Παρουσίαση Βιβλίου Γιώργου Συμπάρδη "Αδέλφια" /

: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Καλησπέρα Καλή χρονιά Χρόνια πολλά σε όλους τους γιορτάζουν Ο κεντρικ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Πολιτιστικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας 2020
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=V-SuHmmG6xw&list=PLF_TSWFK8X_O_0A8Hmh_04RACYy9nvU7S
Απομαγνητοφώνηση
: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Καλησπέρα Καλή χρονιά Χρόνια πολλά σε όλους τους γιορτάζουν Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου ονομάζεται Φανάση Η κυριότησας ουτοπία της κίνησης πολιτών κυριότησας έχει τη χαρά και την τιμή να παρουσιάσει σήμερα έναν πάρα πολύ σημαντικό Έλληνα συγγραφέρα ο Γιώργος Ιμπάρντηκ Ευτυχής η κυρία του έχει φέρει να συνεχίσουμε πριν 20 χρόνια και ξανασυναδιώμαστε απόψε Ο Γιώργος Ιμπάρντης γερήθηκε στην Ανευσίνα ζει στην Αθήνα σκούδασε νομικά και κινηματογράφου Το 1987 κυκλοφόρησε η νουβέλα Μέντιουμ η οποία πέσπασε διθυραβικές κριτικές ακολούθησε μετά από αρκετά χρόνια το μυθιστόρυμα Οάξιτος Δημήτρης το οποίο έτυχε εξίσου θερμής υποδοχής Το 2012 το μυθιστόρυμα του υπόσχεση γάμου τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας μυθιστόρύματος με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και με το βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψίδρα Το 2015 τιμήθηκε με το διεθνές βραβείο Καβάθη Το 2015 επίσης κυκλοφόρησε η νουβέλα του Μεγάλες Γυναίκες Στάνουμε στα αδέλφια το τελευταίο του ψηγραφικό έργο το οποίο το 2019 τιμήθηκε από το περιοδικό αναγνώστης με το βραβείο μυθιστόρυματος Μαζί μας είναι η Άννα Αφετουλίδου σημαντικότατοι φιλόλογος, ποιήτρια, κριτικός με μεταπτυχιακά μαθήματα Στον Γιώργο Κεχαγκιόγλου, στη Βραβείς Κιαμπατσοπούλου, κυρίως σε θέματα της κυπριακής λογοτεχνίας, της ποιήσης της ποιητικής του Ανδρέα Επιρίκου, της φιλοσοφίας του Χέγγελ Συμμετέχει στην Επιτροπή αυτήν την περίοδο απονομής των κρατικών βραβείων δημοκρατίας, έχει συγγράψει εκπαιδευτικές μελέτες, βιβλία κριτικού λόγου και άλλα πάρα πολλά τα οποία θα μπορούσα να αναφέρω τώρα. Το πλαίσιο είναι σημαντικότατο, συμμετέχει στην αναμόρφωση και υπόνοηση προγραμμάτων σπουδών για το μάθημα των νέων ελληνικών της δευτέρας και τρίτης λιγίου και θα μας μιλήσει απόψε για το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Σιπάρτη. Εγώ ταπεινά θα μου επιτρέψετε να διαβάσω ένα πολύ μικρό απόσπασμα από το βιβλίο. Το βράδυ της παραμονής, στο τραπέζι της κουζίνας, μετά το φαΐ, οι τέσσερις μας παίζαμε 31. Συνήθως κέρδιζε ο πατέρας, κάποτε και ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδερφός μου. Σπάνια η μητέρα μου, σπάνια κι εγώ. Ο πατέρας μου αναγάλιαζε. Το νέο έτος, το ερχόμενος τρουμπουλό ρόζα γοράκι, έμοιαζε να του χαμογελάει και εκείνος, καλάγιαζε σε ομοιόμορφες μικρές στήβες τα πενήντα ράκια της συντροφιάς, προς ώρας μαλάκωνε. Έβαζαν ύστερα εμάς τα παιδιά για ύπνο και υποδεχόντουσαν τον καινούριο χρόνο μόνοι τους. Ήξερα ότι λίγο μετά τα μεσάνυχτα ο πατέρας μου έβγαινε και έκανε μια βόλτα στην αυλή και μέχρι έξω στον δρόμο. Ύστερα ξανάμπαινε στο σπίτι, γιατί κανέναν άλλον δεν εμπιστευόταν και μας έκανε ποδαρικό. Πέντε ώρες αργότερα άνανε το φως μια γυμνή λάμπα ψηλά πάνω από το κεφάλι μου και ξυπνούσε. Με σκούταγε η μητέρα μου, που ήταν ακόμη με τον νυχτικό. Έφερνε μια καθαρή αλαξιά και τα παπούτσια, τα πρωτοφορεμένα τα Χριστούγεννα, και με έβαζε να πληθώ και να τυθώ. Μετά καθόταν απέναντί μου στο τραπέζι. «Θα κατέβεις ήσια κάτω τη Νικολαϊδου και στην παραλία θα στρίψεις αριστερά, όχι από τα σκοτεινά, από τα φώτα θα πηγαίνεις και από το πεζεδρόμιο». «Ξέρω, ξέρω», της απαντούσα. «Ξέρεις, αλλά κάνεις πάντα το κεφαλιού σου». Μέχρι να τελειώσω το κολατσό, ένα φλιτζάνι γάλα και μια φέτα ψωμί, εκείνη γέμιζε το καλύτερο πιάτο της πιατουθήκης της με κουραμπιέντες και μελομακάρμα. Στο κέντρο της πιο μεγάλης πάντοτε κολλαρισμένης άσπρης πετσέτας τοποθετούσε το πιάτο. Όρθωνε ύστερα, κένωνε τις τέσσερις γωνιές της πετσέτας σε λαβί και μου την έδινε στο χέρι. Αν δεν ήμουν υποχρεωμένος να κοιτάζω συνέχεια μπροστά για να προσέχω το πιάτο σαν τα μάτια μου, όπως μου τρώγε τα αυτιά η μάνα μου, κι αν μπορούσα να ρίξω μια τελευταία κλευτεί ματιά πίσω, θα την έβλεπα να στέκεται με τον νυχτικό στην εξόπορτα και να με σταυρώνει. Από το σπίτι μας μέχρι το πατρικό της σπίτι μπροστά στη θάλασσα, όποια διαδρομή και να επέλεγα, μιας γεμάτης ώρα δρόμο, έκανα. Στο διάβα μου συναντούσα αρκετά κάπως μεγαλύτερα αγγόρια, αλλά και μερικούς συνομήλικους, καθώς και κανά δυο θαραλέα κορίτσια που ακολουθούσαν την ίδια η εντύστροφη πορεία και κρατούσαν παρόμοια σκέσια. Νύχτα είχα ξεκινήσει και νύχτα έφτανα, με τον ουρανό ακόμη γεμάτον άστρα. Τη χαραβγή του 1957, την τρίτη στη συνέχεια πρωτοχρονιά που τους χτυπούσα την πόρτα, αντί για τον παππού, μου άνοιξε η γιαγιά. Μπήκα, όπως ήξερα, με το δεξί. Πρόφερα τις ευχές που με είχαν ορμηνέψει και με το πιάτο στο ξυλιασμένο χέρι υπέμεινα τα φιλιά της. Ρώτησα πού είναι ο παππούς ο Χρήστος, έτσι τον έλεγα, και μου έδειξε την κλειστή πόρτα που οδηγούσε στη σάλα. Άνοιξα και τον είδα καθισμένο στην κεφαλή του τραπεζιού και τιμένο για άλλη μια φορά, για πρώτη-ελευταία φορά, με τα καλά του καινούργια παπούτσια, ποστούμι, κάτασπρο κάμισο και