: Υπόσχεσαι, κύριέ μου. Καλησπέρα σας. Οι φίλοι του Βυζαντινού Λουσίου και η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βέρειας σας καλωσορίζομαι στη σημερινή μας εκδήλωση. Τα κοινά χαρακτηριστικά κάποιων εποχών, οι παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και η διοσυγκρασία της ελληνικής φιλής δημιουργούν επαναλήψεις κοινωνικών φαινομένων και ιστορικών γεγονότων ώστε πολλές φορές να καταλήγουμε στη διαπίστοση πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το τέλος του 19ου αιώνα βρίσκει το ελληνικό κράτος με πολλά προβλήματα. Η στεφιντική κρίση, η μετανάστευση, η σύμπλωση τσιφλικάβων κωλύβων στο θεσσαλικό κάμπο, το δυστυχώς ετοχιέξαμεν του Χαρήλα ο Τρυπούπη το 1893, η διοργάνισσα των Ολυμπιακών αγώνων το 1896 το ζήτημα της Κρήτης, ο ατυχής ελληνο-τουρτικός πόλεμος το 1897 με τη δυσβάστακτη οικονομική αποζημίωση προς τους Τούρκους μετά τη ίδια, η επιβολή το 1898 του διεθνούς οικονομικού ελέγχου είναι μερικά από αυτά. Όπως τώρα, έτσι και τότε, είχαμε συσσόρευση χρεών και φυσικά όχι μόνο οικονομική, αλλά πολυεπίπεδη πολιτική και πολιτισμική κρίση. Με ποιο τρόπο αντιδράσαμε και κατορθώσαμε σε λίγα μόνο χρόνια να ανασητάξουμε τις δυνάμεις μας, να τονώσουμε την οικονομία, να διοργανώσουμε την ομοθεσία και τη δημόσια διοίκηση, ώστε οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1213 να τη βρουν κατάρυλα εξοπλισμένη και με υψηλό φρόνημα. Μπορούν τα ιστορικά δεδομένα εκείνης της εποχής να μας βοηθήσουν να δηματοποιήσουμε τη σημερινή κρίση. Με αφορμή της παραπάνω σκέψης οργανώσαμε τη σημερινή εκδήλωση με προσκεκλημένο ομιλητή, τον αναπληρωτή καθηγητή του Αντιστατολίου Παρεμπιστημίου Θεσσαλονίκης, κ. Ιάκωβο Μιχαηλίδη. Ο κ. Μιχαηλίδης είναι πτυχιούχος του ιστορικού αρχαιολογικού τμήματος της Φιλοσοτικής Σχολής του Απηθή. Στην ίδια σχολή έκανε τις μεταπτυχιακές σπουδές του Ιστορικού Απηθή και διδακτορική διατριβή του. Σήμερα υπηρετεί ως αναπληρωτής καθηγητής της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο τμήμα ιστορίας και αρχαιολογίας του Απηθή. Είναι επικεφαλής της Επιτροπής Προγραμμάτων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και μέλος της Επιστηνωνικής Επιτροπής του Κέντρου Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης, καθώς και της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας. Συμμετέχει επίσης και στο Ευρωπαϊκό Θεματικό Δίκτυο Ιστορίας Κλειόπλιονέτ. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Άρθρα του και ανακοινώσεις έχουν δημοσιευτεί σε πολλές ελληνικές και ξενόγλυστος επιστημονικές εκδόσεις. Ενδεικτικά, από το πλούσιο συγγραφικό του έργο, αναφέρουμε τα βιβλία. Μετακινήσεις λαβόφωνο πληθυσμών 12-1212-1930. Ο Πόλεμος των Στατιστικών. Αθήνα, 2003. Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνοκοστοβικές σχέσεις και τις παραμονές του ελληνικού εφηλείου πολέμου. Αθήνα, 1944-1946. Αθήνα, 2004. Ο αγώνας των Ελλήνων. Πολιτικές επιλογές και στρετιωτικές επιχειρήσεις. 1821-1827. Αθήνα, 2010. Μικρή, περήφανη πατρίδα. Ο κόσμος των Ελλήνων διπλωματικών υπαλλήνων στα Βαρκάνια και την Καθημάς Ανατολή. 1830-1853. Θεσσαλονίκη, 2012. Οι Έλληνες πρόξεμοι στη Θεσσαλονίκη. Διπλωματικά έγγραφα. 1830-1889. Θεσσαλονίκη, 2012. Ο Θεόδωρος πίσω από τον Πολοκοτρώνη. Αθήνα, 2014. Σήμερα θα σας υπερθυνήσω όταν λειτουργείτε στο εισόδιο της Βιβλιοθήκης έκθεση βιβλίων και τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Κύριε Μηχανή, γιατί έτσι το το λόγο. Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Απρόεδρος. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους φίλους του Βυζαντινού Μουσείου Βέρειας, καθώς και την δημόσια κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέρειας για την τιμή που μου κάνατε. Δεν θα μιλήσω από χειρόγραφο. Θα πω ορισμένα πράγματα. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Βιβλιοθήκη. Και ακούγοντας και την πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή, θα έλεγα το εξής. Εμείς ιστορικοί λέμε κάτι όταν συζητούμε με τους φοιτητές μας, ότι τι είναι τελικά η ιστορία. Τι είναι η ιστορία είναι τα ερωτήματα που μας απασχολούν στο παρόν μεταφερμένα στο παρελθόν. Θέλω να πω, αν μην είχατε καλέσει πριν από δέκα χρόνια και εύχομαι αν ζήσουμε και με ξανακαλέσετε μετά από δέκα χρόνια, εύχομαι ότι δεν θα έχουμε αυτό το θέμα να κάνουμε. Όχι γιατί θα το έχουμε εξαντλήσει, αλλά γιατί η ελληνική κοινωνία θα έχει προχωρήσει μπροστά, να το έχει ξεπεράσει και επομένως αυτά που θα την απασχολούν θα είναι άλλα. Αν δηλαδή μπορούσαμε να σταχειολογήσουμε από τις εκδηλώσεις της δημόσιας που γίνονται στην Ελλάδα τα τελευταία 4-5 χρόνια, θα δείτε ότι πολλά έχουν αυτό το αντικείμενο, την οικονομική κρίση και οι πτυχές της κρίσης. Και όλοι ξεκινούμε από το σήμερα τα προγλήματα που αντιμετωπίσουμε και προσπαθούμε να πάμε στο παρελθόν. Να αντλήσουμε διδάγματα από την ιστορία, να δούμε τι έγινε παλαιότερα. Γιατί φτάσαμε όσο εδώ και να συγκρίνουμε αν υπήρχαν στο παρελθόν παλαιότερα αντίστοιχες καταστάσεις για να δούμε πώς το ξεπέρασαν οι άνθρωποι της εποχής και πώς εμείς μπορούμε να αφαιρεθούμε. Αυτό δίνει και τη χρησιμότητα της ιστορίας, παρότι βέβαιος εμείς ιστορικοί και όλοι νομίζω το ξέρουμε ότι τα γεγονότα ποτέ δεν επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, απλώς επαναλαμβάνονται συμπεριφορές, νοοτροπίες, σχέσεις και αυτές τις σχέσεις, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές θα αναλύσουμε ποτέ στην ιστορία. Τα ίδια ακριβώς τα εδομένα δεν παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα, είτε προς το καλό είτε προς το κακό πρέπει να το έχουμε υπόψη μας. Επομένως ενώ όλοι μας κάνοντας τις αναφορές και εγώ αλλά απόθευκτα θα έχω στο μυαλό μου το τι συμβαίνει σήμερα, δεν σημαίνει αυτό το πράγμα ότι οι καταστάσεις του παρελθόντος παραπέμπουν έστω σήμερα και θα μας δίνουν ένα οδηγό για την επίλυση του προβλήματος, την επιδίνωσή του ή την βελτίωσή του. Δεν θα πρέπει να το ξέρουμε αυτό εκ των πραγμάτων. Τα ιστορικά φαινόμενα είναι μοναδικά και δεν επαναλαμβάνονται πότε. Το θέμα είναι μεγάλο, είναι ευρύ και θα λειτουργήσω, κατά ανάγκη θα προτιμήσω να έχω μια αφαιρετική τόπο. Να δώσω ορισμένα μεγάλα γεγονότα, να εντάξω την Ελλάδα σε αυτά, την ελληνική κοινωνία, και από κει και πέρα ο καθένας να μπορέσει να εξάγει τα συμπεράσματα του και φυσικά θα έχουμε χρόνο για συζήτηση. Δεν θα το λύσουμε το θέμα σήμερα, αλλά θα έχουμε χρόνο προσκέψει όλοι μας για να γίνουμε ένα βήμα παραπάνω, να πάμε. Πάμε λοιπόν πίσω στο 19ο αιώνα. Ελλάδα, 1830. Το πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο σχηματίζεται, έχει τη σημασία του, είναι ανεξάρτητο βασίλειο αυτό, σε μια εποχή που ούτε καν χώρες διαφορετικού βελληνικούς, όπως είναι η Ιταλία σήμερα, όπως η Γερμανία, δεν έχουν ακόμη πετύχει την εθνική τους ολοκλήρωση. Η ελληνική επανάσταση δηλαδή μετά την αμερικανική και τη γαλλική είναι πραγματικά ένα παράδειγμα, ένα υπόδειγμα καλύτερα για όλο τον κόσμο. Και έτσι λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο των διεθνών συμβικών της εποχής. Στο ερώτημα πόσο ανεξάρτητο ήταν το γενικό βασίλειο το 1830, η απάντηση από τη μεριά των ιστορικών είναι απλή. Απλή, αλλά είναι λίγο δύσκολο να το καταλάβουμε. Όσο το επέτρεπαν οι συνδίκες εποχής, από την ίδια αποτιστοίχη της ανεξαρτησίας, το πρωτόκορο δηλαδή του Λονδίνου της 3ης Φεβουαρίου, τάρχει μέσα όρος της προστασίας. Το ελληνικό βασίλειο δηλαδή είναι ανεξάρτητο, δεν είναι δηλαδή φόρο υποτελής στους Τούρκους, αλλά μέσω του θεσμού της προστασίας προστατεύεται, σε ισαγωγικά το προστατεύεται, αρνητικά και αρνητικά από τις τρεις προστάθητες δυνάμεις. Αυτό είναι θεσμοθετημένο. Και ποιες είναι οι δυνάμεις αυτές? Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία. Αυτό εξάλλου, μας οδήγησε ήδη από την περίοδο της επανάστασης, να έχουμε στην Ελλάδα τα πρώτα κόμματα, τα αποκαλούμενα και ως ξενικά κόμματα, τα θεσμοθετημένα κόμματα. Δηλαδή το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα, ήταν τα επίσημα κόμματα της εποχής. Πρέπονταν οι άνθρωποι με τα δεδομένα της εποχής να πούν ότι ήταν εκπρόσωποι των συμφερόδων αυτών των κομμάτων. Δεν ήταν μυστικό αυτό. Αυτό ήταν κοινός τόπος. Όλοι το γνώριζαν και έτσι λειτουργούσαν. Δημιουργείται λοιπόν το πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος το 1830. Αλλά τα σήμερα είναι περιορισμένα. Μόνο η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα, η Σκιά του Αγμουσαλονικού, οι Κυκλάδες εντάσσονται σε αυτό. Και ταυτόχρονα ο ελληνικός παιδισμός που βρίσκεται μέσα στα σύνορα αυτά είναι και αυτός περιορισμένος σε περίπου 800.000. Είναι οι Έλληνες, το ελεύθερο ελληνικό βασίλειο. Τη στιγμή που ο ελληνισμός, ο έξωτος είναι όλο ελληνισμός, παρότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα σταριστικά στοιχεία, αλλά σίγουρα ξεπερνά τα τρία με τέσσερα εκατομμύρια. Και από την πρώτη στιγμή, λοιπόν, της σύστασης αυτού του κράτους, ήθεται το ζήτημα της απελευθέρωσης των αλληλευτών των αδελφών. Αυτό σημαίνει αδαφική επέκταση, για να μπορέσουμε να απελευθερώσουμε τους υπόλοιπους αδελφούς. Γιατί ακόμη και το 1830, όταν δημιουργείται το κράτος με πρώτη πρωτεύουσα τότε, το Ναύπλιο και μετά μεταφορά στην Αθήνα, το 1834, για πολλούς από τους Έλληνες της εποχής, η πραγματική πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου ήταν η Ποσταντιούπολη. Αυτό δηλαδή, την Πολύ Επιδιοκανή, ήταν μια επανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το 19ο αιώνα. Και προς αυτήν την κατεύθυνση εργάζονταν συγκροτημένες πολιτικές, όχι όλες, αλλά μια μερίδα σίγουρα, αιτροτισμός, προσπάθεια απελευθέρωσης των αλήτρων των αδερφών. Αυτό σημαίνει κατεξοχήν αντιπαράθεση με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Για την Οθωμανική αυτοκρατορία το ελληνικό βασίλειο ήταν μια αταξία, ήταν ένα στιγμιαίο λάθος, το οποίο έγινε για μια σειρά παράγοντες, κυρίως λόγω των ξένων, και ήλπισαν οι Οθωμανοί ότι μόλις λίγο ανακάμψουν από την κρίση την οποία διέρχονταν και οι ίδιοι, θα μπορούσαν να διαλύσουν από το ελληνικό βασίλειο. Αυτό πίστευα. Μέχρι το 1878 αυτή ήταν η επίσημη πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πώς όμως θα ερχόταν αυτή η εδαφική ολοκλήρωση, πώς θα γινόταν η απελευθέρωση των αλήτρων των αδερφών, ποιο ήταν το πρώτο ελληνικό βασίλειο, για να το φωτίσουμε λίγο περισσότερο. Αγροτικός στη συντριπτική του πλειοψηφία ο ελληνικός πληθυσμός και εκτινοτροφικός στο ποσοστό που υπερέβαινε το 90%. Με το πρόβλημα της ληστείας και της ανασφάλειας, της έλλειψης εσωτερικής κρατικής κυριαρχίας να αποτελεί τομίζον το πρόβλημα που αντιμετώπισαν όλοι οι ελληνικές κυβερνοί της εποχής, δηλαδή δεν μπορούσε το κράτος να επιβάλλει τον έλεγχό του λίγα μόνο χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα, πληστία ομάδες οι οποίες δρούσαν λιστρικά λιστές, ήταν κλέφτες, λειτουργούσαν ασίδωτα εκτός νόμου και παρεκόλια κάθε είδους εμπορικοί οικονομικοί δραστηριότητες. Άρα ένα θέμα που έπρεπε να καταπολεθεί ήταν η ληστεία και το ελληνικό βασίλειο, το αντιμετώπισε αυτό, μπορέσε να το αντιμετωπίσει επιτυχώς 100 χρόνια αργότερα. Ταυτόχρονα έλλειψη παραγωγικής δομής στο κράτος ή κανείς παραγωγικής δομής. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι το πρώτο ελληνικό βασιλείο λειτουργεί με τα δάνεια της ανεξαρτησίας. Τα δάνεια ακολουγούνται το 1825 και το 1826 από τοκογλήφους στο σίδι του Λονδίνου. Προσωτικά υγιάνται ο Μπάιρον. Ο λόγος Μπάιρον τα δάνεια αυτά είναι κινηματογραφικός ο τρόπος που έρχονται, απλά για να μιλήσω κοντρικά να μην πάω σε λεπτομέρειες. Αν ας πούμε μας έδιναν 100 χιλιάδες ευρώ, από αυτά τα 100 χιλιάδες ευρώ, στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, στην τότε ας πούμε ελληνική διοικησία, αν ήταν 100, το ποσό δεν ήταν 2 έτσι, έφτασαν τα 30. Τα υπόλοιπα κατακρατήθηκαν ήδη στο σίδι του Λονδίνου. Γιατί κατακρατήθηκαν? Όσους τα πήραν με Σάσβοντες, όσους με σεγγυητές. Δηλαδή, αυτοί κράτησαν ένα μεγάλο μέρος των τόκων ήδη από την αρχή. Άρα ενώ σου προηγούσαν 100 ονομαστικών δάνειων, στην ουσία σου έδιναν 70, διότι δεν είχαν εγγυήσεις απέναντι στο κράτος. Ποιο ήταν αυτό το κράτος που δάνεζε, τι ήταν, ανύπαρκτον. Ήδη εγγύονταν την ασφαλιά του. Και συν το γεγονός ότι πήραν και διάφορους καλοδηλητές με Σάσβοντες, όλη η επιτροπή που μεσολάβησε για να πάρει η Ελλάδα τα δάνεια που πήραν το νόμιμο τόκο, έφτασε ας πούμε το ένα τρίτο από αυτά στην Ελλάδα. Το οποίο, ένα τρίτο βεβαίως, στην αρχή μοιράστηκε το μεγαλύτερο μέρος στους εφίλους και συγκενείς, με το δάνειο της ανεξαρτησίας, το πρώτο δάνειο της ανεξαρτησίας, οι ρουμελιώτες και οι ιδρέοι επιτέθηκαν στους Πελοπονησίους, στο δεύτερο εμφύριο φυλάξανε τον Κολοκοτρόλου και τους άλλους και δεν θα τους απελευθέρωναν αν δεν έρχονταν ο Ιμπραήμ Πασάς για να κάψει όλη την Πελοπόννησο και να ακυρώσει ουσιαστικά την Επανάσταση. Και αυτά τα δάνεια της ανεξαρτησίας, συν ένα ακόμη μεγάλο δάνειο που κοργήθηκε με την άφιξη Πόδωνα, ήταν ουσιαστικά η πρήκα του ελληνικού κράτους για να μπορέσει να βαδίσει τον δρόμο της ανάπτυξης. Υποθηκευμένη λοιπόν η παραγωγική δομή του ελληνικού κράτους από το ξεκίνημα, με ουσιαστικά παραγωγικό δίκτυο και οικονομικές σχέσεις ανύπαρκτες, αγροτική δομή, αλλά ουσιαστικά με πρωτόγονα μέσα. Και από εκεί και ύστερα φυσικά το μεγάλο ζήτημα της έγκυας ιδιοκτησίας, έτσι το ζήτημα των τσιφλικιών θα εξελιχθεί στη συνέχεια σε ζήτημα αγροπικής μεταρρύθμισης και δεν θα λυθεί παρά μόνο σε μία μορφή του δεκαετία του 1910 στις νέες χώρες και ουσιαστικά την δεκαετία του 1930 όταν και μοιράστηκε πια σε ακτίμονες και μικροκαλλιεργητές με τίδιου ισδιοκτησίας και λόγω του προσωχικού ζητήματος το μεγαλύτερο μέλος της γης. Αυτό είναι αυτό το κράτος το οποίο ταυτόχρονα αυτό το κράτος με υποδικευμένες τις οικονομικές του δομές είχε την πίεση των μεγαλοειδεατικών οραμάτων της απελευθέρωσης των αλήθρων των αδερφών. Εδώ υπάρχουν μια σειρά από αντιφάσεις. Πώς θα φτιάξεις, πώς θα απελευθερώσεις τους αλήθρων τους, πώς θα αντιπαρατεχθείς σε μια οθωμανική αυτοκρατορία που μπορεί να βρίσκεται σε παρακμή αλλά δεν πάει να είναι μια αυτοκρατορία. Πώς θα γίνονται αυτά, με τι οικονομικά μέσα, με ποιο στρατό δεν υπάρχει στρατός. Δεν το λέω υποτιμητικά αλλά αυτό ήταν θα έπρεπε να γίνουν τακτικός στρατός και αυτό πήρε πάρα πολλές δικαίες για να γίνουν. Υπάρχουν λοιπόν μια σειρά εγγενείς αντιφάσεις μέσα σε οποίες δημιουργείται το κράτος. Φυσιολογικές. Αυτά είναι τα δεδομένα και μόνο το γεγονός σαν εξαρτησία στα σημαντικό. Ωστόσο η εξάρτηση από τις προστάθητες δυνάμεις και η υποθήκευση του οικονομικού μέλλοντος της χώρας είναι από την αρχή δεδομένες. Και έτσι πορεύεται το ελληνικό κράτος με αυτές τις αντιφάσεις του και τις αντινομίες τουλάχιστον και μετά τον κριμαϊκό μέχρι τα τέλη δεκαετίας του 60. Τι έχουμε δηλαδή. Δεν υπάρχει παρά τις προσπάθειες των Βαβαρών κανένας προϋπολογισμός της χώρας πλαιονασματικός. Ή έστω ισορροπημένος μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1870 και μετά, αλλά μέχρι τότε σίγουρο. Από αυτόν τον ελληματικό προϋπολογισμό, από τους προζόδους του κράτους, περίπου το 30% πηγαίνει για την αποπληρωμή των δανείων. Ένα άλλο 30% πηγαίνει για τον πολεμικό εξοπλισμό της χώρας. Θυάξουμε στρατό, να το εξοπλήσουμε, όπλα και ό,τι άλλο χρειάζεται, κυρίως πλοία. Και ένα άλλο 30%, περίπου 28%, πηγαίνει στο δημόσιο τομέα. Η Ελλάδα μέχρι και το 1870 είναι μια αγροτική χώρα, αλλά από τον παραγωγικό της ιστορ το 30% είναι και πάλι. Είναι το παιλατιακό σύστημα, είναι η εκλογική παιλατία των κομμάτων, αυτοί που πλήν του στρατού, πλήν μάλλον των ορισμένων της ηγεσίας του στρατού, οι οποίοι είναι καλοπληρωμένοι, οι πόλοι πόλοι παίνονται, σητίζονται στο Βρυτανείο, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερα από το να είναι αγρότες, τρέφονται από τον κρατικό κορβανά. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι έχουμε έναν αγροτικό τομέα, από τον οποίο περιμένουμε, να συντηρήσει ένα κράτος ήδη υπερχρεωμένο, ένα κράτος αντιπαραγωτικό, το οποίο ουσιαστικά το μεγάλο του μέρος, όπως σας είπα, πηγαίνει του προϋπολογισμού, των εσόδων, στην εξόβληση των δανείων, στις δαπάνες για τον εξοπλισμό του στρατέρνατος και στη συντήρηση του δημόσιο τομέα. Και αυτό το κράτος θα πρέπει και να εξυγχωριστεί, αλλά δεν εξυγχωριστεί μέχρι και μετά το δημαϊκό πόλεμο, παρά μόνο λόγο της ροής του χρόνου κάποια πράγματα αλλάζουν, και να φροντίσει για τους αλλοίτων τους αδελφούς. Η εξισουσία είναι αδύνατη, γι' αυτό και δεν έγινε. Υπάρχουν επαναστατικές ενέργειες στο δημαϊκό πόλεμο του 1853-1856, μεγαλαιπίβολες αλλά αποτυχημένες. Είμαστε μάλιστα σε μια εποχή που η κατεξοχή χώρα, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της Νοτιοανατολικής Μουσογείου, η Μεγάλη Βρετανία, έχει εκπονήσει και θαρμόσει το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό είναι το δόγμα των Βρετανών. Επομένως, οποιαδήποτε προσπάθεια των Ελλήνων να ακροτηριάσουν περιτέρω την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προσκλούει στη θέληση των Βρετανών. Η παρακόρηση της Αυτανίσου το 1864 είναι η πλήκα που δίνουν οι Βρετανοί στον Γεώργιο, για να γίνει βασιλιάς της Ελλάδας και είναι και η μόνη ουσιαστική επιτυχία στον κρητικό αγώνα. Ας πούμε εδώ, η Κρήτη βράζει όλο αυτό το διάστημα και λιγότερο η Μακεδονία και η Ήπρος. Δεν έχουμε ουσιαστικά αποτελέσματα, αλλά έχουμε, αντίθετα, πολύ μεγάλες αποτυχίες. Και είναι λογικό. Το μύτορα στη ελληνική ιστορία του 19ου αιώνα είναι ο κρημαϊκός πόλεμος. Μέσα στο καμίνι του κρημαϊκού πόλεμου έχουμε δύο σημαντικές αλλαγές. Στην ελληνική Χερσόνησο αλλά και ευρύτερα στην περιοχή. Ποιες είναι αυτές? Καταρχήν όσον αφορά την Ελλάδα, την περίοδο του κρημαϊκού πόλεμου εκλείπει η γενιά της Επανάστασης. Βιολογικά εκλείπει. Οι άνθρωποι δηλαδή οι οποίοι πολέμησαν και έφτιαξαν το κράτος και χειρίστηκαν τις τείχες του κράτους μέχρι και τις πρώτες τρεις δεκαετίες από την απελευθέρωση αρχίζουν και εκλείπουν βιολογικά και ανεβαίνει μια νέα γενιά πολιτικών, πολλοί από τους οποίους είναι πια πνευματικά παιδιά ενώ στο πλαίσιο της συγκρότησης του Καποδιστριακού Βασιλείου είναι απόφυτη δηλαδή του Αθήνηση του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών που είναι το πρώτο πανεπιστημίου που έχει υπηρεθεί. Αυτή η γενιά βγάζει πολιτικούς, βγάζει τον Μουντζούρο, βγάζει τον Τλίκ Κούπιδ, βγάζει τον Τελεγιάννη, βγάζει όλους ότους τους πολιτικούς που θα πρωταγωνιστήσουν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Αυτό είναι το ένα χαρακτηρίστικο. Πηγαίνουμε δηλαδή βιολογικά σε μία άλλη γενιά. Η τρίτη γενιά που θα έρθει είναι η γενιά των Βαλκανικών. Ίσως η σημαντικότερη γενιά που έχει αναδείξει το ελληνικό κράτος, αλλά αυτό αυτό, σε αυτό το κομμάτι, στο τέλος. Απλώς έτσι είναι αυτό το πέρασμα των γενιών. Το δεύτερο στοιχείο που αλλάζει όσον αφορά την Ελλάδα, την περίοδο του κριμαϊκού, είναι το ζήτημα της προστασίας και των σχέσεων των μεγάλων δυνάμων. Ο κριμαϊκός πόλεμος οδηγεί σε απαξίωση και απομάκρυση της Ρωσίας, της ρωσικής επιρροής από τα ελληνικά πράγματα. Για ποιο λόγο? Για δύο λόγους. Η Ρωσία είναι ιτημένη στο κριμαϊκό πόλεμο, πηγαίνει αποδυναμωμένη, σε σχέση με τους Αγγλικού-Γάλλους από την Ουμαθημαϊκή Αυθοκρατορία. Και ανταυτού, αμέσως μετά τον κριμαϊκό πόλεμο, θα ανακάψει γρήγορα η Ρωσία, γιατί η ύτα της ήταν εφρόσχερη και συγκυριακή, αλλά για την Ελλάδα είχε σημασία, γιατί έως τότε, παρά το γεγονός ότι οι τρεις προστάτες δυνάμων της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας επηρέασαν τα ελληνικά πράγματα, η Αγγλική κυρίως και δευτερευόντως η Γαλλική επιλογή περιορίζονταν σε κύκλους των ελίτ. Η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου προσέβλεπε στο ομόδοξο, ξανθό γένος του Βορρά, το οποίο θα μας σώσει ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια, αυτό πίστευαν. Δεν είναι τυχαίο ότι περισσότεροι ελλαϊκοί άνθρωποι, η οπλάκη υγείας, ο Κολοκοτρώνης, ο ίδιος, ο κόμματος, τα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, ήταν όλα τους στο ρωσικό κόμμα. Οι φραγγοφορεμένοι, όπως σας έλεγα, αυτοί που ήρθαν από τη Δυτική Ευρώπη, αυτοί επροσωπούσαν το Αγγλικό και λιγότερο το Γαλλικό κόμμα. Αν δεν υπήρχαν τότε σφυγμομετρίζεις της κοινής γνώμης, αλλά αν είχαμε μια τέτοια σφυγμομέτρηση, νομίζω ότι σε ποσοστό πάρα από 80%, η ρωσική επιρροή στην Ελλάδα ήταν ισχυρή και δεδομένη. Αλλά μετά το κρυμαϊκό πόλεμο αυτό αλλάζει, γιατί η αποδυναμωμένη Ρωσία αλλάζει την πολιτική που είχε πονήσει μετά τον Κιτσού Καναρτζή, δηλαδή μετά το 1774, που εμφανιζόταν ως προστάτηδα όλων των ορθόδοξων λαών της Βαλκανικής Περσονήσου. Και στη θέση αυτού του δόμματος, αναπτύσσει την ιδεολογία του πανσλαβισμού. Προστάτηδα των ορθοδόξων, ανατορθλάδων ορθοδόξων. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που διαχωρίζει, θα έλεγα μέχρι σήμερα, είναι μεγάλη συζήτηση, εγώ εξακολουθώ και λέω μέχρι σήμερα, διαχωρίζει την ρωσική επιρροή στην ελληνική Χερσόνησο, την ιδεολογία δηλαδή του πανσλαβισμού και την βάζει πια σε αντίδυτα στρατότατα από τα ελληνικά συμφέροντα. Γιατί προτάσσει τη σλαβική επιρροή και η σλαβική επιρροή εκφράζεται αμέσως μετά το Γερμαϊκό Πόλαμο με το ανατολικό ζήτημα και την παραφιάδα του, το μακεδονικό ζήτημα. Το ζήτημα της Μακεδονίας είναι πολύ σημαντικό για να το δεχθεί ο ελληνισμός όσο μπορεί η Μακεδονία, αυτή η αρχαία ιστορική ελληνική επαρχία να αποτελέσει τμήμα της Μεγάλης Βουλγαρίας όπως θα γίνει το 1778 προσωρινά ή της Σερβίας. Από τότε υπάρχει απομάκρυνση και σβήνουν τα ξενικά κόμματα αλλά η ρωσική επιρροή σβήνει ακόμα περισσότερο. Και η Ελλάδα προσαρτάται όλο και περισσότερο στο δόγμα της Βρετανίας από το κριμαϊκό πόλεμο και μέχρι το 1947 από τις τρεις προστάδες δυνάμεις θα μείνουν ουσιαστικά δύο στην Ελλάδα, η Αγγλία και η Γαλλία, η εξής μία η Αγγλία, μέχρι το 1947 όταν ο πολιτικός έλεγχος της Ελλάδας θα παρακολουθεί στις ΗΠΑ. Έως σήμερα θα έλεγα εγώ, εσείς μπορεί να διαφωνείτε αλλά εγώ το πιστεύω απόλυτο. Αυτές είναι οι γεωστρατηγικές εξελίξεις. Αυτή τώρα η εθνική κυριαρχία της Ελλάδας στο πλαίσιο της προστασίας, όπως σας είπα, έχει δύο αναγνώσεις. Προστάτεψε την Ελλάδα το 1897, όταν πηγαίνοντας στον πόλεμο του 1797, καξορμώντας από την ορθεντική γραμμή της Θεσσαλίας με επικεφαλής τον διάδοχο τότε Κωνσταντίνο, υπέστηκε μία ιστορική πανωλεθρία, φτάνοντας ο Οθωμανικός στρατός μέχρι τη Φτιώτιδα και αν δεν είχε μεσολαβήσει το τελεσύγραφο των προστατών του Άγγλικου και του Γάλλου Πρεσβευτή, όπως εδώ διότι διαφορετικά θα έχετε να αντιμετωπίσετε τις δικές μας λόγχες, το ίδιο εκείνο απόλυμμα είναι το αριθμό του την άλλη μέρα το πρωί, το ελληνικό κράτος θα αποτελούσε παρελθόν, αφού ο Οθωμανικός στρατός θα είχε μπει στην Αθήνα. Η προστασία έχει αυτή τη θετική πλευρά, στο σημείο αυτό προστατεύει την κρατική κυριαρχία. Έχει όμως και την αρνητική πλευρά. Η αρνητική πλευρά, να φέρω δύο περιπτώσεις σαντικά, μεσόντος του Κρυμπαϊκού πολέμου το 1854, και ενώ η Ελλάδα φλερτάρει με τη ρωσική επιρροή, οι Γάλλοι στρατιώδες αποβιβάζονται στον ΠΙΡΑ και τα κάνουν υγιείς μαδιά. Έχουμε ναυτικό απογλυσμό και απειλείται η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά με διάλυση, με ομοιρία και επανέρχεται στη σωστή γραμμή αυτή που ήθελα οι Γάλλοι και οι Βρετανοί. Ακόμα χειρότερα, επειδή μέρες που είναι και ζούμε, γιοτάσουμε τα 100 χρόνια του ΠΠΠ, θα το ζήσει η Ελλάδα αυτό στον ΠΠΠ, όταν έχουμε πλήρη παραδίαση εθνικής κυριαρχίας, αποβίβαση Γάλλων στρατιωτών και Άγγλων αλλά κυρίως Γάλλων στην Αθήνα και βοβαρτισμό της Πλατείας Στάρμανου. Βοβαρτίστηκε η Πλατεία Στάρμαντος, συνελήθησαν σχεδόν όλοι οι τότε, η κεσία ό,τι είχε απομείνει από τον βασιλέα Κωνσταντίνο και με