Παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Μπραβάκη «Η σωστή γωνία» /

: Καλησπέρα σας, να είμαστε πάλι εδώ στην νέα κεντρική διορθήκη της Βέρειας, την οποία ευχαριστούμε που μας έχει φιλοξενήσει τόσο πολλές φορές για τις διαφορές παρουσιάσεις που έχουμε κάνει. Και είμαστε εδώ σήμερα για να παρουσιάσουμε το βιβλίο ενός συμπολίτημας του γνωστού Κώστα Μπραβάκη, ο οποίος...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Πολιτιστικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέροιας 2015
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=fmznW_C4o5c&list=PLF_TSWFK8X_O_0A8Hmh_04RACYy9nvU7S
Απομαγνητοφώνηση
: Καλησπέρα σας, να είμαστε πάλι εδώ στην νέα κεντρική διορθήκη της Βέρειας, την οποία ευχαριστούμε που μας έχει φιλοξενήσει τόσο πολλές φορές για τις διαφορές παρουσιάσεις που έχουμε κάνει. Και είμαστε εδώ σήμερα για να παρουσιάσουμε το βιβλίο ενός συμπολίτημας του γνωστού Κώστα Μπραβάκη, ο οποίος είναι μουσικός, μουσικοδάσκαλος, συνθέτης, συγγραφέρας και θα παρουσιάσουμε σήμερα το βιβλίο του «Η σωστή γωνία και άλλα δηγήματα». Το βιβλίο το παρουσιάζει η Ευγενία Καβαλάρη και θα μιλήσει και ο Κώστας Μπραβάκης για πόσο ξέρω θα κάνει και μια μουσική παρουσίαση του βιβλίου. Και ο αδοπτός θα φύγει εδώ στα δεξιά μου, πρώην μαθητής του Κώστα Μπραβάκη και ενήν καθηγητής ο Διοφίληκος θα παίξει κάποια κομμάτια, κάποιες συνθέσεις του Κώστα Μπραβάκη. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ που ήρθατε, ελπίζω να απολαμβάνετε αυτή τη βραδιά και ευχαριστούμε τον κύριο Συντροπούλου που μας στήμαει να δημαρχόμαστε την παρουσία του και καλή ακρόση. Να ξεκινήσω κι εγώ, ελεύοντας ότι με πολύ χαρά δέχτηκα την πρόταση και Κώστα να παρουσιάσω το βιβλίο του, γιατί πρόκειται για μια προσωπικότητα πολύπλευρη, πολυσχυδή, με πλούσα πολιτιστική προσφορά στην πόλη μας. Ο Κώστας ξεδιπλώνει τον ταλέντο του και την ευαισθησία του σε επικίλους τομείς, μουσική και λογοτεχνία, υπηρετώντας μάλιστα όλες τις τα είδη, ποιήση, μυθιστόριμα και δίγημα. Θα τολμούσα να πω σπάνιο φαινόμενο, γιατί να εξετάσουμε και αξιολογικά όλη αυτή την προσφορά του, την παραγωγή του, θα διαπιστώσουμε πως όλο το εγχείρημά του έχει θετικό πρόσημο, αποτελεί σημαντική πολιτισμική προσφορά σε δύσκολους μάλιστα καιρούς. Μουσικός και λογοτέχνης σε ένα αδιάσσυπαστο σύνολο, εάν διαβάσει κανείς όλα του τα διουλία, σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 2006, με το μυθιστόριμα πιανίσιμο, από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη. Ακολούθησαν επίτικες συλλογές, 24 πρελούδια, 12 σπουβές και 7 πικρά τραγούδια το 2009. Ένα αέριες ρίζες στη συνέχεια, το 2010, από τις εκδόσεις των οπτικών και τώρα, μετά από πέντε χρόνια, επανέχεται δυναμικά με τη συλλογή διηγημάτων, η σωστή γωνία και άλλα διηγήματα από τις εκδόσεις Ars Poetic. Διηγήματα που λίγο ή πολύ μπορούν να εκλυφθούν ως απότοκο της δοκιμαζόμενης και κλονιζόμενης νεοελληνικής κοινωνίας, καθώς όλα τα ενώνει η αγωνία απέναντι σε ένα σύστημα αξιών που καταραίνει. Εντύπωση προκαλεί και η ζωγραφιά του εξωφύλου και θα ήθελα να ξεκινήσω από αυτή, έργο της κόρης των εφέγλεις Μπραβάκη, που αποτελεί η καστική αποτύπωση του διηγήματος, αυτή τουλάχιστον εγώ την πρόσληψη είχα, του διηγήματος «Η σωστή γωνία» αλλά και της κύριας φιλοσοφικής αρχής που διαπερνά όλα τα διηγήματα της συλλογής. Ποια είναι αυτή η αναζήτηση της σωστής γωνίας μιας άλλης γωνίας τέλος πάντων θέασης των πραγμάτων που συνθέτουν την ανθρώπινη ζωή και πρόκειται για μια φιλοσοφική τοποθέτηση που δεν περιορίζεται μάλλον μόνο στα στενά πλαίσια της υπαρξιακής αγωνίας και αναζήτησης αλλά επεκτείνεται και σε θέματα και καταστάσεις του ευρύτερου κοινωνικού γύρνησε. Υπαρξιακός στοχασμός και κοινωνική ευαισθησία συνηπάκουν ενώ σε πρώτο πλάνο τίθεται ασφαλώς στο πρώτο. Ο υπαρξιακός στοχασμός έτσι διακρίνει το μάτι του αναγνώστη στην ζωγραφιά τη φλαμμουριά με δύο μάτια από ψηλά να παρατηρούν από ορισμένη γωνία τα διαραγματιζόμενα εικόνα που αποτελεί με το βασικό κορμό του δίγηματος. Αν λάβουμε υπόψη μας τα τεχνικά και αισθητικά συστατικά διαπιστώνουμε πως πρόκειται για εννιά διηγήματα, εννιά ελεύθερες αναπτύξεις δίχως κεντρικό μύθο και αυτηρή σύνθεση εκτός από δύο που παρουσιάζουν μια στοιχειώδη πλοκή οργανωμένες γύρω σε ένα θεματικό πυρήνα. Ορισμένα από αυτά προσυδιάζουν με σελίδες ιδιωτικού ημερολογίου με τρόπο όμως που η αφήγηση προχωρά σε βάθος, στοχάζεται και αφήνει το ατομικό περιστατικό να αναχθεί σε καθολικότερη μοίρα. Πίσω από το ατομικό υπάρχει το γενικότερο ανθρώπινο