Διάλεξη 7: Υπόσχεσαι, Ιησού Χριστιανό, να δώσεις λόγο για τα πρώτα συγγραφή της μεταποστολικής περίοδος. Ξεκινήσαμε, στο προηγούμενο μάθημα, να κάνουμε λόγο για τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς της λεγόμενης μεταποστολικής περίοδου, που είπαμε ότι ονομάζονται Αποστολικοί Πατέρες. Είναι, όπως είπαμε, μια ομάδα συγγραφέων και κειμένων, επώνυμων και ανώνυμων κειμένων, για τα οποία βεβαίως εγείρονται διάφορα ζητήματα ως προς την αυθεντικότητά τους, σε σχέση με τα κείμενα τα οποία μας παραδίδονται επωνύμως, όπως είναι το ζήτημα της αυθεντικότητας της λεγόμενης επιστολής Βαρνάβα, για την οποία μιλήσαμε στο προηγούμενο μάθημα, ή της δεύτερης επιστολής του κλίμεντος Ρώμης, που είπαμε ότι παραδόθηκε στη χειρόγραφη παράδοση, μαζί με την πρώτη επιστολή, και επειδή έχει το περιεχόμενό της αφορά στην εκκλησία της Κορίνθου, θεωρήθηκε ότι και αυτή ανήκει στον κλίμεντα Ρώμης, ενώ έχει άλλα στοιχεία και γνωστικίζοντα στοιχεία από πλευράς διδασκαλίας. Ο Πιμίν του Ερμάν, ναι, δυστυχώς υπάρχει ένα πρόβλημα με την τοποθέτηση του προτζέκτορα. Θα μιλήσουμε τώρα, θα σας πω ακριβώς τι έχουμε. Και μέχρι τώρα αναφερθήκαμε στις επιστολές του κλίμεντα Ρώμης, στις δύο αυτές φερόμενες επιστολές, στην επιστολή του Βαρνάβα. Το τρίτο έργο στο οποίο θα αναφερθούμε είναι ο Πιμένας του Ερμά, ή Πιμίν του Ερμά. Ο Ερμάς είναι ένας ιστορικός πρόσωπος, ένας χριστιανός, ο οποίος ζει στην Ρώμη, στην ευρύτερη περιοχή της Ρώμης και είναι ένα πρόσωπο το οποίο εμφανίζει στοιχεία προφητικού χαρίσματος. Όπως φαίνεται από το κείμενο αυτό, από τον Πιμένα του Ερμά, το οποίο ιδιαίτερα διακρίνεται για τον αποκαλυπτικό του χαρακτήρα. Ο ίδιος ο Ερμάς, στο κείμενο αυτό το οποίο μας έχει διασωθεί, ένα με τριασυκτάσεως κείμενο στον Πιμένα, δίνει αυτοβιογραφικές πληροφορίες, μας δίνει κάποιες αυτοβιογραφικές πληροφορίες που μπορούμε να, από τα στοιχεία τα οποία μας δίνει, να συμπεράνουμε αφενός με τον χρόνο, να προσδιορίσουμε τον χρόνο ακμής του, που τον προσδιορίζουμε μεταξύ του 90 και του 140 μετά Χριστόν, δηλαδή στο πρώτο μισό του δεύτερου αιώνα. Επίσης, ένα σημαντικό γεγονός είναι ότι ο Ερμάς εμφανίζεται ως δούλος μιας χριστιανής γυναίκας, η οποία στη συνέχεια τον απελευθερώνει, της Ρόδης, η οποία είναι ένα από τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, θα μπορούσαμε να πούμε, μέσα στο κείμενο αυτό στον Πιμένα του Ερμά. Σας είπα ότι είναι ένα κείμενο με ευρύ αποκαλυπτικό χαρακτήρα, όπως θα δούμε, και κυρίως ένα κείμενο προφητικό και ένα κείμενο μέσω του οποίου γίνεται κήρυγμα μετανείας. Διατυπώνονται στοιχεία τα οποία αφορούν στη μετάνοια των προσερχομένων στον χριστιανισμό. Το περιεχόμενό του είναι επικύλο, όπως βλέπετε από εδώ. Είναι ένα κήρυγμα μετανείας, όπως είπαμε, το οποίο δομικά αποτελείται από πέντε οράσεις. Το αποκαλυπτικό περιεχόμενο αποκαλύπτεται η Ρόδη, η οποία έχει αποβιώσει, η κυρία του Ερμά δηλαδή, η Χριστιανία αυτή γυναίκα, η οποία, όπως είπαμε, πρωταγωνιστεί σε κάποια σημεία του έργου αυτό. Από 12 εντολές που έχουν κυρίως ηθικό χαρακτήρα και το ηθικολογικό στοιχείο είναι έντονο στο κείμενο αυτό, και από 10 παραβολές. Υπάρχει, λοιπόν, μια ποικιλία, θα μπορούσαμε να πούμε, στοιχείων μέσα στο έργο αυτό. Και το σημαντικότερο είναι ότι πρωταγωνιστεί, όπως είπαμε, η Ρόδη, η οποία εν συνεχεία αντικαθίσταται από μια γυναικεία μορφή, η οποία είναι η ίδια η εκκλησία. Η ίδια η εκκλησία, η οποία εμφανίζεται στις οράσεις αυτές και μάλιστα χαρακτηρίζεται μέσα από διάφορα σχήματα, όπως αυτά προκύπτουν στις παραβολές του κειμένου αυτού. Και το τρίτο πρόσωπο, θα μπορούσαμε να πούμε, που πρωταγωνιστεί στο κείμενο αυτό είναι ένας άγγελος, ο οποίος εμφανίζεται με τη μορφή ενός πειμένα, ενός βοσκού. Και γι' αυτό το κείμενο αυτό, ονομάστηκε το έργο αυτό, έλαβε την ονομασία τον τίτλο Οπιμίν του Ερμά. Και είναι μέσα από αυτό του αγγέλου που είναι φορέας όλων αυτών των αποκαλυπτικών στοιχείων, της αποκαλυπτικής αυτής διδασκαλίας. Είπαμε ότι υπερτερούν στο κείμενο αυτό τα διάφορα ηθικά παραγγέλματα προς τους χριστιανούς. Γενικά όμως αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η ηθική, το ηθικό πλαίσιο εντολών του πειμένους του Ερμά είναι αρκετά ελαστικό. Δεν είναι αυστηρό. Προσδιορίζεται από κάποια επίπεδα θα μπορούσαμε να πούμε. Θεωρούνται αξιέπαινοι αυτοί οι οποίοι θα φτάσουν να επιτύχουν τις ηθικές αυτές εντολές. Θεωρούνται πρόσωπα των οποίων θα πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα η ζωή τους αυτοί οι χριστιανοί οι οποίοι θα υπερβούν αυτές τις εντολές αλλά και αυτοί οι οποίοι δεν θα μπορέσουν να κατορθώσουν να επιτύχουν τις ηθικές αυτές εντολές. Επίσης γι' αυτούς ο Ερμάς σημειώνει ότι υπάρχει το κήρυγμα της μετανείας, υπάρχει το πλαίσιο της μετανείας μέσα στον χριστιανισμό εντός του οποίου γίνονται δεκτά ακόμη και τα πρόσωπα αυτά τα οποία δεν θα επιτύχουν την εκτέλεση όλων αυτών των εντολών. Το στοιχείο των παραβολών είπαμε ότι εμφανίζεται και ως προς την εκκλησία, η εκκλησία εμφανίζεται μέσα στις παραβολές αυτές με διάφορες εικόνες. Μία είναι η εικόνα της ως ενός δένδρο, ως μιας ητιάς κάτω από τα κλαδιά του οποίου προφυλάσσονται και συγκεντρώνονται οι χριστιανοί, τα μέλη της εκκλησίας. Εμφανίζεται επίσης ως ένας πύργος ο οποίος είναι οικοδομημένος πάνω σε μια στέρεη πέτρα, σε ένα στέρεο βράχο και μάλιστα ο πύργος αυτός τοποθετείται στο οροπέδιο της Αρκαδίας που είναι ένα στοιχείο ιδιαίτερα προσδιοριστικό πιθανόν για την καταγωγή του ερμά από την περιοχή της Αρκαδίας. Και μάλιστα σημειώνεται ότι κατά την κατασκευή αυτού του πύργου λατωμούνται οι πέτρες, λιένονται ή εν πάση περιπτώσει δέχονται μια επεξεργασία αυτές οι πέτρες οι οποίες χρησιμοποιούνται για την κατασκευή αυτού του πύργου από τον ίδιο τον Χριστό και οι πέτρες φυσικά με τις οποίες κατασκευάζεται αυτός ο πύργος είναι οι ίδιοι οι Χριστιανοί και αρκετές άλλες εικόνες. Το στοιχείο το οποίο είπαμε είναι έντονο στο κείμενο αυτός, στον πειμένα του Ερμά είναι οι ηθικές εντολές γι' αυτό μιλούμε για μια έντονη ηθικολογία η οποία εκφράζεται μέσα από καταλόγους αρετών και κακιών οι οποίοι μάλιστα εμφανίζονται και προσωποποιημένοι. Οι αρετές εμφανίζονται, παίρνουν τη μορφή κάποιων παρθένων γυναικών ενώ οι κακίες, τα πάθη δηλαδή λαμβάνουν τη μορφή μαυροφορεμένων γυναικών, προσωποποιούνται μέσα από αυτές τις γυναίκες. Είναι δηλαδή ένα στοιχείο το οποίο προσλαμβάνει ο Ερμάς από την προσωποποίηση των διαφόρων αρετών ή ακόμη και των πόλεων που είναι ιδιαίτερα έντονοι στην ιστεριαρχαιότητα, ιδιαίτερα στην ρωμαϊκή περίοδο. Ιδιαίτερα επιμένει στο ζήτημα του πλούτου ο Ερμάς. Ο ίδιος, όπως είπαμε, ήταν δούλος, επομένως δεν κατήχε περιουσία. Η Ρόδη όμως, η οποία είπαμε πρωταγωνιστή στο κείμενο αυτό, είναι ένα πρόσωπο το οποίο κατήχε πλούτο. Εδώ βέβαια το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι τονίζει ιδιαίτερα ο Ερμάς ότι ο πλούτος είναι εμπόδιο για την ηθική τελείωση των Χριστιανών και σας έχω εδώ σημειώσει και ένα σχετικό, πολύ χαρακτηριστικό παράθεμα από το κείμενό του «Όται πλούτης άχρηστος εις, νυν δε εύχρηστος εις και οφέλημος τη ζωή». Δηλαδή άχρηστος πνευματικά το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται το παράγγελμα αυτό που εμφανίζεται να έχει έναν πρότερο βίο μέσα στον πλούτο. Ωστόσο, εν υπάρχει στο κείμενο του Πιμένα του Ερμά και το ζήτημα της χρήσεως του πλούτου και της διαχείρισης του πλούτου από τους Χριστιανούς, δηλαδή της οικονομίας του πλούτου, της διαχείρισης, όπως ακριβώς εμφανίζεται αργότερα με πιο συστηματικό τρόπο τον 4ο αιώνα στο έργα του Μεγάλου Βασιλείου θα δούμε, όπου εκεί ο Μέγας Βασίλειος συστηματικά αναφέρεται στην χρήση του πλούτου από τους Χριστιανούς και τους χαρακτηρίζει ως οικονόμους θεού. Κατά κάποιο τρόπο αυτό το στοιχείο το συναντούμε και εδώ σε μια πρώτη σπερματική μορφή και στον Ερμά, δηλαδή και σε αυτό το ζήτημα της κτίσεως πλούτου, ο Ερμάς εμφανίζει μια ελαστικότητα ως προς το στοιχείο, αυτό είπαμε, της διαχείρισης και της οικονομίας προς ωφέλεια της κοινότητας. Εκείνο όμως το οποίο θα πρέπει ιδιαίτερα να πούμε και να κλείσουμε με το ζήτημα αυτό είναι ότι τελικά όλη αυτή η βαρύτητα την οποία ρίχνει στην δίδη στις ηθικές εντολές ο Ερμάς, λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο εις βάρος της θεολογίας του κείμενου. Το κείμενο δεν χαρακτηρίζεται για θεολογική ακρίβεια, όπως και πολλά άλλα κείμενα θα δούμε αυτής της πρόημης περιόδου, θα μιλήσουμε σε λίγο και για τον Ιουστίνο, στους απολογητές που είναι η κατεξοχή θα μπορούσαμε να πούμε θεολόγοι στο πλαίσιο της απολογητικής της πρώτης αυτής περιόδου, όπου και εκεί συναντούμε διάφορα θεολογικά προβλήματα. Έτσι, λοιπόν, δεν μας ξενίζει το γεγονός ότι και στο κείμενο αυτό, στον Πιμένα του Ερμά, έχουμε μία βασική τριαδολογική αστοχία. Είπαμε ότι η πρώτη αυτή περίοδος, ως και τον 4ο αιώνα, είναι η περίοδος της διαμόρφωσης του τριαδολογικού κατακύριων λόγοδόγματος. Υπάρχουν και τα συζητήματα, τα παρελκόμενα θέματα της χριστολογίας και της πνευματολογίας, αλλά κατά βάση, εκείνο το ζήτημα το οποίο απασχολεί τους συγγραφείς, τους χριστιανούς συγγραφείς αυτής της περιόδου, είναι η τριαδικότητα του Θεού, τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Εδώ λοιπόν βλέπετε ότι, σχηματικά σας το έχω σημειώσει εδώ πέρα, δεν γίνεται επ' ακριβώς λόγος για Αγία Τριάδα, αλλά γίνεται αναφορά σε μία πρώτη διάδα στον Θεό και στο Πνεύμα, εκ των οποίων δύο αυτών προσώπων μπορούμε να πούμε ότι τελικά διατυπώνεται η αναφορά, ότι τελικά επέρχεται η ενανθρώπιση του πνεύματος, η έλευση του μέσα στον κόσμο και έτσι διαμορφώνεται το άλλο πρόσωπο, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που είναι ο Υιός. Αυτό ως μία ενδεικτική αναφορά για τα ζητήματα της θεολογίας αυτών των προημών κειμένων, όχι όλων των κειμένων, αλλά πολλών από τα κείμενα αυτά τα οποία θα εξετάσουμε σε αυτή την πρώτη περίοδο. Ο σημαντικότερος ίσως από τους Αποστολικούς Πατέρες και ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του κύκλου των Αποστολικών Πατέρων είναι ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος ή Ιγνάτιος Αντιοχίας, Ιγνάτιος Επίσκοπος Αντιοχίας. Είναι μια πάρα πολύ σημαντική μορφή που κατέστη γνωστός μέσα από τις σωζόμενες επιστολές του, ένα πλήθος επιστολών που μας παραδίδονται με το όνομα του Ιγνατίου, από τις οποίες σήμερα η έρευνα έχει καταλήξει ότι μόνον επτά είναι αυθεντικές επιστολές του Ιγνατίου. Το συμπέρασμα αυτό προέρχεται και από την έρευνα στη χειρόγραφή παράδοση και στις πρόημες πηγές που χρησιμοποιούν το έργο του Ιγνατίου και γνωρίζουν επομένως σε ένα πολύ προημό στάδιο ποιες είναι οι επιστολές του Ιφίσταντο. Είπαμε ότι αιτήθετο το ζήτημα πολύ πρόημα της ψευδεπιγραφίας. Το φαινόμενο της ανονιμογραφίας και της ψευδεπιγραφίας σας ανέφερα σε προηγούμενο μάθημα ότι είναι εξαιρετικά σύνηθες και υιοθετείται από τον εξωχριστιανικό κόσμο. Και για τον Ιγνάτιο, κυρίως από τα κείμενά του, γιατί αν δεν είχαμε τα κείμενά του θα γνωρίζαμε ελάχιστα πράγματα για τον Ιγνάτιο. Ίσως μόνο το όνομά του θα καταγραφόταν στους καταλόγους των επισκόπων της αντιοχίας που έχουν συμπεριληφθεί στην εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου. Δεν θα είχαμε καμιά άλλη πληροφορία. Εάν δεν προέκυπτε όλη αυτή η μεγάλη περιπέτειά του, η οποία κατέληξε τελικά στο μαρτύριό του το 113 μετά Χριστόν και εξαιτίας αυτής της σύλληψης από τον αυτοκράτορα Τραγιανό και της πορείας του, της μαρτυρικής πορείας του προς τη Ρώμη, κατέστη γνωστός ο Ιγνάτιος μέσα από αυτές τις πολύ σημαντικές πραγματικά επιστολές του. Και θα δούμε, έχω επιλέξει κάποια αποσπάσματα, για να δούμε το ίδιο το κείμενο αυτών των επιστολών, γιατί τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτή την εκκληκτική, θα μπορούσαμε να πούμε, ζωντανία και την θεολογία που έχουν τα κείμενα αυτά του Ιγνατίου. Ζει λοιπόν στην Αντιόχεια της Συρίας ο Ιγνάτιος, συλλαμβάνεται ως επίσκοπος της πόλεως. Υπάρχουν πρόημες παραδόσεις που αφορούν στο ζήτημα της προσωνημίας του ως Θεοφόρου, που τον συσχετίζουν με τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ή και με τον ίδιο τον Χριστό, που ασφαλώς είναι παραδόσεις. Ο Ιγνάτιος, ο χρόνος ζωής του προσδιορίζεται μεταξύ του 50 και του 113 μετά Χριστό. Και συλλαμβάνεται λοιπόν κατά την έλευση στην Ανατολή του Τραϊανού, ο οποίος θέλει να πλήξει τον Χριστιανισμό, την Εκκλησία, η οποία εμφανίζει μια πρώτη άνθηση, μια ανάπτυξη στην περίοδο αυτή. Αφετέρου δεν προσφέρει ένα σημαντικό πρόσωπο θυσία στην θεά Ρώμη, δηλαδή στην πόλη η οποία έχει προσωποποιηθεί και έχει αναχθεί σε θεότητα. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οδηγείται πεζή, δηλαδή με τα πόδια θα δούμε την πορεία την οποία ακολούθησε. Το καλύτερο μέρος της πορείας του προς τη Ρώμη ο Ιγνάτιος το διένυσε πεζή και όχι με πλοίο. Και μαρτυρεί τελικά, όπως είπαμε, στην Ρώμη το 113 μετά Χριστό. Ο ίδιος μας δίνει στις επιστολές του αρκετές πληροφορίες. Μιλάει για το τάγμα των Λεοπαρδάλεων, οι οποίοι τον συνόδευαν. Ήταν ένα ιδιαίτερο τάγμα εξαιρετικά σκληρών ως προς την εκπαίδευσή τους και την συμπεριφορά τους Ρωμαίων στρατιωτικών. Αυτοί τον συνοδεύουν σε όλη αυτή την πορεία και βέβαια αυτή η πορεία μέσα από τις πόλεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ίσως είναι καλό να δούμε πρώτα το κείμενο και τον πίνακα και θα ξαναγυρίσουμε. Βλέπετε ότι ξεκινάει από την Αντιόχεια, εδώ πέρα, της Συρίας και διανύει την Μικρά Ασία, όλες τις βασικές πόλεις της Μικράς Ασίας όπου υπήρχαν χριστιανικές κοινότες γιατί η αποστολή, η μετάβασή του με τα πόδια στη Ρώμη αποσκοπούσε ακριβώς το να εκφοβήσει τους χριστιανούς των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων και ιδιαίτερα της Δυτικής Μικράς Ασίας όπου είχαμε ιδιαίτερη έξαρση του φαινομένου της δημιουργίας νέων εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Διανύει λοιπόν όλη την απόσταση αυτή, βλέπετε, ως τους Φιλίππους εδώ της Μακεδονίας. Αυτή είναι η γνωστή διαδρομή που προκύπτει μέσα από τα κείμενα και από τα στοιχεία, τα άλλα που μας έχουν διασωθεί και ο Πολύκαρπος Μύρνης, όπως θα δούμε, αλλά και άλλοι μετά χριστιανείς συγγραφείς μιλούν αναφέροντας τον Ιγνάτιο και υπάρχει και το μαρτύριό του και από εκεί και μετά υπάρχει μία πορεία την οποίαν πιθανολογούμε, φθάνει δηλαδή στην Ανθήπολη, στην Θεσσαλονίκη και στη Βέρεια. Είναι η γνωστή διαδρομή η οποία καταλήγει στη Νικόπολη από όπου μετά με πλοίο φθάνει τελικά στη Ρώμη, όπου όπως είπαμε και μαρτυρεί. Αυτή είναι η μαρτυρική πορεία του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου και είπαμε ότι υπαγορεύθηκε αυτή η πορεία από την σκοπιμότητα της τρομοκρατήσεως και της μειώσεως του ενθουσιαστικού φρονήματος, το οποίο διακατήχε τους χριστιανούς σε αυτή την πρώτη περίοδο. Η έλευση του από τις κοινότητες αυτές, από τις πόλεις αυτές και από τις κοινότητες της χριστιανικές υπήρξε ένα πάρα πολύ σημαντικό γεγονός. Αυτό προκύπτει αφενός με ένα από τις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ο Ιγνάτιος στις επιστολές του, αφετέρου δε από το γεγονός ότι επηρέασε η παρουσία του αυτή, επηρέασε ακόμη η έλευση του από τις πόλεις αυτές, επηρέασε ακόμη και μη χριστιανούς, εθνικούς δηλαδή συγγραφής, όπως είναι ο γνωστός συγγραφέας ο Λουκιανός, που συγγράφει ένα κείμενο το οποίο το ονομάζει «περί της Περεγρίνου Τελευτής». Συγγράφει ένα λογοτεχνικό θα μπορούσαμε να πούμε κείμενο «περί της Περεγρίνου Τελευτής». Ο Περεγρίνος, προσέξτε «περεγρίνος» είναι εξελινισμένη μία ρωμαϊκή λέξη, «πελεγκρίνους» σημαίνει «προσκυνητής» και έτσι συνήθως αποκαλούσαν τους χριστιανούς. Ο Περεγρίνος λοιπόν που εμφανίζεται στο έργο αυτό του Λουκιανού ως ένας κοινικός φιλόσοφος, ασπάζεται το χριστιανισμό, συλλαμβάνεται αργότερα στην Ανατολή και εκεί τον επισκέπτονται πολλοί χριστιανοί βρισκόμενος στη φυλακή, πολλοί χριστιανοί από διάφορες κοινότητες, χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής και τελικά η κατάληξη αυτού του έργου είναι ότι αυτός ο πρώην κοινικός φιλόσοφος που ασπάστηκε το χριστιανισμό, τελικά αυτοπυρπολείται. Αυτό ακριβώς το στοιχείο της αυτοπυρπόλησης, μας δίνει περίπου θα μπορούσαμε να πούμε, ερμηνεύει κατά κάποιο τρόπο, την αντίληψη που είχαν οι εθνικοί για το χριστιανικό μαρτύριο. Το χριστιανικό μαρτύριο δηλαδή θεωρούνταν ως μια αυτοκτονία. Αυτό θέλει να δηλώσει μέσα από την υιοθέτηση αυτού του στοιχείου της αυτοπυρπόλησης που χρησιμοποιεί ο Λουκιανός. Είπαμε λοιπόν ότι το σημαντικότερο έργο του Ιγνατίου είναι αυτές οι επτά επιστολές του, τις οποίες χωρίζουμε, θα μπορούσαμε να πούμε, σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ομάδα είναι η ομάδα τριών επιστολών του, τις οποίες έστειλε από την Σμύρνη. Είναι ο πρώτος σταθμός του στην Μικρά Ασία. Στην εκκλησία της Μύρνης γνωρίζουμε ότι υπήρχε μια ακμάζουσα χριστιανική κοινότητα και εκεί τον επισκέφτηκαν αντιπρόσωποι από τις εκκλησίες της Εφέσου, της Μαγνησίας, της ευρύτερης περιοχής και των Τράλεων και στους εκπροσώπους αυτούς συνέγραψε και καθολικές εγκυκλίους επιστολές, τις οποίες αποστέλνει στις τρεις αυτές εκκλησιαστικές κοινότητες προς Εφεσίους, προς Μαγνησίες και προς Τραλιανούς. Οι άλλες τρεις συγγράφονται από την Τροάδα που είναι ο τελευταίος σταθμός του Ιγνατίου στην Μικρά Ασία, γνωρίζουμε ότι η διάβαση των ανθρώπων εκείνης της περιόδου, της εποχής το βλέπουμε από τις πράξεις των Αποστόλων, από την περιοδία του Παύλου. Ο Παύλος βρίσκεται στην Τροάδα όπου δέχεται το όραμα από τον Μακεδόνα ο οποίος τον καλεί και του λέει «διαβάσεις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν». Έτσι λοιπόν, ευρισκόμενος στην Τροάδα και ενώ προετοιμάζεται το ταξίδι προς την Μακεδονία, εκεί συντάσσει τις άλλες τρεις επιστολές που έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, προς Φιλαδελφείς προς Μυρνέους είναι η Χριστιανή της Μύρνης που τον είχα φιλοξενήσει, όπου είχε ήδη τελειώσει ο διωγμός και γι' αυτό και το περιεχόμενό τους δεν είναι ακριβώς το ίδιο και τα θέματα τα οποία θύγονται δεν είναι ακριβώς τα ίδια και μια προσωπική επιστολή προς τον Πολύκαρπος Μύρνης που ήταν ο επίσκοπος της πόλεως ο οποίος τον φιλοξένησε ένας σημαντικός άγιος και μάρτυρας επίσης της εκκλησίας ο Άγιος Πολύκαρπος Μύρνης για τον οποίον θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Ναι, είναι ο Άγιος Πολύκαρπος Μύρνης θα δούμε ότι εντάσσεται εκτός από μάρτυρας της εκκλησίας εντάσσεται και στον κύκλο των Αποστολικών Πατέρων γιατί μας έχει σωθεί επίσης μία επιστολή του Πολυκαρπος Μύρνης. Κυρίως υπάρχει και μία τελευταία επιστολή, η 7η επιστολή που συντάσσεται επίσης από τη Μύρνη και στέλνεται στους Χριστιανούς της Ρώμης. Είναι η προς Ρωμαίους επιστολή μία πάρα πολύ σημαντική η οποία δεν σχετίζεται θεματολογικά με τις δύο προηγούμενες ομάδες, τις δύο προηγούμενες τριάδες επιστολών του αλλά θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ότι είναι η θεολογία του μαρτυρίου πριν από το μαρτύριο. Δηλαδή, τον Ιγνάτιο εδώ πέρα τον απασχολεί ένα πολύ σημαντικό θέμα το οποίο είναι οι προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν προβεβλημένα πρόσωπα στη ρωμαϊκή κοινωνία και μονήκαν στις χριστιανικές κοινότες της Ρώμης να μεσολαβίσουν στις ρωμαϊκές αρχές για να μην μαρτυρήσει ο Ιγνάτιος. Για να αναιρεθεί η απόφαση του μαρτυρικού του θανάτου. Και σας είπα ότι είναι πολύ σημαντική θα δούμε ένα απόσπασμα γιατί προσπαθεί να τους πείσει να σταματήσουν να ενεργούν για την αθώωσή του. Και ο ίδιος αποδέχεται το μαρτύριο ως μία πράξη της απόλυτης πνευματικής τελείωσης και της απόλυτης ένωσης με τον Θεό. Για αυτό και θα δούμε ότι χρησιμοποιεί πολύ έντονες εικόνες λογοτεχνικά σχήματα και εικόνες στην επιστολή του αυτή. Ακριβώς επαναλαμβάνω ένα μνημιώδες κείμενο μέσα από το οποίο εκφράζεται η θεολογία του μαρτυρίου σε αυτή την πρόημη περίοδο. Ως προς το περιεχόμενό τους, οι δύο επιστολές, οι δύο ενότητες, οι δύο προηγούμενες τριάδες διαφοροποιούνται ως προς το περιεχόμενό τους. Εδώ το βασικό ζήτημα είναι η εγχριστώ ενότητα, η εκκλησιαστική ενότητα, η οποία διαταράχθει σε αρκετές εκκλησίες της Ασίας, κυρίως μέσω της παρησφρύσεως των Ερέσεων και στην δεύτερη ενότητα επίσης ζητήματα αντιμετωπίσεως των Ερέσεων στις κοινότητες της Μικράς Ασίας. Το πρώτο λοιπόν ζήτημα στην θεολογία του Αγίου Ιγνατίου, του Θεοφόρου, είναι η εκκλησιαστική ενότητα η οποία είναι δομημένη εχριστώ. Το κέντρο της εκκλησιαστικής ενότητας είναι το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό το στοιχείο αναπτύσσει ο ίδιος σε τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι η ενότητα, για να τονίσει την εκκλησιαστική ενότητα, η ενότητα η οποία υπάρχει εντός της σφαίρας των προσώπων της Αγίας Τριάδος, η ενδοτριαδική ενότητα δηλαδή. Είναι το πρώτο βασικό ζήτημα το οποίο θύγει ο Ιγνάτιος στις επιστολές του. Το δεύτερο είναι η ενότητα η οποία υπάρχει μέσα στην εκκλησία, μέσα στη νέα κοινωνία, η οποία δημιουργείται η ιδεατή ενότητα μεταξύ των προσώπων που απαρτίζουν και των διαφόρων τάξεων που απαρτίζουν τις τοπικές εκκλησίες. Και εδώ σας αναφέρω έτσι μια σημαντική φράση που χρησιμοποιεί για να καταδείξει την αρμονία μεταξύ των προισταμένων των εκκλησιαστικών κοινοτήτων που είναι οι επίσκοποι με τα υπόλοιπα μέλη της εκκλησίας ότι ούτως συνύρμοστε το επισκόπο, οι υπόλοιποι χριστιανοί, τα υπόλοιπα μέλη της εκκλησίας ως χορδέ-κυθάρα όπως είναι του μουσικού αυτού οργάνου της κυθάρας οι χορδές. Δεν μπορεί να υπάρχει το όργανο αυτό αν δεν υπάρχουν οι χορδές. Κατ' αυτόν τον τρόπο υπάρχει η απόλυτη ενότητα και ταύτιση μεταξύ των διαφόρων τάξεων μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Και το τρίτο επίπεδο είναι η ενότητα μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, επιμένει πάρα πολύ στο ζήτημα αυτό, η προσωπική ένωση δηλαδή των χριστιανών που διαβίουν μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες με τον Θεό. Αναπτύσσεται με πολύ διεξοδικό