την πίεση των Βρετανών και των Γάλλων, ο Κωνσταντίνος οδηγήθηκε στην εξωρία μεσούντος του εθνικού διχασμού. Τι είναι η άλλη πλευρά της παραβίας της εθνικής κυριαρχίας αλλά είναι μέσα στο πλαίσιο της προστασίας. Η προστασία είναι κάτι που θα πρέπει πάντος στο μυαλό μας, στο μυαλό μας η γεωστρατηγική σχέση. Η κατάσταση τώρα στην Ελλάδα στο οικονομικό, πολιτικό και γεωπολιτικό πλαίσιο άρχισε να μεταβάλλει τα δεκαετία του 1860. Εκεί ουσιαστικά είναι μια φάση όπου γίνονται οι πρώτες προσπάθειες για μεταδεδομένα της εποχής σε εξυγχρονισμό της χώρας. Έχουμε αστικοποίηση του πληθυσμού. Η Αθήνα και ο Πειραιάς από μία πόλη έως τη δεκαετία του 1860, 25.000 περίπου ανθρώπων, θα φτάσει μέσα σε 15-20 χρόνια της 170.000. Αστικοποίηση. Θα συγκροτηθούν μία υπό την πόλη μας, αλλά σημαντική για τα δεδομένα της εποχής, βιομηχανική υποδομή από καμιά δεκαπενταριά βιομηχανίες. Δεν ήταν βιομηχανίες με τα σύγχρονα δεδομένα, βιοτεχνίες ήταν. Μέχρι τη δεκαετία του 1860 θα περάσουμε τις 150 μέχρι τη δεκαετία του 1870. Θα πούμε όμως γιατί γίνεται αυτό. Και ταυτόχρονα θα έχουμε για πρώτη φορά μία ισχυρή, θα λέγαμε, αγροτική οικοδομία μεταδομένα της εποχής, η οποία σε μεγάλο βαθμόσιο ποσοστό 50% θα στηριχθεί στη μονοκαλλιέργεια της Σταφίδας. Θα έχουμε τη Σταφίδα στη Μελοπόννησο, η οποία θα αποτελέσει το κατεξοχή εξαγώγημου προϊόντου της Ελλάδας σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αυτό θα οδηγήσει σε μία, για τα μέτρα της εποχής, οικονομική, δεν θα έλεγα εθμάρια, αλλά μία κινητικότητα, η οποία θα εκμεταλλευτεί και το γεγονός είχαν σταματήσει και οι πολεμικές περιπέτειες. Η Ελλάδα, όμως, θα γνωρίσει, την περίοδο αυτή, μία μεγάλη επίσημη πολιτική αστάθεια. Θα έχουν πάλει αλλιώς κυβερνήσεις. Με τελειώνουμε ότι ο Γεώργιος είναι νέος βασιλιάς. Δεν ισχύει ακόμη, μέχρι το 1875, η αρχή της Δεδηλωμένης. Επομένως, μπορεί να λιωρίζει πρωθυπουργού όποια μας επιθυμεί και να παρεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα. Θα έχουμε συνεχής εναλλαγές κυβερνήσεων από τον Κουμδούρο στον Τλικούπη και από τον Τλικούπη στον Βελγιάνη και ούτω καθεξής και έτσι θα πάρουν μέχρι και τη δεκαετία του 1890. Εκεί, λοιπόν, που τη δεκαετία του 1960 δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία αρχίζει λίγο να σταθεροποιείται και η σταθεροποίηση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ότι αρχίζει και ο πρώτος σε μεγάλο κλίμα επαναπατρισμός ελληνικών κεφαλαίων από τους Έλληνες του παρικιακού ελληνισμού, είναι αυτή που θα δώσουν μια ώθηση, θα δημιουργήσουν την πρώτη βιομηχανική υποδομή στην Ελλάδα. Οι μεγάλες οικογένειες, ροδοκανάκιδες, ράλιδες, ο Συγκρός, όλοι αυτοί οι οποίοι βρίσκονται από τις παραναύες ηγεμονίες στην Αίγυπτο, ξέρω εγώ, την Μικρά Ασία, την Κεντρική Ευρώπη, αρχίζουν να δραστηριοποιούνται στην πατρίδα τους. Όμως, ενώ συμβαίνουν αυτά, η δεκαετία του 1870 είναι μια δεκαετία στην οποία θα ξεσπάσει στην Ευρώπη μια παγκόσμια, για τα εδομένα της εποχής, οικονομική κρίση, η οποία θα ξεκινήσει από την επίθεση που γίνεται τότε στους τότε χρήματιστριακούς κύκλους στα χρεόγραφα που είχε η Γερμανία, η οποία μόλις έχει ενοποιηθεί και έχουμε δηλαδή το πρώτο φαινόμενο κερδοσκοπίας με τα εδομένα της εποχής και αυτό με τη μέτροντα του ντόμητο θα αρχίσει να εξαπλώνεται σε όσον τον δυνατό περισσότερες χώρες. Αυτή η οικονομική κρίση στην Ευρώπη θα διαρκέσει περίπου 20 χρόνια. Στην Ελλάδα, η οποία είναι μία ούτως ή άλλως ανεμική οικονομία, θα έχει σημαντικές επιπτώσεις. Οι επιπτώσεις αυτές θα εμφανιστούν με τη μορφή της κρίσης χρέους και με τη μορφή της αύξησης των τιμών στην εγχώρη αγορά και των αδερπάλληλων υποτινήσεων της ραχμής. Είναι μία κατάσταση πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη από το ελληνικό πολιτικό κεφάλαιο της εποχής, το οποίο ταυτόχρονα θα πρέπει να ικανοποιήσει την εκλογική κυπελατία, αλλά θα πρέπει να φτιάξει και παραγωγικές δομές. Για ποιον λόγο το λέω αυτό? Θα λέμε σε 1870. Η Ευρώπη, η κεντρική Ευρώπη, ζει την δεύτερη φάση της βιομηχανικής επανάστασης. Έχει περάσει, δηλαδή, ήδη εδώ και αιώνα από την εποχή του ατμού και του σιδηρόδρομου και βρίσκεται πια στη φάση, στη Γερμανία, η οποία πολύ γρήγορα θα ανακάμψει, στη φάση της ηλεκτροχημίας. Δηλαδή, αρχίζουν για πρώτη φορά να κατασκευάσουν συνθετικά υλικά και λίγο μετά θα φανθεί και το πετρέλαιο και ο κόσμος θα γνωρίσει μία τρομερή έκρηξη. Η Ελλάδα ακόμη δεν έχει τίποτε. Δεν έχει δρόμους, δεν έχει υποδομές και είναι χρεωμένη. Εκεί εμφανίζεται ο Τρυκούπης, ο οποίος είναι ο πιο εξυκρονιστής πολιτικός με τα δεδομένα της εποχής, ο οποίος πλαισιώνεται από μία ομάδα, ας το πω, ανθρώπων, κρομολόγων, διανομμένων, οι οποίοι θέλουν να εξυκρονίσουν το κράτος. Αλλά ο συγχρονισμός του κράτους είναι πάλι μία δύσκολη εξίσωση. Καταρχήν ο Τρυκούπης κάνει κάτι σημαντικό. Δεν το ξέρουμε τόσο στην Ελλάδα εποχή. Αυτή τη δεκαετία του 1880 ρυθμίζονται, να χρησιμοποιήσω αυτή την έννοια της σύγχρονης εποχής, της σαββάνια, της ανεξαρτησίας. Πώς ρυθμίζονται? Ο Χαρίλαος Τρυκούπης είναι γιος του Σπυρίδωνα Τρυκούπη, του αγωνιστή της Επανάστασης και μεγάλο ιστορικού από το Μεσολόγγκι. Σπυρίδωνα Τρυκούπης ήταν η ηγετική μορφή του αγγλικού κόμματος. Θα διοριστεί αργότερα πρεσβευτής στο Λονδίνο με δική του πρωτοβουλία, αυτός το ήθελε, εκεί θα μεγαλώσει ο νεαρός Χαρίλαος, εκεί θα γνωριστεί, έχει σχέσεις με τους αγγλικούς κύκλους καλύτερες από τον οποιοδήποτε Έλληνα και επηρεάζεται πάρα πολύ από την εγγλική ιδεολογία και εκπροσωπεί τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Ο Τρυκούπης λοιπόν με τις γνώσεις της διασυδέσης της εποχής που έχει και χάρη σε έναν πολύ σπουδαίο Έλληνα, ο οποίος όταν αυτός θα είναι αλάτιος του Πρωθυπουργού θα τον στείλει στο Λονδίνο ως Πρεσβευτή τον Ιωάννη Γενάδιο, θα καταφέρουν με προσωπική τους επιρροή να ρυθμίσουν τα δάλια της ανεξαρτηστίας. Τι θα κάνουνε, θα κάνουν το εξής, κούρε με, θα το πετύχουν με τους Βρετανούς ομολογιούχους, γιατί υπήρξε η πολιτική του Λονδίνου η οποία τους έβαλε όλους αυτούς να δεχθούνε αυτό, θα διαφωνήσουν μόνο οι Ολλανδίοι ολοκομολογιούχοι, οι οποίοι είχαν ένα άλλο μέρος του ελληνικού χρέους και θα πάνε το ελληνικό δημόσιο στα τότε διεθνή δικαστήρια της εποχής, αυτό θα κρατήσει κάποια χρόνια, δεν θα είχε επιτυχία όμως, δεν είχε πολιτική κάλεψη, δεν είχε πολιτική κάλεψη από τον Λονδίνο, δεν είναι πρόκειτο να πετύχει. Είναι μεγάλη επιτυχία αυτό, το γεγονός δηλαδή ότι τα πρώτα δάνεια αυτά ρυθμίστηκαν, αλλά στην πολιτική τα πράγματα δεν είναι μόνο σήμαντα, τα δάνεια δεν ρυθμίζονται ανεφιλόγου, υπάρχουν εξαρτήσεις, υπάρχουν στρατηγικά συμφέροντα και υπάρχει λόγος που το κάνει αυτό η Βρετανία. Πρέπει να ξέρουμε πάντα τη γεωστρατηγική που υπάρχει. Μετά το 1878 και λόγω του Πασλαδίου, του ουσικού κινδύνου, αλλάζει η βρετανική πολιτική στον χώρο της Ινωτεραντολικής Μεσογείου. Γιατί αλλάζει? Απέναντι σε μια ακμαία ισχυρή Οθωμανική αυτοκρατορία που τους εξασφαλίζει τους δρόμους προς την άποανατολή για το εμπορικό ναυτικό των Βρετανών, οι Βρετανοί αρχίζουν και εμφανίζουν ένα νέο δόγμα, προωθούν λόγω του Πασλαδισμού και λόγω της μεγάλης διαμάχησης των εσωτερικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πια το δόγμα της δημιουργίας μιας μεγάλης Ελλάδας στη θέση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτό θα ξεκινήσει από την περίοδο του Τρικούπη, θα το εκμεταλλευθεί, σε ισαγωγικά εκμεταλλευθεί, θα το προσποριστεί θετικά ο κ. Δενισέμπος, ο οποίος είναι ο συνεχιστής του Τρικούπη ιδεολογικά και πολιτικά και θα εκπροσωπεί τα βρετανικά συμφέροντα στην Ελλάδα στο μέγιστο βαθμό και γι' αυτό και ο Τρικούπης, προσωπικός φίλος του Λόι Τζόρτ, θα πάρει την εντολή να αποβεβαστεί στη Σμύρνη. Δεν είναι πρότοτο να το δεχτεί. Αυτή είναι η βρετανική πολιτική, δεν μπορούμε να κάνουμε. Δεν μπορεί η Οθωμανική αυτοκρατορία, καταρρέει και γιατί καταρρέει η Οθωμανική