αδιέξοδο κρυσταλλωμένο συχνά σε άψογες πλεζογραφικές φόρμες. Ο συγγραφέας μεταστιχιώνει το εμπειρικό υλικό που συλλέγει από την επαφή του με τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει και όχι τα βίωματά του πουθενά δεν είναι ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο. Συνθέτει τα κείμενά του με τις θεματικές αυτές ψηφίδες οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με διάφορες εξωτερικές ή εξωτερικές συνάνθρωποι. Πρόκειται για μια ερετική πεζογραφία. Το πλέον σίγουρο είναι πως έχουμε να κάνουμε με μια ιδεότυπη, μοντέρνα γραφή που συνδέει τον Κώστα Μπραβάκη, κατά την άποψή μου, με τη λεγόμη της σχολής της Θεσσαλονίκης ως προσφορισμένα μόνο χαρακτηριστικά της. Τα κείμενα της συλλογής προιμοδοτούν το υποκείμενο και όχι το αντικείμενο, δηλαδή τα γεγονότα αυτά κάθε αυτά όπως συμβαίνει σε ένα κλασικό παραωσιακό δίγημα. Ο συγγραφέας εκκινεί από τη μεγάλη φόρμα και όσο προχωρά προς το τέλος η φόρμα του μικρένει. Το πρώτο μάλιστα δίγημα, οι τρεις μέρες του Κυρθόδουρου, κινείται στο χώρο της Νουβέγας. Σε αντίθετη κίνηση το ποιητικό, λιρικό και υπερβατικό στοιχείο αυξάνεται, απελευθερώνεται καθώς προχωρούμε από το πρώτο προς το τελευταίο δίγημα. Όλα υπακούν σε κανόνες αρμονίας μιας μουσικής σύνθεσης θα λέγαμε. Έτσι, σ' όλα παρατηρούμε μια εφημιδιαστική απρόσμενη ένραξης αφήγησης και ένα τέλος αρευστό, ασαφές, που επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, ενεργοποιώντας έτσι τη συναισθηματική και λογική συμμετοχή του αναγνώστη. Ωστόσο, διακρίνουμε μια αδειόρατη θετική εξέλιξη που απελευθερώνει μια αισιόδοξη νότα, δίνει μια προοπτική, χωρίς βέβαια να στοκιεύει σε κάτι τέτοιο ο ίδιος ο συγγραφέας. Θα μας το πει και ο ίδιος ο εξάναμος, έτσι είναι τα πράγματα. Αυτό επίσης της ανατροπής είναι κυρίαργο, συμπορευόμενο με την ανατροπή της παραδοσιακής πεζογραφικής τεχνικής. Ανατροπή στην πλοκή, στη ζωή των ιρών και κάποιες φορές στη συνήθιση τους. Ιδιαίτερη μνία χρήζει και το υπερβατικό φανταστικό στοιχείο που ανοιχνεύεται σε όλα του τα διηγήματα με αυξομοιώσεις και σε ορειμένες περιπτώσεις παίρνει τις διεστάσεις του μαγικού ρεαλισμού όπως στο δίγημα η σωστή γωνία. Η θητεία του συγγραφέα στη μουσική και στην θύηση τον οδήγησε ίσως στις αρχαίες του εξπερσιονισμού. Γράφει ο Γιάννης Γάλλας για τον εξπερσιονισμό. Ως κίνημα λογοτεχνίας καθολικεύει την υποκειμενική αρνημία του κόσμου με την επιβολή πάνω στην περιοχή των αισθήσεων του φανταστικού και του παραλόγου. Ο έντονος συναισθηματισμός του εγώ που καθώς συνπιέζεται αντιδρά και σπάζει τα λογικά ή όποια άλλα δεσμά της συμβατικότητας. Έτσι καταλείονται τα όρια ανάμεσα στα πρόσωπα και τα γύρω τους πλαίσια. Παρόμοια είναι και οι αντίδρασεις της προσωπικότητας στην αναπόδραστη εξάρτησή της από την αντικειμενική πραγματικότητα. Και όχι σπάνια ο εξπερσιονισμός μοιάζει με μια βουβίδια μαρτυρία των ποιητών κατά του εκτροματικού συστήματος της σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Έτσι και ο Κώστας Μπραβάκης βάζει τον ήρωά του στο πρώτο δίγημα, τον Κυρθόβωρο, ένα συντηρητικό υπάλληλο κάποιες υπηρεσίες του στρατού, που μόνο υπαρδοσιακές αξίες τον κάνουν να νιώθει αισφάλι και συγκουλιά, να πνίγεται στο τέλος, να πνίγεται στην καθημερινότητα της μικροαστικής ζωής του με την αφόρητη κοινοτυπία της και να ψάχνει μια διαφορετική γωνία απεικόνησης των πραγμάτων. Στο δεύτερο δίγημα του ο αφηγητής μεταξύ του είναι και μη είναι σκραφανωμένος πάνω στη φλαμμουριά με όλο το μυθολογικό φορτίο που βάλα το δέντρο αυτό, έχοντας συνολική εποπτεία στο χωροχρόνο παρατηρεί, κρίνει, ειρωνεύεται, κυριαρχεί σε αντιλήψεις, ήθη και συμπεριφορές, προφέσεις που περιορίζονται στα μέτρα αλλοτριωμένων μικροαστών, μέσα στο πλαίσι ενός εξωτερικού μονόλογου. Το ίδιο συμβαίνει και στο ατύχημα, το επόμενο δίγημα, όπου ένας διευθυντής ορχήστρες εμπλέκεται σε ένα τροχαίο ατύχημα και ο αφηγητής απευθύνεται σε αυτόν και μάλιστα στο τέλος υπιστώνουμε ότι ο αφηγητής και η αλλαίος ταυτίζονται και αξιολογεί αντιλήψεις, νοτροποίες, συμπεριφορές αλλά και κοινωνικά στερεότυπα. Εδώ σκηνοθετείται ένας διάλογος που ουσιαστικά είναι ένας εσωτερικός μονόλογος, ένας μονολογοποιημένος διάλογος θα λέγαμε. Στο επόμενο, η ζωή με το κρεβάτι μου, ο ποιητικός λόγος απογειώνεται. Παρακολουθούμε ένα παραλυγματικό στοχαστικό λόγο ενός μοναχικού εσωστρεφούς ήρωα. Στα Λαδίου Κοκολουθού, στον κυθαριστή και η Όλεγα Μπολένοβα, με ήρωες δυο καλλιτέχνες στη θύση τους, παρουσιάζονται τα διέξοδά τους, η υπαρξιακή τους αγωνία με μονόλογο στο πρώτο