στη λατρεγία, την τήρηση των σκεφτικών εθήμων, την πρακτική και τη διδασκαλία. Η παράφορα 1 του Άρθο 18 του Διεθνού Συμφώνου για Τομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αναγνωρίζει το ουσιαστικό αδικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία. Αυτό το δικαίωμα δεν είναι ένα, είναι ένα σύνολο, ένα πακέτο δικαιωμάτων και υποδιακρύνται σε δύο υποσύνολα, ένα σύνολο δικαιωμάτων που υποδιακρύνται σε δύο υποσύνολα. Το ένα υποσύνολο ακούει στο όνομα ελευθερία της συνείδησης, το άλλο υποσύνολο ακούει στο όνομα ελευθερία της εκδήλωσης θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Το πρώτο υποσύνολο δικαιωμάτων από το γενικό σύνολο δικαιωμάτων θρησκευτικής ελευθερίας, το πρώτο υποσύνολο που ακούει στο όνομα της ελευθερίας συνείδησης δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανέναν περιορισμό. Όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στο υποσύνολο, στο οποίο υπακούει στο όνομα ελευθερία της συνείδησης, δεν μπορούν να περιοριστούν, είναι απεριόριστα. Τα δικαιώματα που ανήκουν στο άλλο υποσύνολο δικαιωμάτων και που ακούν στο όνομα ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας ή κοσμοθεωρίας μπορούν να υπόκεινται σε περιορισμούς σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες. Δηλαδή, εν προκειμένου, όσον αφορά το Διεθνές Σύμφωνο για Τομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του Διεθνού Συμφώνου για Τομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο περιέχει τη λεγόμενη limitation clause, δηλαδή τη διάταξη για τους περιορισμούς. Η ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας ως το δεύτερο υπό σύνολο δικαιωμάτων μπορεί να σκείται είτε ατομικά είτε από κοινού με άλλους, δημόσια ή ιδιωτικά. Και αυτή η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 18 αναφέρει ενδεικτικά ορισμένες μορφές εκδήλωσης θρησκείας, ενδεικτικά. Υπάρχουν και άλλες. Αναφέρει την λατρεία, την τήρηση των θρησκευτικών εθήμων, την πρακτική και τη διδασκαλία. Η παράγραφος 2 του άρθρου 18 ορίζει ότι κανένας δεν μπορεί να υπόκειται σε εξαναγκασμό που θα μπορούσε να παραβιάσει την ελευθερία του να έχει ή να υιοθετεί η θρησκεία ή η κοσμοθεωρία της επιλογής. Δηλαδή απαγορεύεται ο εξαναγκασμός σε θέματα ελευθερίας του να έχει ή του να αλλάζει κάποιος θρησκεία ή κοσμοθεωρία της επιλογής του. Με το θέμα του εξαναγκασμού συνδέεται και το θέμα του προσιλητησμού. Δηλαδή δεν μπορεί να νοηθεί άλλη μορφή προσιλητησμού, δηλαδή ασκήσεως της ελευθερίας της διδασκαλίας από κάποιον έναντι κάποιου άλλου που δεν ανήκει στο ίδιο θρησκεύμα με αυτόν που ασκεί την ελευθερία της διδασκαλιές του. Παρά μόνον, εάν αυτός ο οποίος ασκεί την ελευθερία της διδασκαλιές του την ασκεί εξασκώντας και κατά αναγκασμό. Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να νοηθεί μόνο η έννοια του προσιλητησμού, είτε ως συνταγματικά απαγορευμένη, κατά το άρθρο 13 παράγραφος 2 εδάφιο 3 του ελληνικού συντάγματος, είτε ως ποινικό αδίκημα, όπως προβλέπεται από τον ειδικό ελληνικό ποινικό νόμο που αφορά τον προσιλητησμό. Η παράγραφος 3 του άρθρου 18 του Διεθνού Συμφωνιτομικά και Πολιτικά Δικαιώματα περιέχει τη λιμιτέισον κλόουζ όπως προείπαμε, δηλαδή τη διάταξη για τους περιορισμούς και αναφέρει ότι η ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας και κοσμοθεωρίες μπορεί να υπόκειται μόνο σε τέτοιους περιορισμούς όπως εκείνοι που προβλέπονται από τον νόμο και είναι αναγκαί για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, τάξης, υγείας ή ηθικής ή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Αυτή η διάταξη για τους περιορισμούς περιέχει το λεγόμενο τεστ νομιμότητας ή νομιμότητας της επιβολής ενός περιορισμού από ένα κρατικό όργανο στην ελευθερία μόνον εκδήλωσης θρησκείας και κοσμοθεωρίες. Αυτό το τεστ ελέγχου της νομιμότητας ή της μη νομιμότητας από την άποψη του διεθνούς δικαιονθρωπινων δικαιωμάτων, της επιβολής ενός κρατικού περιορισμού στην ευθεία εκδήλωσης θρησκείας ή κοσμοθεωρίες, πελαβάνται εξής τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι ο κρατικός περιορισμός να προβλέπεται από ένα νόμο. Σημειωτέρον, το κρατικό περιορισμό μπορεί να επιβάλλεται από οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οποιοδήποτε κλάδο της κρατικής εξουσίας, δηλαδή είτε από τη νομοθετική, είτε από την εκτελεστική, είτε από τη δικαστική εξουσία. Αλλά πρέπει να προβλέπεται ο περιορισμός από το νόμο. Όταν λέμε νόμος ενώ με τυπικός ή ουσιαστικός. Τυπικός είναι ο γνωστός αυτός ο οποίος ψηφίζεται από τη Βουλή. Ουσιαστικός είναι οι λεγόμενες κανονιστικές πράξεις της διοίκησης. Δηλαδή αυτές που θεσπίζονται οι κανονιστικές πράξεις, δηλαδή ουσιαστικοί νόμοι που θεσπίζονται από οδηγητικά όργανα, με βάση μια νομοθετική εξουσιοδότηση που προβλέπεται από έναν τυπικό νόμο και στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Το δεύτερο σκέλος, το δεύτερο στάδιο είναι να επιδιώκει του τεστ αυτού, είναι να επιδιώκει το κρατικό περιστικομέτρο έναν από τους σκοπούς δημόσιας τάξης που προβλέπονται περιοριστικά στη διάταξη των περιορισμών, δηλαδή την παράφοτρία. Δηλαδή η προστασία δημόσιας ασφάλειας ένας, δημόσιας τάξης δύο, δημόσιας ηθικής τρία, δημόσιας υγείας τέσσερα, θεμηλειοδό δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Αυτή η πέντε περιοριστικώς αναφερόμενη σκοπή δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή το κρατικό περιοριστικό μέτρο να επιδιώκει έναν ή περισσότερο σκοπούς από αυτούς τους περιοριστικούς αναφερόμενους πέντε σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και το τρίτο στάδιο να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή το κρατικό περιοριστικό μέτρο να είναι αναγκαίο στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας για την επιδίωξη ενός ή περισσότερων από αυτούς τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που αναφέρονται περιοριστικά στην διάταξη για τους περιορισμούς υπαραγράφου 3 του Άρθο 18 του Διεθνού Συμφωνιτομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται η πρώτη διάλεξη της θεματικής αυτής που αφορά τις οδηγίες για την εξέταση νομοθεσίας των κρατών που αφορούν τη θρησκεία ή την κοσμοθεωρία. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.