Διάλεξη 3: Σε εκτέλεση των διετάξεων, η Εκκλησιαστική Δικαίου συνεχίζει με το προισχύσαν δίκαιο στο θέμα της διαχείρισης ακυνήτων ιερών μονών. Σε εκτέλεση των διετάξεων, η Εκκλησιαστική Δικαίου συνεχίζει με το προισχύσαν δίκαιο στο θέμα της διαχείρισης ακυνήτων ιερών μονών. Σε εκτέλεση των διετάξεων, η Εκκλησιαστική Δικαίου συνεχίζει με το προισχύσαν δίκαιο στο θέμα της διαχείρισης ακυνήτων ιερών μονών. Σε εκτέλεση των διετάξεων, το άρθρο που προαναφέραμε στο τέλος της δεύτερης διάλεξης, εκδόθηκαν το Προεδρικό Διάταγμα 1.5.3.1932 και το Βασιλικό Διάταγμα της 12.23.1948, που αφορούν αντίστοιχα στην εκμίστοση και την εκποίηση της διατηρητέας μοναστηριακής περιουσίας. Υπό το καθεστώς του νομοθετικού διατάγματος 126 του 1969, οι αρμοδιώτες του ΟΒΕΠ, που μέχρι τότε περιορίζουν στη διαχείριση μόνον της εκποιητέας περιουσίας, επεκτάθηκαν και στη διατηρητέα. Έτσι, οι κανονιστικές διατάξεις 3 και 4 του 1969, που εκδόθηκαν με νομοθετική εξοδότηση του νομοθετικού διατάγματος 126 του 1969 και αφορούσαν στην εκπίση και εκμίστοση αντίστοιχα της καθόλου εκκλησιαστικής περιουσίας, κάλυπταν και ολόκληρη τη μοναστηριακή περιουσία και κατά συνέπεια κατάργησαν τις διατάξεις των προαναφερόμενων εκκληλεστικών διαταγμάτων. Μετά τη θέση όμως η ισχύ του νέου καταστατικού χάρτη, ο ΔΕΠ περιορίστηκε και πάλι μεριτή διάταξη άρθρο 46 πράγματος 5 νόμου 590 του 1977 στη διοίκηση της ρευστοποιητέας μονοπεριουσίας. Γι' αυτό πλέον οι κανονιστικές διατάξεις 3 και 4 του 1969 δεν είναι εφαρμόσυμες στις εκμιστώσεις και εκπίησης της διατηρητέας μοναστηριακής περιουσίας. Έτσι, μέχρι να εκδοθούν οι κανονιστικές πράξεις προβλέπονται από το άρθρο 46 πράγματος 2 νόμου 590 του 1907, υπάρχει νομοθετικό κενό, αφού το Πρωθυντικό διάταγμα της μία κάθος 5 τρίτου 1932 και το Βασιλικό διάταγμα της 12 κάθος 23 Δευτερίου 1948 δεν μπορεί να επιβίωσαν των κανονιστικών διατάξεων 3 και 4 του 1969, που ρίδιζαν τα ίδια θέματα. Είναι ομολογία. Για να καλύψει το κενό κατέβηκε στην κατασκευή ότι τα διατάγματα του 1932 και του 1948 ούτε έποτε καταργήθηκαν και στην επώση σε ακουθούν να εφαρμόζονται στα θέματα εκμιστώσεων και εκπίσεων αντίστοιχα της διατηρητίας υπερουσίας των μονών. Οι νόμοι του 1787 και 1811 του 1988. Σήμερα, το νομικό καθεστώς ακείνη της μοναστηριακής υπερουσίας καθορίζουν καταλυτικά τρεις νομοθετικές ρεθμίσεις. Πρώτον, ο νόμος 1700 του 1987, ο νόμος 1811 του 1988, μαζί με την εμπεριεχόμενη σύμβαση και το άρθρο 55 του νόμου 2413 του 1996, που υπήρξε καρφός της νικηφόρας μάχης που έδωσαν στο ακροατήριο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Οκτώ ιστορικές μονές που δεν αποδέχθηκαν ούτε την αφαίρετη επέμβαση της πολιτείας στην περιουσία τους με το νόμο 1700-1987, ούτε το συμβαστικό αποτέλεσμα του νόμου 1811-1988. Η φιλοσοφία του νόμου 1700-1987 ήταν η εξής. Όλη η μοναστηριακή υπερουσία διατηρηταία και εκποίηται. Θα περιέχονταν στη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση του ΟΔΕΠ, όπως ο νόμος αυτός καθόριζε τη διοίκησή του, στην οποίαν την πλειοψηφία θα είχαν οι εκπρόσωποι της πολιτείας, άρθρο 1. Ο ΔΕΠ, λοιπόν, θα είχε δυνατότητα να παραχωρήσει τη χρήση της μοναστηριακής περιουσίας πλήν της Αστικής σε γεωγοκτινοτροφικούς συνεταιρισμούς ή άλλους