αυτοκρατορία, τα προβλήματα του δημοσίου χρέους. Δεν ήταν η Ελλάδα η μόνη που τα αντιμετώπισε της εποχής. Όταν το 1842-1843 χρεοκοπούμε ήδη έχει χρεοποιήσει η Οθωμανική αυτοκρατορία, το Οθωμανικό δημόσιο χρέος είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η εποχή, αντίστοιχο του ελληνικού δημοσίου χρέους σήμερα. Χρεοκοπούει μια σειρά από κόρες στα Βαλκάνια με πρώτη Βουλγαρία, αλλά και μια σειρά από κόρες σε όλο τον κόσμο. Και το Οθωμανικό δημόσιο χρέος, το συγκεντρώνουν σταδιακά, η Γαλλία ομολογιούχη. Και η Γαλλία θα εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια στη χώρα που θα θελήσει τη διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για ποιο λόγο, για να μην χάσει τα χρήματά της. Αυτό είναι και ένα αίτιο της μικρασιατικής καταστροφής. Όταν, δηλαδή, τους Βρετανούς μπορεί πολλά να τους κατηγορήσει, για ένα πράγμα δεν μπορεί. Είναι οι τελευταίοι που εγκατήρηξαν την Ελλάδα στο μικρασιατικό μέτωπο. Την είχαν αδειάσει ήδη οι Σοβιετικοί, την είχαν αδειάσει από την αρχή Ιταλή, αλλά και οι Γάλλοι. Γιατί οι Γάλλοι δεν ήθελαν τη διάλειση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για να πάρουν τα χρήματα τους πίσω. Και όταν διαλύθηκε η Οθωμανική αυτοκρατορία, η μεγάλη συζήτηση που έγινε είναι πού θα πάει αυτό το δημόσιο χρέος στο Οθωμανικό. Διαλύθηκε η Οθωμανική αυτοκρατορία και δημιουργήθηκε η Τουρκία, διάφορα τα κράτα της μέσης ανατολής, πού θα πάει αυτό το χρέος. Εκεί, λοιπόν, η λύση που δόθηκε ήταν η εξής. Θα κατανεμηθεί στα διάφορα κράτη. Μα εμείς δεν έχουμε σχέση με αυτό, δεν έχει σημασία, προέρχεστε από την Οθωμανική αυτοκρατορία και μόνο που γίνεστε εξάρτητα κράτη, λένε στο συνέδριο των ισχυρών, είναι ένα αντίτιμο το οποίο θα πρέπει να πληρώσουμε και καταμένεται το Οθωμανικό δημόσιο χρέος. Αυτό για να φύγω λίγο νωρίτερα να δείξω τη γεωστρατηγική. Η στροφή της Ελλάδας τώρα στη Βρετανία και η τάφτιση δίνει τη δυνατότητα να ρυθμιστούν τα βάνια της ανεξακλησίας, αλλά ταυτόχρονα ο τελκούβις θέλει να έχει συγχρονή στη χώρα. Καταλαβαίνουμε ότι παραγωγική δομή δεν έχει. Η άλλη που φτάσει σε λίγο θα κατασκευάσει το πρώτο αυτοκίνητο, βαριά βιομηχανία που θα βγάλει τα όπλα του πρώτου παγκοσμίου πολέδου και η Ελλάδα δεν έχει τίποτα. Πώς θα γίνει αυτό, βρίσκει δύο τρόπους. Ο θανισμός και η επιβολή αυστηρών κυρίως πολιτική λιτότητας στην Ελλάδα και έμεσον φόρο. Εννέα δάνεια θα συνομολογήσει η Ελλάδα με το ΣΥΤ του Λονδίνο, τη Βρετανία, με σκληρούς όρους, με πολύ παχθείς όρους από το ΣΥΤ του Λονδίνο, και με τα δάνεια αυτά προσπαθεί να εξοχρονήσει τις υποδομές της χώρας για να μπορέσει να λειτουργήσει η χώρα. Να φτιάξει λιμάνια, να φτιάξει το συντηροδρομικό δίκτυο, να αποξηράνει την κοπαϊδα, να κάνει ό,τι μπορεί. Ταυτόχρονα η λιτότητα, η οποία βάζει μέσα στην Ελλάδα, εξασθενεί πάρα πολύ κατώτερα στρώματα, σύντος γεγονός ότι βάζει μια σειρά από μέσα στους φόρους και με συνεχίσει υποτιμήσεις της δραγμής, υποτιμάται 12% δραγμής. Καταλαβαίνετε αυτό, έρχεται και δένει και ακόμη γεγονός η μεγάλη σταυθεντική κρίση. Ενώ μέχρι τότε το μοναδικό εξαγωγήμα ουραιών της Ελλάδας είναι σταφύνα, για λόγους που έχουν σχέση με κακές οδιές, για λόγους που έχουν σχέση με την ανάκαμψη της σταφίδας που υπάρχει στην περιοχή της Γαλλίας, η οποία χτυπηθεί από φιλοξύρα αλλά τότε ανέκαμψαν, οδηγεί την Ελλάδα στο να χάσει αγορές τις οποίες έχει. Και αυτό οδηγεί σε μια σειρά από δύο μηχανίες, αλλά κυρίως στα κατώτερα στρώματα του πολιτισμού, στην πλήρη εξαθλίωση. Απλά η εξαθλίωση των ανθρώπων αυτών γίνεται από μια δέση ήδη δύσκολη, δηλαδή δεν ζούσανε και πλούσιοπάροκα, από εκεί που ήταν φτωχοί, έπεσαν στην απόλυτη έμπειρα. Και τότε η Ελλάδα βιώνει την πρώτη μεγάλη φάση της μετανάστασης. Οι πρώτες σημαντικές μεγάλες παροικίες στον νέο κόσμο, κυρίως στις ΗΠΑ και στον Καναδά, θα δημιουργηθούν από Πελοκονίσιους και στερεοελλαδίτες, υπάρχουν ακόμη και σήμερα εκεί, μπορεί κανείς ανεπισκευτεί της περιοχίας, ευθέως να τους δει. Φεύγει, λοιπόν, η δημογραφική αιμορραγία ενός πληθυσμού σε ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 10%. Είναι τεράστιο πρότυπο, διότι η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Και μέσα σ' όλα αυτά ο Τρικούπης έχει και ένα δεύτερο σχέδιο που προσπαθεί να κινητοποιήσει τον ελληνισμό της Διασποράς, να φέρει τους έλληνες του παρικιακού ελληνισμού, τους πλούσιους ευογλυστές έλληνες, κυρίως αυτούς, να αρχούν να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα να καταπολεμήσουν τα ανεργία, και με τα δημοσιάρια και με τις βιομηχανίες, να καταπολεμήσουν τα ανεργία. Αλλά για να το κάνει αυτό, τους δίνει σχεδόν χαριστικά τα μεγάλα τσιφλίκια στη Θεσσαλή. Είναι δηλαδή το αντίδοτο που δίνει, προπειμένου να υπάρξει το κεφάλαιο αυτό το οποίο έρχεται. Έρχεται τέτοιο κεφάλαιο. Έχουμε μεγάλες επενδύσεις από Έλληνες ομογενείς που δραστηριοποιούνται στον χώρο. Η όλη αυτή η αστικοποίηση της Αθήνας που βλέπουμε, ή ο καλοπισμός της που είναι ακόμη και σήμερα, είναι χρήματα των Ελλήνων, του παρυγιακού ελληνισμού, αν δεν γίνονται μόνο στο πλαίσιο της εθνικής πατριωτικής προσφοράς, πάντοτε υπάρχει και κάποιο αντάλλαγμα. Και ενώ συμβαίνουν αυτά και η χώρα φτιάχνει αυτές τις υποδομές, ο κόσμος είναι σε εξαθλίωση, ο Τουρκούμπης δεν μπορεί να κυβερνήσει, πέφτει κυβέρνηση, τον αποπέμπει ο βασιλιάς, πέφτει τον Δηλυάννης, ο Δηλυάννης, η χώρα ήδη έχει χρεοκοπήσει, η χώρα δεν χρεοκόπησε το 1793, ήδη το 1890 είναι σε τεχνητό κόμμα, είναι ήδη χρεοκοπημένη, απλώς αυτό δεν λέγεται, αλλά αυτό όμως το αισθάνεται. Και χρεοκοπεί, αφού επί τρία χρόνια σέρνεται και ο κόσμος πένεται και μεταναστεύει, παρετεί τον Δηλυάννης, ή μάλλον μία τη ρησιακή κυβέρνηση, έρχεται ο Τουρκούπης, ο Τουρκούπης προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση, θέλει να συνάψει νέο δάνειο, αντιδρούν όμως οι Γάλλοι, οι οποίοι γνωρίζουν τι θα γίνει, χρησιμοποιούν τον Ανδρέα Συγκρό, τον Έλληνα εφοπληστή που πήθει το Γεώργιο να αποπέμψει τον Τουρκούπη, ο Τουρκούπης λέει, δεν μπορεί το αρνίτριο ο βασιλιάς να συνάφθει νέο δάνειο, λέει τότε το περίφημο, δυστυχώς ευλογεύσαμε, αλλά αυτός σας είπα ομολογεί ένα γεγονός το οποίο ήδη έχει συμβεί, ήδη έχει συμβεί εδώ και αρκετά χρόνια, και φυσικά απογοητευμένος θα φύγει και μετά από ενάμιση χρόνια θα πεθάνει στο εξωτερικό. Και αμέσως μετά θα συμβεί και όλη αυτή η εσωτερική πίεση θα οδηγήσει σε ένα τυχοδιοκτισμό. Στην εξάγωγη των εσωτερικών προβλημάτων, των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, σε αλληλούδισμο. Και θα έχουμε τη μεγάλη περιπέτεια του Ελληνοτολικού Πολέμου του 1897, που θα είναι θα λέγαμε το κερασάκι στην Τούρτρα, αυτό που θα οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση, στην πλήρη απαξίωση του κράτους και των ελήθτου, γιατί η εθνική εταιρεία η οποία πρωταγωνίστησε στην έκρηξη του πολέμου ήταν όλη η ελληνική νομεγκλατούρα της εποχής. Και αμέσως μετά θα έχουμε την επιβουλή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου. Ο διεθνής οικονομικός ελέγχος τι ήταν? Ήταν ουσιαστικά ο έλεγχος των προσώδων της χώρας. Οτιδήποτε είχαμε, μονοπόλιο καπνού, οτιδήποτε, ήταν έλεγχος στα λιμάνια, στο αλάτι, όλο αυτό. Τα πράγματα οι πρόσωποι πήγαιναν στους ξένους δανειστές, γιατί ταυτόχρονα με τη χρεοκοπία, η χρεοκοπία πώς εκδόθηκε και έγινε πανικός στα χρηματιστήρια της εποχής και ξαγλειώθηκαν οι ξένοι πιστοτές, ήταν ότι η χώρα προχώρησε, θα χρησιμοποιήσω πάλι μια σύγχρονη αίρια, σε μονομερή ενέργεια προχώρησε σε κούραμα 70% στα τοκομερίδια, δηλαδή έπαψε να πληρώνει, διόσα δυναμία να καταβάλλει τους τόκους και αυτό δήκησε τα ελληνικά χρεόγραφα στην κατηγορία σκουπίδια, όπως τα λένε κάποιοι σήμερα, εξαγρεώθηκαν οι ξένοι δανειστές, πήραν οι Γάλλοι τον έλεγχο, επέβαλαν τον διεθνή οικονομικό έλεγχο και αυτό το πράγμα ήταν ας πω το τέλος, εισαγωγικά το τέλος της ιστορίας, δηλαδή δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Και