: Καλησπέρα. Είμαι η Μαριλένα. Ευχαριστώ πολύ. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Είμαι η Μαριλένα. Και τον Οκτώβριο του 2015, διαγνώστηκα με καρκίνο του μαστού. Δύο χειρουργεία, έξι μήνες χειμιοθεραπειών, μία μαστακτομία και μία ανάπλαση αργότερα. Σήμερα είμαι υγιής και βρίσκομαι κοντά σας. Όταν μάθα τον Οκτώβριο του 2015, ότι έχω καρκίνο του μαστού και ότι θα πρέπει να κάνω χειμιοθεραπείες, το πρώτο πράγμα που ρώτησα και εγώ, όπως τα περισσότερα κορίτσια στη θέση μου, είναι, θα πέσουν τα μαλλιά μου. Δηλαδή, αυτό ήταν που πρωτίστως μ' ένιαζε. Η απάντηση ήταν πάρα πολύ κοφτή και πολύ κατηγορωματική. Ήταν ναι. Οπότε, πάρα πολύ σύντομα είπα, OK, πάμε να ταξιρίσουμε. Ταξίρισα λοιπόν εγώ και επειδή η δουλειά μου ήταν να έρχομαι σε επαφή με πολύ κόσμο γιατί βρίσκομαι στο νεκροτικό χώρο, αποφάσισα ότι θα αγοράσω και εγώ μία περούκα ακριβώς γιατί ήθελα να αποφύγω αυτές τις συχνές ερωτήσεις, δεδομένου ότι δεν είχα ούτε φρύδια, ούτε βλεφαρίδες, οπότε έπρεπε να πάσα στιγμή να πρέπει να απαντάω στα περίεργα βλέμματα ή στις ερωτήσεις και όχι να μιλάμε για δουλειά. Αγόρασα λοιπόν μία περούκα με φυσική τρίχα, που ήταν το καλύτερο μπουρσό να πάρω. Έκανε 1.500 ευρώ. Και ήτανε τελευταίας τεχνολογίας, τελευταίας τεχνικής. Είναι οι περούκες που χρησιμοποιούνται στον χώληγο, γιατί είναι αυτές που κολλάνε στο κεφάλι, στο δέρμα του κεφαλιού, που σημαίνει ότι μπορείς να κάνεις μπάνιο με αυτές, μπορείς να κοιμάσαι με αυτές, δεν είναι ανάγκη να τη βγάζεις. Και αυτό θεωρούν ότι είναι κάτι καλό οι άνθρωποι που τις έχουν φτιάξει, γιατί γνωρίζουν ότι μία γυναίκα δεν είναι ανάγκη να αντικρίζει τον εαυτό της στον καθρέφτη, καθημερινά βάζοντας, βγάζοντας την περούκα. Τέσσερις μέρες την κράτησα, την τέταρτη μέρα την ξεκόλλησα και μαζί με αυτή πέταξα και τα 1.500 ευρώ από το παράθυρο. Και μετά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα την έβαζα, φορούσα ένα σκουφί λίγο περίεργα από πάνω, πετάγανα λίγα μαλλιά από εδώ, πετάγανα λίγα από εκεί. Εντάξει, την κάναμε τη δουλειά. Έτσι και αλλιώς την χρησιμοποιούσα μόνο όταν βρισκόμουν σε χώρο που δεν ήμουνα, είτε στο σπίτι μου, είτε με τους φίλους μου, είτε στο νοσοκομείο, κάπου γενικά που δεν ήμουνα με δικούς μου ανθρώπους, να νιώθω απόλυτα άνετα. Βρίσκομαι λοιπόν κάποια στιγμή και κάνω την 4η χημειοθεραπεία και τη θυμάμαι, μπορώ να σας την πω με τον αριθμό της, γιατί η καρκινοπαθή είναι λίγο σαν τους φαντάρους. Μετράς αντίστροφα με πότε θα απολυθείς. Οπότε κάνω λοιπόν