τρόπο και με τη χαρακτηριστική φράση που χρησιμοποιεί ο Ιγνάτιος επανειλημμένα σε 3-4 σημεία, το να επιτύχει κανείς τον Θεό, Θεού επιτυχεί. Είναι λοιπόν η εκκλησιαστική ζωή ένας αγώνας επιτεύξεως ακριβώς της ένωσης των μελών της εκκλησίας με τον Θεό. Στην δεύτερη τριάδα των επιστολών ιδιαίτερα τονίζει το ζήτημα της ενότητας με κέντρο τον επίσκοπο. Και εδώ πρέπει να σας αναφέρω ότι ένας από τους παλαιούς καθηγητές μας, ήταν δικός μου καθηγητής, τον θυμάμαι σαν τώρα να τον παρακολουθούμε στα έδρα του αμφιθεάτρου, ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζιζιούλας, που είναι ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους σήμερα στον χώρο της ορθόδοξης θεολογίας και διεθνώς με διεθνή ακτινοβολία, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα αυτό της εκκλησιαστικής ενότητας εν το επισκόπο. Είναι η διδακτορική του διατριβή, η οποία έχει επανεκδοθεί και κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια σε μια νέα έκδοση, η ενότης της εκκλησίας εν το επισκόπο. Η εκκλησία δεν μπορεί να υφίσταται μία εκκλησιαστική ενότητα, μία εκκλησία να υφίσταται ως ένα σύνολος μία κοινότητα, αν δεν ενώνεται από την παρουσία του επισκόπου. Και γι' αυτό υπάρχει η θεολογία αυτή της λατρείας, η οποία επικεντρώνεται στην παρουσία του επισκόπου, κυρίως μέσα από την έκφραση, από την υλοποίηση αυτής της ενότητας, η οποία δεν είναι καμία άλλη από την ίδια την ευχαριστιακή σύναξη. Δεν υφίσταται εκκλησία χωρίς ευχαριστιακή σύναξη, χωρίς να τελείται δηλαδή το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, που είναι το κορυφαίο μυστήριο, αυτό που ενώνει τα μέλη της εκκλησίας με τον ίδιο το Θεό και δεν μπορεί να επιτελεστεί αυτή η ευχαριστιακή σύναξη χωρίς την παρουσία του επισκόπου. Ο Ιγνάτιος τονίζει ότι ο επίσκοπος καθίσταται εις τύπων και τόπων Χριστού. Δηλαδή ο επίσκοπος είναι το πρόσωπο το οποίο έχει οριστεί να εκφράζει την παρουσία του ίδιου του Χριστού μέσα στις εκκλησιαστικές ενότητες. Και γι' αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό το ζήτημα αυτό της θεολογίας της εκκλησιαστικής ενότητας εν τω επισκόπου μέσα από την παρουσία τον επισκόπου που θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ σε αυτό το πρωίμο στάδιο είναι και οι πρεσβύτεροι επίσκοποι. Δεν είναι μόνον ο επίσκοπος όπως γνωρίζουμε στην τρίτη αυτή διάκριση που είπαμε ότι εμφανίζεται διαφοροποιημένη σε αυτό το πρώτο στάδιο τα δύο συστήματα διοικίσεως της εκκλησίας το μοναρχικό και το πρεσβυτεριακό σύστημα. Έτσι λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τον όρο επίσκοπος δεν δηλώνεται μόνον ο επίσκοπος όπως σήμερα τον γνωρίζουμε αλλά ακόμη και οι πρεσβύτεροι οι οποίοι επιτελούσαν το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Το τρίτο στοιχείο επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι μέσα από τις επιστολές του, στην δεύτερη ομάδα των επιστολών ο Ιγνάτιος καταπολεμεί τις διάφορες αιρέσεις οι οποίες είχαν ανεφύησαν στον χώρο το μικρασιατικό. Γνωρίζουμε ότι οι πρώτες αιρέσεις εμφανίζονται πότε, εμφανίζονται πάρα πολύ νωρίς, ήδη καταπολεμούνται μέσα στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Αν δούμε την προσκολασσαΐς επιστολή ή άλλες επιστολές βλέπουμε εκεί αγγελολατρεία, υιοθέτηση δηλαδή στοιχείων ή τον νοικολαϊτισμός, την προσεφεσίους, που είναι αιρέσεις οι οποίες διαδίδονται και εξακολουθούν να υπάρχουν και σε αυτή την περίοδο αλλά και σε μεταγενέστερους περιόδους. Και βεβαίως μια σημαντική αίρεση, όταν θα μιλήσουμε για τις αιρέσεις στο επόμενο μας μάθημα θα αναφερθούμε στην αίρεση αυτή, που είναι η αίρεση των δονατιστών, ο δονατισμός που έχει τις απαρχές τους στην Ανατολή και των δοκιτών. Ο δοκιτισμός, που είναι μία άλλη αίρεση, η οποία πρέσβευε ότι καταδόκησιν ενανθρώπισε ο Θεός. Τι σημαίνει καταδόκηση, ότι δηλαδή δεν υπήρξε πραγματική ενανθρώπιση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, δεν έλαβε σάρκα και αίμα, αλλά καταδόκησιν ήταν ένα φάντασμα, μια φαντασία η παρουσία του Χριστού ως ενανθρωπίσαντος λόγου του Θεού. Έτσι λοιπόν, έχουμε την πρώτη αντιαιρετική θα μπορούσαμε να πούμε πολεμική μέσα στις επιστολές αυτές. Συμβουλεύει τα μέλη των εκκλησιαστικών κοινοτήτων να απομακρύνουν αυτούς όλους τους ερετικούς μέσα από τις κοινότητες και ιδιαίτερα καταφέρεται εναντίον των Ιουδαϊζόντων. Θα δούμε ότι οι πρώτες αιρέσεις που προέκυψαν στην Εκκλησία είναι αιρέσεις με Ιουδαϊζουσα βάση. Γι' αυτό και είναι μοναρχιανικές αιρέσεις. Δηλαδή προσπαθούν να προβάλουν ιδιαίτερα το στοιχείο της μοναρχίας και όχι της τριαδικότητας του Θεού. Μάλιστα εκεί υπάρχει το μεγάλο ζήτημα στο θέμα αυτό. Αυτούς λοιπόν όλους τους Ιουδαϊζοντες, οι οποίοι ήταν συνήθως Χριστιανοί που προέρχονταν από τον χώρο του Ιουδαϊσμού και προσπαθούν να εισαγάγουν στη συνέχεια μέσα στις κοινότητες τους στοιχεία του Ιουδαϊσμού, τους καταπολεμά ιδιαίτερα στις επιστολές τους αυτές ο Ιγνάτιος. Και μιλήσαμε για την επιστολή προς τους Ρωμαίους που είναι όπως είπαμε μια πολύ σημαντική επιστολή. Πολύ σύντομα να δούμε για τον επόμενο συγγραφέα που είναι ο Πολύκαρπος Σμύρνης. Είπαμε, σας είπα δυο ήδη κάποια πράγματα για τον Πολύκαρπο. Μάρτυρας της εκκλησίας όπως και ο Άγιος Ιγνάτιος, ο Θεοφόρος, ο Άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης θεωρείται ένας από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές μορφές αυτής της πρόημης περίοδου στον χώρο των εκκλησιαστικών κοινοτήτων της Δυτικής Μικράς Ασίας. Είναι επίσκοπος της Σμύρνης, λαμβάνουμε πολλές πληροφορίες από το αρχικό μαρτύριό του και μάλιστα το μαρτύριο αυτό θεωρείται ένα από τα πιο πρόημα μαρτύρια ως κείμενα δηλαδή που μας έχουν διασωθεί. Στα κείμενα τα σχετικά και στο μαρτύριό του αλλά και σε άλλα κείμενα και στον Ευσέβιο Κεσαρίες ο οποίος μας δίνει διάφορες πληροφορίες. Ο Πολύκαρπος βλέπουμε ότι αποκαλείται από τους εχθρούς των χριστιανών με κάποιους χαρακτηρισμούς ακριβώς που δείχνουν τη σημαίνουσα θέση που κατείχε μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Τον χαρακτηρίζουν ο της Ασίας διδάσκαλος ο πατήρ των χριστιανών. Θεωρούσαν ότι ήταν μια ηγετική φυσιογνωμία, ένας θεμέλιος λήθος μέσα στο οικοδόμημα των εκκλησιών της Μικράς Ασίας ο Πολύκαρπος. Και ο Ιερόνυμος στα τέλη του 4ου αιώνα με αρχές του 5ου αιώνα που είναι ο πρώτος όπως είπαμε θα μπορούσαμε να πούμε ο οποίος συντάσσει ένα πατρολογικό σύγγραμμα αυτό το περίφημο «Δεβύρισι Λούστρυμπους» που είναι ένας χριστιανός συγγραφέας που έχει επισκεφθεί και έχει μείνει για πολλά χρόνια στην Ανατολή και επομένως έχει λάβει πληροφορίες σημαντικές και για τον Πολύκαρπο τον χαρακτηρίζει ως «Τότιους Άζιε Πρίνκεπς». Ως τον ηγέτη όλης της Ασίας. Με τον όρο «Ασία» δηλώνεται επαναλαμβάνουμε η «Μικρά Ασία». Επίσης μας είναι γνωστά κάποια επεισόδια που δεν καταγράφονται μέσα στο μαρτύριό του όπως είναι το επεισόδιο της συνάντησής του με τον ερετικό Μαρκίωνα. Θα δούμε ότι ο Μαρκίωνας υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς γνωστικίζοντες ερετικούς της περίοδου αυτής ο οποίος καταπολεμήθηκε ιδιαίτερα εξαιτίας της εισαγωγής του ερετικού ελληνισμού μέσα στην χριστιανική διδασκαλία. Του ερετικού ελληνισμού, γιατί υιοθετήθηκαν στοιχεία από την ελληνική φιλοσοφία και από την ελληνική σκέψη αλλά αυτά ζυμώθηκαν και μεταπλάθηκαν μέσα στη διδασκαλία των πατέρων της εκκλησίας. Αυτός λοιπόν ο ερετικός ελληνισμός ο οποίος αντιμετώπιζε και καταπολεμούσε και μέσα από τους εθνικούς φιλοσόφους τον χριστιανισμό, είναι ένας σημαντικός φορέας αυτών των αντιλήψεων ο Μαρκίωνας. Ζητάει λοιπόν σε μια τυχαία συνάντησή του με τον Πολύκαρπο, του ζητάει να τον αναγνωρίσει «επιγήνος και ημάς» και του απαντάει ο Πολύκαρπος «επιγηνόσκω, επιγηνόσκω σε των πρωτότοκων του σατανά». Είναι μια χαρακτηριστική διήγηση που μας διασώζεται στην εκκλησιαστική ιστορία του Ευσεβίου για τη συνάντηση αυτών των δύο ανδρών και δείχνει ακριβώς με μια σκληρή έκφραση το πόσο κάθετοι ήταν οι ηγέτες των πρώτων αυτών εκκλησιαστικών κοινοτήτων απέναντι στους ερεσιάρχες. Επισκέπτεται την Ρώμη, γνωρίζουμε από τον Ευσέβιο Κεσσαρίας επίσης ότι επισκέπτεται την Ρώμη το 155 μ.Χ. για να διευθετηθεί με τον Πάπα της Ρώμης το ζήτημα της διαφορετικής ημερομηνίας τελέσεως της εορτής του Πάσχα που είναι η πιο πρόημη εορτή που καθιερώνεται μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Στα μέσα λοιπόν του δεύτερο αιώνα, επισκέπτεται την Ρώμη για να διευθετηθούν διάφορα τέτοια ζητήματα. Το σημαντικότερο είναι το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα που βλέπουμε ότι ταλανίζει τις εκκλησιαστικές κοινότητες, γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία από την περίοδο αυτή και ως τον τέταρτο αιώνα φτάνουμε στη σύνταξη όπως θα δούμε όταν θα μιλήσουμε για τον Μέγα Αθανάσιο στη σύνταξη ειδικών εορταστικών επιστολών από τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας με τους οποίες καθορίζονταν κάθε έτος ο εορτασμός του Πάσχα και βέβαια όπως είπαμε συλλαμβάνεται στη διάρκεια ενός τοπικού διωγμού και μαρτυρεί στη Σμύρνη στο στάδιο της Σμύρνης όπως περιγράφεται στο μαρτύριό του από τους Ρωμαίους με καταγγελία και των Ιουδαίων της Πόλεως οι οποίοι είναι αυτοί οι οποίοι πρωτοστατούν όχι μόνο στο μαρτυρικό θάνατο αλλά στην καταστροφή και του λειψάνου του και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το ζήτημα δηλαδή το χρησιμοποιούν και με τα γενέστερη πολλών αιώνων μετά χριστιανής συγγραφής για να τονίσουν την αρχαιότητα της παραδόσεως της τιμής των ιερών λειψάνων υπάρχει το ζήτημα λοιπόν εδώ φύγεται στο μαρτύριό τους ένα τόσο προημοκείμενο για την τιμή από τους χριστιανούς αυτών των λειψάνων των μαρτύρων των χριστιανών μαρτύρων εντάξει ως προς το γεγονός της συμπεριλήψεώς του στον κύκλο των Αποστολικών Πατέρων αυτή σχετίζεται με το γεγονός ότι μας έχει σωθεί μία επιστολή του μία επιστολή του προς τους Φιλιππισίους προς τους χριστιανούς δηλαδή της εκκλησίας των Φιλίππων και η επιστολή αυτή προς τους Φιλιππισίους δεν είναι μία αλλά είναι στην ουσία δύο επιστολές στην διάταξη στον διαχωρισμό που έχουν οι δύο επιστολές αυτές βλέπετε ότι υπάρχει ένα ζήτημα στο οποίο ανταποκρίνεται ο Πολύκαρπος και αυτό είναι να σταλούν αντίγραφα των επιστολών που είχε συντάξει ο Άγιος Ιγνάτιος στην εκκλησία των Φιλιππων δηλαδή οι Φιλιππίσοι ζητούσαν από τον Πολύκαρπο να τους αποστείλει αντίγραφα των επιστολών του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου το θέμα αυτό θύγεται στα κεφάλαια 13-14 δηλαδή στο τέλος αυτής της ενιαίας επιστολής ενώ ενσωματώθηκε και μια δεύτερη επιστολή του στα 12 πρώτα κεφάλαια στο οποίο θύγονται διάφορα ζητήματα πρακτικής φύσεως και κυρίως ως προς την ηθική διαγωγή των Χριστιανών. Γενικότερα αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η επιστολή με την επιστολή του αυτή προσπαθεί να μιμηθεί το ύφος του Ιγνατίου που θα δούμε ότι είναι ένα πολύ δυνατό και λογοτεχνικά ένα ύφος με μεγάλη λογοτεχνική δύναμη χωρίς ωστόσο βέβαια να το επιτυχάνει. Είναι μοναδική ακόμη και μιμούμενος δεν το επιτυχάνει αυτό ο πολύκαρποσμένης είναι πολύ μοναδικό το ύφος του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχίας. Και ο τελευταίος συγγραφέας στον κύκλο των Αποστολικών Πατέρων είναι ο Παπίας Επίσκοπος Ιεραπόλεως της Φρυγίας. Η Φρυγία είναι μια περιοχή θα μπορούσαμε να πούμε στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Δεν ανήκει στις Επαρχίες, στις Ρωμαϊκές Επαρχίες που βρίσκονται στη Δυτική Μικρά Ασία, στην Ανατολική Μικρά Ασία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Και το έργο του δυστυχώς δεν μας έχει διασωθεί στο σύνολό του αλλά μόνο αποσπασματικά. Γνωρίζουμε όμως πως από τον Ευσέβιο Κεσαρίας, πως ονομαζόταν το έργο αυτό γιατί το χρησιμοποιεί ο Ευσέβιος, το γνώριζε ο Ευσέβιος το 4ο αιώνα. Τέλος του 3ου με αρχές του 4ου αιώνα το γνώριζε και το χρησιμοποιεί, ονομαζόταν λογίον κυριακών εξηγήσεις. Δηλαδή ερμηνεία των λόγων του Κυρίου, της διδασκαλίας του Κυρίου. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Ο Παπίας όπως θα δούμε και από ένα απόσπασμα, θέλω να σας τα δείξω λίγο θα το τρέξουμε το κείμενο αυτό, γνωρίζει μεν τα Ευαγγέλια, την ύπαρξη των Ευαγγελίων, αλλά βρισκόμαστε ήδη στο 140 δηλαδή στα μέσα του 2ου αιώνα, στο 140 μετά Χριστόν. Γνωρίζει τις τέσσερις Ευαγγελικές διηγήσεις που έχουν σχηματοποιηθεί, αλλά δεν εμένει μόνο στη γραπτή παράδοση. Τονίζει ότι εξίσου σημαντική είναι και ο άλλος πόλος της παραδόσιας που είναι η προφορική παράδοση. Επισημαίνει λοιπόν την ισοτινία θα μπορούσαμε να πούμε, διακρίνει την γραπτή από την άγραφη παράδοση, αλλά επιμένει ιδιαίτερα και στην άγραφη παράδοση. Και αυτό σχετίζεται, σας θυμίζω, με αυτό το οποίο είχαμε αναφέρει στα πρώτα μαθήματα, στην μεγάλη δύναμη που έχει η προφορικότητα του κηρύγματος στους πρώτους αιώνες. Το κήρυγμα θεωρείται ότι διαδίδεται και μεταδίδεται στα νέα μέλη προφορικά και όχι γραπτά. Και αυτό έχει να κάνει, όπως θα δούμε αργότερα, μιλώντας για τον Κλίμεντα τον Αλεξανδρέα και για τον Μέγα Βασίλειο, έχει να κάνει με την διαφύλαξη των αποκρύφων διδασκαλιών, δηλαδή των ιδιαίτερων εκείνων διδασκαλιών, των δογμάτων θα μπορούσαμε να πούμε, τα οποία διδάσκονταν οι Χριστιανοί, τα προσελάβαναν σε ένα προχωρημένο στάδιο της πνευματικής τους ζωής. Μάλιστα, εκθέτει αναφέροιτα στα περιστατικά συγγραφείς, όπως θα δούμε ο Παπίας Ιεραπόλεος, και αυτό το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι ενσωματώνει στο κείμενό του αυτό, όπως το γνωρίζουμε, είπαμε, από τα αποσπάσματα, υλικό από τη ζωή και τη δασκαλία του Χριστού, το οποίο όμως δεν το λαμβάνει μόνο από τα Ευαγγέλια. Αλλά έχει και άλλες πηγές, προφορικές πηγές ή και γραπτές, οι οποίες δεν μας έχουν διασωθεί, τις οποίες χρησιμοποιεί και ενσωματώνει μέσα στο έργο του αυτό ο Παπίας. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι ότι συντάσσει ερμηνευτικά σχόλια, σκόρπια ερμηνευτικά σχόλια, σε διάφορα χωριά της Παλαιάς Διαθήκης, κυρίως είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, κείμενα των προφητών σε χωριά προφητικά, τα οποία σχετίζονται με την έλευση του Χριστού, με την έλευση του Μεσσία, και βέβαια το γεγονός αυτό που επισημάναμε ότι δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ζώσα παράδοση, που είναι αυτή η οποία μεταφέρεται κατά διαδοχή από τους μαθητές, από τους Αποστόλους στους μαθητές τους και από τους μαθητές των Αποστόλων στους πρεσβυτέρους. Αυτά πολύ σύντομα για τον κύκλο αυτό των Αποστολικών Πατέρων, αλλά πριν κάνουμε το διάλειμμα για να κλείσουμε τον κύκλο αυτό, παιδιά θα τα ανεβάσω αυτά, θα τα έχετε στο blackboard, να προλάβουμε λίγο να δούμε αυτό το οποίο σας ανέφερα, λοιπόν, να δούμε κάποια σημεία από τις επιστολές του Ιγνατίου, που έχουν από τα ίδια τα κείμενα. Εδώ είναι ένα απόσπασμα από την προσεφεσίους επιστολή του Ιγνατίου, που είναι χαρακτηριστική για το ζήτημα της εκκλησιαστικής ενότητας. Ο επιστολικός χαρακτήρας είναι ο επιστολικός χαρακτήρας που ακολουθείτε στον ελληνικό κόσμο, δηλαδή με το όνομα του συντάκτη, την προσφώνηση, τον χαιρετισμό, χέριν, και τους αποδέκτες της επιστολής, μιας εγκυκλίου επιστολής, Ιγνάτιος. Ο Θεοφόρος χρησιμοποιεί αυτή την προσωνημία και ο ίδιος εδώ πέρα, «Τι ευλογημένη εν μεγέθη Θεού Πατρός πληρώματι, Τι προορισμένη προεόνων είναι διαπαντός εις δόξαν παράμονον, άτρεπτον ενωμένην και εκλελεγμένην εν πάθη αληθινό» και τα λοιπά, την εκκλησία της Τιούση Ενεφέσω της Ασίας, εντάξει, οι παραλείπτες της επιστολής. Ο Ιγνάτιος τονίζει ιδιαίτερα την μίμηση του Θεού, τη μίμηση των εντολών του Θεού, μιμηταί όντες Θεού, αναζοπυρίσαντες εν αίματι Θεού το συγγενικών έργων τελείως απειρτήσατε. Και βλέπετε εδώ πέρα, αυτή είναι μια πολύ σημαντική αυτοβιογραφική πληροφορία, που δίνει ο Ιγνάτιος, «ακούσαντες γάρ, δεδεμένον από Συρίας, υπέρ του κοινού ονόματος και ελπίδος, ελπίζοντα τη προσευχή ημών επιτυχήν, εν Ρώμη θυριομαχίσαι». Ελπίζω λέει να φτάσω στη Ρώμη και να βρεθώ αντιμέτωπος με τα θυρία ή να διά του επιτυχήν δινηθώ μαθητής είναι. Η επίτευξη του μαρτυρίου σημαίνει για τον Ιγνάτιο ότι είναι πραγματικός μαθητής του Χριστού. Ιδίνε σπουδάσατε, ήρθατε να με σπεύσετε για να με συναντήσετε, επί ουν την πολυπληθίαν ημών εν ονόματι Θεού απίλυφα εν Ονισίμον, το εν αγάπια διηγείτο ημών δε εν σαρκεί επισκόπο. Είναι ο επίσκοπος των Εφεσίων ο Ονίσιμος ο οποίος τον επισκέπτεται. Ον εύχομαι κατά Ιησού Χριστόν ημάς αγαπάν και πάντας ημάς αυτό εν ομοιώματι είναι. Βλέπετε λοιπόν ευλογητός ο χαρισάμενος ημίν αξίης ουσιτιού των επίσκοπων και κτίστε. Μακαρίζει τον επίσκοπό τους, τον οποίον θεωρεί ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο, τον Ονίσιμο. Το όνομα Ονίσιμος γνωρίζουμε ότι είναι ένα όνομα το οποίο ήδη υπάρχει και στις επιστολές του Αποστόλου Πάλου. Βέβαια δεν είναι πιθανότατα ο ίδιος το ίδιο πρόσωπο, ίσως και να είναι. Και εδώ βλέπετε για το ζήτημα της εκκλησιαστικής ενότητας αυτό το στοιχείο που σας ενέφερα. Πρέπει η μην συντρέχει τη του επισκόπου γνώμη. Να συντάσεστε με τον επίσκοπο με αυτό το οποίο αποφασίζει και ορίζει ο επίσκοπος όπερ και ποιήται. Το γαρ αξιωνόμα στον ημών πρεσβυτέρειων του Θεού άξιον. Ούτως συνήρμοστε το επισκόπου ως χορδέκη θάρα. Οι πρεσβύτεροι με τον επίσκοπο έχουν αυτήν την οργανική ενότητα. Και μάλιστα εδώ υπάρχει και μία αναφορά από τις πιο πρόημες αναφορές στο ζήτημα της αρχαίας υμνογραφίας στις εκκλησιαστικές κοινότητες. Η κατάνδρα δε χορός γίνεστε. Επομένως υπάρχει χορικό άσμα. Υπάρχουν ήδη συγκροτημένοι χοροί όπως έχουμε και σήμερα στα αναλόγια. Ή να συμφωνιώνται σε νομονία, χρώμα Θεού λαβώνται σε ενότητη. Άδητε εν φωνή μιά διά Ιησού Χριστού το Πατρί. Βλέπετε λοιπόν ότι γίνεται καθαρά λόγος για λειτουργική ασματική πίηση. Για άσματα τα οποία ψάλλονταν μέσα στις εκκλησιαστικές ενότητες. Δεν έχουμε δυστυχώς χρόνο. Η επιστολή του προς τους Ρωμαίους είπαμε ότι ακριβώς εκφράζει αυτόν τον φόβο του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον αποστέλνει την επιστολή τους στους Ρωμαίους. Φοβούμαι γαρ την ημών αγάπη. Προσέξτε πώς ακριβώς διατυπώνει εδώ την εντολή αυτή που δίνει στους Ρωμαίους. Φοβούμαι την αγάπη σας. Μήπως η αγάπη σας με αδικήσει. Οι μην γαρ ευχαιρέσαις εστίν, ο θέλετε ποι είσαι. Σε εσάς λέει είναι εύκολο αυτό το οποίο θέλετε να το κάνετε. Εμεί δε δύσκολον εστίν του Θεού επιτυχείν, εάν περ ημείς μη φύσης θέμου. Τι εννοεί, ότι εσείς μπορείτε να κάνετε αυτό το οποίο επιθυμείτε να κάνετε, δηλαδή να πετύχετε την αθώωσή μου. Αλλά για μένα δεν είναι δύσκολο να επιτύχω τον Θεό, δηλαδή να τελειωθώ εν Χριστώ, εάν εσείς δεν με λυπηθείτε. Και εδώ λέει ότι αν σιωπίσετε, εάν δηλαδή δεν ενεργήσετε για την αθώωσή μου, εγώ γεννήσω με Θεού. Εγώ θα ανήκω στον Θεό, θα ενωθώ με τον Θεό. Εάν δε εραστείτε τη σαρκόσμο, εάν όμως αγαπήσετε την κατασάρκα παρουσία μου και διάσωσή μου, πάλι νέσω με τρέχουν. Θα παραμείνω στο στάδιο αυτό μέσα στη ζωή χωρίς να τελειωθώ. Και στη συνέχεια, τονίζει ότι καλόν το δίνε από κόσμου προς Θεό, ή να εις αυτόν ανατείλε και η παράκλησή του, ότι να του χορηγηθεί δύναμη, ζητήστε έσωθεν τε και έξωθεν, ή να μη μόνο λέγω αλλά και θέλω, ή να μη μόνο λέγω με χριστιανός αλλά και ευρεθώ, να μην έχω μόνο την ονομασία του χριστιανού, την επίκληση του χριστιανού, αλλά και την ιδιότητα και εδώ η παράκλησή του, στο σημείο αυτό, παρακαλώ ημάς, μη εύνοια άκαιρος γέννησθέ μη με ευνοήσετε χωρίς να υπάρχει λόγους να με ευνοήσετε, άθετε με, θυρίων είναι βοράν, διώνεσθυν θεού επιτυχήν. Σίτος ημή θεού παρομοιάζει τον εαυτό του με το σιτάρι, το οποίο θα αλεθεί μέσα στα δόντια των θυρίων, για να γίνει έτσι ένας καθαρός άρτος του Χριστού. Βλέπετε με πόσο δυνατές εικόνες σε αυτό το μοναδικό κείμενο, λέει μάλλον κολακεύστε τα θυρία, δηλαδή παροτρίνετε τα θυρία, ή να μη τάφος γένονται και μη δεν καταλείπωση των του σώματός μου. Είναι ένα μοναδικό κείμενο, σας προτρέπω πραγματικά να το διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο αυτό. Και από τον Άγιο Πολύκαρπο δυστυχώς δεν έχουμε τη δυνατότητα να δούμε άλλα στοιχεία. Το τελευταίο μόνο, η αναφορά του Ευσεβίου στα έργα του Παπείου, του Παπεία Ιεραπόλεως, γίνεται αναφορά σε πέντε έργα του, πέντε των αριθμών φέρετε, άκια επί γέγραπτε, οι πέντε λόγοι θα μπορούσαμε να πούμε που συναπαρτίζουν, αυτό το ενιαίο έργο που είπαμε επηγράφεται, Λογίων Κυριακών Εξηγήσεις, για τα οποία χρησιμοποιεί στη σχετική αναφορά του Ιρηνέου ο Παπείας και λέει ότι δεν υπήρξα εγώ ακροατής και αυτόπτης των λόγων των Αποστόλων αλλά πήρα από τους γνωρίμους παρά των εκείνης γνωρίμων τη διδασκαλία τους για τα κείμενα τα οποία έχει συγκεντρώσει και αναφέρει πολλά στοιχεία εδώ στη συνέχεια που έχει αντλήσει και συμπεριλάβει στο έργο του αυτό. Οι απολογητές, οι οποίοι χρονικά τοποθετούνται στο δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν, δηλαδή βρισκόμαστε την ίδια περίοδο κατά την οποίαν έζησαν και οι Αποστολικοί Πατέρες. Είδαμε ότι ο κύκλος των Αποστολικών Πατέρων τερματίζει στα μέσα περίπου του δευτέρου αιώνα μετά Χριστόν. Εδώ την ίδια περίοδο όπως θα δούμε και ως τις αρχές κάποιοι του τρίτου αιώνα αναπτύσσεται μια έντονη γραμματεία η οποία είχε ως σκοπό όπως άλλωστε και άλλα κείμενα αποσπασματικά και στα άλλα κείμενα ακόμη και των Αποστολικών Πατέρων να αντικρούσει τις κατηγορίες οι οποίες εκτοξεύονταν εναντίον του χριστιανισμού από τους δύο κύριους πολεμίους της εκκλησίας που ήταν ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός κυρίως μέσα από την ελληνική φιλοσοφία από τους κύκλους των φιλοσόφων δηλαδή από τις φιλοσοφικές σχολές που λειτουργούν κατά την περίοδο αυτή και μάλιστα έχουν ιδιαίτερη ισχύ. Το γεγονός ότι οι πρώτοι, όπως ήδη έχουμε αναφέρει και στο προηγούμενό μας μάθημα οι πρώτοι εχθροί, οι πρώτοι πολέμιοι του χριστιανισμού υπήρξαν οι Ιουδαίοι αυτό το γνωρίζουμε και ιστορικά τεκμηριώνεται από τα ίδια τα κείμενα της Καινής Διαθήκης από της πράξης των Αποστόλων. Πολύ χαρακτηριστικά