φτάνουμε, όπως λέμε, στην ανόρθωση. Αλλά να δούμε λίγο γιατί ους ανόρθωση μιλάμε. Καταρχήν το όρος ανόρθωση, είναι ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε τον Ελευθέριο Βενιζέλο έτσι. Κι εκείνη η ουσία, πώς πάμε από την καταστροφή στους βαλκανικούς πολέμους, να δούμε τι είδους ανόρθωση ήταν αυτή, γιατί νομίζω τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα από ό,τι θέλουμε να αναφέρουμε. Μετά το 1797, καθώς ουσιαστικά πηγαίνουμε σε πιο μετριοπαθείς πολιτικούς και κυρίως τον Γεώργιο Θεοτόκη, έχουμε και λόγω του διεθνούς οικονομικού ελέγχου, αλλά και λόγω του ότι είχαν γίνει τα αργατρικούπι και άρχισε λίγο να αναθερμένεται η οικονομία, αρχίσαμε να έχουμε λίγο ισοσκευισμένους προεπολογισμούς, αλλά μέσα σε μια κατάσταση πλήρους ένδειας. Δεν έπροβητο για κάποια κατάσταση όπου άρχισε να λειτουργεί μια παραγωγική βάση, δεν έχουμε αυτό το πράγμα. Απλώς κάπου εκεί λόγω της εισόδου των ξένων, όπως σας είπα και κυρίως και ένα άλλο πράγμα, των εμβασμάτων των μεταρασταυτικών, τα οποία εισέρχονται στη χώρα ως συνάλλαγμα και είναι πολλά τα χρήματα αυτά, άρχισε λίγο να αχνοφαίνεται μια ελπίδα. Και αυτό το πράγμα θα συνεχιστεί σε όλη την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, όπου θα έχουμε διεθνικονομικό έλεγχο, θα έχουμε πολεμικό εξογλυσμό της χώρας, θα συνεχίσει δηλαδή να πηγαίνει το 30% των προϋπολογισμούς στις ενοχλές δυνάμεις, θα υπάρχει τοιωμερή εξαθλίωση στα μεγάλα αστικά κέντρα. Δε λύθηκε κανένα οικονομικό πρόβλημα μετά το 1897, όπως η κατάσταση και μάλιστα η μετανάστευση της εποχής, η οποία συνεχίστηκε να έχουν μνήμες. Ήτανε πολυμελείς οικογένειες, έφευγε ο μεγάλος γιος, μπορούσε να φύγει για 1-2 χρόνια, να γυρίσει, να φύγει ο επόμενος και ούτω καθεξής. Υπήρχε δηλαδή μια ανακύκλωση του δυναμικού. Και αυτό άρχισε να γίνεται σε όλη την Ελλάδα και να γίνεται και στις νέες επαρχίες, σιγά σιγά εντάψονται στον κύκλο, δηλαδή έμπηκε και η Μακεδονία σε αυτό το χωρό της μετανάστευσης στις αρχές του 20ου αιώνα. Άρα λοιπόν, έχουμε μια σταθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας, και όχι μια σταθεροποίηση στην Ευρώπη, έχουμε έκρηξη, έχουμε τη μεγάλη έκρηξη που θα οδηγήσει σε συνδυασμό και με την αποικιοκρατική εξάπλωση. Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η Ελλάδα δεν απούσα από αυτά τα πράγματα, η Ελλάδα συνεχίζει με μια αγροτική χώρα. Έχουμε μεγάλο περιορισμό του δημόσιο τομέα. Από 30% που ήταν το 1870, έπεσε στο 17% το 1907, και από εκεί και πέρα έχουμε ουσιαστικά πλήρη συμμόρφωση της Ελλάδας με την αγγλική πολιτική και σε δεύτερη φάση την γαλλική πολιτική. Και εκεί αλλάζει η Λενιά. Τι ήταν το κήρυμα στο Μουδί, αυτή η εξέγερση των αξιωματικών. Σε μεγάλο μέρος του περιγραφέας λέει ότι είναι εξέγερση της αστικής τάξης. Δεν υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα. Προσωτικά έχω αμφιβολίες, αν και σήμερα υπάρχει αστική τάξη, πριν πλουσίων κυρίων που λυμένονται το δημόσιο ταμείο. Δεν νομίζω ότι έχουμε αστική τάξη δυτικού τύπου, από τη στιγμή που δεν έχουμε βιομηχανική παραγωγή. Είναι κλειστές οι βιομηχανίες. Έχουμε μεγάλες εργατικές ομάδες οι οποίες παίρνονται και ο αγροτικός πληθυσμός ο οποίος προσπαθεί να επιζήσει, αλλά δεν έχουμε τίποτε περισσότερο. Νομίζω ότι είναι μια εξέγραση που γίνεται από νέες ελληνικοί που βγαίνουν, με άξομα το στρατό, εκλείπει η γενιά του Τρικούμπη, του Βελιγγιάννη και όλων αυτών και εμφανίζεται μια νέα γενιά πολιτικών που θέλουν να εξεχροντίζει την Ελλάδα, με φυσικά πρωταγωνιστήτων, Λευθέρω Μενιζέου. Όλα αυτά τα χρόνια, μια μεγάλη μία φορά με το σήμερα είναι ότι υπάρχει ο παρικιακός και ο υπόδυνος ελληνισμός, ο οποίος τροφοδοτεί συνεχώς με ιδέες, με δυναμικό, με χρήματα το ελληνικό βασίλειο. Απλά όταν κι αυτός φτάνει μέσα στο ελληνικό βασίλειο, η φύστα είναι την ίδια πίεση και σε μεγάλο βαθμό αλληλώνεται από αυτή τη δομή. Και εκεί ενώ συμβαίνουν αυτά, είμαστε σε μία περίοδο εθνικιστικού παροξισμού στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα δεν είναι η πιο σημαντική χώρα στα Βαλκάνια σ' άρχιος του 20ου αιώνα. Αν δει κανείς τι λένε οι ξένοι, οι πρέσβεις, οι όλες τις εθνικιστικές ποιές, δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο της Μεγαρίας, που θεωρείται ότι έχει έναν υποδημανικό στρατό στα Βαλκάνια, στη Σερβία, στη Ρουμανία και την Ελλάδα τη θέλουν ουσιαστικά μόνο για το ναυτικό και για τους βαλκανικούς πολέμους λόγω του ότι και με χρήματα του Γεωργίου Αβέρωφ και το θορυκτό Αβέρωφ αυτό κυρίως θέλουν στην Ελλάδα. Ξαφνιάζουνε, καμαλώνουνε δικολογημένα για τους βαλκανικούς πολέμους. Φυσικά είναι μια τρομερή επιτυχία. Δεν υπήρχαν τα δεδομένα την εποχή εκείνη. Όταν ξεκίνησαν οι βαλκανικοί πόλεμοι, η Ελλάδα ήταν έκπληξη. Όχι τόσο οι ελληνικοί της Ελλάδας, όσο οι κατάρρες της Οθωμανικής Αφροκρατορίας. Σήμερα που οι τουρκοί ιστορικοί, που έχουν ένα εξαιρετικό δυναμικό, έχουν ενισκύπηση τους βαλκανικούς πολέμους, έχουμε πια τις πρώτες εικόνες για το τι συνέβη στον Οθωμανικό στρατό και κατέρρευσε σαν χάρτινο σπύργος. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Απλώς τι γίνεται. Και εδώ θα κάνω μια υπέρβαση τροφή για προβληματισμό με τους βαλκανικούς πολέμους. Η Ελλάδα αποκτά τη ζωτική της ενδοχώρα. Τη Μακεδονία και συνεκόλουφα λίγο μετά τη Θράκη. Κατά την άποψη τη δική μου και αρκετών ιστορικών, είναι αμφίβολα αν μεταδοδομένα αυτά, το πρώτο ελληνικό βασίλειο όπως και τα περισσότερα κράτη στα Βαλκάνια ήταν διώσιμα κάτι. Κάποιοι υποστηρίζουν ακόμη και σήμερα, αν το σχέδιο της συγκρότησης εθνικών κρατών στα Βαλκάνια, ήταν επιτυχημένο ή όχι υπό την έννοια ότι η Μεγάλη Κατερίνη, πραγματικά είχε δύο, δυόμισι κράτη στα Βαλκάνια, μια μεγάλη ελληνική αυτοκρατορία στην οποία για να είναι διώσιμα, θα είχε την περιοχή της Βουλγαρίας, θα είχε την Βόρειο Ήπειρο και τα Σκόπια σήμερα και ένα άλλο σλαβικό κράτος από επάνω προκειμένου να είναι διώσιμα. Πάντως με το βαλκανικός πολέμος η Ελλάδα είχε την θεσσαλική πεδιάδα, διώσισε τα Ιμάνια και τις πεδιάδες της Μακεδονίας και της Θράκης και τι έκανε εκεί έρχεται το δόγμα του Βενιζέριου. Τι έκανε, επιχείρησε να μετατρέψει το Αιγαίο σε ελληνική θάλασσα για να μπορέσει ο Βενιζέρος να ταυτίσει την αστική τάξη που ήθελε να δημιουργήσει με τους Βρετανούς, με το βρετανικό ναυτικό και επομένως μέσα σε αυτό να δώσει μια παραγωγική ώθηση στο ελληνικό κράτος ώστε να είναι βιώσιμο. Αυτό ήθελε. Η μεγάλη ιδέα δηλαδή δεν είναι μόνο ένα θέμα μεγάλου ιδεατισμού να πάρουμε κάποια εδάφη για να τα πάρουμε. Η διένεξη του Κωνσταντίνου με το Βενιζέλο που προσπαθούσε να πάρει στο μοναστήρι που είχε χιλιάδες Έλληνες δεν ήταν μια προσωπική διένεξη. Ήταν μια στρατηγική που πήγαζε από γεωστρατηγικά συμφέροντα πως έβλεπε κανείς βιώσιμο το κράτος. Για να λογτηρώσουμε, γιατί αισθάνομαι ότι έχει περάσει χρόνο ώστε να δώσουμε ανδροφή για συζήτηση. Η ανόρθωση και ο μεταρρυθμιστής Βενιζέλος ο οποίος αναθεωρεί το σύνταγμα του έντεκαρ και βάζει κάποιες καινοτομίες σημαντικές δεν είναι σε επίπεδο οικονομικό. Η χώρα εξακολουθεί να παραμένει μία καταβάση αγροτική χώρα με αντιπαραγωγικές δομές σε μεγάλο βαθμό, αλλά ο ενθουσιασμός των μεγάλων στρατηωτικών επιτυχιών σε συνάρτηση με το γεγονός ότι αποκτούμε τεράστιες και έφορες εκτάσεις, η προσδοκία δηλαδή ενός πολιτισμού που είναι ήδη εξαπλειωμένου, τονίζεται από εμάς και είναι, αλλά όχι με τα συνεργαδομένα όπου μία ολόκληρη κοινωνία που ζούσε σε ένα επίπεδο έπεσε κάπου, δεν είναι αυτό το φαινόμενο που ίσκηκε το 19ο αιώνα, διδίγησε σε αυτήν την ανάκαμψη, δεν είναι ανάκαμψη με οικονομικούς όρους, δεν μεταβλήθηκαν οι παραγωγικές δομές του κράτους, εξυκρονίστηκαν μερικώς λόγω των έργων του Τρικούπη, αλλά τα προβλήματα διατηρήθηκαν και πολλά από αυτά άρχισαν να επιλύονται με πρόβλητο αγροτικό, λόγω πάλι ενός δραματικού καθεστόντος της μικρασιατικής καταστροφής που πια πάλι με ξένο έλεγχο ολοκληρώθηκε η