μαύρη γραβάτα. Ο παππούς ο Χρήστος δεν με φιλούσε, μου χάιδευε το κοτοκουρεμένο κεφάλι, εγώ του φιλούσα το χέρι. «Αχ, μωρέ», έλεγε με παράπονα στη μάνα μου, «τόσο πολύ που μου μοιάζει αυτό παιδί, γιατί δεν μου το έβγαλανε, Χρήστο». Η μόνη ομοιότητα που μπορούσα να διακρίνω εγώ τότε ήταν τα στραβά κανιά και τον δυό μας. Παιδικές φωτογραφίες του δεν υπήρχαν για να κάνουν τη σύγκριση και έπρεπε να ενηλικιωθώ, για να διαπιστώσου ότι μοιάζουμε. Στο μεταξύ, μου περνούσαν οι μαρτυρίες των συγγενών αλλά και ο Μποναβάς. Γιατί το χαρτονόμισμα που μου βάζεσαν στην τσέπη, σαν έφυγα, ήταν σημάδι αγάπης ανθρώπου που με ρολυπτούσε. Το πιάτο ξαναγύριζε στο σπίτι γεμάτο με τις δίπλες που μόνο η γιαγιά ήξερε να φτιάχνει. Τέτοιες δίπλες δεν ξαναφάγαμε. Το Βεβρουάριο του 57 ο παππούς χειρουργήθηκε για προστάτη. Πέθανε πέντε μέρες αργότερα και η γιαγιά που μετακόμισε στην άλλη κόρη της έπαψε να τις φτιάχνει. Λίγο μετά την εχείρηση στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν και σφάδαζε, όταν τον ρώτσα πού πονάει, ο παππούς ο Χρήστος δεν δίστασε. «Στη φύση, αγόρι μου», απάντησε. Λέξεις που τη στιμάμαι. Στα νιάτα του υπήρξε καιραμέας και στην κατοχή ψάρευε και ζούσα. Ύστερα δούλεψε σε οικοδομές και φορτοεκφορτοτή στο λιμάνι. Όταν το λιμάνι έκλεισε, αγόρασε μια βάρκα και ξαναέγινε ψαράς. Θα σας πω μια καλησπέρα. Θα ευχαριστήσω το Γιάννη και σας όλους που ήρθατε. Είναι δεύτερη φορά που έρχομαι στην Παίραια. Είχα έρθει το 1999 ή 2000, για τις δύο χρονές, μαζί με τη Μάρο Δρούκα. Έχαμε πάει σε ένα σχολείο και διαβάζαμε εκεί με ένας για τον άλλο. Ξέρω την πόλη και μ' αρέσει πάρα πολύ. Είχα δει τη Συγκέντρια Ευραϊκή, είχα περπατήσει στους δρόμους, γιατί είχα καθίσει λίγο περισσότερο εκείνη τη φορά. Και αισθάνομαι λιγάκι... Μου λένε ότι βρίσκομαι στην πόλη σαν να τη νοσταλγώ την πόλη. Θέλω να ευχαριστήσω τον Γιάννη για την υπέροχη διαμονή. Είναι το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Ε, νομίζω καλύτερα να μιλήσει η Άννα. Μετά ξανασυζητάμε. Καλησπέρα και από μένα. Εγώ με την πόλη της Βέριας γνωρίζομαι, αλλά έχω ξαναέφευγει δηλαδή αρκείτες φορές. Αλλά πριν από πολλά σπουχρόνια και όχι, με αυτήν την ιδιότητα, δεν έχω έρθει καλύτερα να μιλήσω για κάποιο βιβλίο. Η πρώτη φορά χαίρομαι πάρα πολύ που αυτό γίνεται για το βιβλίο του Γιώργου Σιπάρδη. Ευχαριστώ και εγώ, τον Γιάννη Τεσσαρίδη και όλους όσους την κίνηση των που φρόντισαν για αυτήν την παρουσίαση. Θα ήθελα να πω ότι με τον Γιώργο Σιπάρδη γνωριστήκαμε, τον γνώρισα μέσα από το πρώτο του βιβλίου, που εγώ βέβαια το διάβασα στη δεύτερη του έκδοση, όχι του 1987, αλλά του 2011-2012, που έγινε η δεύτερη του έκδοση. Διαβάζοντάς το λοιπόν, ήταν μια εμπειρία για μένα πολύ σπουδαία, πολύ συγκινητική, πολύ βαθιά, και ξεκίνησα να γράφω μια προσωπική επιστολή, προσπαθώντας δηλαδή να του γλήσω για το βιβλίο αυτό και για τους λόγους τους οποίους εμένα με άγγιξε. Αλλά κόντως έγραφα και έγραφα, τέλειπη την μορφή μιας κριτικής μελέτης, που έγινε και το πρώτο μου κριτικό κείμενο για να δει το ιστορίμα. Θεωρώ ότι ο Γιώργος Σπάρθης είναι από τους πιο σημαντικούς παιζογράφους της μεταποτητευτικής μας λογοτεχνίας. Τώρα, οι λόγοι... Έχω πολλούς λόγους με τους οποίους θα μπορούσα να τους υποστηρίξω, αλλά τέλος πάντων δεν νομίζω τις ώρες θα ήθελα πολύ χρόνο. Θα κάνω και 3 σχόλια έτσι για τα προηγούμενα βιβλίο του πολύ σύντομα και μετά θα εστιάσω στο βιβλίο για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα. Λοιπόν, όπως είπατε πριν, ο Γιώργος Σπάρθης μας είχε συστηθεί ως παιζογράφος με τη νουμπέλα του Μέντιου το 1987, όπου η ανώνυμη αφηγήτριά του, που μοιάζει να αναζητά τη καυτότητά της μέσα από τη σχέση με την αδερφή της, έχει τη μία της πλευρά απολύκτως εμφανή, ενώ την άλλη την πιο κρυφή και να αφήνει στη φαντασία μας να τη συμπληρώσουμε. Στο ίδιο βιβλίο υπάρχει ένα άλλο πρόσωπο. Κυρίαρχο Ρόλο έχει λοιπόν και μία μυστηριώνη Σάνα, ένα ιδιαίτερο πλάσμα με δυτή φύση, που θα μπορούσε να είναι κατά κάποιον τρόπο ένα Μέντιου, με όποιες παρεκκλήνωσες εκδοχές θελήσουμε να τον αιματοδοτήσουμε. Έπιτε, άμα σύστησε τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή Γιώργος τον άχρηστο Δημήτρη, το 1998, και την περιπερτιώδη πορεία αυτογνωσίας του. Καθώς μας παρουσιάζει την πόρτα της ζωής του ήρωά του, μπορούν να ανοιγωκλήνει, να πενοβιένουν τα πρόσωπα που τον επηρεάζουν, τον κατευθύνουν ή τον αναπροσανατολίζουν, στην πορεία κατακύρωσης της προσωπικής του ταυτότητας, λες και ο αφηγητής μέσω μόμαν ως άλλου, κύριε Σπιθνίχη, μπορεί να κάνει το ταξίδι της αφηγητής αφηγερμάτωσης. Έπιτε, ο Ζακαλίας Παγκραπάς, μας σκέφτεται μέσα από τον τρίτον πρόσωπο αφηγητή της πόσης της γάμω, βιβλίο, όπως σου πήρε ο Γιάννης, που κινήθηκε με τον κρατικό πραγματικό του ιστολίου, του Στολίθειο της Κατερίας, ένας πληθυστορματικός ήρωας που θυμίζει τον πληθυριότητο του Στολίευσκη, αν και στην περίπτωση αυτοί ο μήν σκηνή δεν είναι καθόλου ένας πρόλημ ή και ένας ενδυναμνη πρίγηκας, αλλά είναι σαν ήρωας που παλεύει με τον ρεαδισμόμια συνεχώς και αφεύγουσα στραγματικότητας, πρόσωπος κατεξοχημένος με τον νεοτερικού κόσμο, καταλυπτασμένο για πάντα σε ταυτότητες αμφαρτιές και καταγευματισμένες. Τρία χρόνια εγώ έβγαλα στις Μεγάλες Γυναίκες, όπου το πρόσωπο της αφηγητής εστιάζει μέσα από την μεσήλυτη οπτική της πρωταγωνής της