βλέπουμε ότι κατεξοχήν πολέμησαν την εκκλησία στα πρώτα της ιστορικά βήματα ο Ιουδαισμός, οι Ιουδαίοι της Παλαιστίνης και αργότερα οι Ιουδαίοι και των άλλων πόλεων αφού όπως πολύ καλά γνωρίζετε και εδώ στη Θεσσαλονίκη όταν ήρθε ο Απόστολος Παύλος για να κηρύξει στη Συναγωγή πήγε για να κηρύξει αλλά και από τους Ιουδαίους πολεμήθηκε και έφυγε, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη για τη Βέρεια. Έχουμε λοιπόν το πρώτο ζήτημα το οποίο προκύπτει, για το οποίο προκύπτει μια αναγκαιότητα είναι να απολογηθεί ο χριστιανισμός η εκκλησία έναντι των Ιουδαίων και γι' αυτό το κυριότερο χαρακτηριστικό της πρόημης αυτής απολογητικής, της απολογητικής των αρχαίων απολογητών είναι ο αντι-Ιουδαϊκός χαρακτήρας της, δηλαδή να αντιπαρατεθεί προς τον Ιουδαϊσμό ως θρησκεία. Και βέβαια στο πλαίσιο αυτής της αντι-Ιουδαϊκής απολογητικής δύο είναι όπως βλέπετε τα κύρια σημεία τα οποία επισημαίνονται όπως θα δούμε από τους συγγραφείς αυτών των σχετικών κειμένων που ονομάζονται απολογητικά κείμενα. Είναι η λειτουργία του νόμου, του Μοσαϊκού νόμου αυτό σημαίνει εδώ ο νόμος με κεφαλαίο, θεολογικά ο όρος νόμος αφορά στον Μοσαϊκό νόμο δηλαδή στην Μοσαϊκή διδασκαλία όπως αυτή ενσωματώνεται μέσα στη διδασκαλία μέσα στο πιστεύω του Ιουδαϊσμού. Ο νόμος λοιπόν και η σημασία του ποιος είναι, ποια είναι η λειτουργία του νόμου και αυτό το οποίο ιδιαίτερα προσπαθούν να αναπτύξουν στις απολογητικές τους μελέτες στα απολογητικά τους έργα, η χριστιανή συγγραφή σε αυτή τη περίοδο είναι ότι ο νόμος λειτούργησε ως παιδαγωγός ως ένας παιδαγωγός που οδήγησε, που είχε σκοπό να οδηγήσει όπως ο παιδαγωγός να καλλιεργήσει το κλίμα και να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην αποδοχή του μηνύματος του Χριστού. Παιδαγωγός της Χριστών λοιπόν το πρώτο στοιχείο για το νόμο και είδαμε ότι ο Μοσαϊκός νόμος είναι ένα, η ύπαρξη και η λειτουργία του Μοσαϊκού νόμου είναι ένα ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζει, αντιμετωπίζεται και προβληματίζει και τους συγγραφείς των πρώτων χριστιανικών κειμένων αυτούς που ανήκουν στον κύκλο των Αποστολικών Πατέρων. Θυμηθείτε αυτά που είπαμε για την επιστολή Βαρνάβα που είναι έντονος ο αντι-ιουδαϊκός της χαρακτήρας και αυτά που είπαμε και σήμερα για τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο που είπαμε ότι ιδιαιτέρως καταφέρεται εναντίον των Ιουδαϊζών των Χριστιανών, δηλαδή ο Ιουδαϊσμός ο οποίος επισέρχεται με έναν τρόπο ερετικό παρερμηνεύοντας, νοθεύοντας το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας μέσα στην Εκκλησία. Το δεύτερο στοιχείο πολύ σημαντικό είναι οι προφητείες και το νόημά τους. Ποιο είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο διατυπώθηκαν οι προφητείες και πώς ερμηνεύονται οι προφητείες. Ειδίως ως προς το ζήτημα των μεσιανικών προφητείων, των προφητείων δηλαδή που σχετίζονται με την έλευση του Μεσσία. Διαφορετικά ερμηνεύονται στον χώρο του Ιουδαϊσμού, με τελείως διαφορετικό τρόπο ερμηνεύονται αυτές οι μεσιανικές ρύσεις, προφητικές ρύσεις μέσα στον χριστιανισμό, όπως ακριβώς το βλέπουμε να βρίσκει η εφαρμογή ήδη μέσα στα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Με όλες αυτές τις μεσιανικές προφητείες οι οποίες χρησιμοποιούνται από τους συγγραφείς των Ευαγγελίων ή να πληρωθεί το ρηθέν δια Ισαίου του προφήτου ή να πληρωθεί το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου κτλ. Η πλήρωση των προφητιών που αποτελεί βασικό ουσιώδες στοιχείο το οποίο διαφοροποιεί τη διδασκαλία του χριστιανισμού από την Ιουδαϊκή διδασκαλία. Το άλλο ζήτημα το οποίο είναι πολύ σημαντικό είναι η προέλευση των προσώπων αυτών που ανήκουν στον κύκλο των πρώτων απολογητών, αυτούς που τους ονομάζουμε αρχαίους απολογητές. Ποια ήταν τα πρόσωπα που ανέλαβαν κατά κάποιο τρόπο να προασπιστούν τον χριστιανισμό την εκκλησία και τη διδασκαλία της εκκλησίας. Είναι πρόσωπα τα οποία προέρχονται από τις διάφορες φιλοσοφικές σχολές. Από τις διάφορες σχολές δηλαδή, στις οποίες διδασκόταν, καλλιεργούνταν, επί μακρό χρονικό διάστημα, για αιώνες η αρχαία φιλοσοφία. Και όπως γνωρίζετε, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αυτή, κητίδα της αρχαίας απολογητικής, της χριστιανικής απολογητικής, θεωρείται η Αθήνα ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο. Διότι καλλιεργούνται και αναπτύσσονται ιδιαίτερα οι φιλοσοφικές σπουδές. Και όπως θα δούμε, μια ομάδα αυτών των αρχαίων απολογητών προέρχονταν από την Αθήνα. Ο Κοδράτος ο Αθηναίος, ο Αθηναγόρας ο Αθηναίος και άλλα πρόσωπα. Ακόμη και ο Κλήμις ο Αλεξανδρεύς που ξεκινάει από τον κύκλο αυτό, ο Αριστίδης ο Αθηναίος, ο Πελέας ο Αθηναίος, είναι ένας κύκλος απολογητών, οι οποίοι προέρχονται, προσωνυμούνται Αθηναίοι, γιατί ακριβώς προέρχονται από την Αθήνα, είτε ως πατρίδα τους, είτε ως χώρο στον οποίον πραγματοποίησαν τις σπουδές τους στη φιλοσοφία. Και αυτό βέβαια το στοιχείο, το φιλοσοφικό υπόβαθρο το οποίο έχουν τα πρόσωπα αυτά, εντυπώνεται και αποτυπώνεται και μέσα στο απολογητικό τους έργο. Εκείνο το οποίο πρέπει να πούμε είναι ότι δεν σταματά, και είναι σημαντικό αυτό να το σημειώσουμε, είναι ότι δεν σταματά η χριστιανική απολογητική σε αυτήν την πρώτη περίοδο. Γι' αυτό και είπαμε ότι τα πρόσωπα αυτά τα χαρακτηρίζουμε ως αρχαίους απολογητές, στην πολύ πρόημη αυτήν την περίοδο. Η απολογητική επανέρχεται και στους μεταγενέστερους αιώνες, κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Συνεχίζεται ακόμη και μετά την εμφάνιση κυρίως του Ισλάμ, όπου έχουμε απολογίες, επιγράφονται απολογίες, πολλά έργα με τα οποία προσπαθούν οι χριστιανοί θεολόγοι να αμυνθούν απέναντι στις κατηγορίες των μουσουλμάνων θεολόγων για ειδωλολατρία. Ένα βασικό στοιχείο το οποίο διακρίνει το Ισλάμ από τον χριστιανισμό είναι αυτό, είναι ότι δεν δέχονται τον χριστιανισμό ως μονοθεηστική θρησκεία οι μουσουλμάνοι. Θεωρούν ότι είναι μια ειδωλολατρική θρησκεία μη κατανοώντας ασφαλώς τη διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος. Δηλαδή ότι πρεσβεύεται η πίστη σε πολλούς θεούς και όχι σε έναν θεό. Και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, στην οικονομαχία επίσης έχουμε απολογιτικά κείμενα, αργότερα εξαιτίας των διαφόρων δογματικών αντιπαραθέσεων με τη δύση μετά το σχίσμα και ακόμη και στην περίοδο της τουκοκρατίας επίσης αναπτύσσεται αυτό το απολογιτικό στοιχείο. Εδώ όμως έχουμε τις βάσεις βεβαίως, όπως είπαμε, σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο το οποίο διαμορφώνεται το ιστορικό, πολιτισμικό, αλλά και το θρησκευτικό πλαίσιο, το οποίο κυριαρχεί σε αυτήν την εποχή. Λοιπόν, τι κάνουν οι αρχαίοι απολογητές? Θέτουν, όπως είπαμε, τις βάσεις της χριστιανικής απολογητικής, του τρόπου με τον οποίο αμύνονται και εκφράζουν τις αλήθειες της χριστιανικής πίστης. Και το δεύτερο βασικό στοιχείο αυτών των πρόημων απολογητικών έργων είναι τα θέματα τα οποία θύγονται, τα οποία είναι κατά βάση όλα τα θέματα τα οποία συναντούμε να επανέρχονται και στις μεταγενέστερες απολογίες. Αν πάρετε, για παράδειγμα, απολογητικά κείμενα χριστιανικά, απολογητικά κείμενα που αφορούν σε διαλόγους με το Ισλάμ, θα δείτε ακριβώς να θύγονται τα ίδια θέματα, περί Θεού, περί ψυχής, περί ύλης, περί πρόνοιας, η διάκριση πρόνοιας και ημαρμένης που υπάρχει στον ιδολατρικό κόσμο, που υπάρχει στον ισλαμικό κόσμο, ημαρμένη, το κισμέτ, και η διάκριση της ασφαλώς από το στοιχείο της χριστιανικής πρόνοιας. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, της πρόνοιας του Θεού δηλαδή, της θείας πρόνοιας. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να πούμε ότι τα πρόσωπα αυτά που είχαν, όπως είπαμε, διέθεταν έναν επαρκή και ισχυρό μάλιστα φιλοσοφικό οπλισμό, θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως τους δικηγόρους, τους υπερασπιστές, τους προασπιστές της χριστιανικής πίστης, της χριστιανικής διδασκαλίας, έναντι κυρίως των εθνικών. Γιατί αυτό κατά βάση είναι το έργο τους, είπαμε, προς τον Ιουδαϊσμό, θα δούμε ότι αυτό συμβαίνει σε κάποια κείμενα, και προς τους εθνικούς, σε σχέση με την διδασκαλία της εθνικής φιλοσοφίας, η οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει πλέον ένα θρησκευτικό περιεχόμενο, διατυπώνει δηλαδή τα ζητήματα της θεογονίας, της δημιουργίας του κόσμου, της δημιουργίας των θεών, της υπάρξεως των θεών κτλ. Τα θέματα με τα οποία ασχολούνται οι αρχαίοι απολογητές, ιδίως αυτοί που προέρχονται, που αμύνονται εναντί του εθνικού κόσμου, είναι η έκθεση της χριστιανικής ζωής, το πως ζουν δηλαδή οι χριστιανοί, κάτι το οποίο καλυπτόταν από ένα ασαφές πέπλο μυστηρίου, το οποίο πολλαπλασίαζε τις υπόνοιες για μια καταστροφική θα μπορούσαμε να πούμε έρεση, όπως θα δούμε με βάση τις κατηγορίες τις οποίες ανασκευάζουν και αντιμετωπίζουν οι αρχαίοι απολογητές στα έργα τους και βέβαια η έκθεση των μυστηρίων. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία των χριστιανικών μυστηρίων. Στα απολογητικά έργα έχουμε λοιπόν για πρώτη φορά διατύπωση με τόσο ξεκάθαρο τρόπο του τρόπου τελέσεως των δύο κύριων και πρωταρχικών χριστιανικών μυστηρίων, τα οποία είναι το Μυστήριο της Βαπτίσεως και το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτά λοιπόν για πρώτη φορά διατυπώνονται και αναπτύσσονται ακριβώς για να ανασκευάσουν τις κατηγορίες που εκτοξεύονταν εναντίον των μελών της Εκκλησίας οι απολογητές. Το άλλο ζήτημα είναι, σε σχέση με τον Ιουδαϊσμό, το στοιχείο της αρχαιότητας της Εκκλησίας. Και θα σας θυμίσω, αν προσέξατε στο κείμενο που διαβάσαμε του Ιγνατίου, ακριβώς αυτό το στοιχείο, το οποίο εν υπάρχει σε όλα τα προημακείμενα, ότι η Εκκλησία δεν είναι κάτι το οποίο ξεκινά μετά την έλευση του Χριστού, αλλά είναι ένας οργανισμός, η κοινωνία των σεσοσμένων, ο οποίος προϋπάρχει μέσα στο σχέδιο της θείας οικονομίας μέσα ακόμη και από την Παλαιά Διαθήκη. Και αυτό βέβαια είναι το στοιχείο το οποίο ενώνει τα πρόσωπα εκείνα της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία τιμήθηκαν και τιμούνται και σήμερα από την Εκκλησία, ή ο χώρος των δικαίων όπως λέμε της Παλαιάς Διαθήκης, των προφητών και των δικαίων, σε σχέση, σε συνάρτηση με τους Αποστόλους και τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο αυτή η ενότητα της εκκλησιαστικής εμπειρίας, που ξεκινάει από την εμπειρία και την πίστη των προφητών και συνεχίζεται στους Αποστόλους, οι προφήτες, οι Απόστολοι και στη συνέχεια οι διδάσκαλοι και οι πατέρες της Εκκλησίας. Αυτή είναι η συνέχεια η οποία όμως εκφράζει μια χρονικότητα, μια χρονική συνέχεια αλλά εκφράζει και μια ενότητα και ταυτότητα μέσα στην πίστη αυτών των διαφορετικών χρονικά προσδιοριζόμενων ομάδων, των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, των Αποστόλων που είναι οι εορακότες και αυτοί οι οποίοι έχουν ψηλαφίσει τον αναστημένο Χριστό και βεβαιώνουν την Ανάσταση του Χριστού, και των μαθητών τους οι οποίοι συνεχίζουν μέσα από την εμπειρία της πίστεως την διδασκαλία του Ευαγγελίου. Έτσι λοιπόν έχουμε