την 4η χημειοθεραπεία και βρίσκομαι στο δωμάτιο, σε ένα δίκλινο δωμάτιο στο νοσοκομείο που έκανα τις θεραπείες μου. Είμαι εξαπλωμένη, διαβάζω το βιβλίο μου όμως συνήθως, διάβαζα το όνειρο ενός γελοίου που μου είχε φέρει ο Θάνος, το όρο που είναι κάπου εκεί, το όρο που κάθεται εκεί. Και εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο μία άλλη κοπέλα, δείχνει αμύχανη, καταλαβαίνω ότι έχει έρθει να κάνει την πρώτη της θεραπεία, γιατί δεν είναι εξοικιωμένη ακόμα το χώρο. Οπότε της πιάνω την κουβέντα, της λέω γεια, είμαι η Μαριλένα, το όνομά σου, μου λέει Ερήνη. Λέω γεια σου Ερήνη, είναι η πρώτη σου θεραπεία, μου λέει ναι, τα κοφτά. Λέω εντάξει θα περάσουμε μαζί τις επόμενες ώρες, οπότε ας σπάσω λίγο τον πάγο να μιλήσουμε λίγο περισσότερο, της λέω ξέρεις Ερήνη οι θεραπείς δεν μπορνάνε, αυτές καθέ αυτές, οι παρενέργειες πλέον είναι όλο και λιγότερα, στα φάρμακα έχουν εξελιχθεί πολύ και γενικά οι μέρες περνάνε γρήγορα, δηλαδή εγώ βρίσκομαι ήδη σε τέταρτη και δεν το έχω καταλάβει. Κατάλαβα όμως ότι η συζήτηση δεν ήταν αυτό που ήθελε οπότε και εγώ δεν ήθελα να είμαι ενοχλητική, ξάπλωσα το κρεβάτι μου, συνέχισα το βιβλίο μου. Κάποια στιγμή ακριβώς επειδή στο νοσοκομείο η θερμοκρασία ήταν υψηλή και ζέστη, ασυνέστητα κάπως έβγαλα την περούκα από το κεφάλι που ακόμα την είχα και την ακούψα δίπλα μου. Αυτό που δεν κατάλαβα είναι ότι η Ερήνη γύρισε και με κοίταξε απότομα και άκουσα μόνο να μου λέει το εξής, εγώ δεν θέλω να γίνω ποτέ σαν εσένα. Η αλήθεια είναι ότι σάστησα και μπορώ να πω ότι ήταν από τις πιο δύσκολες στιγμές γιατί ήταν ίσως η στιγμή που με ξάφνιασε περισσότερο από ποιαδήποτε άλλη μέσα σε αυτήν την εμπειρία. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν τι απέσσιος άνθρωπος, δηλαδή ποιος λέει αυτό το πράγμα. Βλέπεις έναν άνθρωπο ο οποίος κάνει θεραπείες, δεν έχει μαλλιά, δεν έχει φρύδια, δεν έχει βλεφαρίδες, είναι ξαπλωμένος, είναι βγενικός, είναι φιλικός μαζί σου και του λες αυτό. Προσπάθησα, αν όχι να τη δικαιολογήσω, να την καταλάβω και είπα, φοβάται? Ναι, φοβάται. Είναι θυμωμένη με αυτό που της συμβαίνει, είναι σίγουρα θυμωμένη με αυτό που της συμβαίνει γιατί είναι επιθετική στους δικούς τους ανθρώπους, στους γιατρούς, στο περιβάλλον, σε όλους. Μήπως δεν έχει αποδεχτεί αυτό που της συμβαίνει, δεν το έχει αποδεχτεί. Παρ' όλα αυτά, όλες αυτές οι απαντήσεις δεν μου ήταν αρκετές και δεν μου ήταν αρκετές, γιατί ακολούθησαν οι επόμενες ερωτήσεις, που ήταν οι εξής. Κάτσε, είναι η μόνη που