αφείας, τον Καρό Σταύρο, αλλά και στον καταλύτη ιερέα, οδηγώντας να αποτυπώσει τον άλλη τον κορυφμό αναζήτησης, μιας διαβούσα βήθιαση, για να το πω πιο απλά, για να μας δείξει τη μάτια για αναζήτηση της αίσθησης ασφάλειας, αφού η τετριμένη μικροαστητική καθημερινότητα είναι, για τους περισσότερους από εμάς, ολυστικά πλέον χαμένη. Αλλά ας έρθουμε στο σημερινό βιβλίο, στον οποίο το πρέπει να μιλήσουμε σήμερα. Σήμερα του 2018, λοιπόν, εκλήρυνε το πέμπτο βιβλίο «Αδέφη». Ο αφηγητής γίνεται πάλι πρωτοπρόσωπος. Είναι ο μικρότερος γιος μιας τετραπελούς οικογένειας. Τον χωρίζουν τρία χρόνια από το μεγαλύτερο αδερφό του, Θανάση. Πρόκειται για την πορεία ανηλικίωσης των δύο αδερφών, μέσα από τον ασθανισμό των σχέσεών τους, με φιλικά και συγγενικά πρόσωπα. Σημειώνω ότι τα γυναικεία πορτρέτα του μυθιστολήματος είναι εξαιρετικά. Η αδερφική σχέση δίνεται κυρίως μέσα από τα μάτια του μικρού αδερφού, ο οποίος παραμένει ανώνυμος. Μόνο ο Θανάσης ονομάζεται με ένα φορτισμένα, φυσιμό τρόπο. Η σχέση του με την Αθανασία και τη Θανή έχει ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ο μικρός αγαπάει τον μεγάλο αδερφό, τον θαυμάζει, αλλά και τον ανταγωνίζεται, ίσως και τον μισεί με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο, στον οποίο παραμένουν δέσμια κάποια αδέρφια κάποτε για λίγο, κάποτε και για όλη τους τη ζωή. Η ιστορία του μυθιστολήματος κεντράρει λοιπόν σε μια τετραμελή οικογένεια που ζει στην περιοχή της Αλευσίνας, η οποία επίσης δεν κατονομάζεται, αλλά είναι συνεχώς παρούσα, με πολλές τοπιογραφικές και χωροχρονικές αποτυπώσεις, περίπου στα τέλη της δεκαετίας του 50, αρχές της δεκαετίας του 60. Αλλά, όπως είπε και ο συγγραφέας, σε μια συνέντευξή του, πρωταγωνιστές στο βιβλίο του είναι οι ήρωες που συνήθως λείπουν από τη μεταπολεμική μας πεζογραφία, που ασχολείται με αυτή τη χρονική περίοδο. Ένα πολύ σύντομο πώς μας διαβάζω από τη συνέντευξη που είχε δώσει ο Γιώργος, «Στη μεταπολεμική πεζογραφία, οι κατατρεγμένοι αριστεροί ήρωες περισεύουν. Οι παρακρατικοί της δεξιάς επίσης, εκείνοι που λείπουν είναι απλοι οικογενειάρχες που εργάζονται σκηρά και βοχθούν για να σπουδάζουν τα παιδιά τους, οι οποίοι πιστεύουν στην πρόοδο και οι οποίοι στην προεσπάθειά τους να βάλουν το λιθαράκι τους στην ανικοδόμηση της αποτυχάνων». Υπήρχαν και αυτοί ξέρετε, όπως επίσης και εκείνα τα παιδιά, σαν τον μεγάλο αδελφό του πειστορήματος και σαν τους τρεις φίλους του, που μόνο από σπόντα γύριζαν να κοιτάξουν προς τα πίσω, όταν καταπιέζονταν και δεν ήταν όσο θα ήθελαν ελεύθεροι. Τις άλλες ώρες είχαν προοφθαλμών το παρόν και δεν έδιναν πετάτσια κυστή για το παρελθόν. Για τους παλιούς ανοιχτούς λογαλιασμούς υπήρχε καιρός, τα σχημάτιζαν άποψη και θα έβλεπαν τι θα έκαναν αργότερα. Το τελευταίο αυτό κομμάτι είναι πώς πιστεύω από το πειστορήμα. Ο πατέρας της οικογένειας διατηρεί ένα καφεδείο. Η μητέρα προέρχεται από οικογένεια καλύτερης σε σχέση με τον πατέρα καταγωγής, η οποία έχει χάσει την οικονομική της άνεση αλλά έχει διατηρήσει το γούστο και τη λεπτότητα των ανθρώπων, που κάποτε γνώρισαν μια ζωή διαφορετικής ποιότητας. Ο πατέρας αυταρχικός, κυριαρχικός και σιωπηλός προσελώνεται στο στόχο της προόδου για τα παιδιά του, η οποία ταυτίζεται με την κοινωνική ανέληξη κυρίως μέσω της μόρφωσης. Όσο εκείνος δουλεύει και οικοδομεί την οικογενειακή προόδο με την αναβάθμιση του υλικού. Σημαίνωσε γενικότερα στο βιβλίο η έννοια της πίστης στην προόδο, όπου προφητικά φαίνεται ότι θα ενσαρκώνεται με μια συνεχώς προοδεύουσα ανικοδόμηση. Κάτι που στο μέλλον διεψέδεται. Ο μεγάλος Υιος Θανάσης, λοιπόν, χαρισματικός μαθητής, συνεχόρος στην Επιτάξη του Δημοτικού, αντιτάσσεται στις επιθυμίες του πατέρα μέσα από μια άγρια εξεγερμένη αφηβία, δικόντας ουσιαστικά ωστόσο τη θέση εκείνου. Ενώ κάνει φαινομενικά τις αντίθετες επιλογές, γίνεται αυτό που και ο πατέρας του είναι, ένας χτίστης, με τη φιλοδοξία να χτίσει με το δικό του τρόπο, τη στέρεα κατασκευή μιας νέας εποχής, ακόμα και αν εγγενώς είναι καταδικασμένη. Τα θεμελιά της είναι ριχά, τα υλικά φθαρτά, σαφρά ή ξαναχρησιμοποιημένα και άρα οι επιφανόμενοι πρόοδος πραχήβια, αυτοανηρούμενοι και παγιδευμένοι εντέλει στην αποτυχία. Ο μικρός γιος προσετερίζεται τη μητέρα, εκείνης μοιάζει, με εκείνη μοιράζεται το ίδιο γούστο, ανάλογες παρέες, παρόμοιες αγωνίες, τον ίδιο εντέλει κόσμο. Καθώς το μυθιστόρμα προοδεύει, χτίζοντας τα 31 του κυφάλαιο, παρακολουθούμε να μετατοπίζεται ο κεντρομόλος Άξονας, το τυπικό οικογενειακού σχήματος, δύο παράλληλες φυγόκεντροι ορίζουν τη δυναμική του. Ο Άξονας, πατέρα μεγάλου γιού και ο Άξονας, μητέρας μικρού. Ο δεύτερος Άξονας προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία, την οποία ο πρώτος με τη συνεχής βίαιης συγκρούσης διαρρυγνεί. Μέσα σε αυτό το πλέγμα αναπτύσσεται και η αδερφική σχέση που θα περάσει από διάφορα στάδια, από τον απόλυτο θαυμασμό στην εμφύλια διαμάχη. Και σε αυτό το σημείο αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι η ιστορία στο βιβλίο του Σιπάρτη μας αφορά όχι μόνο για την ατομική περιπέτεια των ανθρώπων της, αλλά και επειδή ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο και την περιπέτεια της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια μετά τον εμφύλιο και μέχρι περίπου την περίοδο της λιτατορίας. Χωρίς η αφήγηση να εστιάζει