ενός την Όλεγα Μπολένοβα με τους τυπικούς όρους του διηγήματος. Υπάρχουν δηλαδή εδώ δρώντα πρόσωπα και μια σχετική πλοκή. Αλλά και το επόμενο «Μια μέρα μαζί μου» έχει ήρωα έναν άστεγο ταινόρο, ο οποίος με λόγο συνειδημικό, ξεδιπλώνει σκέψεις και συναισθήματα. Έτσι βλέπουμε πως ένας κυθαριστής, μία φρόιμ σοπράνο και ένας άστεγος ταινόρος, συνθέτουν μια όπερα δωματίου με την ορχήστρα εκτός χωρίου. Πρόσωπα που συγκυκνώνουν την τραγικότητα της ζωής. Και έχετε το στοχτωδοχείο. Ιδιότυπο, παραλυριματικό, αποτελείται από μια ουερτούρα, 6 σκηνές, 2 άρειες και 2 χωρικά. Έχουμε το φινάλλε. Μια παράθεση πλέξεων σε ασύνδετο σχήμα. Παρακολουθούμε με αυτές λέξεις που παρατήθενται την πλήρη ανατοπή και κατάληση των μοφικών στοιχείων του πεζού λόγου. Λόγος ασθηματικός εκφέρει λέξεις που όμως υποβάλλουν και προκαλούν ιδέες, αισθήματα, παρορμήσεις στην αρχαία γωνή τους μοφή. Αναδεικνύοντας έτσι τη μαγική δύναμη, νοηματική και συναισθηματική των λέξεων. Πρόκειται ίσως για ένα μάθημα δημιουργικής γραφής ή μιας μουσικής σύνθεσης. Το τελευταίο διήγημα με τον τίτλο Σάρα προσφυδιάζει με πεζολογικό πείημα. Ο αφηγητής σε κλίμα οικιότητας συνομιλεί με τη Σάρα, τον θεατή και με ένα λόγο συνεχί χωρίς πάυσεις και τελείες. Σε ένα μουσικό κρεσέντο οριοθετείται η σχέση καλλιτέχνου και κοινού. Σε όλα τα διήγηματα κυριαρχεί η μονομερής οπτική γωνία του αφηγητή. Πρόκειται για μια μορφή αφήγησης στην οποία τα πάντα δίνονται από μια οπτική γωνία, μέσα από την όραση, τα συναισθήματα, τη σκέψη και την αίσθηση ενός μοναχα προσώπου. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να μετέχει και να πρωταγωνιστεί στα εξιστορούμενα όπως συμβαίνει στα οκτώ διηγήματα ή απλώς να τα παρακολουθεί ως αντικειμενικός παρατηρητής όπως συμβαίνει στο πρώτο διήγημά του. Τα κείμενα του Κώστα Μπραβάκη είναι φορτισμένα, αναζύγουν στην επιφάνεια άγχη, αγωνίες, αναζητήσεις, απογοητεύσεις του ανθρώπου και της κοινωνίας, δευτερευόντως αυτό, αλλά σε τέτοια έκταση που μπορούμε να μιλάμε για την πολιτική σκέψη του Μπραβάκη, ανοιχνεύεται. Τσα λέγαμε όμως ότι όλα αυτά εξισοροπούνται με τη χρήση της ιρωνίας και του χιούμορ που είναι ευδιάκριτη σε όλα τα διηγήματα. Ο Κώστας Μπραβάκης επιλογικά επιχειρεί τολμηρά άλματα από τη μουσική του λιγοτεχνία, από την πίηση στην πρόοζα και με αυτόν τον τρόπο έχει πλατείνει τους ορίζοντές του, διώγωσε τις διαστάσεις του, πρέπει να τον ευχαριστήσουμε για αυτή την πολύτιμη προσφορά του. Τα υπόλοιπα τα αφήνω στον ίδιο. Θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε και μου κάνατε τέτοια τιμή. Νιώθω φυλάχιστον εγώ μια αγωνία όπως νιώθουν ορισμένοι όταν είναι παίκτες μιας ομάδας που παίζουν εμπροστά στο κοινό τους που δεν ένθε σε άλλες παρουσιάσεις. Θα ευχαριστήσω τη κυρία Καβαγάρη με την οποία είχαμε μια 15 λεπτή συνάντηση φροχτές και μου κάνει αντίπωση αυτή τη στιγμή και δεν έχω παρά να τη συγχαρώ για την ειδικότητα και την καθαρή μαντιά της, το ότι βρήκε τις πιο βασικές παραμέτρες του βιβλίου. Η ομιλία μου θα διαρκέσει 30 λεπτά περίπου για να ξέρετε μέχρι νέη δε, θα σχετίζεται και με αναλύσεις των μουσικών όρων ή παραδειγμάτων με μουσική, με τον Θεό Φιλομπίκο και με εμένα, ούτως ώστε ο καθένας να καταλάβει φέρνοντας τι ακριβώς πείραμα προσπάθησε να γίνει σε αυτό το βιβλίο, του σχετισμού της λογοτεχνίας με τη μουσική από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα και βέβαια να καταλάβει τι περίπου, ασχετός και αν δεν γνωρίζει μουσική, τι σημαίνει ότι η κλασική μουσική είναι μια φυγηματική μουσική, ενώ τα νέα ρεύματα ανέτρεψαν αυτή τη λογική και βέβαια και στη λογοτεχνία παρατηρούμε και σήμερα μια αγωνία στο να βρεθεί η κατάλληλη φόρμα με την οποία θα χρησιμοποιήσει, γιατί όλοι αισθάνονται ότι όλα έχουν υποθεί, όλα έχουν γραφτεί και αναζητάει ο καθένας πια έναν προσωπικό τρόπο, έναν νέο τύπο, μιαν νέα τυπολογία, την οποία θα ακολουθήσουν οι άλλοι, όπως ακριβώς ήταν ας πούμε η φόρμα της σωνάτας της κλασικής συμφωνίας, που υπήρχε ένας σημαντικός τύπος τον οποίον υπηρετούσαν, ενώ μετά την έκρηση του μοντερνισμού είδαμε ότι ο καθένας προσπαθούσε να δημιουργήσει το δικό του πνευματικό συμπανήτη δική του πνευματική απαρχία, απαξιώνοντας όλα αυτή το κοινωνικό χαρακτήρα που έχει ένα ρεύμα πολιτιστικό, ένα κίνημα. Θα αναφερθώ κυρίως σε τεχνικά ζητήματα και θεωρητικά, περισσότερο ως συνθέτης, εφευρέτης μουσικής, επάγγελμα που δήλωσε στα Γαλλικά σύνορα στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Ρώσος συνθέτης Ιγκώρος Ραβύνσκι βρίσκοντας έτσι μια φόρμουλα που αντικαθιστούσε τη μη