παρόμοιους φορείς για εκμετάλλευση. Επιπλέον, θα είχε δυνατότητα να μεταβιβάσει με σύμβαση στο δημόσιο μέσα σε ένα εξάμινο την ανωτέρωι περιουσία, σύμφωνα με το άρθρο 2. Αλλά ο εκβιασμός είχε και συνέχεια. Αν δεν γινόταν αυτή η μεταβίβαση, τότε όσα αγροτικά, υδασικά κινητά νέμονταν ή κατήχαν οι μονές, θα εθορεί τότε ανήκουν στην κυριότητα του δημοσίου. Με την καθιέρωση λοιπόν αυτού του τεκμυρίου, το Ελληνικό Δημόσιο Ευρηματικό Πάντοτες Ελίσσης Αδάπανης Απαλοτριώσεως προέβη ουσιαστικά στην μετακίνηση της μοναστηριακής περιουσίας στην κυριότητά του. Το τεκμήριο αυτό διατυπώθηκε φαινομενικά ως μαχητό, αλλά στην ουσία με το τέχνασμα που ο νομοθέτης διέλαβε σε αυτό, ήταν αμάχητο για τη στριπτική πλειοψηφία των μονών και για το σημαντικότερο μέρος της περιουσίας τους. Νάποιο ήταν το τέχνασμα του νομοθέτη. Κολόβωσε στα μέτρα της πολιτείας και σε βάρος των ιερών μονών την έννοια του νόμιμου τίτλου που έπρεπε να κατέχουν τελευταίες για να τα αποδείξουν την κυριότητά τους και να καταρρίψουν το παραπάνω τεκμήριο. Επειδή η αρχαιότερη και σημαντικότερη ακίντη περιουσία, μοναστηριακή περιουσία, είναι αυτή που αποκτήθηκε στο πέρασμα των αιώνων μέχρι σε εκτισία, είτε με κατάληψη από τους αρχαίους μοναχούς και αξιοποίηση των γιών, είτε με δωρεές βασιλέων, αρχόντων και απλών πιστών. Γι' αυτό ακριβώς στο τομέα της περιουσίας τους, οι μονές δεν διέθεταν έγγραφο τίτλο ιδιοκτησίας. Ωστόσο πρέπει να παρατηρηθεί ότι και η χρησιεκτησία είναι, κατά την Αστικό Κωδίκα, άρθρα 1041-1045, τίτλος κυριότητας, ισόκυρος και ισοδύναμος με τους λοιπούς. Λοιπόν, ο νομοθέτης διατύπωσε τη δυνατότητα καταρρίψεως το ανωτέρο τεκμηρίου, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείεται η επίκληση και απόδειξη από τις μονές της χρησιεκτησίας ως τρόπο κτίσεως κυριότητάς τους, με περαιτέρω αποτέλεσμα την περιέλευση κατά πλάσμα δικαίου της κυριότητας των ακυνήτων αυτών στην κυριότητα του δημοσίου. Με την καθιέρωση του παραπάνω τεκμηρίου κυριότητας, υπέρ του εαυτού της η πολιτεία απένει με μόνη της δικαιοσύνη, διαπαρακάμψεως των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, δηλαδή των πολιτικών δικαστηρίων. Επιπλέον, περιόρισε τα δικαιώματα κυριότητας των ιερών μονών μόνο σε εκείνα τα ακύνητα, που η κυριότητά τους πρώτον προκύπτει από το νόμιμο τίτλο κυριότητος προγενέστερο της ημέρας κατάθεσης του σχεδίου που ήδη έχει μεταγραφεί ή θα μεταγραφεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 6 μηνών από την έναξιχείοση του νόμου αυτού. Δεύτερον, έχει αναγνωριστεί με διάταξη νόμου. Τρίτον, με διάταξη νόμου ή με αμετάκλει δικαστική απόφαση έναντι του δημοσίου. Στένεψε δηλαδή αφθαίρετα τόσο την έννοια των τίτλων, δηλαδή των τρόπων που προσπορίζουν κυριότητα, θεωρώντας εκτός από την αγνώριση με δικαστικές αποφάσεις, το δικασμένο το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ότι παραδεκτοί οι τρόποι κτίσεως είναι μόνο όσοι αποδεικνύονται από νόμιμο τίτλο κυριότητας προγενέστερο της ημέρας κατάθεσης του σχεδίου, που ήδη έχει μεταγραφεί ή θα μεταγραφεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 6 μηνών από την έναξιχείοση του νόμου. Έτσι όμως ο νομοθέτης παραβλέποντας τα προαφερόμενα αυτονόητα για τη φύση και την ισοτιμία των τίτλων κυριότητας, κατάργησε