στο πολιτικό ή στο ιστορικό επίπεδο, ωστόσο, ίσως κάπως περισσότερο από τη σάλα με το βιβλίο του Σιπάρτη, πλαισιώνει την ατομική και οικογενειακή αυτή ιστορία στην κρίσιμη εκείνη περίοδο που θεμελίωσε με πολλούς τρόπους το οικοδόμημα της σημερινής μας εποχής. Ωστόσο, το συγγραφέας θεωρώ ότι κατουρθώνει και κάτι ακόμη με τα αδέρφια, να αναβάγει κάτι που είχε γίνει σε σημαντικό βαθμό και στις μεγάλες γυναίκες νομίζω, τη διαμάχη ανάμεσα στο εγώ και τον άλλον από το ατομικό στο συλλογικό και μετά στο διαχρονικό. Δηλαδή, σε ένα επίπεδο υπαρξιακού συμβουλισμού, έτσι ώστε να προηξέχει σε μία πάλη ανάμεσα στο επιθυμητό και το αποδεικτό, ανάμεσα στην ελευθερία και τη σύνθεση. Και ενώ στο προηγούμενο βιβλίο, μεγάλες γυναίκες εξέλιμπαν τις σκηνές της έντασης, το σαρκικό πάθος, η έλλειψη, η απόγνωση, ποτέ δεν εκδάζονταν, στα δέφια ήρωες παθαίνουν, ξεσπούν, χειροδικούν, κάνουν έρωτα. Και παρόλογες συγγραφές εξακολουθεί να συμπεριφέρεται στους ήρωές του με ευγένεια, σχεδόν τριφερότητα, ωστόσο είναι λιγότερο επίεικης, τουλάχιστον κάποιες στιγμές, τουλάχιστον για κάποιους από αυτούς. Το θέμα του πάθους και της αγάπης επανέρχεται όπως κυστάλαβηκε ο Γιώργος Σιπάριδη και η γυναίκα προβάλλει ως μητέρα, σύζυγος, παιδί ερωμένη. Όπως και ο φόβος και η τροπή, πόσο σημαντική ή φλήσικη είναι η απλή άνθρωπη. Κάτω από την επιφάνεια, πιο βάθος που παθών κρύβουμε, χωρίς πολλές φορές να το καταλαβαίνουμε και εμείς οι ίδιοι. Ομόλογα ερωτήματα που ασχολούν και ο Γιώργος Σιπάριδη στα βιβλία του σε όλες τις αφηγήσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες. Υπάρχει ένα κέντρο γύρω το οποίο πλέκεται με περίτεχνο τρόπο η δεθύτερη αντίφαση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδιος, στη ζωή και την αφήγηση. Ενδεικτικός σχετικά με το χαρακτοριστικό αυτό είναι και ο τρόπος με τον οποίο τυκλοφορούνται τα κεφάλαια στα αλήθεια. Λέω μερικά παραδείγματα, το τελευταίο που θα κόπτω μια μεριά και αρχί με ένα σφυγιάπτενο. Οικογενειακές φωτογραφίες και μυστική ζωή. Στο υπόγειο με πυρετό και καμίνι. Οι φίλοι αλλά και ποιος αγαπάει τις γυναίκες. Τα αδέλφια και στο τέλος κόκκινοι κλωστήτεμενοι. Που δείχνει αυτό το οποίο ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει και αλλού. Ποτέ και τίποτα δεν τελειώνει τελειωτικά. Η ζωή ξαναγυρίζει σε άλλο κύκλο. Η αφήγηση επανέρχεται για να δει ξανά τα ίδια πως αλλιώς. Για να μιλήσει ωστόσο και πάλι με έναν τρόπο διαφορετικό. Νομίζω ότι η περισσογραφία του Γιώργου Σιμπάρτη είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Τα θέματα που τον βασανίζουν όπως όλους μας μπορεί να είναι τα ίδια. Αλλά σε κάθε λουλείο του αναπτύσσεται ένας άλλος κόσμος με έναν άλλο στίδμα ιδιαίτερο. Χωρίς όμως να χάνεται την ιδιαίτερη, την προσωπική του ιδιόριοπτο. Ο Σιμπάρτης, λοιπόν, έχοντας διαμορφώσει αυτό το ιδιαίτερο δικό του ύφος, ακολουθεί και σε αυτό το διβλίο της αναπνοές ενός μουσικού λόγου ασκή. Δηλαδή ένα λόγο εν μέρει ποιητικό. Χωρίς να υπονομένει όμως ούτε μια στιγμή την αφηγηματική αναπαράσταση. Ένα σημείο, ίσως, το οποίο εντοπίζω μια μετατόπιση, αναφορικά με άλλο του διβλία στα αδέρφια, είναι ότι εδώ φαίνεται λίγο σαν να πουσιάζει, ίσως να το συστηθήσουμε και μετά μαζί, δεν ξέρω, η βαθύτερη ζωική αισιοδοξία ότι η περίπτωση να αλλάξουμε είναι πιθανή. Παρ' όλη την έλλειψη εδώ της κάθαρσης, και πάλι σταθερό χαρακτηριστικό στα αφηγήματα, με τις στολίμματα και ο μομέλος του Κιωρούση πάλι, σε ένα δράμα που κλειδωνίζεται ανάμεσα στη συγχρονική πραγμάτοση και στη διαχρονική αποτύπωσή του, στο βιβλίο αυτό μοιάζει σαν να είναι λίγο αργά, για να αλλάξουμε τη θέση μας στην αίθουσα, το σχέσιασέόν μας με τους άλλους, ακόμη κι αν οι ήρωές του είναι πολύ νέοι, λιγιακά, γιατί ο φόβος και η ενοχή είναι εδώ και μας τρώνει τα σωτικά. Κλείνοντας, για να μην πω πολλά και να έχουμε και τον χρόνο έτσι, να συστηθήσουμε παρακάτω, ήθελα να πω πως στο τέλος του βιβλίου, το έχω ξαναμπεί ίσως και με άλλη ευκαιρία, μου έφερε στο νου μία φράση από τις καλύτερες, θεωρώ, μία φράση από μία από τις καλύτερες μικροιστορίες, γράφη μικροιστορίες όπως λένε, που παρουσιάζει το προμηθέας δεσμό της στο βράχο και δίπλα του ο αητός, αν που του τρώει το σκότι, που είναι όμως σκεπτικός, σκυφτός, δίσθυμος και ο προμηθέας τον ρωτά, τι σε τρώει λέτε, και εκείνος το απαντά θλιμμένα ότι σου δίνω νόημα, προμηθέα. Τα βία δέχθια λοιπόν, αφηγητής και ο μεγαλύτερος αδερφός του Θανάσης, εναλλάσσονται σχεδόν με τον τρόπο που εναλλάσσουν τη χρονική τους ποιότητα τα φωνήεντα στην αντιμεταχώρηση, ας κάνω ένα φιλολογικό σχόλιο, στους ρόλους του προμηθέα και του αητού. Ποιος είναι ο αθώος και ποιος ο φταίχτης, ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ο κυριαρχούμενος και γιατί η σχέση αυτή δεν λέει τόσα χρόνια τώρα να υπηληθεί ή ας το να καταλαγιάσει. Ακεί να ρίξουμε μια προσεκτική ματιά γύρω μας ή και μια βαθύτερη μέσα μας στη σύγχρονη, δηλαδή στη λογική αλλά και ατομική πραγματικότητα για να διαπιστώσουμε ότι η απάντηση στο ερώτημα όχι μόνο κάθε άλλο παραπροφανής είναι, αλλά ότι ίσως και να ζητούμε απόκριση σε μια ερώτηση καταδικασμένη να παραμείνει αναπάντητη στο δύο εινακές. Ευχαριστώ. Θα ήθελα να πεις κάτι. Να σας ευχαριστήσω πολύ. Η ανάγνωσή σου είναι πραγματική σπουδαία και δεν θέλεις να υποεδιάσουμε. Εντωπίζω μόνο δύο λέξεις. Το βιβλίο