αποδεικτή ως τότε ιδιότητα του επαγγελματος του συνθέτη και επέτρεψε τελικά την είσοδό του στη χώρα. Θα προσπαθήσω να συγκρίνω τις δυο τέχνες, μουσική και λογοτεχνία, στο ζήτημα της εξελικτικής ιστορικής τους πορείας με βάση αυτό που λέμε μορφή ή φόρμα. Γιατί η μουσική, στην περίπτωση της σωστής γωνίας, η μουσική φαίνεται να είναι ο θεμέλιος λήθος του βιβλίου που ποτέ δεν παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, ωστόσο υποφόσικη. Το περασμένο χαλοκαίρι συναντήθηκα με ένα σπουδαίο μαέστρο τον Μίλτο Λογιάρι και το πρώτο πράγμα που με ρώτησα σχετικά με το βιβλίο ήταν για την προσωπική μου αντίληψη φόρμας, επειδή μάλλον τον παραξένεψαν τα διαφορετικά στήριγραφείς σε κάθε πεζό. Ήταν απόλυτα φυσικό για έναν μουσικό του διαμετρήματός του να το παρατηρήσει με την πρώτη μάτια. Αυτό με εχαροποίησε ιδιαίτερα όχι γιατί είχα καταφέρει να δημιουργήσω σύγχυση στον αρνώστη, δεν ήταν αυτός ο στόχος μου, αλλά να εξηγήσω και να τεκμηριώσω τη θέση μου. Ο στόχος ήταν να διατηρηθεί η ιστορική συνέχεια και να συμπερθούν οι παράλληλες διαδρομές των δύο αυτών τεχνών με τη διάθεση του συγγραφέα της σωστής γωνίας, να τις διαπεράσει όπως διαφαίνεται αρχικά, ωστόσο όπως ανακαλύπτει κανείς αργότερα, απλά βάδιζε στον ασφαλή δρόμο του εκλεκτικισμού, σε μια μεταμοντέρνα εποχή που θα μπορούσε να ανεχτεί με τέτοια φιλοδοξία. Επίσης διακρίνονται διάφορα στιγμές γραφής, όπως η κλασική γραμμική αφήγηση στις τρεις μέρες του κ. Θεόδωρου, η αντιστοιχτική γραφή, όπως θέλει να την ανανομάζει ο Μίλαν Κούτερα, με ποιητικές και στοραστικές παρεγβάσεις, με χρήση ονειρικών και υπερπατικών τοπίων στο ομώνυμο διήγημα «Η σωστή γωνία», ένας αγωνιώντης υπαρξιακός μονόλογος στο ατύχημα και ένας ακόμα εσωτερικός πληγχολογικός μονόλογος στο «Η ζωή με το κρεβάτι μου». Στα επόμενα τρία δύο αφηγήματα και ένα θεατρικό μονόλογο, «Ο Κιθαριστής», «Ο Λογαμπολένοβα» και το «Νέα μέρα μαζί μου», ήρωες θα μπορούσαν να είναι οι τρεις όψεις του ίδιου νομίσματος, αν υπήρχε κάτι τέτοιο. Καλή τύχηνικη καριέρα, δόξα, κατάρρευση. Στο «Σταυτοδοχείο» γίνεται μια απόπειρα αντισυμβατικής γραφής στην αφέρεται ενημέρη φόρμα «Όπερος Δωματίου». Στο τέλος, η σάρα, σε ένα κείμενο συνειδησιακής ροής, διακολλούς κλητικό, περικλεί τα ουσιώδη στοιχεία των προηγούμενων πεζών. Προσωπικά θα χαρακτηρίζετε το βιβλίο ως μια σουήτα παραλλαγών, κάτι που θα εξηγήσω παρακάτω. Ας έρθουμε στον τίτλο «Η σωστή γωνία». Θεωρομενικά κρύβει μια αλαζωνία, μια δηλωτική και προσαρτητική διάθεση για το πώς και από ποιο σημείο πρέπει να κοιτάζουμε τα πράγματα. Είναι όμως έτσι. Ο συγγραφέας επιμένει πως όχι μόνο ο καθένας διαθέτει την προσωπική του γωνία, αλλά και το ίδιο το βιβλίο προσφέρεται για πολυδιάστατη ανάγνωση. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μουσικολόγος για να το διαβάσει. Αντίθετα γίνεται μια προσπάθεια τα ονόματα και η μουσική όρη να υποποηθούν και ταυτόχρονα να προσφέρουν κάποιες απλές πληροφορίες στον αναγνώστη. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόσοφος για να κάνει την ερώτηση στον εαυτό του. Υπάρχω, είμαι αυτό που θέλουμε. Υπάρχει η ζωή μετά το θάνατο. Ο θάνατος είναι ένα γεγονός στη ζωή του. Ή είναι το τέλος του χρόνου που το αναλογούσε. Μήπως το πρόβλημα δεν είναι ασυλλογικό αλλά ατομικό. Μήπως ο καθένας έχει κατασκευάσει ένα προσωπικό δεύτερο κόσμο μέσα στον κόσμο, ο οποίος αποτελεί και το προσωπικό του καταφύγιο. Ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί πολλές φορές αν ορισμένα γεγονότα είναι πράγματι αληθινά ή υπάρχουν μέσα στο φαντασιακό εγώ του κάθε χαρακτήρα. Θα οδηγηθεί στα άκρα της αμφιβολίας. Ας πάμε και στο περιοχόμενο του βιβλίου. Το χαρακτηρίζω ως «Σουήτα παραλαγών». Οι Σουήτα συνοπτικά είναι μια σειρά από μικρά έργα που καθιέρεσαν ο Μπαχ με κοινά χαρακτηριστικά, την ίδια τονικότητα και διάφορα ντοντάνια μοτιπικά και ρυθμικά που δίνουν στο έργο μια σχετική συνοχή. Το πρώτο κομμάτι ήταν πάντα το προελούδιο, ας πούμε η εισαγωγή. Στις τρεις μέρες του κυρίου Θεόδου, και όπως εξήγησα και στην Ευγενία, δεν θυμίζει νουβέλα που γράφτηκε στην εποχή της κρίσης, αλλά όμως είναι αλήθεια ότι γράφτηκε το 2005, μας εισάγει στο πνεύμα αυτής συνέχειας. Ο ίδιος, πολιτικός υπάλληλος της Επιναισίας Στρατού, πάσχει από έναν ιδρυματισμό, που αφορά στο χώρο εργασίας και στην ιδιότητά του. Είναι οι καθολικές παραδοσιακές αξίες που τον έχουν εντοιχήσει σε μια θεώρηση του κόσμου τέτοια, που να μπορεί να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά. Αναρωτιέται ωστόσο ποια είναι η σωστή γωνία από