αναδρομικά μάλιστα και εκτιμένα με νόμιμο τρόπο εμπράγματα δικαιώματα, κυριότητες δηλαδή που είχαν μέχρι τότε αποκτηθεί από τις Ιερές Μονές, με βάση πρωτότυπους τρόπους κτίσης κυριότητας και κυρίως μέχρι στην εκτισία επομένως την πλειονότητά τους. Το γεγονός αυτό ισοδυναμούσε με δήμευση χωρίς προηγούμενη αποσημείωση, και οι Ιερές Μονές, στερούμενες για τα κίνητα αυτά εγγράφων τίτλων κυριότητας μεταγεγραμμένων μάλιστα, δεν θα ήταν σε θέση να καταρρίψουν το καθιερούμενο από το νόμο τεχμήριο. Η νομική αυθαιρεσία ήταν έγδυλη. Ωστόσο, το Συμβούλιο Επικρατίας, στο οποίο προσέφυγε η Εκκλησία της Ελλάδος και κάποιες Ιερές Μονές για να δικαιωθούν, δεν την αντιλήφθηκε σε ισαγωγικά. Η προφή της έννοιας των νόμιμων τίτλων συνεχίστηκε δυστυχώς και αποτωνόταν αυτό ακυρωτικό δικαστήριο. Εξέδωσε την υπαριθμό 5.057.987 αποφασίτου κατά πλειοψηφία και συντάχθηκε με τις θέσεις του δημοσίου. Η Εκκλησία εγκατέλειψε τον αγώνα τον δικαστικό και ήρθε σε συμβιβαστική συμφωνία με το ελληνικό δημόσιο που κυρώθηκε αργότερα με το νόμο 1811 του 1988. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ενώ από τη μία πλευρά υπήρχε δημόσια αντιπαράθεση για το θέμα αυτό ανάμεσα στον Υπουργό Παιδείας σχέσης κεμμάτων τότε τον έμνηστο Αντώνη Τρίτσι και από την άλλη πλευρά που προβάζει η Εκκλησία στους τότε Μητροπολίτες Δημητριάδος, Χριστόδουλο, Θηβών Ιερόνιμο, οι οποίοι και οι δύο έγιναν στη συνέχεια αρχιεπίσκοποι και Αλεξανδρυπόδεος Άνθιμο, ο οποίος στη συνέχεια έγινε Μητροπολίτης Θαρωνίκης. Ταυτόχρονος και εμπιστευτικός υπήρχαν διαπραγματεύσεις μέσω του τότε νομικού συμβούλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Γεωργίου Λιλέου, ο οποίος ήταν και ειδικός σύμβουλος επί εκκλησιαστικών θεμάτων του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ανάμεσα στον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σεραφείμ και τον τότε Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, οι οποίοι σκατελήξαν σε αυτή τη συμβαστική λύση η οποία υλοποιήθηκε με το νόμο 1811 του 1988. Ειδικότερα, στις 15 του 1988 συνήφθη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της διακούς σειράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, που εκπροσωπούσε δυνάμι εξοδοτήσεων 149 μονές, σύμβαση με την οποία οι μονές παραχώρησαν στο δημόσιο τη δασική και αγροτολιβαδική περιουσία τους, παρακρατώντας υπέρ αυτόν ένα μικρό μέρος, είτε για την περιβαλλοντολογική προστασία του κτιριακού συγκροτήματος της Μονής, είτε για αυτοκαλλιέργεια ή ιδιόχρηση. Εξερέθηκαν επίσης από τη μεταβύβαση όλα τα ακίνητα, για τα οποία οι μονές διέθεταν τίτλο προφανώς, με τη στρεβλή ενια το άρθρο 3 παράγγ. 1β του νόμου 1.700 του 1987, ή απέκτησαν με νόμους τίτλους δωρεάς Διαθήκης Κληρονομίας ή Κληροδοσίας. Σε αντάλλαγμα για την παραχώρηση, το δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση κάποιων οικονομικών παροχών προς την εκκλησία, ενώ δηλώσει ότι δεν διατηρεί καμία αξίωση στην περιουσία, που μετά ταύτα παραμένει στις συμβαλόμενες μονές. Η Σύμβαση αυτή κυρώθηκε με το νόμο 1811 του 1888, που περιτέρω όρισε και τα εξής. Η διοίκηση και διαχείριση αστικής περιουσίας, τορμή συμβεβλημένων μονών, περιέρχεται στη διαρκή Ιερά Σύνοδο, ενώ για τη λυπή περιουσία τους θα ισχύουν οι διατάξεις του νόμου 1.700 του 1.187 άρθρο 2 παράγγ. 