έχει ένα μότο με μεγαλύτερα γράμματα από ό,τι συνήθως. Το μότο είναι με μικρά γράμματα, αυτό έχει μεγαλύτερα γράμματα γιατί είναι λειτουργείως υπότιτλος σχεδόν στο βιβλίο. Λέει «Η πρόοδος και η οικοδομή είναι μεγάλη». Η λέξη «Το πρόοδος» γράφεται με π κεφαλαίο. Είναι στήμος από πείημα του Καβάβη. Το πρώτο πείημα του που δημοσίευσε το 1891 στο περιοδικό Αττικό Μουσείο είναι «Η κτίστε» που τους περιγράφει ως αγατούς εργάτες. Και ο πρώτος στήμος είναι αυτός «Η πρόοδος και η οικοδομή είναι μεγάλη». Καταλήγει το πείημα λέγοντας ότι είναι η οικοδομή ανέφυκτη. Δεν ιωθετώ, ούτε μπορώ να ιωθετήσω, ούτε να πω ότι δεν ιωθετώ αυτό το συμπέρασμα του ποιητή. Αλλά συμμερίζομαι τον σκεπτικισμό του. Συμμερίζω το πόσο δύσκολο είναι η κοινωνική πρόοδος. Για αυτή μιλάω. Γιατί η οικογένεια, η οποία υπάρχει στο θεοτροβλείο στ' αδέρφια, εκεί από βλέπω ο πατέρας, εκεί από βλέπεις την πρόοδο. Και δεν ξέρω αν η πρόοδος της κοινωνίας… Πάντως αυτή η γραμμή δεν υπήρξε μέχρι σήμερα. Είδαμε σκαμπανεβάσματα. Ο τόπος έχει περάσει από πάρα πολλά. Και ως εκ τούτου δεν μπορώ να πω τίποτα, δεν μπορώ να πω ότι είναι αυτό. Πάντως είναι ο σκεπτικισμός του Καβάφη με συνέχεια και εμένα. Αυτό ήθελα να πω πρώτα απ' όλα όσον αφορά τη στόχευση του βιβλίου. Τις το τι αναφέρεται ο Κριός. Απ' την άλλη μεριά δεν είναι μεγαλόχρονο, δεν είναι συμβολικό. Η οικοδομή δεν υπάρχει μεγάλη οικοδομή, δεν υπάρχουν σπουδές οικοδομές, δεν είναι σύμβολο. Σπιπόπουλα χτίζονται στη δεκαετία του 50 και του 60 παντού σε όλη την Ελλάδα. Και ορισμένα πράγματα έτυχε, δηλαδή πρώτα απ' όλα η Ελλάδα και η Ιαπωνία εκείνη την εποχή. Ο Βέριστος η ευτόκη που έχει εξακριβώσει η οικοδοζωές. Είναι ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο. Η Ελλάδα και η Ιαπωνία. Βέβαια διαφορετική κατάληψη της Ελλάδας, διαφορετική κατάληψη της Ιαπωνίας. Αλλά για λόγους είναι άλλο. Υπάρχουν και μέσα στο βιβλίο οι λόγοι να υπάρχει θέμα. Αλλά διάλεξα και την Αλευσίνα, επειδή η ταχύτερα αναπτυσσόμενη πόλη στην Ελλάδα είναι η Αλευσίνα. Με εκείνη την εποχή. Αν θα περάσετε σήμερα θα τη δείτε να λάμπει όχι από τα φώτα πολιτισμού, από τα λογοστάσια. Αυτά τα λίγα θέλω να πω έτσι σαν μια μικρή εισαγωγή. Αλλά να πω και κάτι ακόμα. Περισσότερο από οτιδήποτε και οτιδήποτε άλλο συγκρατισμό, εμένα δεν ενδιαφέρουν αυτοί οι άνθρωποι, αυτή η τετραμελής οικογένεια. Μην ενδιαφέρει ποιο είναι το προπατορικό αμάρτημα σε αυτή την οικογένεια. Ποιος είναι ο λόγος που η οικογένεια αυτή από την χάνει. Από την χάνει τον πατέρας μάλλον. Αυτό που θέλει. Και να ενδιαφέρουν οι άνθρωποι. Να δούμε τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι. Πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι της συγκεκριμένας εποχής. Και κυρίως δύο παιδιά. Δύο έφηβοι. Παιδιά στην αρχή, έφηβοι αργότερα. Αυτό προσωπικά δεν ξέρω αν έχει διαβάσει κάποιος το βιβλίο. Και θέλει κάτι να πει. Ναι, πες τώρα. Μάζε. Βέβαια μου, μας κάλεσε πάρα πολύ η κυρία του βιβλίου. Πολλά ερωτήματα. Δεν μπορώ να ρωτήσω γιατί τόση ζήλεια ανάμεσα στα δε. Γιατί τόση? Δεν είναι τόση ζήλεια. Δεν είναι μια απλή ζήλεια. Είναι φτάνει και δεν ξυπερνάει τα όρια. Αυτό το πράγμα τι σημαίνει. Θέλετε να δείξετε. Έχω κι άλλο ερωτήματα. Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα. Δεν υπάρχει ισοτηρία στις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι το πρώτο ερώτημα. Δηλαδή όσον αφορά αυτό. Όσον αφορά το με τις γυναίκες. Ποιος έχω ότι η μητέρα από τη μάνα που φαίνεται νέα όμορφη. Στον κόσμο της σχεδόν παιδί. Δείτε έναν τρόπο κατά την άποψή μου. Της αξίζει να έχει αυτό που θέλει. Οι άλλες γυναίκες είναι εγγυγματικές. Αλλά και σκοτεινά αντικείμενα του πόδι. Τι σηματοδοτούν στο έργο σας αυτές οι γυναίκες. Τι προβάλλουν ενδόμικα για εσάς. Όσον αφορά αυτή τη ζήλια είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Ένας εσωτερικός νεοδογενειακός εμφύλιος πόλεμος. Παραπέμπει και στον πρόσφατο εμφύλιο που έχουν ζήσει. Δεν ξέρω αν αυτό είχε κάποια σχέση όταν το τυλάξετε και το γράψετε. Όσον αφορά τη δική σας επιλογή. Δεν θέλετε να ασχοληθείτε με την πολιτική εκείνης της εποχής. Θέλετε ίσως να δώσετε το στίγμα της μικροαστικής συμπεριφοράς των φιλίσικων πολιτών. Δεν υπάρχει στην ουσία σωτηρία και εδώ. Ό,τι και να γίνει. Όπως είπε κύριε Πατουλίτου. Δεν ξέρουμε πόσο καλά πήγε όλη αυτή η πρόεδοση. Να κοιτάω ακατάματα μόνο από παρόν. Ευχαριστώ. Ναι. Είναι αρκετά τα ερωτήματα. Θα προσπαθήσω να μάθω ό,τι συμβαίνει. Να σας πω ότι αυτό που είπατε εμφύλιως υπάρχει και στην δίπλωση των ΚΕΙΜ και των ΆΜΕΛ. Δηλαδή τα αδέρφια διατρέχει ό,τι μπορεί να καημείθει η αλληλεκτική νύχη. Ο ανταγωνισμός ενάντια στα αδέρφια υπάρχει και στην δίπλωση αλλά και αργότερα. Το βλέπουμε και στην αρχαία νυθολογική μυθολογία. Υπάρχει το στοιχείο του ανταγωνισμού. Τώρα, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι λίγο πιο έντενο, είναι γιατί τα πρόσωπα πρέπει να αναχθούν σε πρόσωπα μυθιστοριματικά να μου κτήσουν μέγεθος. Αυτό το βλέπουμε πάντοτε και στις όλοι. Στης όλη τη νύχτα. Και στη τραγωδία και στο μυθιστόριμα, στο σύγχρονο. Αλλιώς δεν μπορείς να έχεις μυθιστόριμα αν δεν το φτάσεις εκεί που. Αν είναι πιστικό εμένα με ενδιαφέρον να ξέρω, για εσάς, αυτός ο ανταγωνισμός. Νομίζω ότι δεν ήταν πολύ πιστικός. Ή όχι. Ήταν. Εξέγγισε. Α, ναι. Αυτό, εντάξει. Ήσου πολύ έντονος. Αν άφησες δυο