το στοιχείο προβολή του στοιχείου της αρχαιότητας της Εκκλησίας. Δεν προϋπάρχει δηλαδή ο Ιουδαϊσμός της Εκκλησίας αλλά η Εκκλησία είναι αρχαία όσο αρχαίο είναι το ανθρώπινο γένος. Υπάρχει από τη στιγμή που ενεργοποιείται θα μπορούσαμε να πούμε το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου. Δηλαδή αμέσως μετά την πτώση του ανθρώπου. Οι απαντήσεις οι οποίες ενυπάρχουν μέσα στα κείμενα αυτά που είπαμε απαντούν στις κατηγορίες των φιλοσόφων. Είναι κατηγορίες που είπαμε ότι εκτοξεύονταν κατά των χριστιανών για αθεότητα και για διάφορες πράξεις οι οποίες θεωρούνταν και ήταν κατακριτέες και στον αρχαίο κόσμο. Οι ιδιπόδιες μίξεις, τα θυέστια δείπνα που είναι δύο βασικές κατηγορίες τις οποίες απαντούν οι χριστιανοί. Τι είναι οι ιδιπόδιες μίξεις και τα θυέστια δείπνα θα το δούμε. Και το γεγονός ότι αντιπαρέρχονται και αντιπαρατήθενται στις κατηγορίες των φιλοσόφων πρόσωπα τα οποία μάλιστα προέρχονται όπως είπαμε από τον χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας τους οδηγεί, μερικές φορές οδηγεί τα κείμενα αυτά να καθίστανται πολεμικά υπό την έννοια ότι δεν περιορίζονται μόνον αμυντικά στο να υπεραμυνθούν της διδασκαλίας του χριστιανισμού και της εκκλησίας αλλά περνούν και σε ένα πολεμικό στάδιο στο να καταδικάσουν και να αποδείξουν ως έωλες όλες αυτές τις διδασκαλίες της αρχαίας φιλοσοφίας επισημαίνοντας τόσο τα χάσματα που υπάρχουν μεταξύ του χριστιανισμού και της φιλοσοφίας αλλά ενίωτε αφήνοντας και κάποια παράθυρα επικοινωνίας μεταξύ του χριστιανισμού και της φιλοσοφίας κάποιες γέφυρες επικοινωνίας όπως θα δούμε ιδιαίτερα να συμβαίνει αυτό σε κάποιους απολογητές κυρίως στον Ιουστίνο τον φιλόσοφο και μάρτυρα και βέβαια το γεγονός ότι ο χριστιανισμός εμφανίζεται ως η νέα φιλοσοφία απέναντι στους φιλοσόφους για να προσελκύσει μάλιστα τους φιλοσόφους ο χριστιανισμός εμφανίζεται ως η νέα φιλοσοφία ή η αληθής κατά Χριστόν φιλοσοφία όπως τονίζεται μέσα στα κείμενα αυτά μάλιστα η αληθής φιλοσοφία ο χριστιανισμός σε σχέση με τον τονισμό ενός στοιχείου του στοιχείου της ανεπάρκειας της θεολογίας που ενυπάρχει μέσα στα φιλοσοφικά κείμενα, στα αρχαία φιλοσοφικά κείμενα είναι ανεπαρκής η θεολογία αυτών των φιλοσοφικών συστημάτων. Ο πιο σημαντικός συγγραφέας από τον κύκλο των απολογητών θα δούμε και κάποιους ακόμη απολογητές αλλά ο πιο σημαντικός και ο πιο σημαντικός συγγραφέας από τον κύκλο αυτών των αρχαίων απολογητών είναι ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας. Όπως μας είναι γνωστός, μάρτυρας της αρχαίας εκκλησίας. Μαρτυρεί ακριβώς την ίδια περίοδο κατά την οποία μαρτυρεί και ο Πολύκαρπος Μίρνης, ο Ιουστίνος όμως στην Ρώμη και ο πιο σημαντικός απολογητής, αρχαίος απολογητής ο οποίος προερχόταν από μια ελληνική οικογένεια που ζούσε στη Νεάπολη της Σαμαρίας, δηλαδή στον χώρο της Παλαιστίνης. Από Έλληνες λοιπόν της Παλαιστίνης καταγόμενος γύρω στο 110 μ.Χ. προσδιορίζεται με βάση διάφορες πληροφορίες που έχουμε κυρίως από τον Ευσέβιο όπως έχουμε και για άλλους όπως είπαμε τέτοιους πρόημους συγγραφείς. Ένα πνεύμα ανήσυχο που αλλάζει τους δασκάλους της φιλοσοφίας των ένα μετά των άλλων. Δεν ικανοποιείται από αυτά τα οποία γνωρίζει μέσα στο χώρο της φιλοσοφίας μέχρι που έχει μία όραση όπως αποκαλύπτει ο ίδιος. Εν είδε παραχρύμα φως εν την ψυχή ανύφθη και έρος είχε με των προφητών και των ανδρών εκείνων ίηση Χριστού φίλοι. Εμφανίζεται λοιπόν ένας γέροντας ο οποίος τον μοιεί και τον καθοδηγεί στη χριστιανική πίστη. Δεν έχει γεννηθεί χριστιανός. Εδώ θα πρέπει να σας πω ότι στο στοιχείο αυτό κάποιοι βλέπουν και μία επίδραση πλατωνική από τα πλατωνικά έργα του Ιουστίνου δεδομένου ότι και ο Ιουστίνος έχει όπως θα δούμε ένα έργο σε διαλογική μορφή. Η διαλογική μορφή είναι μάλιστα ο πρώτος διάλογος που μας έχει διασωθεί από το λογοτεχνικό είδος των διαλόγων. Θα σας θυμίσω για τη μορφολογία των πραγματιών που μιλήσαμε όπου είπαμε ότι ένα είδος ένα μορφολογικά διατυπώνονται οι θεολογικές πραγματίες και σε διαλογική μορφή ως διάλογοι δηλαδή υπάρχουν πρόσωπα τα οποία διαλέγονται. Έτσι λοιπόν ο Ιουστίνος μετά από αυτή τη μίησή του στον χριστιανισμό και την άνδρωσή του μέσα στην εκκλησία της Παλαιστίνης τελικά εγκαταλείπει την Παλαιστίνη και μεταβαίνει στη Ρώμη που θεωρούνταν μία όχι μόνο η πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους αλλά και έδρα της αρχαίας φιλοσοφίας. Εκεί μετέβαιναν πολύ επιφανείς φιλόσοφοι και ίδρυαν τις δικές τους σχολές. Όταν μιλούμε για φιλοσοφικές σχολές θα πρέπει να έχουμε κατανοούν ότι ήταν σχολές οι οποίες απαρτίζονταν κυρίως από έναν φιλόσοφο δηλαδή ένας φιλόσοφος, ένας μεγάλος φιλόσοφος είχε τη δική του σχολή και περί αυτόν συγκεντρωνόταν ένας κύκλος μαθητών που κάποιοι εξ' αυτόν με την πρόοδο, την φιλοσοφική την οποία σημείωναν και με την πάροδο των χρόνων καθίστατο και οι ίδιοι διδάσκαλοι είτε μέσα στην ίδια σχολή του φιλοσόφου ο οποίος την είχε ιδρύσει είτε ιδρύοντας άλλες δικές τους σχολές. Ιδρύει λοιπόν μια τέτοια ανώτερη φιλοσοφική σχολή αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο διατυπώσεως της χριστιανικής διδασκαλίας. Και αυτό θα το δούμε γιατί ο Ιουστίνος είναι ο πρώτος που διασυνδέει ξεκάθαρα τον χριστιανισμό με την αρχαία φιλοσοφία. Προσπαθεί να δώσει δηλαδή κοινά στοιχεία, στοιχεία μιας ενότητας. Η σχολή αυτή ιδρύεται στη Ρώμη και παρά το γεγονός ότι η πρώτη τοαπολογία τουλάχιστον γνωρίζουμε με βάση τα στοιχεία θεωρούμε ότι απευθύθηκε σε έναν φιλόσοφο αυτοκράτορα τον Μάρκο Αυρίλιο, τελικά μαρτυρεί επί Μάρκου Αυριλίου σε έναν διωγμό που εξαπολεί ο Μάρκος Αυρίλιος επηρεασμένος από τους φιλοσόφους της Ρώμης οι οποίοι έγραφαν τις περίφημες πραγματίες κατά χριστιανών που είναι ένα ιδιαίτερα μεγάλο είδος των φιλοσοφικών πραγματιών αυτής της περίοδου. Οι κατά χριστιανό, κόντρα χριστιανός, υπάρχουν αρκετά λατινικά κείμενα που είτε μας έχουν διασωθεί τα ίδια είτε μας έχουν διασωθεί το περιεχόμενό τους μέσα από την ανασκευή τους από την ανέρεση τους στα απολογητικά κείμενα. Εντάξει. Αυτή λοιπόν η διατύπωση των θεολογικών, των φιλοσοφικών απόψεων κατά του χριστιανισμού, των φιλοσοφικών θεωριών κατά του χριστιανισμού. Μαρτυρεί λοιπόν, γνωρίζουμε ότι οι φιλόσοφοι ήταν αυτοί οι οποίοι έθεταν το θεωρητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη και την έναξη νέων διωγμών. Μαρτυρεί λοιπόν σε ένα τέτοιο διωγμό που ξεκινάει, εξαπολίεται από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρίλιο το 165 μ.Χ. και εκείνο το οποίο είναι σημαντικό είναι ότι ταυτίζεται σήμερα και από την αρχαιολογική έρευνα το τάφος του, το σημείο στο οποίο ενταθειάστηκε από ένα σημείο στις κατακόμβες στο κοιμητήριο της Πρισκύλης στη Ρώμη εκεί όπου βρίσκονται οι περισσότερες κατακόμβες, αρχαίες χριστιανικές κατακόμβες, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ρώμης, έξω από την Ρώμη. Δεδομένου ότι στο σημείο αυτό έχει εντοπιστεί μια επιγραφή Μίχη Ουστίνος, Μάρτης Χριστού Ιουστίνος. Αυτή λοιπόν η επιγραφή ταυτίζει τον τάφο αυτό με την ταφή του Μάρτυρος Ιουστίνου. Το πρώτο κείμενο, το πρώτο έργο του είναι αυτό που βλέπετε, ο διάλογος προς Τρίφωνα. Το όνομα Τρίφωνα εξελινισμένο, το εβραϊκό όνομα τάρφων ενός εβραίου διδασκάλου, νομοδιδασκάλου, με τον οποίο αντιπαρατήθεται θεολογικά ο Ιουστίνος γύρω στο 135 μ.Χ. Θεωρείται ότι ο διάλογος αυτός ο οποίος είπαμε, σας είπα και προηγουμένως, ιωθετή στοιχεία λογοτεχνικά στην αποτύπωση, δηλαδή τη λογοτεχνική του έργου, είναι ο πρώτος χριστιανικός διάλογος ως έργο με τη μορφή διαλόγου. Ιωθετή στοιχεία εντοπίζονται στοιχεία λογοτεχνικά από τους πλατωνικούς διαλόγους, ωστόσο όχι με την ίδια βέβαια επιτυχία θα μπορούσαμε να πούμε με την οποία συναντούμε τους διαλόγους στα πλατωνικά έργα. Κυρίως εξετάζονται αυτά τα δύο ζητήματα. Η αξία του Ιουδαϊκού νόμου και η σχέση του Ιουδαϊκού νόμου με τον Χριστό, ιδίως η αξία του Ιουδαϊκού νόμου μετά την έλευση του Χριστού, που είπαμε ότι είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο αντιμετωπίζονταν και στους κύκλους της εκκλησίας λόγω της ανάπτυξης διαφόρων ομάδων Ιουδαϊζών των Χριστιανών. Και το δεύτερο στοιχείο είναι το ζήτημα της ισονομίας των Χριστιανών σε σχέση με τις άλλες θρησκευτικές ομάδες. Τονίζει ιδιαίτερα το στοιχείο αυτό ότι οι Χριστιανοί καταπολεμούνταν ως μία παράνομη θρησκεία, ως μία παράνομη κοινότητα, ενώ όλες οι άλλες θρησκευτικές κοινότητες μέσα σε αυτήν την πολυθρησκευτική κοινωνία του Ρωμαϊκού κράτους αντιμετωπίζονταν ως ισότιμες και ως αποδεκτές. Το στοιχείο εκείνο το οποίο επίσης είναι σημαντικό και το οποίο προδίδει πιθανότητα την ιστορικότητα αυτού του διαλόγου του Ιουουστίνου με τον Εβραίο Τρίφωνα είναι το γεγονός ότι τελικά οι δύο αυτοί αντιπαρατηθέμενοι εν διαλόγο θεολόγοι, ο Χριστιανός φιλόσοφος και ο Εβραίος νομοδιδάσκαλος, αποχωρίζονται στο τέλος του έργου χωρίς να έχει πιστεί ο Τρίφωνας από την επιχειρηματολογία του Ιουουστίνου. Επομένως υποθέτουμε ότι σε μια πλασματική μορφή ένα τέτοιο έργο θα κατέληγε σε ένα ιδεατό αποτέλεσμα, σε ένα ευτυχές τέλος, το οποίο θα ήταν να ασπαστεί ο Τρίφωνος, ο νομοδιδάσκαλος αυτός να ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Το σημαντικότερο έργο του Ιουουστίνου όμως είναι αυτή η Απολογία, η πρώτη Απολογία του Αγίου Ιουουστίνου. Χρονολογείται λίγο πριν από τα μέσα του δεύτερου αιώνα, πριν από το 150 μ.