βρίσκεται σε αυτή τη θέση. Όχι. Αυτός ο όροφος, δεν είναι ένας όροφος χειμιοθεραπειών, δεν κάνουν πάρα πολλοί άνθρωποι χειμιοθεραπείας στη γύρω μας, δεν κάνουν όλοι όσοι είναι σε αυτόν τον όροφο, ναι. Δεν φοβούνται όλοι, όλοι φοβούνται. Δεν είναι πάρα πολλοί από αυτούς, πολύ ευγενικοί, πολύ φιλικοί, κάποιοι, πραγματικά, μου προκαλούσε βέως το ότι οι άνθρωποι που βρισκόταν σε τελικό στάδιο, ήταν ευδιάθετοι. Ναι. Επομένως, δεν είμαστε υπεύθυνοι για το τι λέμε, ναι. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για το τι βγαίνει από το στόμα μας, ναι. Δεν είμαστε υπεύθυνοι για το ποιο είμαστε, φυσικά και είμαστε. Η αλήθεια είναι πως επιλέγουμε τις αντιδράσεις μας τόσο στα εύκολα, αλλά τόσο και στα δύσκολα. Μια τέτοια δυσκολία, μια τέτοια δοκιμασία, είναι και ο καρκίνος. Έχουμε πολλά ονόματα για αυτήν. Ακοηθείς όγκος, καρκίνωμα, νεοπλασία, έχουμε και το υπέροχο επάρατη νόσος, καταραμένη δηλαδή. Και μπορεί να βρισκόμαστε στο 2017, όπως στο 2017 ο καρκίνος είναι της ταπάνω του, αλλά στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να είμαστε σε μια άλλη εποχή, θα μπορούσαμε να είμαστε μερικές δεκαετίες πίσω και να μιλάμε για το HIV. Θα μπορούσαμε να είμαστε ακόμα πιο πίσω και να μιλάμε για τη φυματίωση, να μιλάμε για τη χολέρα. Διαφορετικές περιπτώσεις, ένας κοινός παρονομαστής, μια ασθένεια. Αυτό το οποίο είναι αξιοσημείωτο με εμάς τους ανθρώπους είναι ότι όταν μιλάμε για ασθένειες τρέμουμε τόσο πολύ με την ιδέα τους. Δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να τις συζητήσουμε που η καλύτερη ευχή που πηγαία και πραγματικά και αθόρμητα έχουμε για να πούμε στον διπλανό μας είναι πάνω από όλη η υγεία. Αυτό λέμε κατευθείαν. Πάνω από όλη η υγεία, όλα τα άλλα έρχονται, συνεχίζουμε. Και μάλιστα το λέμε με ιδιαίτερη έμφαση για να ξορκίσουμε το κακό. Και η ερώτηση που εγώ κάνω στην ευθόν μου είναι ότι έρχονται όλα τα άλλα. Και τι γίνεται σε περίπτωση που δεν υπάρχει η υγεία. Μπορούν να έρθουν όλα τα άλλα χωρίς να υπάρχει η υγεία στην εξίσωση. Συχνά μάλιστα επαναλαμβάνουμε αυτή την ευχή. Πολλές φορές υπάρχουν και αυτά τα υπέροχα, τα φτουφτουφτουφτουφ, επαναπολεγία φτουφτουφτουφ, αυτό είναι το βασικότερο. Που τι κάνουμε, πρώτον επαναπαβόμαστε. Δεν κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας για να είναι επαναπολεγία, για να έχουμε την υγεία μας. Και δεύτερον και κυριότερο για μένα τουλάχιστον, κλείνουμε τα μάτια σε μια αδιαφυσβήτητη παραδοχή, σε μια πολύ σκληρή αλλά αδιαφυσβήτητη