αδέλφια θεωρίως και δύο αδελφοί θεωρίως, τι θα ήταν? Κοιτάξτε, θα σας πω. Είναι δυο αδέλφια θεωρίως διαφορετικά μεταξύ τους. Μέλημά μου ήταν να μην δείξω τον ένα να ιστερεί από τον άλλο. Μέλημά μου ήταν να είναι και οι δύο εξίσου σημαντικοί. Γιατί δεν παίρνω το μέρος κανός ως συγγραφέας. Γιατί είμαι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Δεν είμαι εγώ ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Εγώ ο συγγραφέας που γράφει διαστώματος του πρωτοπρόσωπο αφηγητή, του μικρού αδελφού, δεν είμαι εγώ ο μικρός αδελφός, αλλά θέτσα να ισομοιράσω την τράπουλα, τα χαρτιά της σχέσης τους. Τώρα, το άλλο που είπατε για τις γυναίκες. Μιλήστε για τη μητέρα. Η μητέρα είναι πολύ πιο, πιστεύω, όχι σκοτεινή, έχει μυστική ζωή, γιατί υπάρχει ένα κεφάλαιο μέσα απλά για τη μυστική ζωή. Δεν είναι μόναχα οι άλλες γυναίκες που είναι ενδιαφέροντες ή έχουν μια παραξανιά ή μια ιδιαιτερότητα, γιατί αυτή είναι η καλύτερη λέξη. Είναι και η ίδια η μητέρα. Η μητέρα καπνίζει, προκαλεί το παιδί, το μικρό, καπνίζοντας πίσω από την πλάτη του. Έχει μια σχέση με γυναίκες, έχει πολύ σχέση με τις ξαδέλφες της, αλλά έχει και σχέση με δύο ιδιαίτερες γυναίκες. Μια τσιγκάνα που της κρατάει το παιδί, που της εναποθέτει το παιδί. Μια άλλη, την πλίστρα του σπιτιού, που όμως είναι εξαιρετικά ιδιαίτερη γυναίκα και αυτή, που είναι φίλη της. Αυτή η περίαγη γυναίκα, δεν μπορεί και η ίδια παραννήμια και αυτή περίαγη μητέρα, έτσι δεν είναι. Τώρα, το άλλο που θύξατε, ποιο ήταν το άλλο στοιχείο της πολιτικής γυναίκας. Ναι, να σας πω, αυτό που το διάβασε και η Ιάνα, πιστεύω πραγματικά είναι η Ελληνική Πεζογραφία, δηλαδή και η Μεταπολεμική Πεζογραφία. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία βρήθη από ήρωες χαφιέδες, αριστερούς κατατρεγμένους, βρήθη δηλαδή από ήρωες που έχουν έντονα τα σημάδια του εμφύλειου. Εγώ θέλησα τον εμφύλειο να τον δείξω μέσα από μία οικογένεια. Γιατί μέχρι σήμερα υπάρχει ένας διαχασμός στην ελληνική κοινωνία, εγώ θέλησα να τον δείξω μέσα από αυτή την οικογένεια. Δεν θέλησα να τον δείξω μέσα από τις πολιτικές καταβολές και γι' αυτό βάζω τον πατέρα να ψυχίζει τον κόμμα των προοδευτικών. Α, έτσι να σας το πω αυτό. Αυτό το έκλεψα πραγματικό, το πατέρας μου αυτό ψήφιζε. Το Μαρκεζίγγι αυτό, μιλάμε για το 1956, ως εκ τούτου η θελημένα στουποθέτησα σε αυτό το σημείο, αυτή τη τάξη, τη μικρομεσοαστική τάξη, δεν είναι αναγκαιμένη. Σήμερα είχαμε πάει και φάγαμε σε ένα το μεσημέρι κάπου και ακούγαμε τα τραγουδιά που τραγουδάγανε μέσα, το κοινό στην ταβέρνα αυτή, το λόγιο του ταβέρνα αυτή, άγγελ, ναι, ναι, ναι, ναι. Λοιπόν, άντε ακούγατε τα τραγούδια, τα τραγούδια μιλάμε όλα για αυτοκολογιά, τα περισσότερα. Εγώ δεν θέτησα να μιλήσω, δεν θέτησα να μιλήσω για την αυτοκολογιά. Δηλαδή, έχουμε διαβάσει για την αυτοκολογιά, ούτε για τους μεγαλωστούς, ούτε για την αυτοκολογιά. Και και κάπου ενδιάμεσα κάτι. Πάρα πολλές οικογένειες, διότι είχα σαν την οικογένεια που περιγράφω στον χωριό, και ξανικογένειες που δεν είπαν οικογένεια, ούτε γλούσσες, όταν δεν είχαν και γλυκτική γλυκτική. Ήταν και σιγά σιγά ο οικογένειος. Ήρθε το ραδιόκο, σιγά σιγά το τηλέφωνο, γιατί δεν τη θέλησα να δείξω πώς αυτή η οικονομία αναδιατάσσεται και προχωράει. Γιατί προχωρούσε πολύ καλά η οικονομία ελληνική δεκαετία, το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 50 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 60. Αυτό θέλησα να του δείξω χωρίς να επιμένω. Θα ήθελα να σας δείχνω τι συμβαίνει, αλλά δεν θέλα να την δείξω μέσα από τους ηρωές μου, μέσα από τις ζωές τους. Δεν ξέρω αν θα πάτησα στα ετοιματά σας. Και την οικονομία που είπατε τώρα, εφτάξει, τώρα εφτάξει. Κάπου βέβαια δεν συμβαίνει. Δεν νομίζω ότι το 50 και 60 έκανε τόσο. Υπήρχε η ανάπτυξη οικιστική, δηλαδή με τη συμμετοποίηση. Παρόλα αυτά, όμως εκείνες ακριβώς τις δεκαετίες έφευγαν και οι Έλληνες, μετανάστες. Υπάρχει και αυτό μέσα στη δημόσια στιγμή. Υπάρχει. Υπάρχει. Υπάρχει και αυτό μέσα στη δημόσια στιγμή. Υπάρχει και αυτό μέσα στη δημόσια στιγμή. Υπάρχει και αυτό μέσα στη δημόσια στιγμή. Υπάρχει και αυτό μέσα στη δημόσια στιγμή. Υπάρχει και αυτό μέσα στη δημόσια στιγμή. Οι γονείς της πρώτας ήταν στη Γερμανίνα. Ο Θεό, οι γονείς του Πάνε, όλη η οικογένεια μετανάστευε στην Αυστραλία. Υπάρχει αυτό το στοιχείο μέσα, αλλά υπάρχει και αυτό. Και το άλλο, το τι συμβαίνει στους περισσότερους στιγμούς. Δεν ξέρω. Ελπίζω κάπου σαβάτη. Κάπου. Σε λίγα εννέα. Αυτό που περιγράφω, δεν θυμάμαι πότε ακριβώς. Δεν θα περάσει ποτέ από το bar στις περιστήριες. Δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω πώς τιμάνω. Δεν ξέρω αν δικαιούμαι να ομιλώ. Ήχε ορισμός του συγγραφέα ότι μπαίνεις σε όλους αυτούς τους. Ναι. Μιλώντας για το παρελθόν, πρώτα απ' όλα δεν είσαι καθόλου βέβαιος για αυτά που λες. Δεύτερον, γιατί η μνήμη είναι και λισμωσύνη, λισμονής. Είναι λήθη. Η μνήμη είναι και λήθη. Δεν είναι μόνο αυτά που έχεις ζήσει εσύ. Είναι αυτά που έχεις ακούσει. Είναι αυτά που σου έχουν πει τη γη στις τρίτων δηλαδή. Όλα αυτά προσπάθησα και λέω ότι είναι σαν να βλέπεις τον χρόνο σε έναν πίνακα. Όπου δεν υπάρχει. Σαν να είναι ζωγραφισμένοι σε όλες οι εποχές σε έναν πίνακα. Έτσι δεν έχουμε το παρελθόν στο μυαλό μας. Σαν έναν πίνακα όπου όλα είναι ζωγραφισμένα. Όλη η χρόνη είναι ζωγραφισμένη. Και η δική μας