αγροτική μεταρρύθμιση μέσα στην Ελλάδα. Πάντως σε κάθε περίπτωση αυτό το οποίο εμφανίζουν ως ανόρθωση και μεταδεδομένα της εποχής και πάντοτε σε σύγκριση και με τους άλλους. Την ίδια περίοδο η Βουλγαρία από χώρα που θεωρητικά ήταν ευημερούσα καταστράφηκε, έπεσε σε ευφύλια σύραξη. Η Οθωμανική Αυθοκρατορία πέρασε από διαλύθηκε. Η Ελλάδα εμφανίστηκε στο στρατόπεδο των οικητών. Αυτό που επίσης φαίνεται και είναι δεδομένο, είναι ότι μέσα στον άξονα των εσωτερικών αλλαγών πάντοτε οι γεωστρατηγικές ισορροπίες και οι επιλογί που έκαναν οι πολιτικές Ελλήπ της χώρας μέσα στο σωστό στρατόπεδο έπαιξε το ρόλο του. Έπαιξε πιο σημαντικό ρόλο από ό,τι πιστεύουμε. Δεν ήταν δηλαδή τόσο οικονομικές ισορροπίες, γιατί και τα δάνεια που δώθηκαν στην Ελλάδα την δεκαετία του 1920 για να ρυθμιστεί το προσφυγικό ζήτημα, ήταν και αυτά σε ανταπόδοση και οστρατηγικών επιλογών που κάναμε. Δεν είναι δηλαδή ένα ζήτημα καθαρά οικονομικό. Σας ευχαριστώ πολύ. Το πρώτο παγκόσμος πόλεμος δεν ήταν διάβολος και έχει αλλάξει, ότι δεν είναι θέμα αδικίες και κλπ. Ναι, δεν είναι θέμα. Από ποιον? Το κεφάλαιο του Γερμανικού που δεν τα αφήνε να κλπ. Ποια είναι η αδικίες της άποψης του σκέφτου? Για ποιον λόγο έγινε ο πρώτος παγκόσμος πόλεμος ή για ποιον λόγο έχουμε μπλοκή της Ελλάδας στην Ελλάδα. Για ποιον λόγο έγινε. Η βασική αδικίες της ήταν ότι έχει αλλάξει άποψη των κοριτών εις τον εβδομάδο ότι δεν είναι θέμα το αναπτυτιώδιο του κεφαλαίου που ήθελε να κοδεί τον κεφαλό του κλπ. Η αδικίες της άποψης είναι ποια είναι. Η δική μου άποψη είναι ότι πόλεμου, είτε με την ένοπλη μορφή, είτε με διαφορετική μορφή, οικονομική μορφή, πολιτισμική μορφή, έχουμε όταν οι οικονομικές ισορροπείες δεν αντανακλούνε, όταν μάλλον οι γεωστρατηγικές ισορροπείες δεν αντανακλούνε τη μεταβολή των οικονομικών δεδομένων. Τότε είχαμε μεγάλη μεταβολή και η μεγάλη μεταβολή οφειλότανε στη τεράστια άνοδο της Γερμανίας, η οποία πρωταγωνίστησε στη δεύτερη φάση της βιομηχανικής επανάστασης σε αντίδυση με την Αγγλία, η οποία είχε πρωταγωνιστήσει στην πρώτη φάση και παρίχμασε. Είναι δηλαδή το θέμα του ζωτικού χώρου. Ζωτικός χώρος, σε γεωστρατηγικό επίπεδο, για να μπορέσει να δραστηριοποιηθεί οικονομικά ένα κεφάλαιο. Δεν ξέρω τι εννοούσε, αλλά το ζήτημα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου δεν είναι ζήτημα επικοιών μόνο σε χώρες, είναι κυρίως πρώτον ένα ευρωπαϊκό ζήτημα. Ζήτημα γεωστρατηγικών ισορροπιών μέσα στην Ευρώπη. Και στη συνέχεια αυτό αντανακλάβει στους επικοιές. Αλλά αυτή η τρομερή οικονομική άνοδος της Γερμανίας είχε αντίκρισμα σε γεωστρατηγικό επίπεδο και έπρεπε αυτό να διοχαιτευθεί με κάποιον τρόπο. Έπρεπε να υπάρξει μια νέα ισορροπία δυνάμεων, η οποία είχε αναπραπεί στα οικονομικά της δεδομένα. Αυτή είναι η δική μου αμήν. Αυτή η περίοδος είναι επίσης πολύ αδόμαλη για τις σχέσεις των μεγάλων δυνάμων μέσα στην Ευρώπη. Και παρουσιάζεται με την ανάρτηση της Βουσνίας της Ευρωβήνης στην αυστρο-ουγγαρική αυτοκρατορία. Τι ρόλο έπρεπε αυτό στην Ελληνική, στα ελληνικά δεδομένα και συγκεκριμένα στην ανάπτυξη ενός στρατού, ο οποίος ήταν ικανός να επιτύχει ο διεπέτειας των Ουγγαρίας. Το 1908 η αυστρο-ουγγαρία προσαρτά, de facto, την περιοχή της Βουσνίας από την ανθομανική αυτοκρατορία. Αυτό, όμως, είναι κάτι το οποίο έχει συμβεί ήδη από το 1878 ουσιαστικά. Η τυπική ενσωμάτωση και είναι το 1908. Ουσιαστικά, η περιοχή της Βουσνίας της Ευρωβήνης οι Οθωμανοί έχουν πάψει να την υπολογίζουν από το 1878. Το έτος 1878 είναι για την Ουσιαστική Αυτοκρατορία το πιο σημαντικό έτος της σύγχρονης ιστορίας της. Για ποιο λόγο και αν όπως παρακολουθεί σήμερα, ακόμη και σε πολιτικό επίπεδο της, τη δράση του προέδρου Εντογάν και της ηγετικής ελεύθερης, θα δει ότι εστιάζει στο 1878 γιατί. Είπα στην αρχή ότι η Ελληνική Πανάσταση θεωρήθηκε ως αταξία από τους Οθωμανούς. Δηλαδή, ήταν γεγονός που έγινε, εκμεταλλεύτηκαν μία αδυναμία, εντάξει. Αλλά οι Οθωμανοί ποτέ δεν δέχτηκαν ότι αυτό ήταν αρθετελεσημένο. Πίστευαν ότι μόλις ανακάμψουν θα ξαναγυρίσουν και το επικίνησαν. Το 1878, λοιπόν, έχουν για πρώτη φορά μια διεθνή συμθήκη τόσο σημαντική, η οποία, de facto, επικυρώνει το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έχουμε, πέρα από την Ελλάδα, έχουμε ανεξαρτησία της Ερβίας, ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου, έχουμε αυτόνομη βουλγαρική ηγεμονία και αυτόνομο πριγκιπάτο στην Ανατολική Ρωμιλία. Αυτό ήταν ένα σόκ για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για πρώτη φορά είδαμε ότι όχι μόνο δεν ισχύει από τους Βρετανούς το δόκμα της διατήρησης της Οθωμανίας, αλλά έχουν αρχίσει και ξηλώνουν το πάπλο. Τώρα, λοιπόν, το 1908, η Αυστροουγγαρία προστατά, de facto, μια περιοχή που ήδη την είχε και οι ίδιοι Οθωμανοί την έχουν ξεγράψει. Αλλά το 1908, είναι σημαντικό για έναν άλλο λόγο, οι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτά συμβαίνουν, το 1908 έχουμε το κύλμα των Λότουκων, πότε το έχουμε, στις αρχές του καλοκαιριού. Αυτά συμβαίνουν το Σεπτέμβριο του 1908. Το Σεπτέμβριο του 1908, σε μία μέρα, de facto προστατά στην Αυστρογγαρία η Βοσνία και την επόμενη μέρα η Βουλγαρική Γεμονία ανακηρύσει, με δική της πρωτοβουλία, την ανεξαρτησία της. Την ίδια στιγμή που γίνονται αυτά τα πράγματα, οι Κρήτες βουλευτές, κάτω ο Υπουργός, κηρύσουν την διαδικασία για την Ένωση με την Ελλάδα, για να εκμεταλλευτούν την αδυναμία που γίνεται. Πολλοί υποστηρίζουν, ιστορικοί υποστηρίζουν, ότι το 1908 θα μπορούσε να έχει ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμος πόρος, αλλά δεν ξεσπάσε. Ξεσπάσε το 1914. Είναι άλλοι λόγοι που ερμηνεύουν αυτή την εξέλιξη, αλλά υπήρχε μια γενικευμένη αναραχή. Σε όλη την, δεν είναι μόνο η βαλκανική χερσόνηστος, έχουμε και τον ιταλοεθειοπικό πόλεμο του 1911, έχουμε μια κλιμάκωση, γεννήκευση των συγκρούσεων, έχουμε αποσχηστικά αυτονομιστικά κινήματα σε όλο το έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, έχουμε λοιπόν μια γενική αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Σε αυτή τη γενική αποσταθεροποίηση, η Ελλάδα ευνοήθηκε στους σχεδιασμούς του foreign office να εμφανιστεί ως διάλογος κατάσταση στον χώρο. Την ίδια στιγμή που οι Ρώσοι φλέρταραν και πατρόναραν τους βούλιαδους και τους έργους, είναι θέμα γεωστρατηγικών ισορροπιών, αυτό πρέπει να το έχουμε στο μυαλό μας. Τα νούμερα προσαρμόζονται στα γεωστρατηγικά δεδομένα και αδοδοκούν. Και κάτι το οποίο μπορεί να εμφανίζεται έτσι, μπορεί μόλις μεταβληθούν τα δεδομένα να μην εμφανίζεται ως τόσο σημαντικό πρόβλημα και κάτι να διουγκώνεται επίτηδες, μόλις τα γεωστρατηγικά δεδομένα ενοχλούν κάποιους. Και τα τελευταία πρότατα, νομίζω, αυτό είναι έντονο. Δεν χρειάζεται κανένας να... Κατά την άποψή σας και με αυτά που είπατε, στον ονομωμένο μακεδονικό αγώνα, άκουνα εσείς είναι ιστορικοί, δεν το λέτε μακεδονικό αγώνα, αιθήκης και πόαγονευση αυτό το λέτε. Εσείς όχι, άλλοι, οι μαξιστές, οι αιθήκοι. Τέλος, τέλος. Πορισμένοι. Πορισμένοι πολύ. Τι σημαίνει πως εκείνης, τέλος πάντως. Είναι αποτέλεσμα διαμάχης του πανσλαριτισμού με την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται τότε από αγγλική υπεροίτητα, ή είναι καθαρά η θρησκευτικός αγώνας ή είναι θρησκευτικός αγώνας. Όλα είναι. Συγκλίνουνε πολλοί παραγώδες. Υπάρχει η σύγκρουση όλων των συμφεροδών. Εγώ είπα ότι η σύγκρουση, δεν πρέπει να φανταστούμε τη μεγάλη ιδέα, δεν πρέπει να τη φανταστούμε μόνο σαν έναν ίστρο εθνικιστών. Δεν ήταν οι άνθρωποι παράλληλα. Το πρόβλημα του ζωτικού χώρου ήταν σημαντικό. Δεν μάλλον είναι για μια πιθαμή υγείας. Γι' αυτό και δεν δίσταζαν ο Βενιζέλος, ο οποίος ήταν γκάμπλερς στα αγγλικά, δηλαδή χαρτοπέκτης, δεν δίσταζε επί χάρτου να θυσιάζει την περιοχή του. Πάρτε αυτό, πάρτε εκείνο, αριαφρόντιο τους ανθρώπους, μα κοινώνουν να πετύχει κάτι άλλο. Για το μοναστήρι ή στο πρώτο τακόσμιο πόλεμο για την περιοχή της Καμβάρας. Η Βρετανή ήθελε να πάει