παραδοχή, που είναι αυτή εδώ. Ότι μια μέρα θα πεθάνω. Καταλαβαίνω ότι δεν είναι η πιο ευχάριστη η σκέψη και το πιο ευχαριστό σλάιντ για ένα απόγευμα Σαββάτου. Έχετε δει και καλύτερα. Αλλά πάρτε αν θέλετε λίγο, μερικά δευτερόλεπτα, το χρόνο να την κοιτάξετε, να το κοιτάξετε, να κοιτάξετε αυτή την παραδοχή, με την πολυτέλεια του ανθρώπου που δεν έχει στον ορίζοντά του μια ορατή απειλή. Που το εύχομαι, εύχομαι να είστε όλοι γης εδώ. Γιατί είναι μία από τις δηλώσεις που ξέρουμε ότι δεν είναι ψέμα. Είμαστε βέβαιοι γι' αυτό. Εγώ όταν έμαθα ότι έχω καρκίνο πριν από δύο χρόνια, δεν σκέφτηκα θα πεθάνω. Τα αντανακλαστικά μου ήταν σε εγκρίγωρση. Το πρώτο πράγμα που είπα ήταν όχι, Ερσύ. Τρία της τα τριάντα τρία νωρίς ήρθε. Εντάξει, αλλά OK, συνέβη, πάμε να δούμε τι κάνουμε. Αν ήταν για κάποιον δικό μου άνθρωπο, αν ήταν για την αδερφή μου, δεν ξέρω αν θα είχα την ίδια ψυχρεμία, δηλαδή πραγματικά δεν ξέρω πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν για τη μητέρα μου. Ήμουν όμως ψυχρεμή, είπα ότι OK, πάμε να δούμε τι κάνουμε. Δεν είχα την ίδια ψυχρεμή όλες τις στιγμές, γιατί όταν κάποια στιγμή περίμενα τις εξετάσεις, ήξερα ότι έχω καρκίνο στο στήθος, περίμενα κάποιες εξετάσεις για το υπόλοιπο σώμα όπως και κάνουν, έπρεπε να τις κάνω από τους πνεύμονες καλά, τα ώστα ήταν καλά, άνω, κατοκύλια, και ξαφνικά παίρνω μια εξέταση Παρασκευή-Απόγευμα, όπου υπάρχει μια σκιά στο σκότι και εκεί λέω, όπα, εντάξει το στήθος, τώρα και το σκότι δυσκολεύουν τα πράγματα, εκεί με έλουσε ο φόβος και επειδή θα έπρεπε να περιμένω ένα ολόκληρο Σεββατοκύριακο μέχρι να μπαρώ, να κάνω μαγνητική τη Δευτέρα και να μάθω αν το σκότι μου ήταν καλά, συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να περάσω ένα Σεββατοκύριακο αγωνίας, όπου ουσιαστικά είχα δύο επιλογές, η μία ήταν να αφήσω τον φόβο να με κυριεύσει και τελικά να τρελαθώ, δεν μπορούσα να περάσεις έτσι 48 ώρες. Η δεύτερη εναλλακτική που είχα ήταν να συμφιλουαθώ με τη θνητότητά μου, μπορεί να ακούγεται κάτι εύκολο, μπορεί να ακούγεται έτσι σε φράση απλό, αλλά δεν είναι. Αυτό μας που μου ήρθε σαν σκέψη εκείνο το Σεββατοκύριακο αγωνιστικά, σύντομα ήταν, κάτσε Μαριλάνο, περίμενε, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει πριν από σένα πριν φτάσουν τα 33 τους. Κάθε μέρα πεθαίνουν παιδιά. Δεν μου υποσχέθηκε κανείς, δεν έχω υπογράψει εμβόλα με κάποιον ότι εγώ θα ζήσω μέχρι τα 90 ή μέχρι τα 100. Είναι κάτι που το εύχομαι, είναι κάτι που εξακολουθώ να το εύχομαι, είναι κάτι