ηλικία, και οι πρόημοι, και οι όψινοι. Και η δική μας ηλικία. Πάμε όλη η χρόνη. Αυτό προσπάθησα να δώσω για να το κάνω και πιστικό. Θέλετε κάτι να ερωτήσετε. Σε αυτό θα πω ότι μπορεί να προσθέσει ακόμη κανείς και τα όγκαιρα. Βέβαια. Που μπορούν να φτιάχνουν καινούργια πραγματικότητα. Μίστερα πολύ θέλω να διερωτάτε κανείς αν το έχει βιώσει κάτι. Φυσικά. Εννοείται. Θέλω ένα άλλο σημείο να σας πω. Για τη σύνδεση της βίας με τη σεξουαλικότητα. Χρησιμοποιείτε το ίδιο χορτασμένος και για το ένα και για το άλλο. Δηλαδή γίνεται από μόνη της αυτή η σύνδεση. Όπως και στη σεξουαλικότητα κυριαρχίας ας πούμε. Αυτό το φως σκοτάδι, η μαύρη. Το ρωτήθηκε πάρα πολύ ο πατέρας του Θεού. Η μαύρη. Μια μαύρη την πληγωθεί. Το άσπρο δέρμα, αυτή η αντίθεση. Το κόκκινο δωμάτιο, η διανόηση, η προοδευτικότητα. Ναι, αυτά που λέτε ισχύουν μέσα στο βιβλίο. Δηλαδή το γεγονός ότι ο Θανάσης... Ανάψα, γιατί έχει αρκετές φιλενάδες. Δεν έχει μόνη μονομεία. Ξέρω πως για τη παιδική ηλικία της από έθιπρος να έχει μία φιλενάδα. Με τα άλλη, δυο-τρεις πάλι, όσο πάντων. Μία φιλενάδα του Λόλα είναι σχεδόν μαύρη. Περιγράφεται ως πολύ με λαχρινί. Αυτό είναι περισσότερο παρμένο στα σονέτα του Σέξπιρ. Τα σονέτα του Σέξπιρ είναι δυφυεία. Έχουν μία ομοφυλόφυλη χρεία από τη μία μεριά... και μία άλλη χρεία, ετροφυλόφυλη, που ο ποιητής στις αυτοτεχνές είναι μία μαύρη. Μαύρη αυτή η γυναίκα στα σονέτα του Σέξπιρ κυριαρχεί. Προσπάθησα, λοιπόν, να κάνω και εγώ κατέλη. Δεν είναι εύκολο να παρουσιάσεις μία μαύρη στην ελληνική λογοτεχνία... και να είναι η φιλενάδα του ήρωά σου. Αλλά έχετε δίκιο ότι επίσης υπάρχει το θέμα του κορτασμού. Ο μικρός ήρωας δεν έχει σεξουαλική ζωή. Ο μόνος που έχει σεξουαλική ζωή είναι ο Θανάσης. Είναι περίπου, αν το ξέρετε, ίσως το έχετε ακούσει και το έχετε διαβάσει, υπάρχει το ζευγάρι α' στους λύκους. Στους λύκους, έρωτα κάνει μόνο το ζευγάρι α' ο πατέρας και η μητέρα. Οι υπόλοιποι στην ομάδα δεν κάνουν έρωτα. Έρωτα επιτρέπεται. Έρωτα κάνει μόνο ο πατέρας και η μητέρα. Εδώ λοιπόν, σε αυτό το λουδιό, όσο πιστεύει από τον πατέρα και την μητέρα, έρωτα κάνει και ο μεγάλος αδερφός. Ο μικρός, επειδή είναι σε πολύ δεύτερη μοίρα, δεν κάνει. Δεν περιγράφεται κάτι τέτοιο για αυτόν. Τώρα, για τα χρώματα, έχετε πίσει δίκιο. Το κόκκινο δωμάτιο είναι το δωμάτιο της κυρίας Δουκάκη. Είναι ένα δωμάτιο στο βάθος, ένα κρυφό δωμάτιο. Ένα δωμάτιο που, στη φαντασία του μικρού αφηγητή, είναι πολύ σημαντικό. Μπορεί να ρωτιέται συνέχεια. Και όπου πράγματι συμβαίνει διαφορά, το βλέπουμε στο λουδιό. Έχετε κάνει παρατηρήσεις πολύ σωστά και πολύ όμορφες. Ακριβώς, επειδή εκπαρκότητα δεν είναι μόνο σχέση των πίνων, είναι πολλά άλλα πράγματα. Ασφαλώς, ασφαλώς. Ο μικρός που παρακολουθεί τον αδερφό εκεί, που πηγαίνει στη θάλασσα, είναι από πίσω, βλέπει τη φιλενάδα του, τη λόρα, την ορέγεται, τον παρακολουθεί που πηγαίνει στο υπόγειο. Συμμετέχει στη σεξουαλικότητα μέσω του αδερφού του. Ο μεγάλος αδερφός έχει σχέσεις και ο μικρός συμμετέχει κατά κάποιο τρόπο ως φτωχός συγγενής του αδερφού του. Εγώ θέλεγα να διαβάσω και το μέντιουμ, σε σχέση με το θέμα αυτό της σεξουαλικότητας και το πώς έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Σε αν θες κάτι, μου φέρτε ένα ερωτήριο. Και αφήντε μια στιγμή απάντοτε. Έχουμε στο Νάχε, στο Δημήτριο. Α, έχετε διαβάσει. Δεν ξέρει κανείς τι γίνεται ακριβώς. Ναι, βέβαιος. Έχετε δίκιο. Έχετε δίκιο. Χαίρομαι που το έχετε σημπάνει. Κοιτάξτε, εδώ κάνουν έρωτα οι άνθρωποι και δίου σκαλίου είναι αρρώστα ενάσης, έτσι, ο οποίος είναι ενεργότατο, πολύ ενεργός. Στον άχρηστο Δημήτριο, όχι. Εξάλλου, ο άχρηστος Δημήτρης είναι αυτός που έχει ονομάσει ο ίδιος τον εαυτό του, ο άχρηστος, επειδή υποστηρίζει ότι είναι σεξουαλικά, είναι ικανός. Πότε? Άρα, αυτό είναι το θέμα του βιβλίου, δεν μπορεί. Βέβαιος, στο τέλος παντρεύεται και κάνει και παιδί. Άρα, δεν ξέρουμε τι να πιστέψουμε. Έχουμε κάποια άλλη ερώτηση κάτι. Το προπατορικό αμάρτημα. Το προπατορικό αμάρτημα, ναι. Ο πατέρας αυτός είναι ένας άνθρωπος ο οποίος προέρχεται από μία πάρα πολύ φτωχή οικογένεια, αλλά δεν έχει γνωρίσει πατέρα. Παρά τα αυτά, ήδη στα 42 του χρόνια, έχει χτίσει δύο σπίτι. Αυτό σημαίνει ότι έχει διευτεί πάρα πολύ δυστυχία. Πιστεύει στην πρόοδο. Πρώτα απ' όλα, λατρέται τη γυναίκα του. Δηλαδή, αυτό που θέλει να δίνει τη γυναίκα του καλά, είναι όμορφη. Τι να κάνουμε. Εκεί κάνει παραχώρηση. Στα παιδιά του δεν κάνει καμία παραχώρηση. Τα παιδιά του πρέπει να είναι άριστοι στο σχολείο και άριστοι και στη δουλεία. Λοιπόν, το προπαρτωτικό αμάρτημα είναι ότι έχει την απέτειξη αυτή. Δηλαδή, από το μεγάλο, το πρωτό τοπογιώτητο. Και να είναι πρώτος, που είναι πρώτος ο μεγάλος γέρος, στο σχολείο. Και να θέλει να πει στο καφενείο. Μα είναι δυνατό να δάχει και δουλεία. Το απαιτεί. Και εκεί, αποτελχάνει. Αλλά μπορούμε να πούμε ότι αυτός είναι... Ναι, και εμένα και η άποψη μου, πιστεύω στην αριστεία. Αλλά πιστεύω και ότι η αριστεία έχει επιπτώσεις. Να δώσουμε ένα παράδειγμα. Έχω πει σε πάρα πολλούς ιατρικά γραφεία, παλιά, σε νοσοκομεία. Γιατί και να καπνίζουν, που ξέρω πάρα πολύ καλά, ότι τι σημαίνει το καπνίσμα. Ναι, γιατί γιατρός για να γίνεις, έχεις πολύ παιδεύτη. Έχεις πολύ διαβάσει, έχεις πολύ κουραστεί, έχεις ξενιχτήσει πάνω από το βιβλίο. Έχεις περάσει πάρα πολλές εξετάσεις. Είναι δύσκολη. Η ζωή