3. Επίσης καταργήθηκε ο ΟΔΕΠ, άρθρο 3 της Σύμβασης. Αυτό ήταν ένα άλλο αποτέλεσμα της εμπιστευτικής συμφωνίας Σεραφείμ Παπανδρέου. Και αναφορικά με τις συμβαλόμενες μονές ορίστηκε ότι την αστική περιουσία και την άγροτο-λιβαδική, που θα απέμεινε στην κυριότητά τους, θα διηγεί και θα διαχειρίζεται εκείνη μέρα, εκείνη μέρα που στο παρελθόν ήταν χαρακτηρισμένη ως διατηρητέα η ίδια η Μονή, εκείνη μέρα που στο παρελθόν ήταν χαρακτηρισμένη ως ρευστοποιητέα η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία για την περίπτωση αυτή ακριβώς προβλέφθηκε ότι επισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργημένου ΔΕΠ, Ιωνή Καθολική Διαδοχή, εξ λέτζε. Και τώρα περνάμε στο ζήτημα της προσφυγής των ιερών Μονών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έτσι, όσες Μονές δεν υπέκυψαν στον εκδιασμό της Πολιτείας και δεν συμβλήθηκαν, βρέθηκαν όμυροι του τεκμηρίου του νόμου 1700 του 1987. Ευτυχώς η αδική αυτή, η οποία έγινε σε βάρος τους, αποκαταστάθηκε. Δυστυχώς όμως, όχι με απόφαση Ελληνικού Δικαστηρίου. Χρειάστηκε να προσφύγουν 8 ιστορικές ιερές Μονές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κάποιες είχαν συμβληθεί, κάποιες άλλες όχι. Το Δικαστήριο αυτό, αποδεσμευμένο από κάθε είδους εσωτερική φόρτιση, έκρινε με αντικειμενικότητα το όλο θέμα και δικαίωσε από τις προσεύγουσες ιερές Μονές εκείνες που δεν είχαν συμβληθεί. Πρόκειται για την από 9-12 του 1994 απόφαση, υπόθεση 10 κάτω στις 1993, κάτω στις 405, κάτω στις 483-484 ιερές Μονές κατά Ελλάδος. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε αφενός μεν ότι με την καθιέρωση του τεκμήριου υπήρξε παραδίαση του άρθρου 1 παράγραφος 1 του πρώτου πρόσετου πρωτοκόλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος στέρυσης περιουσίας, του δικαιώματος στην περιουσία, δηλαδή παραδιάστηκε το δικαίωμα στην περιουσία, αφεντέρονται ότι η αφαίρεση από τις Μονές της εξουσίας διοικίσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπίσεως και ανάθεση της σε τρίτον. Συνιστά προσβολή, το άρθρο 6 παράγραφος 1 εις δά Ευρωπαϊκής Συμβασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δηλαδή ουσιαστικά ιστοραμή με στέρυση δικαιώματος προσφυγής σε δικαστήριο. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε εκείνο το μέρος σκεπτικού της που αφορά το επίμαχο ζήτημα. Αν δηλαδή καθιέρωση τροντέρου τεκμηρίου διαποκλεισμού της χρήσης εκτισίας, ισότιμου δηλαδή τρόπου κτίσεως κυριότητας, αποτελεί όχι στέρυση περιουσίας και άρα παραβίαση των ορισμών του άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δέχθηκε ότι σύμφωνα με την ομολογία του, το άρθρο 1 που εγγυάται κατ' ουσίαν το ιδιοκτησιακό δικαίωμα περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος κανόνας που διατυπώνεται στην πρώτη φράση της πρώτης παραγράφου και είναι «Γενικής φύσεως» ορίζει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης, το δικαίωμα στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. Ο δεύτερος κανόνας στη δεύτερη φράση της ίδιας παραγράφου καλύπτει τη στέρεση της ιδιοκτησίας, την παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας και θέτει ορισμένες προϋποθέσεις σε αυτήν. Ο τρίτος κανόνας που έχει τη δεύτερη