Χ. και είναι πολύ σημαντική. Απευθύνεται όπως σας είπα στον Μάρκο Αυρίλιο, έχει πιθανότατα αποδέκτη της τον Μάρκο Αυρίλιο, που είπαμε ότι ήταν ένα πρόσωπο που είχε αναπτύξει έναν μεγάλο φιλοσοφικό κύκλο, πέριξε αυτού στη Ρώμη για να αναιρέσει συστηματικά και το κάνει αυτό, όλες τις κατηγορίες κατά των Χριστιανών. Είπαμε ότι οι κατηγορίες αυτές συνοψίζονταν σε τρεις ενότητες, είναι σε τρία σημεία μάλλον. Το πρώτο σημείο είναι ότι κατηγορούνταν επί αθεότητη, όχι ότι δεν είχαν οι ίδιοι θεό, αλλά ότι δεν δέχονταν τους θεούς του Ρωμαϊκού κράτους. Και το πιο σημαντικό πρόβλημα, το οποίο μάλιστα καταδίκαζε τους Χριστιανούς για έγκλημα καθοσιώσεως, όπως είναι ο νομικός όρος, μιας μορφής εγκλημάτων που αφορούσαν στην ίδια την αμφισβήτηση του Ρωμαίου Αυτοκράτορα. Και αντίστοιχα αυτό το στοιχείο το έχει λάβει το Ρωμαϊκό δίκιο από το Ελληνικό δίκιο, δηλαδή είναι δάνειο στοιχείο. Στο Ρωμαϊκό δίκιο εμφανίζεται η κατηγορία για έγκλημα καθοσιώσεως, που είναι έγκλημα αμφισβήτησης του Ρωμαίου Αυτοκράτορα. Του Ρωμαίου Αυτοκράτορα ως τι, όχι ως εκφραστή της ρωμαϊκής κυριαρχίας, αλλά ως θεού, ως ενός θεοποιημένου προσώπου. Είναι ένα στοιχείο το οποίο το συναντούμε πάρα πολύ νωρίς, αντιμετωπίζεται ήδη υπάρχουν στοιχεία, υποφόσκουν στοιχεία τέτοια και στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και στις επιστολές της καθολικές του Ιωάννη για την λεγόμενη αυτοκρατορική λατρεία. Το γεγονός δηλαδή ότι έχουμε θεοποίηση των αυτοκρατώρων. Πάρα πολύ πρώιμα, είναι ένα γεγονός, ένα νέο στοιχείο το οποίο εισέρχεται μέσα στο ρωμαϊκό πάνθεο, ο θεός αυτοκράτορας ο οποίος με τη θεοποίησή του προσπαθεί να επιτύχει την απόδοχη, την πλήρη απόδοχη από όλες τις διαφορετικές πολιτισμικές και θρησκευτικές κοινότες, επί των οποίων κυριαρχεί η Ρώμη. Έτσι λοιπόν, αποδέχεται και τις τοπικές λατρίες. Είναι χαρακτηριστικό, ας πούμε, ότι επισέρχονται μέσα στο ρωμαϊκό πάνθεο, οι θεότητες της αιγυπτιακής θρησκείας. Ή ότι είναι αποδεκτός ο Ιουδαϊσμός, μέσα η ελεύθερη λειτουργία του Ιουδαϊσμού. Ωστόσο, ενισχύεται με το στοιχείο αυτό της θεοποίησης του αυτοκράτορα, της ντεϊφυκάτιο του ρωμαϊου αυτοκράτορα. Αυτή την αφυσβήτηση στην θεοποίηση των αυτοκρατόρων από τους χριστιανούς, στην απόδοση δηλαδή τιμών ως θεών στους ρωμαίους αυτοκράτορες, η ρωμαϊκή διοίκηση την εξελάμβανε ως έγκλημα καθώς ιώσεως. Και γι' αυτό κατηγορούνταν ως άθεοι. Θα δείτε σε πολλά κείμενα από τα αρχαία αμαρτήρια, το πλήθος να κραυγάζει κατά τη στιγμή του μαρτυρίου των χριστιανών, είναι πολύ χαρακτηριστικό στο μαρτύριο που σας ανέφερα του Αγίου Πολικάρπου, που είναι πολύ πρόημο όπως είπαμε, έρε τους αθαίους. Να φωνάζουν προς τον ύπατο της Μυρνης της Ασίας, έρε τους αθαίους, δηλαδή εξαφάνισε τους, σκότωσε όλους τους αθαίους, απευθυνόμενοι προς τους χριστιανούς, δηλαδή μια κατηγορία, είπαμε, εναντίον των χριστιανών. Η δεύτερη κατηγορία, είπαμε, ήταν η κατηγορία για ιδιπώδιες μίξεις. Ιδιπώδιες μίξεις, δηλαδή κατηγορούνταν οι χριστιανοί ότι ανέπτυσαν σχέσεις ερωτικές, σεξουαλικές μεταξύ τους, ενώ οι ίδιοι αποκαλούνται στα κείμενά τους ως αδελφοί ή ως πατέρες με παιδιά. Αυτό, λοιπόν, είχε παρεμεινευθεί μέσα στη φιλοσοφία, στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας και τους κατηγορούσαν για ιδιπώδιες μίξεις. Και το τρίτο στοιχείο είναι η κατηγορία, η τρίτη κατηγορία, είναι η κατηγορία για θειέστια δείπνα. Ότι οι χριστιανοί επιτελούσαν θειέστια δείπνα. Είναι η γνωστή ιστορία με τον θειέστη, ο οποίος έφαγε τα παιδιά, δηλαδή για κανυβαλισμό. Η κατηγορία για κανυβαλισμό. Από πού εκπήγαζε αυτή η κατηγορία? Από τους ίδιους τους ιδρυτικούς λόγους του Χριστού, που τους διαβάζουμε στα Ευαγγέλια που αναφέρονται στο μυστικό δείπνο. Λάβετε φάγετε τούτο ιστοί το σώμα μου, πείετε εξ' αυτού πάντες τούτο ιστοί το αίμα μου. Αυτοί λοιπόν οι ιδρυτικοί λόγοι του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν στις χριστιανικές κοινότητες κατά τις συγκεντρώσεις των χριστιανών, τις ευχαριστιακές τους συνάξεις, είχε οδηγήσει ακριβώς αυτή την παρεμηνία, ότι θυσίαζαν ανθρώπους, ότι τελούσαν ανθρωποθυσίες οι χριστιανοί και τρώγαν τη σάρκα και το αίμα τους. Αυτές λοιπόν τις τρεις κατηγορίες, κατά κύριο λόγο προσπαθεί να ανασκευάσει μέσα στην εκτενή αυτή η πρώτη απολογία του ο Ιουστίνος, με ποιον τρόπο? Εκθέτοντας για πρώτη φορά στους φιλοσόφους και στον έξω κόσμο, στους θύραθοι φιλοσόφους και στους κατηγόρους του, εκθέτοντας για πρώτη φορά το τι συνέβαινε ακριβώς κατά τη διάρκεια τελέσεως των μυστηρίων του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας. Για πρώτη φορά λοιπόν παρουσιάζει πώς επιτελούνταν και τι ακριβώς πραγματοποιούνταν στα μυστήρια αυτά για να ανασκευάσει αυτές τις κατηγορίες, όπως επίσης και την πνευματικότητα των σχέσεων οι οποίες θεωρούνταν πιο ισχυρές ακόμη και από τις σαρκικές σχέσεις. Αυτό το οποίο τονίζεται μέσα στη διδασκαλία του χριστιανισμού, μέσα στα Ευαγγέλια, στη διδασκαλία του Χριστού, ότι οι εν Χριστώ αδερφοί, οι εν Χριστώ πνευματικές σχέσεις, είναι πιο ισχυρές ακόμη και από τις σαρκικές σχέσεις μεταξύ των γονέων και των παιδιών ή των συγγενών μεταξύ τους. Ανερούνται λοιπόν οι κατηγορίες αυτές, ανασκευάζει αυτές τις κατηγορίες και ιδιαίτερα προβάλλει το πρόσωπο του Χριστού. Πώς το προβάλλει το πρόσωπο του Χριστού? Και αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό στη διδασκαλία του Ιουστίνου. Ως λόγου του Θεού. Προσέξτε εδώ. Απευθύνεται σε φιλοσόφους, είναι ο ίδιος φιλόσοφος. Ο όρος λόγος είναι ένας κατεξοχήν φιλοσοφικά χρωματισμένος όρος. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο χρησιμοποιήθηκε, ήδη που χρησιμοποιείται για πρώτη φορά, σε ένα Ευαγγέλιο. Ξεκινάει, είναι η αρχή ενός Ευαγγελίου, του Ευαγγελίου του Ιωάννη, του Θεολόγου. Εν αρχή είναι ο λόγος και ο λόγος είναι προς τον Θεό. Και Θεός είναι ο λόγος. Ούτως είναι εν αρχή προς τον Θεό και τα λοιπά. Πάντα δι' αυτού εγένετο, τι κάνει ο Ιωάννης. Αυτό που κάνει ο Ιωάννης, προσπαθεί πάνω σε αυτός, στηρίζεται και δομή την απολογητική του, γύρω από το πρόσωπο του Χριστού και ο Ιουστίνος. Να πει ότι ο λόγος δεν είναι μια δύναμη. Όπως εκφράζεται μέσα στη στοϊκή και στην πλατωνική φιλοσοφία, ο λόγος του Θεού δεν είναι μια δύναμη, αλλά τι είναι. Είναι ένα πρόσωπο. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά, ανάμεσα στις αρχαίες φιλοσοφικές αντιλήψεις περί λόγου, και στη διδασκαλία πλέον του χριστιανισμού για τον λόγο. Στον χριστιανισμό ο λόγος είναι πρόσωπο. Δεν είναι μια δύναμη. Είναι το πρόσωπο του Χριστού, το πρόσωπο του ενανθρωπίσαντος Θεού. Έτσι λοιπόν δομή μέσα από αυτές τις φιλοσοφικές αντιλήψεις, ακριβώς αυτήν την θεολογία περί του λόγου του Θεού, περί του λόγου ως προσώπου. Και βέβαια ανακρίνει, εξετάζει τους λόγους των φιλοσόφων γύρω από το ζήτημα αυτό και καταρρίπτει τις φιλοσοφικές αντιλήψεις γύρω από το ζήτημα ιδιαίτερα του λόγου, της παρουσίας του λόγου ως μιας θείας δύναμης. Αντιφέροντας, όπως είπαμε, το στοιχείο ότι ο λόγος είναι πρόσωπο, το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό είναι ότι, στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε, είναι ότι η διδασκαλία του και αυτή η απολογητική του έχει ιδιαίτερα πολεμικό χαρακτήρα, δηλαδή προσπαθεί να ακυρώσει όλες τις φιλοσοφικές αντιλήψεις γύρω από το ζήτημα αυτό. Αυτό το στοιχείο είναι κάτι το οποίο εν μέρη δημιούργησε μια αναποτελεσματικότητα σε αυτή την απολογία του Ιουστίνου και κάτι το οποίο διαφοροποιεί την πρώτη από τη δεύτερη απολογία. Ενώ δηλαδή, στην πρώτη απολογία, η διδασκαλία των φιλοσόφων απορρίπτεται σε λίβδυν, ως μια διδασκαλία η οποία είναι εσφαλμένη, στην δεύτερη απολογία θα δούμε ότι υπάρχει προσπαθή ο Ιουστίνος να συνδέσει τους χριστιανούς με τους φιλοσόφους. Και θα δούμε γιατί το κάνει αυτό. Εδώ λοιπόν, για να κλείσουμε με το ζήτημα αυτό της πρώτης απολογίας του, ο Ιουστίνος θέτει ένα άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο είναι το ζήτημα της αλήθειας. Ένα ζήτημα το οποίο φύγεται κατεξοχήν στην αρχαία φιλοσοφία. Σας θυμίζω ακόμη και αυτή τη συζήτηση που έχει ο Χριστός με τον Πιλάτο, που καταλήγει ακριβώς στο ζήτημα της αλήθειας. Η τελευταία ερώτηση του Πιλάτου είναι, «Και τι έστειν αλήθεια». Τι είναι η αλήθεια. Εντάξει, ένα βασικό θεολογικό ζήτημα. Η αναζήτηση της αλήθειας που ήταν βασικό, θεμελιώδες ερώτημα μέσα στον φιλοσοφικό κόσμο. Έτσι λοιπόν, ο Ιουστίνος προβάλλει ότι αυτή η αλήθεια αποκαλύπτεται μέσα από τους λόγους ήδη των προφητών. Τους παραλαμβάνει κανείς από τους λόγους των προφητών, οι οποίοι αποκαλύπτουν αυτή την αλήθεια, την αποκεκαλυμένη αλήθεια στη συνέχεια στο πρόσωπο του Χριστού. Είπαμε ότι η δεύτερη απολογία του, που γράφτηκε λίγο αργότερα, η πρώτη θεωρείται ότι ακριβώς υπήρξε προβληματική ως προς το ζήτημα αυτό της πολεμικής κατά της φιλοσοφίας, γι' αυτό ακριβώς στον λόγο, στη δεύτερη απολογία, ενώ υπάρχει πάλι αντιπαραβολή του χριστιανισμού και της φιλοσοφίας, υπάρχει και ένα βασικό στοιχείο, ότι θεωρεί ο Ιουστίνος και τονίζει ιδιαίτερα ότι και οι φιλόσοφοι αλλά και οι χριστιανοί διώχθηκαν για την αλήθεια. Επομένως υπάρχει ένα κοινός σημείο σύμπλευσης και αυτό είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Είναι ένα νέο στοιχείο το οποίο υπάρχει στην μικρότερη πραγματεία του, αυτή τη δεύτερη απολογητική του πραγματεία και βέβαια εδώ ο Ιουστίνος προσθέτει πέραν του λόγου, της πλήρους αποκαλύψεως του λόγου του Θεού, που είναι η αποκάλυψη μέσα από τον ενανθρωπής Ανταχριστό, συνισφέρει, προσθέτει και κάτι ακόμη το οποίο υπάρχει στον προχριστιανικό κόσμο, ότι και οι φιλόσοφοι, ακριβώς για να δώσει αυτό το στοιχείο της ταύτησης των φιλοσόφων με τους χριστιανούς στην αναζήτηση της αλήθειας, ότι και οι φιλόσοφοι οι οποίοι διώχθηκαν οδηγήθηκαν στην αλήθεια, όπως ο Σοκράτης και άλλοι φιλόσοφοι, αλλά από πού εκπήγαζε αυτή η κατάληξη προς την αλήθεια, εκπήγαζε από την ύπαρξη του σπερματικού λόγου. Δηλαδή, της αρχικής αλήθειας που είναι ένας άσαρκος λόγος, όχι σεσαρκωμένος, όχι αυτός που ενηλώνεται, που υποστασιάζεται στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά ένας άσαρκος λόγος, μια άσαρκη αλήθεια, η οποία υπάρχει, εν υπάρχει σε όλη την ανθρωπότητα από τη στιγμή της πτώσεως και μετά. Μέσα στο πλαίσιο της αναζήτησης της σωτηρίας. Έτσι, λοιπόν, συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι χρησιμοποιεί τον όρο «λόγο» ως πρόσωπο και όχι ως θεϊκή δύναμη, όπως, είπαμε, τονιζόταν από τους τοϊκούς και τους πλατωνικούς φιλοσόφους, η διάκριση του τελείου λόγου ως προσώπου από τον σπερματικό λόγο. Και προσέξτε τώρα εδώ, υπάρχουν και κάποια ζητήματα τα οποία στην θεολογία του Ιουστίνου είναι προβληματικά, όπως είδαμε, αντίστοιχα, μιλήσαμε για προβληματικά σημεία στον πειμένα του Ερμάες, σε αυτά τα πρόημα κείμενα. Υπάρχει μια ρευστή θα μπορούσαμε να πούμε θεολογία, θεολογική διδασκαλία, γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα, που κατεξοχήν, όπως είπαμε, επαναλαμβάνω, προσιδιάζουν στην περίοδο αυτή στο ζήτημα της τριαδολογίας, της διδασκαλίας γύρω από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και τις ενδοτριαδικές σχέσεις. Εδώ λοιπόν το πρόβλημα ποιο είναι. Το πρόβλημα είναι ότι στις απολογίες αυτές του Ιουστίνου ο λόγος και το πνεύμα είναι δύο πρόσωπα τα οποία τίθενται σε ένα επίπεδο κατώτερο του θεού. Τι θεωρούνται κατώτεροι από τον πατέρα μέσα στην Αγία Τριάδα. Αυτό είναι ένα προβληματικό ζήτημα για το οποίο τι έγινε. Δημιουργήθηκαν με τα γενέστερα έργα, ψευδεπίγραφα, τα οποία αποδόθηκαν στον Ιουστίνο. Δεν γνωρίζουμε ποιοι υπήρξαν οι συγγραφείς τους. Είναι όμως σίγουρα συγγραφές που προήλθαν από πρόσωπα τα οποία ζουν μετά την πρώτη οικουμενική σύνοδο και εμφανίζονται ως έργα του Ιουστίνου ακριβώς για να διορθώσουν αυτές τις θεολογικές ανακρίβειες που υπάρχουν στα γνήσια έργα του Ιουστίνου. Εντάξει. Το ένα ζήτημα λοιπόν είναι αυτό τριαδολογικά. Το άλλο έχει να κάνει με την ανθρωπολογία του Ιουστίνου. Και είναι επίσης πολύ σημαντικό. Δηλαδή, ο Ιουστίνος υποστηρίζει ότι δεν είναι φυσικώς αθάνατη η ψυχή. Δεν έχει τη φυσική αθανασία. Αλλά της χαρίζεται η αθανασία. Και πώς της χαρίζεται η αθανασία στην ψυχή του ανθρώπου όταν ο άνθρωπος έλθει σε επαφή με την αλήθεια της χριστιανικής πίστης και τότε τι αποκτάει, επενδύεται η ψυχή από μία νοερή ουσία, από μία νοερή δύναμη η οποία είναι το πνεύμα. Έτσι λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά αυτή η τριαδική διάκριση που συναντούμε σε αρκετά μεταγενέστερα θεολογικά κείμενα στην ανθρωπολογία, σώμα, ψυχή και πνεύμα. Πρωτοεμφανίζεται εδώ σε αυτή τη