την οποία κοιτούν οι άλλοι τον κόσμο, που κάνει λιγότερο επαχθές το βάρος της ύπαρξης. Παράλληλα η κοινωνία γύρω του καταραίει μαζί με τις αξίες της, γεγονός που τον αφήνει αδιάφορο, μέχρι που τρεις μονομέρες χρειάζονται για να αποκαλυφθεί το προσωπικό του τραύμα. Θα ακολουθήσουν γεγονότα που θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση τρέλας. Το τέλος μας οδηγεί σε ένα καταληκτικό παράδοξο, που συναντάται και σε άλλα διαγήγηματα όπως παρακάτω στη σωστή γωνία. Εδώ στη σωστή γωνία συναντάμε έναν άνθρωπο που ζει μέρες επαγγελματικής, είναι διευθυντής τραπέζης, και οικογενειακής εμβεδομονίας, ο οποίος δεν αρκείται στα στενά όρια της δουλειάς του, όνοιντας εν τόμη χαρακτήρας ανατρεπτικός, αναρχικός, σε ένα μικροαστικό περιβάλλον που δεν το επιτρέπει να την μιουργήσει και να εκφράσει τις δικές αξίες. Βρίσκει παρηγοριά στα βιβλία και στην κρυφή του συνήθεια να γράφει ποιήματα. Επιστρέφοντας από τις διακοπές και πέφτοντας στο κρεβάτι του συμβαίνει κάτι εξωφρανικό. Παθαίνει η αμφράγμα και τη στιγμή του θανάτου ένα φως τον τραβάει προς τα έξω, αλλά εκείνος καταφέρνει να εγκυστρωθεί στα κλαριά της φλαμβουργιάς που υπήρχε έξω από το μπαλκόνι του. Βιώνει μια πρωτοφανή κατάσταση, βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου, στο κενό της ύπαρξης, ταυτόχρονα που παρακολουθεί ως θεατής αυτά που συμβαίνουν στο σπίτι του εντός βιβλίου. Να και το φορτηγάκι του δήμου που έφερε την τελευταία μου κατοικία. Με μετέφεραν στο σαλόνι, με άφησαν πάνω στο τραπεζάκι όπου κάθε πρωί παίρναμε το τσάι μας και με σκέφασαν με λουλούδια. Σε άλλη περίπτωση θα φτανιζόμουν ακατάπαψτα, αλλά μάλλον τώρα δεν κυνδύνευα από την αλλεργική ρυβλίτιδα. Κάτι συνέβη με εμένα. Μπορεί να στύχιωσα ή μπορεί ο μεταφοράς μου να μην έκανε καλά τη δουλειά τους και να ακούει τώρα τον εξάψαλμό. Είναι και αυτό το δένδρο που έχει στοχοποιηθεί ως κατοικία μυστηριακών όντων. Ελπίζω να στείλουν κάποιον άλλο να τελειώσει τη δουλειά ή καλύτερα να ξυπνήσω και να διεγηθώ στη γυναίκα μου με ένα φρικτό όνειρο. Απαλαγμένος από το βάρος της ύπαρξης, την αίσθηση του χρόνου ανακαλύπτει με ιρωνία την αμφισυμία των πραγμάτων. Ότι η ζωή είναι αρκούντος αστεία για να την παίρνουμε στα σοβαρά. Μου ήρθε να βάλω τα γέλια. Τι απέγιναν εκείνοι οι ομιλικοί καυγάδες για πράγματα εξόχως σημαντικά, όπως για παράδειγμα η προτεραιότητα για τη συγκέντρωση και την αποκομιδή των σκουπιδιών. Και η μομφή για την άσκοπη χρήση του προσωπικού μου υπολογιστή. Λοιπόν, θα γελάσω δυνατά κι ας μ' ακούσουν. Δεν μπορώ να κρύψω τη χαρά μου για το γεγονός ότι απέχω από κάτι σημαντικό που θα προσκαλούσε συγγενείς και φίλους, όπως για παράδειγμα η προαγωγή μου σε διεθυντή της τράπεζας ή η κυκλοφορία του νέου βιβλίου της γυναίκας μου. Όμως δεν, δεν ήμουν εκεί. Δεν ξέρω αν πρέπει να πανεγυρίσω ή να τρομάξω, αλλά θα έδερα τώρα ένα τσιγαράκι να το καμπλήσω με την ησυχία μου. Χωρίς τις ενοχές του δασκάλου το πιάνο που βγήκε στο μπαλκόνι μου να το ανάψει. Αναστατομένος ο τεθνεός ανακαλύπτει ότι του λείπουν ή έχουν αλληλωθεί ορισμένες βασικές αισθήσεις. Ο πόνος, η γιδονή, η αίσθηση του χρόνου. Και σχολιάζει άλλοτε ψεύδο φιλοσοφώντας, άλλοτε με χιούμουρ. Ο πόνος, ο μόνιμος εφιάλτης, η βίαιη μεταγωγή σε μια ανεπιθύμητη κατάσταση που προκαλεί φόβο, ανασφάλεια και ταυτόχρονα της φοροδερή επιθυμία της αποκατάστασης. Στην περίπτωσή μου δεν βλέπω καμία πιθανότητα επαναφοράς. Δεν είναι θα όμως και τον πόνο της απώλειας που άλλοι νιπλωθούν για μένα. Δεν μου λείπω καθόλου. Παρατηρώ τον γείτονά μου, τον ευτραφή κρατεύωρο, να καταβδοχθίζει τις μπριζόλες που του ετοίμασε η επίσης τετράπαχη σύζυγός του. Δεν γνωρίζει τι είναι η ειδονή, αφού δεν βρίσκεται κάποιο χέρι να τραβήξει το πιάτο από μπροστά του. Ζουν περίπου όπως και εγώ, χωρίς την επίλνωση και την εμπειρία του πόνου. Η ειδονή της εξουσίας, πάρτε για παράδειγμα την πεθαρά μου. Ξαναβρήκε κάτι που είχε χάσει από καιρό, την κυριαρχία στη ζωή της κόρης της. Αυτή γνωρίζει τι είναι η ειδονή, όπως και ο αντικαταστάτης μου, που αναπάντεχα έγινε διευθυντής τραπέζης. Και παρακάτω. Έχει πλάκα να ζεις πάνω σε ένα τέντρο. Κανένας δεν σηκώνει τα μάτια. Κανένας δεν υποψιάζεται ότι τον παρακολουθεί το άγρι πνό μου μάτι. Πάνω σε αυτό το πλαδί έχω βρει τη σωστή γωνία. Βλέπω τους πάντες και τα πάντα. Ο ήρωας βρίσκεται σε μια παράλογη κατάσταση, αφού μπορεί να σκέφτεται, αλλά να μην υπάρχει. Γι' αυτό ακριβώς λέμε ότι ψευδοφιλοσοφεί. Πόσο αλλιώς θα μπορούσε, αφού δεν υπάρχει. Ο χρόνος γι' αυτό δεν είναι παρά μόνο μια διαρκής