που το εύχομαστε όλοι, αλλά κανείς δεν μας έχει δώσει αυτή τη βεβαιότητα. Και το γεγονός ότι αυτό δεν είναι δεδομένο, είναι κάτι το οποίο είναι καλό κάποιος να το αποδεχτεί. Και εγώ και ένα το Σεββατοκύριακο έστω και για μερικές ώρες το αποδέχτηκα. Όταν τη Δευτέρα έμαθα ότι όλα καλά είπα, συνεχίζουμε. Πώς συνεχίζουμε? Συνεχίζουμε ενώ δεν ελέγχουμε όλα όσα μας συμβαίνουν. Δεν τα ελέγχουμε. Συνεχίζουμε χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε το τυχαίο. Συνεχίζουμε χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε την εμφάνιση μιας ασθένειας. Προφανώς δεν είναι στο χέρι μας. Και συνεχίζουμε σίγουρα χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε και την έκβαση μιας ασθένειας. Τότε τι είναι αυτό που μένει να ελέγξουμε, τι ελέγχουμε τελικά. Θέλω να σας δώσω αυτό το σημείο για πολύ λίγο και να πω το εξής. Λέμε για κάποιον, κέρδισε τη μάχη ή έχασε τη μάχη με τον καρκίνο. Και δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε εκείνη τη στιγμή. Δεν συντοποιούμε ότι αυτό που κάνουμε είναι ότι χωρίζουμε τους ανθρώπους και τους ασθενείς σε νικητές και σε ιτημένους. Είναι σαν να έχουμε ικανούς μαχητές και αδύναμους ανθρώπους. Και τσουπ, η ατομική ευθύνη έχει μπει πάνω στον ασθενείο και πάνω στον άνθρωπο για κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται. Στην πραγματικότητα, είμαστε μόνο τυχεροί και άτοιοι. Και ίσως κάποιοι πιο επιμελείς και προνοητικοί για να προλάβουν κάποια πράγματα, αλλά και πάλι τυχεροί. Αν όμως η τυχαιότητα φέρνει τα καλά και φέρνει και κάποια κακά και τελικά φέρνει τα πράγματα που δεν ελέγχουμε, τότε ξαναγυρνάμε στο ίδιο ερώτημα. Τι ελέγχουμε τελικά. Και εγώ μπορώ να σας πω πώς απάντησα εγώ σε αυτό το ερώτημα. Γιατί αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο τα απαντώει καθώς και τον εαυτό του. Εγώ αυτό μπορώ να κάνω, να σας πω μέσα από τη δική μου ιστορία, τα δηλήματα, τις δύο εναλλαγτικές, τις δύο επιλογές που πάντα έβλεπα μπροστά μου σε διαφορετικά σημεία στην ιστορία μου. Και αυτές ήταν οι εξής. Αύγουστος του 2015, είμαι εξαπλωμένη, βλέπω μια ταινία στον καναπέ μου και κάποια στιγμή όλος τυχαίως με το ένα μου χέρι, πιάνω ένα αγρομπαλάκι στο δεξί μου στήθος το οποίο δεν υπήρχε εκεί. Δύο εναλλαγτικές. Δεν θα είναι κάτι. Θα φύγει μόνο το. Εντάξει, συμβαίνουν αυτά. Το γυναικείο στήθος εμφανίζει μια έτσι μια αλλιώς, θα φύγει. Δεύτερο εναλλαγτική. Κάτσε αυτό δεν υπήρχε εκεί. Θα κλείσω αύριο ραντεβού για υπέρυχο. Και έκανα το δεύτερο. Δεν