παράγραφου αναγνωρίζοντας συμβαλόμενα κράτη, δικαιούνται μεταξύ άλλων να ελέγχουν τη χρήση της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Ο δεύτερος και ο τρίτος από αυτούς τους κανόνες που ενδιαφέρονται για ιδιαίτερες περιπτώσεις παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της γενικής αρχής που θεσπίζεται από το πρώτο κανόνα. Το ελληνικό δημόσιο έχει υποστηρίξει ότι οι διατάξεις του νόμου 1787 δεν αποστερούσαν από τις ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, διότι η διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 1 δημιούργησε ένα απλό μαχητό τεκμήριο, ένα νομικό πλάσμα το οποίο ήταν ευκολώς μαχητό διότι αποδείξεως το 1-2 ενώ πήρε μιας αντικειμενικής και αμερόληπτης αρχής, δηλαδή των δικαστηριών. Εντενώς πονηρά όμως το δημόσιο παραλείπει το σημαντικότερο, ότι η ιδιατότητα αυτής της ανταπόδειξης που παρέχονταν σειρές μονές ήταν ατελής, κομμένη και ραμμένη κατά παραγγελίαν στα μέτρα του δημοσίου. Έπρεπε να γίνει αποκλειστικά με έγγραφους και μεταγεγραμμένους τίτλους, τρόπος που φυσικά στερούσε από τις σειρές μονές, τη δυνατότητα να διεκδικήσουν τη κυριότητά τους στα κίνητα τα οποία νόμιμα είχαν αποκτήσει με έχρηση εκτισία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων, το ανθρώπου όμως, συνέλαβε εφειώς το όλο ζήτημα και απόλυτα αιτιολογημένα έκρινε ότι δημιουργώντας ένα τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου, το Άρθο 3 Πράγμα 1 Α μεταθέτει το βάρος αποδείξεως στις αιτούσες ιερέες μονές, οι οποίες μπορούν να διεκδικήσουν την κυριότητα της υποκρίσης υγείας μόνον εάν προέρχεται από μια δαιόντος μεταγεγραμμένη πράξη, από μια διάταξη νόμου ή από μια αμετάκτη δικαστική απόφαση μόνο σε βάρος του δημοσίου. Το Άρθο 3 Πράγμα 1 Α σε συνδυασμό με το Άρθο 1 Πράγμα 1 με το τρόπο αυτό αποστερεί τις ιερέες μονές από τη δυνατότητα να στηριχθούν προς σκοπό της αποδείξειως του εναντίου σε όλους τους τρόπους κτίσεως κυριότητας προβλέπονται από το ελληνικό δίκαιο, με τους οποίους πιθανώς οι αιτούσες ιερέες μονές απέκτησαν την περιουσία τους περιλαμβανομένη στις χρησικτησίες και ακόμη μιας αμετάκτητης δικαστικής αποφάσεως σε βάρος ενός ιδιώτη. Δεν είναι εφικτό για το Δικαστήριο να καθορίσει μόνο του ποιες από τις επίδικες εκτάσεις γης μπορούν να θεωρηθούν κατά το ελληνικό δίκαιο, που ανήκουν στην πραγματικότητα στο δημόσιο. Παρά τρία ωστόσο, οι ιερέες μονές που είναι αρχαία ιδρυτικοί οργανισμοί της Εκκλησίας Ελλάδος και ιδρύθηκαν πολύ πριν να δημιουργηθεί το ελληνικό κράτος, έχουν ανά τους αιώνες συσσωρεύσει σημαντική εκείνη την περιουσία. Χωρίς αμφιβολία, έγραφε οι δύο κυριότητες που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της Βυζανινής Αυτοκρατορίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έχουν χαθεί οι καταστραφείς προκειμένου περί αυτών των γιών, τις οποίες κατείχαν για τόσο μακρό χρονικό διάστημα, έστω χωρίς νόμιμο τίτλο. Η χρονική διάρκεια της κατοχής που απαιτείται ώστε να θεμελιωθεί η χρησιμοστησία τόσο έναν του δημοσίου, όσο και έναν αντιτρίττων, είχε μεταβεβαιότητα συμπληρωθεί κατά τη στιγμή που ο νόμος 1708 θα επέθει σε ισχύ. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο προσδίδει ιέτερη σημασία στην κτήση κυριότητας διαχρύσης εκτισίας, διότι δεν υπάρχει κτηματολόγιο στην Ελλάδα και διότι ήταν αδύνατο να γίνει μεταγραφή των τίτλων π. 1856 και μεταγραφή κληροδοσιών και κληρομιών π. 1946. Κάτι γνώμη του Δικαστήριου αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα διοικονομικό κανόνα που αφορά το βάρος αποδείξεως, αλλά μια ουσιαστική διάταξη, της οποίας το αποτέλεσμα είναι η μεταβεβάση της πλήρους κυριότητας της επίδικης γης στο δημόσιο. Με δεδομένα τ' ανωτέρο, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος των Εντυσσών Ιερών Μονών για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας τους, που συνιστά στέρεση της περιουσίας με την έννοια της πρώτης παραγράφου του άρθρο 1. Επίσης, σχετικά με τη στέρεση του δικαιώματος προσφυγής σε Δικαστήριο έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του νόμου 1.700 του 1987, κατά ενέναξη σχείως του νόμου αυτού, πυρέχεται αυτοδικαίως στο ΝΟΔΕΠ, η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση ολόκληρης της ακίνδυνης περιουσίας των Ιερών Μονών, ως προς την οποία νομιμοποιείται πλέον ενεργητικός και απαθυντικός. Είτε αυτή ανήκει σύμφωνα με την ισχύρηση ονομοθεσίας στη διατηρητέα ή διατηρούμενη, είτε στην εκποιητέα ή ρευστοποιητέα περιουσία. Οι ρευσμονές συσχυρίστηκαν νόπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστήριου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι η ενωτέρω διάταξη παραδιάζει το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διότι αναθέττοντας τη διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπησή τους, αναφορικά με την ακίνητη περιουσία τους, σε τρίτο πρόσωπο, στον ΟΔΕΠ, τη στερούσε το δικαίωμα να προσφεύγουν σε δικαστήριο για να κρίνει κάθε διαφορά σχετική με τη διοίκηση και τη διαχείριση της περιουσίας τους. Το άρθρο 6, δικαίωμα στη χρήση και απονομή δικαιοσύνης, ορίζει 1 πανπρόσωπον, έχει δικαίωμα όπως υπόθεσής του δικαστή, δικαίος, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτή του και αμερολύπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων, επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμων πάση αντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Η απόφαση δεόν να εκδοθεί δημοσία, είσοδος όμως εις την αίθουσα αν δύναται να απαγορευτεί εις τον τύπο και το κοινό καθόλυν ή μέρος της διαρκίας της δίκης, προς συμφέρον της ηθικής, δημοσίας τάξιους ή της εθνικής ασφαλείας, εν δημοκρατική κοινωνία, όταν τούτο ενδείκνειται υπό των συμφερόντων των ανηλίκων ή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, ή εν το κρινομένο υπό του δικαστρίου ως απολύτως αναγκαίο μέτρο, όταν υπό ειδικά συνθήκας η δημοσιότητα είναι δύνατο να παραβλάψει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η Επιτροπή εκδεωτεί, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία εκείνη την εποχή υπήρχε, αλλά στη συνέχεια καταργήθηκε με τον 11ο πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέτασε πρώτη φάση την υπόθεση, και ή την απέριπτε ή δεν την απέριπτε. Αν δεν την απέριπτε, τότε ετοίμαζε μια έκθεση προς το δικαστήριο, η οποία υποβαλόταν υπόψυν του δικαστηρίου, όταν το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας την υπόθεση. Η τότε Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι το όλο σύστημα που τελικά