μετακίνηση του παρόντος, πότε μπρος και πότε πίσω, σε ένα μετήκασμα εικόνων και ψευδεστήσεων. Κυριακή. Πέρασα κιόλας μια εβδομάδα. Ο κόσμος σε αργή κίνηση. Βγήκαν οι φυλακισμένοι στο προάβλιο, κάνουν βόρτες στο πάρκο, πήραν το αντίδωρό τους, οι ευπρελπείς, καλοντιμένοι, φρεσκοπλημένοι και απαρφουμαρισμένοι εκκλησιαστέντες, λάδωσαν τα γρανάζια να πάρει πάλι μπρος από δευτέρα η μηχανή. Μανάδες σπρώχνουν τα καροτσάκια με τα νέα σφάγια. Θυμήθηκα τον Τούρκο πλητή Αζίζιν Εσύν. Παντρεύτηκα. Έκανα παιδιά. Η γυναίκα μου ήταν τίμια και εργατική και ήξερε να σοπαίνει. Και μάνα συναιτή που της έλεγε σόπα. Σκληρή ζωή σκέντει από βλάκωση. Με σκερετωμένο χέρι ξεσκεπάζεις το φέρετρο, ξαπλώλησες μέσα και πεθαίνεις από ασφιξία. Ας συγκύρωνε ο αρθούρος Ρεμπό. Μυρικάζω την ευτυχία μου. Ούτε ένα μηγάκι χωράει στο μάτι μου. Δεν παρατήθηκα. Δεν φταίω εγώ που είμαι άνθρωπος. Φταίει η καλή μου τύχη που με εμπόδισε να καταλήξω κατηγορούμενος για πλημελή άσκηση του καθηκοντός μου να υποφέρω σιωπηρά την αναμονή της επιτυχίας. Τυμωρήστε με. Πυροβολήστε με. Το πολύ πολύ να οζέψετε τα άνθη της φλαμμουριάς, αντί για το σώμα μου που ήδη ρυπαίνει το έδαφος. Έπαψα να είμαι επέτης της εξακτημένης εργασίας μου. Αν ακόμα κάτι ηχεί μέσα μου, δεν είναι παρά ο ήχος από τα φιλόμετρα των τέντρων, η ζάλη της ανθρωφορίας μιας πρόονις άνοιξης, η ευλογία της ακινησίας. Επίσης, έχει λύσει και το πρόβλημα του ύπνου. Ο γείτονας κοιμάται βαθιά γεμάτος λύπη και τοξίνες. Η νέα μου ξενοιχτάει στη γραμμαμηχανή αποκαλύπτοντας τα μυστικά της διατροφικής αλυσίδας. Ο αντικαταστάτης μου δεν κοιμάται απ' τη χαρά του. Μόνο εγώ έχω την άνεση να κοιμάμαι όπου του έχουμε καπνίσει. Για να είμαι ειλικρινής δεν κοιμάμαι ακριβώς. Ξεχνέμαι. Ξεχνέμαι αγκαλιά με τον κορμό της φλαμμουριάς. Μιλάμε ώρες για τα τικά μας, μπορεί και δωμάτας. Το πώς περνάει ο καιρός το καταλαβαίνω βάζοντας τους περαστικούς με τα παντά και τα κασκόλου. Τα ξεχειρίζουν πάλι καρδιές αγάπη, συμπόνια με ημερομηνία λήξης όσο κρατάει ένα κομμένο έλατο. Και εγώ θα κάθομαι ακόμα εδώ, χωρίς κανένα να με προσέχει, χωρίς κανένα να με περιμένει, σαν το μικρούλι Βαν Καζούκοφ να γράφω στον παππού μου. Πολυαγαπημένοι μου παππού, Κωνσταντή Μακάριτς, γράφω γράμμα, σου εύχομαι καλά Χριστόγεννα και ο Θεός να σου δίνει όλα τα καλά. Δεν έχω πια ούτε πατέρα ούτε μάνα. Μόνον εσύ μου απόμεινες. Εδώ γίνεται σαφής ανεφαλάσσον Τζέγοφ. Το τέλος μας επιφυλάσσει και πάλι μια αίσθηση του παράδαψου και του ασυντέλιστο. Στο παρακάτω δίγημα «Η ζωή με το κρεβάτι μου», ο ήρωας ζει τον περισσότερο καιρό στο αγαπημένο του κρεβάτι, αποκρύπτοντας επιμελώς τα συντόμετα κατάθλιψης τα οποία αντιμετωπίζει με χιούμαρ και αυτοσταρκασμό. Ζω. Συνήθως ξύπνιος, άυπνος ή κοιμησμένος. Το πιο πολύ χρόνο ξαπροβαίνω σε κρεβάτι μου. Είναι φθινό, συναρμορμολογημένο από μένα, αλλά τεράστιο. Μπορώ να στριφογυρίζω άνεθες στον ύπνο χωρίς τον γίνεται να μην έχεις ανεπιθύμητες πτώσεις. Αλλά όμως δε χωρέσανε εκπτώσεις. Μαλακό, τριφερό, δεν σου κάνει καρδιά να σηκωθείς αφού μπορείς μια χαρά να διαβάζεις, να γράφεις και να σκέφτεσαι ξαπλωμένος. Λατρέω το κρεβάτι μου. Μισή την κίνηση. Όταν υποκύπτωσαν εξαναγκασμό της κίνησης και βρίσκομαι μακριά του, δεν αντέχω την απόσταση. Το αναπολώ, το σκέφτομαι σαν ερωτευμένη παιδούλα. Μισώ ότι με αναγκάζει να το αποχωριστώ. Μισώ τα κορδόνια των παμπουτιών μου, τα κλειδιά της πόρτας, το ταχυδρομικό κουτί των κάδων σκουπιδιών. Μισώ περιεχότερο το αμάξι μου που έχει αναπαυστικό κάθισμα. Μισώ ωστόσο τα φρένα, το τεμπραγιάζ, το ραδιόφωνο, τα φανάρια. Μισώ τις ασπερσίδες των διαβάσεων, τα πίσω και πρώτα με αυτοκίνητα, τον τροχονό μου που μου έκραψε την κλίση. Όλους τους μισώ. Μισώ το ασανσέλ, μα πιο πολύ τις σκάλες. Την οθόνη του υπολογιστή μου, το πληκτρολόγιο και αυτούς που πληκτρολογούν με ταχύτητα αστραπείς. Είναι ο παδός της αταραξίας. Η κίνηση γεννάει την ανάγκη. Η ανάγκη την απόλαυση. Η απόλαυση των πόνων ή ο πόνος είναι η άλλη όψη των ομίσματους. Αυτό που ξέρω εγώ καλά είναι πως αν δεν σηκωνόμουν από το κρεβάτι θα ήταν όλα μια χαρά. Μια χαρά. Και τι είναι αυτό που δίνει χαρά σε έναν αδρανή, βαριεστημένο και τεπέλη όπως θα με χαλατίζε κανείς. Το κρεβάτι μου είναι η απάντηση. Το αγαπημένο μου μαλακό, ζεστό και τριφερό κρεβάτι που μου χαρίζει την απόλυτη αίσθηση της απόλαυσης. Επειδή ήταν χωρίς έλεος στη μουσική του ρομαντισμού, όχι όμως και του μπα. Και του μπα ροκ και ιδιαίτερα του μπαχ. Το δοξάρι δάγκωσε τις χορδές. Οι πρώτες νέοδες ξυχήθηκαν. Ένα «αχ» ακούστηκε από τη γυναίκα που καθόταν