μορφή στον Ιουστίνο. Και βέβαια τονίζει ιδιαίτερα την εμπειρική σχέση της αλήθειας του Ευαγγελίου ότι ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον Θεό μέσα από τις αποκαλύψεις του Θεού. Που οι αποκαλύψεις αυτές διαχρονικά εξαπλώνονται από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, από τις προφήτες μέχρι και στην εποχή των Αποστόλων και των διδασκάλων, των μαθητών τους μετά τους Αποστόλους. Αυτά πολύ σύντομα, γιατί δεν έχουμε χρόνος, μας έχει προχωρήσει, για να περάσουμε σε ένα άλλο πρόσωπο πάρα πολύ σημαντικό, που είναι ο Θεόφυλος Αντιωχίας, ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας στον κύκλο των απολογητών, ζει προς τα τέλη του δεύτερου αιώνα, γύρω στο 180 χρονολογείται και το σημαντικότερο έργο του είναι τρία βιβλία, ένα ενιαίο έργο διαιρεμένο σε τρία βιβλία με τον τίτλο «Προς Αυτόλικον». Ο Αυτόλικος είναι ένα πιθανότατα υπαρκτό πρόσωπο, ο οποίος εξοργίζεται και λυπείται, γιατί διαπιστώνει, πληροφορείται ότι ο φίλος του, Θεόφυλος, έχει εγκαταλείψει τη φιλοσοφία και έχει ασπαστεί τον χριστιανισμό. Και εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο Θεόφυλος γράφει το έργο του αυτό σε επιστολημέα μορφή, τα τρία αυτά βιβλία, μια πραγματεία «Προς Αυτόλικον», όπου θέτει ζητήματα που, όπως βλέπετε, αφορούν και στον Ιουδαϊσμό και στην εθνική φιλοσοφία, το ζήτημα της γνώσεως του Θεού, της θεογνωσίας. Εδώ βλέπετε πάλι ότι το ζήτημα της θεογνωσίας, της γνώσεως του Θεού, που είναι ατελής αρχικά στον άνθρωπο και τελεία η γνώση του Θεού, δια της Αποκαλύψεως του Θεού, τονίζεται και εδώ μέσα από την εμπειρική γνώση του Θεού. Δεν είναι μια γνώση η οποία επέρχεται μέσα από την γνώση των φιλοσοφικών αληθιών και των φιλοσοφικών αντιλήψεων. Θα μπορούσαμε να το δούμε σε κάποια κείμενα αυτό πώς τονίζεται ιδιαίτερα, ότι δεν τελειούται στον Χριστιανισμό μέσα στην εκκλησία αυτός ο οποίος είναι πολυμαθής και έχει γνώση όλων αυτών των διδασκαλιών του αρχαίου κόσμου, αλλά αυτός που ακόμη και ο λιγομαθής αν είναι, έχει εμπειρία του Θεού. Δείξον μη τον Θεό σου, βλέπετε γαρ ο Θεός, στην ερώτηση δείξον μη τον Θεό σου του Αυτολίκου, δείξε μου ποιος είναι ο Θεός σου, του απαντάει ότι βλέπετε ο Θεός της δυναμένης αυτών οράν. Επομένως, είναι ζήτημα εμπειρικής βιώσεως της παρουσίας του Θεού. Η διάκριση στην κοσμολογία και στην ανθρωπολογία, βασικά θέματα τα οποία θύγονται και στον Ιουδαϊσμό, η δημιουργία του κόσμου και ιδιαίτερα στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης και η ανθρωπολογία, ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία που αναπτύσσουν στην πραγματεία αυτή ο Θεόφυλος Αντιοχίας, θέτοντας τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο λίγο μετά τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Για αυτό κάποιοι από τους νεότερους μελετητές αυτής της πραγματείας μιλούν ότι ο Θεόφυλος κάνει λόγο για τετράδα και όχι για τριάδα. Ανυψώνει δηλαδή σε πολύ ψηλό επίπεδο τον άνθρωπο. Και βέβαια αναπτύσσει ιδιαίτερα τις σχέσεις του χριστιανισμού με την φιλοσοφία. Είπαμε ότι υπάρχει μια ομάδα απολογητών που προέρχονται από την Αθήνα. Για αυτό και είπαμε ότι ως κοιτίδα των αρχαίων απολογητών θεωρείται η Αθήνα. Αυτή είναι ο Αριστίδης. Ίσως είναι ένας από τους πιο προημούς αθηναίους απολογητές ζει το 140 μ.Χ. Θεωρείται πρόδρομος με βάση στη διδασκαλία του και ίσως να υπήρξε και διδάσκαλος του Ιουστίνου. Και είναι αυτός από τον οποίο προέρχεται επίσης ένα έργο που απευθύνεται προς έναν αυτοκράτορα τον αυτοκράτορα Αντωνίνο Πείο, τον Ευσεβή δηλαδή. Προς τον Αντωνίνο τον Ευσεβή επίσης έναν από τον κύκλο των φιλοσόφων αυτοκρατώρων, δηλαδή με φιλοσοφικά ενδιαφέροντα. Το σημαντικό για το έργο αυτό του Αριστίδη του Αθηναίου είναι ότι σήμερα μας έχει διασωθεί μέσα σε μια ψυχοφελή ιστορία που είναι η διήγησης Βαρλαάμ και Ιωάσαφ. Είναι ένα πολύ μεταγενέστερο κείμενο. Αποδίδεται στον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκινό. Σήμερα η έρευνα το αποδίδει ακόμη πιο πίσω στον ευθύμιο τον νέο. Το κείμενο αυτό έχει εσωματωθεί μέσα στη δίγης του Βαρλαάμ και του Ιωάσαφ. Και επίσης το βασικό στοιχείο που διαπνέει την πραγματεία αυτή, την απολογία τους στον αυτοκράττρο Αντωνίνο, είναι η παρουσίαση των τριών θρησκευτικών γενών, των ανθρώπων, οι ειδωλολάτρες, οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί. Και αυτό το στοιχείο που βλέπετε ότι ταυτίζεται, συνδυάζεται με αυτό που είπαμε ότι συναντούμε στη δεύτερη απολογία του Ιουστίνου. Δηλαδή η κατανόηση του φιλοσοφικού, η κατανόηση γενικότερα προς τον εθνικό κόσμο, η κατανόηση των αρχαίων φιλοσόφων. Ο Αθηναγόρας είναι ένας άλλος Αθηναίος απολογητής. Τον χαρακτηρίζουμε ως τον πιο γλαφυρό χριστιανό απολογητή. Το σημαντικό με τον Αθηναγόρα είναι ποιο. Ότι ο Αθηναγόρας ξεκινάει μια πορεία από διώκτης του χριστιανισμού, από κατήγορος για την ακρίβεια του χριστιανισμού, για να καταλήξει σε υπερασπιστή του. Έρχεται σε επαφή με τις χριστιανικές κοινότητες και με τα χριστιανικά κείμενα, για να αντλήσει στοιχεία και υλικό για να κατηγορήσει τον χριστιανισμό, κόντρα χριστιανός, κατά χριστιανών. Αλλά καταλήγει υπέρμαχος των χριστιανών και συγγράφει αυτό το σπουδαίο έργο, που απευθύνεται πάλι σε έναν αυτοκράτορα, πρεσβεία περί χριστιανών. Δηλαδή μια δέηση, μια παράκληση υπέρ των χριστιανών. Αναφέρεται στο διάταγμα του Μάρκου Αυριλίου, με το οποίο είχε ξεκινήσει αυτός ο διωγμός, κατά τη διάρκεια του οποίου, όπως είπαμε, μαρτύρησε ο Ιουστίνος και απαντά και εδώ στις κατηγορίες περιαθείας και θιεστίων δείπνων. Μας έχει εξοδεί και ένα άλλο μικρότερο έργο, αυτό είναι πολύ σημαντικό όμως, περί Αναστάσεως. Είναι το πρώτο έργο, ειδικό έργο, στο οποίο γίνεται θεολογική, πραγματεύεται θεολογικά το έργο αυτό, το ζήτημα της Αναστάσεως, της Αναστάσεως των νεκρών, δηλαδή της βασικής διδασκαλίας του χριστιανισμού, γιατί αυτό το οποίο διαφοροποιεί τον χριστιανισμό από την αρχαία ελληνική θρησκεία ή από την Ιουδαϊκή διδασκαλία ήταν ποιο, ήταν η Ανάσταση των Σωμάτων. Υπάρχει, γίνεται λόγος για Ανάσταση και στον ειδωλολατρικό κόσμο, και στον Ιουδαϊκό κόσμο, αλλά εδώ τι έχουμε στον χριστιανισμό, έχουμε την Ανάσταση των Σωμάτων, των νεκρών Σωμάτων, όχι Ανάσταση των ψυχών. Εδώ λοιπόν ο Αθηναγόρας τι κάνει, προσπαθεί να τεκμηριώσει, να αποδείξει την δυνατότητα της Αναστάσεως μέσα και την ανάγκη της Αναστάσεως, μέσα από την διδασκαλία των αρχαίων φιλοσόφων. Ότι και στην πλατωνική φιλοσοφία και σε άλλους φιλοσόφους, υπάρχουν ακριβώς αυτά τα στοιχεία με τα οποία τεκμηριώνεται, αποδεικνύεται η Ανάσταση των ανθρώπων. Και επίσης ένα σημαντικό στοιχείο που για πρώτη φορά το συναντούμε, είναι η διδασκαλία του για τη θεία πνοή, όχι τον σπερματικό λόγο, αλλά την θεία πνοή, η οποία εν υπάρχει μέσα στους ανθρώπους, δεν κάνει αναφορά σε λόγο. Ανώνυμο κείμενο, το επόμενο, η προσδιόγνου τον επιστολή, δεν ξέρουμε ούτε ποιος το έγραψε, ούτε σε ποιον απευθύνεται. Προσδιορίζεται γενικά στην εποχή του Μάρκου Αυριλίου, δηλαδή στην ίδια εποχή από την οποία προέρχεται και το προηγούμενο κείμενο. Ο διόγνυτος επίσης μας είναι άγνωστος, θεωρείται μάλλον δάσκαλος του Μάρκου Αυριλίου, ένας φιλόσοφος δηλαδή από τον κύκλο του Μάρκου Αυριλίου, και απαντά βασικά σε ένα ερώτημα, γιατί άρχισε να εμφανιστεί, ο χριστιανισμός είναι η αλήθεια η οποία αποκαλύφθηκε, η πραγματική αλήθεια, γιατί άρχισε να εμφανιστεί τόσο πολύ. Εάν ήταν η πραγματική αλήθεια θα είχε παραδοθεί εξ αρχής στους ανθρώπους. Και ο συντάκτης αυτού του κειμένου αναφέρεται ιδιαίτερα επιχειρηματολογή με το ζήτημα της αναγκαιότητας να δημιουργηθούν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις για να αποδεχθεί ο άνθρωπος μετά την πτώση του την αλήθεια της χριστιανικής πίστεως. Και ένα ζήτημα πολύ σημαντικό, ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, είναι η σύγκριση του εγκόσμιου βίου με τον υπερκόσμιο βίο των χριστιανών. Λέει ότι οι χριστιανοί ζουν μέσα στις πόλεις αλλά δεν ζουν στον κόσμο και ούτω καθεξής δηλαδή έχει ένα στοιχείο τέτοιων αντιπαραθέσεων, αντιπαραβολών που ακριβώς θέλει να υπερτονίσει αυτό το υπερβατικό στοιχείο στη ζωή των χριστιανών. Τελευταίως ο Τατιανός. Τατιανός ο Σύρος. Ενώ όλοι οι προηγούμενοι, τι είπαμε είπαμε, διαπνέονται από στοιχεία της ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Τατιανός παρότι πιθανόν υπήρξε μαθητής αρχικά του Ιουστίνου και είχε μετακινηθεί και στην Ρώμη μετά το μαρτύριο του Ιουστίνου, επιστρέφει στη Συρία. Εμφανίζει αρκετά στοιχεία μέσα στο έργο του από τις αιρέσεις οι οποίες αναπτύσσονταν και μάλιστα σε πολύ έντονο βαθμό την περίοδο εκείνη στον χώρο της Συρίας και γι' αυτό και ο ίδιος εμφανίζεται από μεταγενέστερους συγγραφείς καταγράφεται ως αιρεσιάρχης, ως ηγέτης μιας τέτοιας αιρέσεως, της αιρέσεως των εγκρατητών. Μιας αυστηρής δηλαδή ηθικής αιρέσεως που αναπτύχθηκε όπως γνωρίζουμε στον χώρο αυτών της Συρίας και τον μικρασιατικό χώρο. Δύο έργα του μας είναι γνωστά λόγος προς Έλληνας, προς τους ειδωλολάτρες δηλαδή με αυτόν τον όρο εννοείται, ερμηνεύεται όρος Έλληνες και το Διατεσάρων Ευαγγέλιο το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό διότι χρησιμοποιεί έναν μουσικό όρο, ο όρος Διατεσάρων για να αποδώσει την αρμονία των γνωστών Τεσάρων Ευαγγελικών Διηγήσεων μέσα από τις οποίες παρουσιάζεται η ζωή και η διδασκαλία του Χριστού. Αυτά σας τα λέω πάρα πολύ σύντομα, θα δείτε και άλλα πράγματα μέσα στα βιβλία σας, αλλά θέλω κυρίως να κρατήσετε τα πιο σημαντικά στοιχεία αυτά που παρουσιάσαμε εδώ. Θα δείτε επίσης ότι υπάρχουν και κάποιες ανώνυμες απολογίες, δεν θα μιλήσουμε γι' αυτές, κυρίως απευθύνονται προς τους Έλληνας ή κατά Ελλήνων που έχουν απολογητικό ή και πολεμικό περιεχόμενο κατά της ειδωλολατρίας και με την αναφορά αυτή κλείνουμε την ενότητα και των απολογητών, που είναι ο δεύτερος μεγάλος κύκλος προσώπων χριστιανών συγγραφέων που γνωρίζουμε το έργο τους σε αυτήν την τόσο πρόημη περίοδο, ένα έργο εξαιρετικά σημαντικό πέρα από τις όποιες θεολογικές αστοχίες έχουμε επισημάνει. Είναι οι πρώτοι οι οποίοι θέτουν τις βάσεις για την ανάπτυξη της θεολογίας με έναν τρόπο πιο συστηματικό όπως θα τον δούμε τον τρίτο αιώνα μέσα από την Αλεξανδρυνή σχολή που προέρχεται από εδώ. Είπαμε θα δείτε ο κλήρες που έρχεται από ένα τέτοιο περιβάλλον αυτός ο οποίος πρώτος αναπτύσσει συστηματικά την θεολογία της Αλεξανδρυνής σχολής. Αυτά πολύ σύντομα. Αν θέλετε κάτι να ρωτήσετε παιδιά, ξέρω ότι είναι ένας βομβαρδισμός πληροφοριών όλα αυτά που λέμε, αλλά η ύλη μας είναι πολύ μεγάλη για το εξάμινο αυτό, θα πρέπει να φτάσουμε ως τα τέλη του τέταρτου αιώνα, είμαστε ήδη εδώ όπως βλέπετε στον δεύτερο αιώνα, επομένως έχουμε λίγα μαθήματα για να καλύψουμε μεγάλη ύλη. Γι' αυτό σας παρακαλώ πάρα πολύ ζητώ την κατανόηση, την ανοχή σας και την προσοχή σας στα μαθήματα. Είμαστε υποχρεωμένοι να καλύψουμε μια μεγάλη ύλη μέσα σε αυτό το τρίωρο μάθημα για το οποίο δεν έχουμε πολλά μαθήματα. Στο επανειδείν την επόμενη Τρίτη. |