υιοθετήθηκε, δηλαδή την εντέλει κατάργηση του ΟΔΕΠ και την ανάληψη της διοικίσεως και διαχειρήσεως της μοναστηριακής περιοσίας από το νομικό πρόσωπο της Εξιτίας Ελλάδος, ήταν δικαιολογημένο, αφού η Εκκλησία της Ελλάδος θα είχε κάθε λόγο να εξασφαλίσει την επαρκή υπεράσπιση της περιουσίας των Ιερών Μονών της σε κάθε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίων. Το δικαστήριο όμως έχοντας ήδη προηγουμένως, με διησθητικότητα αναλύση και περιγράψη, τη νομική φύση των Ιερών Μονών ως αυτοτελό νομικών προσώπων δημοσιοδικαίου, που όμως δεν αποτελούν κυβερνητικές ευγανώσεις, διαπίστωσε επιπλέον ότι η ελληνική νομοθεσία έχει δώσει σε τους Ιερές Μονές νομική προσωπικότητα δημοσιοδικαίου, συσσένομαι σχέσεις τους με σκοπό να τις εξασφαλίσει μεγαλύτερη προστασία. Ας εξηγήσουμε λίγο αυτό το σημείο. Η ελληνική κυβέρνηση, στην υπόθεση Ιερές Μονές κατά Ελλάδος, υποβάλλει ένσταση απαραδέκτου των προσφυγών των Οκτώ Προσεύγουσων Ιερών Μονών κατά της Ελλάδος, διότι το ελληνικό κράτος καθού διάδικος υποστηρίζε ότι οι Ιερές Μονές δεν είναι μη κυβερνητικές οργανώσεις, είναι κυβερνητικές οργανώσεις διότι είναι νομικά πρόσωπα με δημοσιοδικαίου και αφού λοιπόν νομικά πρόσωπα με δημοσιοδικαίου εντάσσονται στην αρχή πυραμίδα του κράτους, δηλαδή στο ευρύτερο δημόσιο, και άρα δεν είναι μη κυβερνητικές οργανώσεις και άρα οι προσφυγές τους θα έπρεπε να απορριχθούν ως απαράδεκτες. Στην έσταση αυτή απαραδέκτου της ελληνικής κυβέρνησης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Αθροποιών Δικαιωμάτων την απέριψε την έσταση αυτή απαραδέκτου και έκρινε ότι οι ιερές μονές, παρ' ό,τι έχουν νομική προσωπικότητα δημοσιοδικαίου, δεν ασκούν σκοπούς δημόσιας διοίκησης και γι' αυτό δεν εντάσσονται στο ευρύτερο δημόσιο, δηλαδή εντάσσονται στην αρχή πυραμίδα του κράτους, αλλά η πρόσδοση από τον νόμο σε αυτές νομική προσωπικότητα δημοσιοδικαίου αποβλέπει αποκλειστικώς στην εξασφάλιση μεγαλύτερης προστασίας, δηλαδή στην απόλαυση των προνομίων των νομικών προσώπων δημοσιοδικαίου εν γένει από τις ιερές μονές. Συνεχίζουμε. Ειδικότερα το αποθετούμενο το Δικαστήριο Επισχετικού Ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου έκραις την 1941 την παράγραφο ότι οι αιτούσες ιερές μονές δεν ασκούν κυβερνητική εξουσία, όπως προανέφερα. Το Άρθρο 31 παράγραφος 1 του Καταστροφικού Χάρτη της Εκκλησίας Ελλάδος περιγράφει τις ιερές μονές ως ασκητικά θρησκευτικά ιδρύματα. Η σκοπή τους κυρίως εκκλησιαστικής και πνευματικής φύσεως αλλά και πολιτιστικής και κοινωνικής φύσεως σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι τέτοιη ώστε να τις κατατάσσουν στους κρατικούς οργανισμούς που έχουν ιδρυθεί για δημόσιους διοικητικούς σκοπούς. Από την κατάταξή τους στα νομικά προσπάθεια δημοσίου δικαίου μπορεί να συναχθεί μόνο ο νοτιονομοθέτης και εξαιτίας των ειδικών δεσμών μεταξύ των ιερών μονών και του κράτους επιθυμούσε να τους δώσει την ίδια νομική προσωπικό εναντιτρίτων που έχουν και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Στο σημείο αυτό διακόπτουμε την εξέταση του θέματος που εξετάζομαι διότι συμπυρώθηκε ο χρόνος της τρίτης διάλεξης και θα επανέλθομαι με τη συνέχεια του ίδιου θέματος στην τέταρτη διάλεξή μας. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας. |