στη Νέα, εκεί ήταν νομίζω η καρδιάωση πολύ μεγάλο και με λογική αν το βλέπουμε γι' όχι, η στρατηγική ήταν λάθος, όταν είπε ότι προκειμένου οι Βρετανοί ήθελαν να πάνε οι Βουλγαροί με το μέρος του δυνάμου της Αντάδ. Έτσι είχαν το πρόβλημα στην Καλύπολη, μέρες που είναι που το γιορτάζουμε τώρα, και ήθελαν να εξασφαλίσουν την βουλγαρική υποστήριξη. Και λέει ο Βενιζέος να σας δώσουν την περιοχή της Καμβάρας, για να βρείτε επιτέλους μια διέξοδο στο Αιγαίο και εμείς θα πάμε στην Μικρά Ασία. Αυτό όταν το σκέφτεσαι με τη μέθο, με την αφήλειά της, πώς είναι δυνάμου. Και γι' αυτό υπήρχε ξαναντιδράσεις από τους γηγενείς ανθρώπους, τους Έλληνες μακεδόνες, που είπαμε είναι δυνατόν, εδώ εμείς έχουμε στο πετσί μας τρεις βουλγαρικές κατροχείας και από τις σφαγές δεν μπορούμε να συνέχουμε και μπορεί η περιοχή μας να παρακολουθεί, αλλά και λογικά να το δεις τι έκοβε εκείνη τη στιγμή, ας πούμε ότι δινόταν η Καμβάρα. Έκοβε τα μετόπιστε, έκοβε τη συνέχεια. Ποια δεν ήταν η συνέχεια, ήταν μόνο διαθαλάσεις. Εκείνη ήταν και η σύγκριση που είχαμε μεταξά. Ένα, αυτό ήταν για τα βασικά, από τους βασικούς λόγους της αντιπαράδευσης. Θα δώσω σε μια πολύ ωραία συναιπτική εικόνα της πορείας αυτής της εξέλισης, άλλο λίγο από τα ΦΑΝ. Θέλω, αν έχουνε βγει καλοσύνη, να πούμε λίγο μέσα και θα με ενδιέφερε πολύ να δω αυτό το, αυτό που ονομάζουμε λαό, λαϊκό κίνημα, εργατική τάξη πιθανόν. Είδαμε, αχνά, λίγο την παρέμβαση μιας εξωτερικού καρταρισμού να μπαίνει μέσα και να προσπαθεί να δραστηριοποιηθεί. Τι ρόλο έπαιξε αν υπήρχε το λαϊκό κίνημα, το δεύτερο έπαιξε αν υπήρχε τότε, δεν έχω αγώσει, σε όλη αυτήν την διαδικασία την οποία μας περιγράφει πάρα πολύ δωρά. Δεν έχει κάποιο σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει. Υπάρχουν και κύκλοι διανομωμένος. Συνήθως, μέσα από αυτές τις κρίσεις αρχίζει να διαμορφώνεται η ταξική συνείδηση, η οποία θα εκφραστεί. Είναι πολύ πιο έντονη η ταξική συνείδηση τα χρόνια αυτά στη μικρά ασία και ειδικά στη δική μικρά ασία που έχει και μεγάλες επιχειρήσεις, κυρίως μεταλλευτικές και εκεί πραγματικά έχουμε συνδικαλισμό. Στην ελληνική χερσόρισσο δεν έχουμε συνδικαλισμό, δεν έχουμε κεφάλαια. Δεν έχουμε καπιταλιστές για να έχουμε και εργατικό κίνημα. Απλώς έχουμε μια μεγάλη αγροτοκτινοτροφική μάζα που συνοστίζεται στις πόλεις και παίνεται. Διοχετεύει την αντίδρασή της στην υπερουρία της μετανάστευσης. Δεν είναι μεντρήσιμο, δεν αξιώνει. Η ιστορία του ιστορικού οδανισμού σήμερα είναι φάση τραγουδέσεων του παρελθόνου. Και ελεύθεται το εξής. Είπατε πολύ ζεστά ότι ο Βενεζέρος, όταν πήρε σε έναν ασκηκό εξογνωρισμό στην εποχή του, δεν συμπερέθηκε τα συμφέροντα της κυρία της, τα αξιπάτια του, τα ασκηκοί του. Ήθελα να πω το εξής. Ο Βενεζέρος πέρα από τάλλα προσπάθησε να αξιοποιήσει αυτό που λένε οι μαρξιστές εσωτερικές αντιθέσεις της εποχής εκείνης, κάτι το οποίο επιχειρήθηκε και σήμερα. Ποιο είναι το συμπέρασμα? Αξιοποιώντας κάποιες αυτές τις αντιθέσεις, τελικά βγαίνει κερδίσμενος, ή αγαπημένος όπως εμείς, για να έχουμε... Ποιος βγαίνει κερδίσμενος σήμερα? Ναι, δηλαδή αυτός που αξιοποιεί τις αντιθέσεις καλείται μέρος στις αρθακά κυντρόριας του. Ναι, ναι, ναι, κατάλαβα λίγο. Ναι, σωστά, προσπαθώ λίγο να καλέσω λίγο το πρώτο ερώτημα. Το πρώτο είναι φάρσα για τραγούδι. Α, κοιτάξτε, η ιστορία δεν με αναλαμβάνεται. Νομίζω το τι είναι το βιώνει ο κάθε Έλληνας και δεν χρειάζεται να δώσω εγώ κάποια ερμηνεία. Η έννοια της φάρσας, όπως έχει γραφεί στην ιστορία, δεν έχει την έννοια της κομμουδίας. Δεν έχει αυτό το πράγμα. Όσον αφορά το άλλο κομμάτι, δεν θα επεκφύγω. Θα δώσω μία μισή απάντηση. Την άλλη μισή θα την κρατήσω για τον εαυτό μου, όχι γιατί φοβάμαι, όπως σας είπα, να το πω, αλλά γιατί, για να το πω, πρέπει να έχω τα δεδομένα. Και αυτή τη στιγμή δεν μπορώ, δεν είμαι πολιτικός αναλυτής. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε περισσότερο από ότι εσείς, που είμαι ένας απλός παρατηρητής που διαβάζει εφημερίδες, ακούει μέσα σε όλο αυτό το ρυμαγμό που γίνεται. Αν μπορώ να αφήσω ένα, ας το πω, κάτι χρήσιμο για το σήμερα, είναι να πω ότι αυτός που θα εκμεταλλευθεί, τα όποια, δεν ξέρω ποια είναι στη κάθε περίοδο, γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα που έχει ή δεν έχει μια χώρα, αυτός θα σώσει την παρτίδα. Αν επιχειρήσουμε να λύσουμε ένα πρόβλημα με οικονομικούς όρους, η εξίσουση κατά γνώση είναι αδύνατη. Ιστορικά, δεν λέω ότι λύθηκαν, μπορεί να πει κάποιος ότι κρίστηκαν κάτω από το χαλί, γιατί αυτό που είπα είναι ότι πολλά προβλήματα δεν λύθηκαν, πολλά προβλήματα και μόνο λόγω χρόνου, ακόμη και τα συνηθίζουμε κάποια και αισθανόμαστε μια ανακούφιση. Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος γιατρός. Το στίχημα του εξυχρονισμού για την Ελλάδα είναι μεγάλο στίχημα. Βέβαια και ο εξυχρονισμός είναι παρεξηγημένη έννοια, γιατί πολλοί τον ερμηνεύουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Δεν σημαίνει μόνο εξυχρονισμός, δεν σημαίνει μόνο αγορά, σημαίνει πρώτα κοινωνία. Αλλά αυτό είναι κάτι που το διαχειρίζονται κυρίως οι πολιτικές ελληνικές. Απλώς είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι κάποια πράγματα δεν είναι μονοσύμματα, δεν έχουν συγκέντρισης πρώτη φορά, όχι οι ίδια αλλά σε κάποιες εκφράσεις τους, ότι δεν έχουν συμβεί μόνο σε εμάς. Υπενύχθηκαν νωρίτερα την Βουλγαρία. Η Βουλγαρία καταστράφηκε λόγω της οικονομικής κρίσης και έπεσε σε μια εμφύλια διαμάχη από την οποία δεν μπορούσε να ανακάψει. Και δεν έχει ανακάψει μέχρι σήμερα. Ξέρετε, αν παρακολουθείς την Βουλγαρική ιστοριαγραφία και δει τους ανθρώπους εκεί, το ερώτημα είναι ότι εσείς πάντοτε σωστή κλευρά του φεγγαριού. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Μπορεί να έχει, σίγουρα, ένα παράγοντα τύχης κάποιων επιλογών, αλλά πηγάζει και από κάποια δεδομένα που συγκεκριμένοι άνθρωποι σκέφτηκαν, προβληματίστηκαν και πήναν. Ανέλαβαν κάποιο ρίσκο τη δεδομένη στιγμή. Δεν ήταν εύκολες οι καταστάσεις αυτές. Και όπως σας είπα και δεν είναι, από τη μια πλευρά, οι Αγγελικοί, εμείς, μέχρι στιγμής, μακάρι να το πετύχουμε, δεν έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να ρυθμίσουμε από μόνοι μας τις υποθέσεις στις οποίες εμπλεκόμαστε. Δεν μπορέσαμε να το πετύχουμε μετά από δύο αιώνες. Το γιατί είναι μια άλλη ιστορία, με ξεπερνάτε. Εκεί, λοιπόν, όταν επιλέγουμε συμμαχίες, που δεν μπορούμε χωρίς συμμαχίες, οι συμμαχίες είναι ένα ταμείο, είναι ένα δούνε και λαβίν. Εκεί είναι οι πολιτικές αιρίδες υπεύθυνες, αυτοί που έχουν όλα τα δεδομένα να σταθμίσουν, γιατί αυτοί έχουν τα δεδομένα της στιγμής, δεν τα εγωγωδούν. Τι πρέπει να κάνουν. Αυτοί είναι μεγαλυφτοί. Και πολλές φορές να το κάνουν σε κόντρα του κόσμου, αν χρειαστεί. Θα πω μια βαριά έφραση, λένε πολιτικοί, ότι ένα έθνος πρέπει να επιζήσει, μια κοινωνία πρέπει να επιζήσει. Ακόμη κι αν συμμαχίσει, συγγνώμη Πάτερ, και με τον διάβολο. Δεν πρόκειται θέμα, δεν πρόκειται στη δεδομένη στιγμή για τη σωτηρία της ψυχής. Είναι κάτι διαφορετικό. Ο ναός πρέπει να επιζήσει. Στο τέλος ομιλίας σας, το 1911, είμαστε πάλι βρεωμένοι. Είχαμε χρεοκοπία στη τελευταία διακυβέρνηση του Βενιζέλου, το 1932. Είχαμε πάλι στάση πληρωμών, είχαμε και πάλι ένα κούριμα μεταβολωμένα της εποχής του χρέους. Και πολλά από αυτά τα πράγματα, τελικά συμψυγχύστηκαν μέσα στο καμήρι του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ξανά άρχισε, ας το πω, το κοντέρ να ξεκινάει από το μηδέν. Οι Ολυμπιακοί, μην τους συγκρίνουμε με τους Ολυμπιακούς σαγόνες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ένα κίνημα αναβίωσης του, το οποίο ξεπερνούσε την Ελλάδα. Εντάξει, εντάξει, έτσι είναι, συνδυάζραμε πάρα πολύ οι Έλληνες ομογενείς του το εξωτερικού, αλλά και ένα κίνημα φιλελληνικό ή αναβίωσης των αγώνων, το οποίο, πώς να το πω, ακόμη και αν δεν θέλαμε εμείς να στηρίξουμε στους αγώνες, θα έθελες κανέναν δρόμο να τους κάνουνε στην Ελλάδα. |