δίπλα μου. Το βιολί το πιο βοητευτικό και σαγηνευτικό όργανο ήταν αδύνατο να μην διεγύει τη ρομαντική καρδιά που κρυφόταν κάτω από την πλούζα της. Ακόμα προσπαθώ να κατανοήσω τι ακριβώς προκάλεσε σε αυτή την όμορφη γυναίκα να είναι τέτοια συναισθηματική διατραχή ώστε να στέκεται ακίνητη με μια έκφραση έξτασης απέναντι σε ένα συμβάν που δεν είναι παρά μια απατηλεία να παράσει ήχον για γεγονόταν μιας άλλης ξεπερασμένης εποχής. Κάτι που για μένα φαντάζει μια κακόγουστη φάρσα. Οι ιδονοί του ρομαντισμού προτιμώ να ξεπλώνω στο κρεββάτι μου και να ακούω την ακατάπαυστη ροή της κίνησης των αυτοκινήτων της παραλιακής οδού. Ναι μουσική που με ηρεμεί, μεγαλυνεύει, αφού πουθενά δεν διεφέρονται η πρόθεση να με προσοδηγήσει σε ένα χώρο προσωπικής συγκίνησης. Και παρακάτω ο Bach. Αγαπώ τον Bach σαν το κρεββάτι μου. Η μουσική του δεν περιέχει υποκειμενή και ομορφιά, δεν μου παρενοχλεί το περιβάλλον της συναισθηματικής διέγερσης, ούτε δεν εκδικεί την εγωιστική επιθυμία της μαζικής αποδοχής της. Αυτός θα πρέπει να ήταν σαν και εμένα, αλλά ίσως λιγότερο τεμπέλης. Η μουσική του όμως είναι αψεγάδιος στο ντοκουμέντο, πως υπηρετούσε την ανάγκη του δημιουργού να προλαμβάνει το έργο του με το δικό του μοναδικό τρόπο. Εδώ θα εξηγήσουμε τι λέμε στην αντιπαραβολή, ας το πούμε, της παλιάς μουσικής και της ρομαντικής εποχής. Θα ακούσουμε ένα μέρος από ένα πρελούδιο του Bach από το έργο 998, πρελούδιο και φούγγα. Θα απομονώσουμε μια μικρή μουσική φράση, ένα μοτίο, που λέει ότι παραλαμβάνεται σε διάφορους χώρους αρμονικούς χωρίς όπως να έχει καμία διάθεση να προκαλέσει συναισθηματική έξαρση ή φόρτιση. Ας το ξανακούσουμε αυτό και τη συνέχεια του. [♪ Μουσική Επικό Τουρκίου, Μαύρο Επικό Τουρκίου, Βασίλειο Παγκίου, Ο Βασίλειος Επικοινωνίας, Βασίλειος Βασιλειών, Μαύρο Επικοινωνίας, Βασίλειος Βασιλείος, Μαύρο Επικοινωνίας, Ο Βασιλειός Βασιλείος, Ο Βασιλειός, Ο Βασιλείος, Μαύρο Επικοινών, Ο Βασιλειός, Ο Βασιλειός, Ο Βασιλειός, Ο Βασιλείος, Ο Βασιλείος, Ο Βασιλείος, Ο Βα Φτάνουν στον δίγημα ο κυθαριστής παρατελούν το αντίθετο. Ένας επιτυχημένος ολύστη με μεγάλη καριέρα, προσυλωμένος στις αρχές του ομανισμού, αρνείται με βιαιότητα να αποδεχθεί τα νέα ρεύματα, μοντέρνα ή σύγχρονα. Άθλοιοι, ανόητοι μοντερνιστές, ακούσε εκεί, αντί και τα δάχτυρα θα χρησιμοποιεί ένα τασάκι. Άθλοιοι, ανόητοι μοντερνιστές, ακούσε εκεί, αντί και τα δάχτυρα θα χρησιμοποιεί ένα τασάκι. Ένα τσίγγερο τασάκι καφελίου, άκουσον, άκουσον. Κι ένα φύλλο από αλουμπίνιο τυριγμένα στις χορδές. Δολοφόνοι, θα έλεγα να σας λάβουν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αυτή η τύχη αξίζει στους βιαστές της τέχνης. Επικρίνει τη γυναίκα που διαβάζει σύγχρονο συγγραφής, ενώ ο ίδιος προτιμά εκείνους του 11ου αιώνα. Η εμφάνεια του κομοδήματος ήταν καλυμμένη από μια στήβα βιβλία νεοτεριστών συγγραφέων. Αν είναι δυνατόν μπορεί να συγκριθεί η Ιάνα Καρένινα με αυτή τη Ρουτσένα, ο Κόμις Μαλμών με εκείνο τον παρανοϊκό κύριο Κάπα, πέρανε στα χέρια του την κιθάρα και αρχίζει να παίζει μια κλασική σονάτα, συγκεκριμένα τον Τζουλιάνι. Και εδώ ας σημειώσουμε τις δύο πράγματα. Πρώτα το θέμα, ύστερα η ανάπτυξή του, η επανεμφάνιση του σε άλλη τονικότητα, η παραλλαγή του, η εμφάνιση του δεύτερου θέματος, πιο λιρικό, πιο αισθαντικό, η σύνθεση και η ανάπτυξη και των δύο, η πρόβληψη και η μεγάλη προετοιμασία για το φινάλλι, η αγωνία της παρατητεμένης αναμονής στη συγχορδία της δεσπόρος σας και επιτέλους η τελική πτώση, η τελευταία μύραια συγχορδία, το τέλος μιας μεγάλης περιπέτειας. Εδώ λοιπόν θα σταθούμε στο τι σημαίνει το «σι», πολύ γρήγορα θα εξηγήσουμε το ότι αν δεν υπήρχε αυτή η κίνηση από τη συγχορδία της δεσπόρος σας προς την τονική, δεν θα υπήρχε η εκλασική μουσική. Πώς γνωστόν οι νότες είναι εφτά. Το «σι» είναι η προηγούμενη εμπτομηνότα, σε αυτή να σταθούμε και αργότερα θα ακούσουμε και τη σάρα να λέει «Μια ολόκληρη ζωή όλος ο κόσμος» στο «σι». Η πρώτη και τρίτη νότα μας σχηματίζει τη συγχορδία της «do maggiore» το «mi-sore» να σας βάλετε λίγο πολύ ξέρετε τη μουσική. Αν πάμε από «sol» έχουμε τη συγχορδία «sol si re» και αν πάρουμε και το «fa» με άλλη διαφωνία, είναι η συγχορδία της προηγούμενης, αυτοί που προετοιμάζεται να μονεί για τη λύση. Και η τονική, και η λύση. Λοιπόν, είναι σαν να κάνω εγώ την ερώτηση, ας πούμε, ποιος χρειακόπησε την Ελλάδα. Ο χαριολόγος του Οικούπισου. Υπάρχουν ορισμένες λογικές σχέσεις ανάμεσα σε αυτές τις συγχορδίες που δημιουργούνται από κάθε νότα της κλιμάκας. Υπάρχει δηλαδή μια κίνηση όλων των κλιμάκων και μια ιεραρχία