ήταν στον έλεγχο, στο δικό μου έλεγχο το αν είχα καρκίνο. Είχα. Τι ήταν στον έλεγχό μου? Ήταν στον έλεγχό μου να το μάθω το συντομότερο δυνατό. Σκηνή δεύτερη. Ο υπέρυχος λέει πως κάτι βλέπει. Δεν είναι κάτι κακό. Κάτι υπάρχει αλλά δεν είναι κάτι κακό. Ο μαστολόγος κάνει με την παρακέντηση μου λέει ότι πρόκειται περί καλοήθειας. Κάποια στιγμή βγάλει το. Μην το αφήσεις εκεί. Αλλά εντάξει μη βιαστείς. Δύο εναλλακτικές. OK. Κάτι στιγμή θα το βγάλω. Κάτσε να περάσει λίγο τα Χριστούγεννα. Να πάω και εκείνο το ταξίδι, το Πάσχα. Κάποια στιγμή θα πάω να το βγάλω. Δεύτερο εναλλαγτική. Κάτσε. Δεν είναι κάτι. Αλλά μην έχει νοσήσει και η θεία μου και η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου πέθανα από αυτά τα 33. Μήπως να το βγάλω τόσο σύντομο ότι να το. Και έκανα το δεύτερο. Δεν ήταν στον έλεγχό μου να μάθω πως είχα κακοίθεια και μάλιστα με δίκτυπο λαπλασιασμού 95%. Όταν μετά το μάθαν και οι δικοί μου γιατροί το ίδιο έκαναν. Αυτό που μου λέγαν όταν δεν ήταν κάτι. Αυτό που ήταν στον έλεγχό μου όμως, ήταν ένα επιμείνω στην άμεση αφαίρεσή του. Αυτό που ήταν στον έλεγχό μου ήταν να προλάβω εγώ τη μετάστασή του. Και τελικά αυτό που ήταν στον έλεγχό μου ήταν να μην το ρισκάρω και τελικά να με σώσω. Σκηνή τρίτη. Μαθαίνω πως όντως έχω καρκίνο στο στήθος και πως είναι επιθετικός και πιθανότατα είναι και σπάνιος καθώς μπορεί να πρόκειται και να αφήλει σε γωνιδιάκη μετάάλαξη. Δύο εναλλακτικές. Αγνώ το γωνιδιακό έλεγχο. Όχι, δεν θέλω να ξέρω. Έχω κάνει χημειοθεραπείες, έχω κάνει χειρουργία, το έχω αφαιρέσει, όλα καλά τώρα. Δεν θέλω να ξέρω περισσότερα από αυτό. Τι τώρα, αυτά είναι περίεργα πράγματα τώρα. Να μάθω όλα με τα γωνίδια και τι άλλα σας. Καλύτερα όχι. Δεύτερη εναλλακτική. Θα κάνω το γωνιδιακό έλεγχο. Θα μάθω ότι ανήκω σε αυτή τη σπάνια κατηγορία στο 5% και θα κάνω και τρίτο χειρουργείο. Θα το αποφασίσω μόνη μου να το κάνω και αυτή είναι προληπτική μας τεκτομή. Και θα κάνω και ανάπλαση και θα προφυλάξω τον εαυτό μου για το μέλλον. Να πούμε το εξής. Μόλις το 44% των γυναικών γνωρίζει ότι ο καρκίνος του μαστού και των οθικών, ο γωνιδιακός, μπορεί να κληρονομηθεί τόσο από τη μεριά της μητέρας όσο και από τη μεριά του πατέρα. Αυτό που λένε πάρα πολύ γυναικολόγοι, μας το λέω για εμένα, μου έτυχε και στις ιωπεριπτώσεις. Α, είχε στια και γιαγιά, αλλά ήταν με τη μεριά του μπαμπά. Δεν μας νοιάζει η μεριά του μπαμπά. Δεν ισχύει. Η πραγματικότητα είναι ότι το 95% των καρκίνων του μαστού οφείλονται σε κάποια τυχαία