είναι δύσκολη και η αριστεία. Ναι, σπουδαίνει η αριστεία. Αλλά η αριστεία έχει πολλές φορές απαιτήσεις, που τους ανθρώπους το έχουμε δει. Έχετε δει μια ταινία, έχετε δοκιμασματική γηλέση, αυτόν τον πιανίστα που παίζει το τρίτο κονσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ, ο οποίος τρελένται στο τέλος. Τρελένται από την ίδια του την αριστεία. Ναι, η κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την αριστεία. Χρειάζεται ο πιανίστας αυτός να παίζει, είναι ένας σπουδαίος πιανίστας, να παίξει αυτό το πιανό έτσι όπως το παίζει ο Υώρας. Αλλά δυστυχώς, η αριστεία πολλές φορές πρέπει να οδηγήσει στην τρέλα. Στην υποχειμένη περίπτωση. Ακείοδηγη. Δεν ξέρω αν απάντησα στο ερώτημα. Είναι δηλαδή και αυτήν η ιερμού, κατά κάποιον τρόπο δημοξιογνωμεί ο Αριστούχος Τανάσης. Ο Αριστούχος Τανάσης είναι πρώτα απ' όλα ένας... Καλά, είναι πρώτα απ' όλα ένας επαναστατημένος άνθρωπος. Και μετά πάει αλληλούδη, τελείως. Παριστεύει σε άλλους τογμήσεις. Ο Τανάσης είναι ένας Αριστούχος, ο οποίος όμως μέλη πρόκειται... Καλά, πρώτα απ' όλα να παλέψει με τον πατέρα του. Να αντιδικήσει με τον πατέρα του. Στο τέλος να συμβασιλεύσει μαζί του, να συμβασιλεύσει με τον πατέρα και να τον διαδεχθεί. Αυτός είναι που θα διαδεχθεί τον πατέρα. Ο μεγάλος ο Απνάσης θα τον διαδεχθεί. Αυτός είναι ο διαδοκός, το πρωτότοκος. Είναι πάρα πολύ ωραία κίνηση και λίγο μετά από κάποιος πάνω του που γυρίζει και ο μικρός... Όπως ο Άσος Τεσιός. Ναι. Και μου κούσετε να ρωτήσετε... Μάνε, κάποια στιγμή όταν ο πατέρας διώχνει απ' το καφενείο ένα μπελάτι... και ρίχνει κάτω τα προσελάνινα σελβίτσα του καφέ... και λέει ο μεγάλος αδελφός για τον πατέρα... Άρχοντας ο πατέρας μας. Ο μικρός δεν απαντάει. Μετά από λίγο όμως περνάει λίγο σιγώτα και του λέει... Του λέει ο βασιλιάς ο πατέρας. Δεν άρχοντας, είναι ο βασιλιάς. Και εσύ είσαι ο γιος του. Και εσύ είσαι και εσύ ο γιος του. Δηλαδή σαν να λέει εσύ είσαι ο διάδοχος του βασιλιά. Ο μικρός το έχει δει ήδη αυτό. Γιατί ο μεγάλος το βλέπουμε σιγά σιγά... ενώ στην αρχή είναι επαναστατημένος... μετά αργότερα καθώς μεγαλώσει... θα αρχίσει να πινει ούζα με τον πατέρα στο καφενήν. Το βλέπουμε ότι πρόκειται να τον διαδεχθεί. Δεν υπάρχει μέσα στο βιβλίο του. Υπαινίσσεται όμως στο βιβλίο του να τον διαδεχθεί. Καλή και λέει και σε κάποιον σημείο... να λέει ότι εσύ θα φύγεις. Εσύ είσαι επαναστικός, του λέει το μικρό. Εγώ θα μείνω εδώ. Εγώ αυτό το τόπο θα τον διαφεδέψω. Το σπίτι και τον τόπο θα τον διαφεδέψω εγώ. Λέει ο επαναστατημένος Θανάσης. Ο επαναστάτης Θανάσης. Σύνδεχνε σε τίποτε. Σε έναν πραστικό τίποτα. Και το βιβλίο έχει ένα συγκλονιστικό τέλος. Δεν θέλω να πω πρισσότερα. Να μην χαλάσω την εναναστατική προσδοκία για όσους δεν το έχουν διαβάσει. Έχει ένα συγκλονιστικό τέλος πραγματικά. Παρόλο που ηλικιακά τελειώνει πόσο, είναι γύρω στα 20... Είναι 20 ο μεγάλος και 17 ο μικρός. Πολύ νωρίς, αλλά παρόλα αυτά έχει ένα τέλος συγκλονιστικό. Νομίζω ότι είναι από τους καλύτερους... όπως μας χαρακτηρίζει ο επιλόγου στο τελευταίο κυφάλαιο που έχω διαβάσει... έτσι τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό μισθόν. Ευχαριστώ. Ένα μισθό συγχείο για το αριόφωνο τότε, εκεί που βλέπετε τα τραγούδια. Ναι. Δίνεται αυτό το κλίμα όλης της μέρας που ακουγόταν κάποιο αριόφωνο. Και μαζί με κάποια στιγμή λέω ότι όλα τα σπίτια είχαν μετά σιγά σιγά πέναιξαν από τον δρόμο... και ακούει στην ίδια εκπομπή, αυτό ότι πήγαινε και τις εκπομπές. Στο 16 Αγώ ακούγανε λαϊκά τραγούδια όλοι από το ένα πρόγραμμα. Δεν πήγαινε παπά, δύο πρόγραμμα πήγαινε. Το κρατικό και το ενόπλου δυνάμου είχαν πήγαινε. Αυτό είναι... Θέλω να πω ότι δεν περιγράφεται όμως τα συναισθήματα του... δηλαδή εμένα προσωπικά μου προκαλούσε κατάθλιψη αυτό το πράγμα. Αλήθεια. Όλη την ημέρα πωγούναρες και ο ένας και ο άλλος να κλαίνε και να τραγουδάνε μελωδικά... ή εκεί κατζάπα ας πούμε και τα λοιπά. Δεν ξέρω... Ήστερα από κάποια από τα πέντε ή τα έξι μου ας πούμε ένιωσταν κατάθλιψη. Δεν ήθελα να πω... να πει ό,τι δεν μπορούσε. Ωραία. Αυτό το καταλαμβάνω. Θέλω να πείτε πως αισθανόσαστε διαβάζοντας και αυτά τα πράγματα... από σακούλου. Και αν τώρα αυτή η ίδια κατάθλιψη... Και η ίδια στο παιχνίδιό. Όχι. Γιατί η ίδια η ίδια... Πολύ ευχαριστούμε. Τα παιχνικά είχανε ζόρια όπως το περιγράφεται. Αλλά είχανε τέτοια ζωντανιά και τέτοια... Παίξαμε πάρα πολύ. Θα σας πω κάτι. Έχουν αλλάξει οι καιροί πολύ και δεν το ξέρουνε οι πολλοί πως έχουν αλλάξει. Μες μεγαλύτεροι το ξέρουν. Τότε, αν ήσουν 14 χρόνια και φορούσες μακριά παντελόνια... Το φορούσες μακριά παντελόνια. Δεν τα έβγαλες ποτέ. Ούτε στην εκδομή επιτρεπόταν να φορασκόντω παντελόνια. Ποτέ. Ήταν μια εποχή... Αυστηρή. Πολύ. Περιγράφεται και αυτό λίγο. Αλλά περιγράφεται και η εφορία στις δεκαετίες του 60 που αρχίζει. Θέλω να πω ότι... Καντεβδύθη μια προσπάθεια... Μέσα από τις ηλεκτρικές συσκευές... Δεν λέω κοιτάξτε να έχουν τώρα ας πούμε ψυγείο ή ηλεκτρική κουζίνα. Να δείξω αυτή την... Σιγά σιγά πως κτίζεται. Πως αρχίζει η... Σιγά σιγά η ευμάρια. Στις οικογένειες. Αλλά και κάτι άλλο θέλω να πω... Και αυτό είναι για μένα το πιο σημαντικό. Ότι ο Θανάσης... Δεν είναι εύκολος καθόλου. Χαρακτήρες. Διαβάζει μάσκα μασκούλα... Πολύ δεν τους δίνει σημασία. Φτάνει στη μέση το... Και πετάει. Δεν κάθεται να δει τι θα γίνει στο τέλος. Φτάνει στο τέλος.