μέσα της συγχορδίας, τα οποία δεν κάνουμε τώρα μάθημα θεωρητικών, απλά θα καταλάβουμε όλοι ότι πάντα επιστρέφει όλη αυτή η κίνηση σε ένα τονικό κέντρο, που είναι η επιτομή του συστήματος της ορθολογικής σκέψης της Δύσης την εποχή εκείνη. Ο άνθρωπος στο «σι». Αργότερα θα συναντήσουμε αυτή τη φράση. Είμαστε λοιπόν, πιστεύω τώρα, για να συσχετίσω και με αυτά που ζούμε και περνάμε, στη νότα «σι», που υπάρχει μέσα στη συγχορδία της δεσπόρου σας, και πρέπει να πάει στον τό, όπως με το «σι», μόνο το «σι» και το «τό». Και τη συγχορδία κανονικά «σι», «τό». Η κοινωνία λοιπόν έχει μείνει ο κόσμος στο «σι». Αυτό φαίνεται και μέσα στη στρατηγή Μεϊσάρα. Δεν μπορεί πια να βρει έναν τόπο να λυτρωθεί. Γιατί στην ουσία η κίνηση από το «σι» στο «τό» ήταν μια λύτρωση σε αυτή την αγωνία. Και αν δεν υπήρχε αυτή η αγωνία και αυτό το κίνημα, αυτή τη διαφωνία και αυτή τη συμφωνία, δεν θα υπήρχε αυτό που λέμε αφηγηματική, μουσική, πλασική μουσική. Τελειώνοντας, στο παρακάτω διήγημα «Μια μέρα μαζί μου». Ένας άστελος πρόειν τεν όρος επιστρατεύει όλα τα μέσα για να πείσει τον υπρεσάριό του να του κλείσει τον ρόλο του Τριστάνου και μάλιστα είναι πρωτογονίστα την αγαπημένη Βιλζαβέλα στον ρόλο της ειζόλων της. Πειρώνει ακριβά τη μετεοδοξία του, αφού για έναν λιρικό τενόρος σαν κι αυτόν ο Βάγκνερ δεν είναι παιξεγέλασε. Καταλήγει να ζήσει σε ένα χαρτόκουτο άστεγους με ζητιά να σώχει, όπως υποστηρίζει, διατηρώντας ακέρια την αξιοπρέπειά του και περιγράφει την καθημερινότητά του με τρόπο θεατρικό. Εδώ είναι το κράτος μου. Είμαι πρόεδρος, πρωθυπουργός και υπουργός φοροδραξίας και περιβάλλοντος και υπουργός υγείας και ανάπτυξης και πολιτισμίου κυρίως. Είναι μια θέση που μου πάει. Σύντομα βάζουν κάτι άσχητος και αφήνουν καλλιτέχνες σαν και εμάς στον δρόμο. Αν ήμουν υπουργός θα καταργούσα τον Βάγκνερ. Η λιρική θα έπαιζε από το πρωί μέχρι το βράδυ το Κόσυφαν και τον Ρωμαίο και την Ιουλέτα. Θα αγόραζα και την Φυραρμονική της Βιέννης και θα πετούσα έξω αυτούς τους υπαλληλίσχους του Δήμου που μου πήραν τα αυτιά με τα φάτσα. Θα αγόραζα και την Ιζαμπέλα. Έτσι για να μου κάνει τα κέφια. Απόψε θέλω την άρια της Βασίλης αυτής της νύχτας να παίρνει την πάνω. Μα κύριε Υπουργέν σκασμός γιατί θα την κάνω οκτάβα. Εγώ γιατί νομίζω ότι χάλασε την φωνή μου. Για τα μάτια σου γλυκιά μου Ιζαμπέλα. Ονειρευόμου τη στιγμή που θα πέσεις πάνω στο άψυχο κορμί μου και τα καυτά σου δάκρυα θα πριν μυρίζουν το στήθος μου. Και μετά θα γνωστά. Κινέζικο, ρομαντική βόλτα στο πάκο. Φόρους ίζονος και τα υπόλοιπα ένα μούρμα. Αλλά βλέπεις ο ραντιούργος στο Βάγκνερ. Κανονίζει να με κάνει ρόμπα. Ένα κοκοράκι, δύο κοκοράκια. Χάχανα απ' το κοινό. Πάρτον κάτω τον τριστάνο. Και γιατί για τη Ιζαμπέλα με πήραμε αγκαλιά η νοσοκόμη. Στην αρχή με πέρασαν ζουρομανδία. Ζούσε, λέει, στην κατοχή. Ήταν στην αντίσταση. Και σχεδίασε να ανατυνάξει την Βασιλική Όπερα. Την ώρα που γεμάτη γερμανούς θα έπεζε το δαχτυρίδι του Μιμπελούγγεν. Αλλά το σκάσε μέσα τα χέρια τους. Και εκεί που είχε στριμμόξει για τα καλά τη Βέρμαθ στα αγχερά του Γρούπελ, τελείωσε το υγειοπόλεμος και όλες τα σπίτια σας. Δεν υπάρχει χειρότερο απ' έναν πολεμιστή χωρίς μάχη. Και έναν τενόρο χωρίς σκηνή. Έτσι έφτασα σ' εδώ. Βρήκα μια καλή γωνία και άνοιξα το σπιτικό μου. Πήρε να χιονίζει. Είναι καλύτερα απ' το να μπρέχει. Φτιάχνει ατμόσφαιρα, όπως και να το κάνουμε. Σκάλισα λίγο ακόμα τον κάδα μου. Βρήκα μια στολία η Βασίλη. Αυτό δεν περνάει απαρατήρητο. Λες η κυρία Νονέλα να έφησε επίτηδες κάποιο μήνυμα με αυτό το κουτί. Να σκραφαλώσω στα κελαμίδια του σπιτιού της. Να βγω στο σαλόνι της απ' την καμινάδα. Κάτι θα μου έχει φύση, δεν μπορεί. Μπισκοτάκια, καραμερωμένα μυλαράκια και τα μυλαματορανά της. Κόλαση, τα δοκίμασα πέρσι. Ίσως έχει αφήσει κι ένα σημείωμα. Μπορείς τελειώσεις, έλα πάνω. Θα με περιμένει κάτω απ' τις σκουφέρτες. Θα βγάλω τη γενιάδα, το σκούφο, τις μπότες και θα τρυπώσω στο μαλακό στρώμα. Τα μαξιλάρια θα τιμίζουν Ιαπωνέζικη μανούλια. Έξω θα το έχεις τρώσει για τα καλά. Λες, δεν έχω παρά να δοκιμάσω. Για μια ελπίδα ζούμε. Δεν θα συνεχίσω παρακάτω, αν είναι πολλά ακόμα. Θα θέλω να ακούσουμε ένα κομμάτι, που μία σου είδα παιχογράφηση στο παρελθόν από τον Θεόφυνο, για να κλείσουμε. [♪ Μουσική εις το βιβλίο της Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, του Ιαπωνέζικου Μαρακάτης, Υπότιτλοι AUTHORWAVE Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική Μουσική και για πάντα μαθητήσουμε και όλους εσάς που μας κάνατε αυτή την τιμή να είστε σήμερα μεσή μας, να είστε καλά.