μετάλλαξη. Δεν ξέρουμε πώς πρέκυψαν. Το 5% όμως οφείλονται σε γωνιδιακή βλάβη, δηλαδή σε μια γωνιδιακή μετάλλαξη, η οποία κληρονομείται. Επομένως, αν μία γυναίκα έχει πάνω από δύο γυναίκες σε μία από τις δύο πλευρές της οικογενειάς της, που έχουν ωσήσει κάτω από τα σαράτα, έχει πολύ καλό λόγο να θέλει να κάνει το γωνιδιακό έλεγχο και να μάθει αν και εκείνη κουβαλά το γωνίδιο. Και φτάνουμε σε σκηνή τέταρτη, όπου μου λένε ότι θα κάνω χειμηθεραπή, θα πέσουν τα μαλλιά μου, και λέω, εντάξει, θα πέφτουν λίγα-λίγα, είναι τα μακριά, θα τα παρακολουθώ, κάτι μπορεί να μείνει ή όχι, θα τα ξυρίσω εγώ, αφού θα πέσουν. Δεν ήταν στον ελεγχό μου αν τα φάρμακα θέριγαν τα μαλλιά μου, αυτό δεν περνάει έστω από το χέρι μου, ήταν στον ελεγχό μου όμως το πότε θα πέσουν, αφού θα πέσουν θα τα ρίξω εγώ, αφού θα πέσουν θα αποφασίζω εγώ, ποιος θα τα ξυρίσει, πότε, με ποιους παρόντες και σε τι κλίμα. Και εδώ είναι η σκηνή θεραπείας. Σκηνή πέμπτη, η Ειρήνη μπαίνει στο δωμάτιο που θα κάνει την πρώτη της χημιαθεραπείας, συναντά μια άλλη κοπέλα που είναι με τους ορούς στα χέρια και η δεύτερη κοπέλα βγάζει την περούκα της, εναλλακτικές. Η Ειρήνη τη κοιτάζει και τη ρωτάει περισσότερα για να μάθει, να καταλάβει, να τη γνωρίσει, να κάνει φίλους, να μοιραστεί το φόβο της. Και δεύτερη εναλλακτική η Ειρήνη της λέει ότι δεν θέλει ποτέ να μοιάσει σε εκείνη. Δεν ήταν στον ελεγχό της αν θα έρθει αντιμέτωπη με το φόβο της, δεν ήταν στον ελεγχό της αν θα δει έναν άνθρωπο ξαφνικά χωρίς μαλλιά. Αυτό συνέβη, ήταν ένα καριέο. Ήταν όμως στον ελεγχό της το πώς θα αντιδράσει σε αυτό το θέμα. Ποιες λέξεις θα διαλέξει, πώς θα εκφραστεί, ποιος άνθρωπος θα είναι. Κανένας καρκινοπαθής ή άλλος ασθενής δεν μπορεί να ελέγξει σε ποιον λαβύρινθο θα μπει. Και σίγουρα δεν μπορεί να ελέγξει και πότε θα βγει. Δεν εξαρτάται από εμάς. Εξαρτάται από τους γιατρούς, από την επιστήμη, από χιλιαδιώλα, δεν εξαρτάται από τον ασθένη πότε θα βγει σε αυτήν την ασθένεια. Μπορεί όμως να ελέγξει κάτι. Και αυτό που μπορεί να ελέγξει είναι το πώς θα κινηθεί μέσα σε αυτό το λαβύρινθο. Κι αυτό έχω την εντύπωση ότι δεν ισχύει μόνο για τις περιπτώσεις των ασθενών, ή μόνο για τις περιπτώσεις του καρκίνου εν προκειμένου. Ισχύει για κάθε ανυπέρβλητη δυσκολία στη ζωή. Ισχύει μάλιστα τόσο πολύ που για μένα, προσωπικά, το μόνο ερώτημα που αξίζει να σταθεί δίπλα σε αυτήν την ανελέητη παραδοχή είναι αυτό. Ναι, μια μέρα θα πεθάνω. Αλλά ποια θέλω να είμαι ζωζώ. Αυτό το αποφασίζω μόνο εγώ. Σας ευχαριστώ. |