Γλώσσα - Δομή προτάσεων - Γ' Δημοτικού Επ. 34 /

: [♪ Μουσική Γεια σας! Είμαι η Ειρήνη Ζέρβα, δασκάλα στην τρίτη τάξη, από τη λέξη στην πρόταση και από εκεί σιγά σιγά στο κείμενο. Μιλάμε και γράφουμε για να επικοινωνήσουμε. Εκφράζουμε σκέψεις, επιθυμίες, συναισθήματα, απευθυνόμαστε σε άλλους ανθρώπους. Θέλουμε να κατανοήσουν αυτό που λέμε, αλλά να...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Φορέας:Υπουργείο Παιδείας
Μορφή:Video
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων 2020
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=6igdb9npEWA&list=PLvLZ8duymN1Bdag3D9ibNaERK3A-nG3pI
Απομαγνητοφώνηση
: [♪ Μουσική Γεια σας! Είμαι η Ειρήνη Ζέρβα, δασκάλα στην τρίτη τάξη, από τη λέξη στην πρόταση και από εκεί σιγά σιγά στο κείμενο. Μιλάμε και γράφουμε για να επικοινωνήσουμε. Εκφράζουμε σκέψεις, επιθυμίες, συναισθήματα, απευθυνόμαστε σε άλλους ανθρώπους. Θέλουμε να κατανοήσουν αυτό που λέμε, αλλά να κατανοήσουμε και εμείς αυτό που μας λένε. Για να το καταφέρουμε αυτό, έχουμε όλοι έναν κοινό κώδικα. Τη γλώσσα μας. Προσαρμόζουμε βέβαια κάθε φορά το λόγο μας, ανάλογα με τα πρόσωπα που έχουμε απέναντί μας, ή ανάλογα με τα πρόσωπα στα οποία απευθυνόμαστε. Για δείτε το παρακάτω σκίτσο. Αν ένας δάσκαλος χρησιμοποιεί πάρα πολύ δύσκολες λέξεις, μιλώντας σε μικρά παιδιά, το μικρό παιδί δεν θα μπορέσει να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που λέει. Εγώ σήμερα θα προσπαθήσω να μην το κάνω και να μιλήσω με όσα πιο απλά λόγια γίνεται. Σε αυτόν τον κοινό μας κώδικα, λοιπόν, στη γλώσσα, έχουμε κάποιους κανόνες που όλοι ακολουθούμε για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς τους κανόνες μπορεί να είναι κινείς σε πολλές γλώσσες. Οι λέξεις συνδυάζονται μεταξύ τους και σχηματίζουν προτάσεις με νόημα, ακολουθώντας πάλι κάποιους κανόνες. Αυτούς τους κανόνες, λοιπόν, τους περιγράφουμε με δύο λέξεις. Γραμματική και Σύνταξη. Που μας βοηθούν να σχηματίζουμε τις λέξεις και να χτίζουμε με αυτές προτάσεις με ολοκληρωμένο νόημα. Μπορούμε να σχηματίσουμε προτάσεις μεγάλες και προτάσεις μικρές. Αλλά το σημαντικό είναι αυτές να έχουν νόημα. Και το μήνυμα που μεταφέρουν, να μπορεί κάποιος να το καταλάβει. Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Οι ευχές, οι πινακίδες, τα συνθήματα, οι απλές εντολές, είναι μερικά παραδείγματα μικρών προτάσεων. Που έχουν όμως νόημα και γίνονται εύκολα κατανοητές. Για παρατηρήστε μία ευχή προς τους ταξιδιώτες μέσα σε αυτό το καράβι. Καλό ταξίδι, καλά να περάσετε. Μικρές προτάσεις που όλοι όμως μπορούν να καταλάβουν το νόημά τους. Οι πινακίδες. Μη ρίχνετε σκουπίδια στην παραλία. Απαγορεύεται το ψάρεμα. Πώς μπορώ όμως να σχηματίσω και μεγαλύτερες προτάσεις. Οι μεγαλύτερες προτάσεις έχουν κάποια βήματα, χτίζονται σιγά σιγά ακολουθώντας πάλι κάποιους βασικούς κανόνες. Πάμε να τα δούμε πιο αναλυτικά. Συνήθως επιλέγουμε να ξεκινάμε το χτίσιμο μιας μεγάλης πρότασης από το ρήμα. Το ρήμα είναι το μήνυμα, ο πυρήνας της πρότασης. Γύρω από το ρήμα που περιγράφει μια δράση, μία ενέργεια, κάτι που γίνεται δηλαδή, προσθήθονται περισσότερες πληροφορίες που σχηματίζουν όλα μαζί κάτι που το λέμε ρηματική φράση. Για δες τα παραδείγματα. Ο σκύλος γαύγισε. Εδώ ρηματική φράση είναι μόνο του το ρήμα. Το παιδί αγκάλιασε τον παππού και τη γιαγιά του. Εδώ ρηματική φράση είναι όλη υπογραμμισμένη φράση. Αγκάλιασε τον παππού και τη γιαγιά του. Σημαντικό όμως στοιχείο για τη δομή της πρότασης, είναι και το πρόσωπο που ενεργεί, ο δράστης όπως λέμε της ενέργειας. Το πρόσωπο που ενεργεί, δηλαδή το ποιος. Είναι σημαντική πληροφορία που σε μερικές περιπτώσεις αν λείπει, μπορεί να επηρεάσει το νόημα της πρότασης και έτσι να διαταραχτεί η επικοινωνία. Στο συντακτικό, τη λεξούλα που απαντάει σε αυτή την ερώτηση ποιος, τη λέμε υποκείμενο του ρήματος. Στο παρακάτω παράδειγμα, η γάτα έφαγε το ψάρι. Ρήμα έφαγε. Ποια η γάτα? Η γάτα είναι το υποκείμενο του ρήματος. Φανταστείτε όμως μια πρόταση, μπαίνοντας η μαμά μέσα στο σπίτι, να της πείτε πήρε τηλέφωνο. Ποιος. Πολύ δύσκολα θα μπορούσε να καταλάβει ποιος. Τρίτο μέρος είναι ο αποδέκτης αυτής της δράσης. Όταν η ενέργεια που δηλώνει το ρήμα μεταφέρεται, τότε λέμε στο συντακτικό ότι το ρήμα έχει αντικείμενο. Για παράδειγμα, ο μαθητής έλυσε την άσκηση. Τι έλυσε? Την άσκηση. Την άσκηση είναι αντικείμενο στο ρήμα έλυσε. Πάμε να τα συγκεντρώσουμε τώρα όλα μαζί. Το υποκείμενο και το αντικείμενο, αυτά τα στοιχεία της πρότασης που έτσι θα ονομάσαμε στο συντακτικό, σχηματίζουν αυτό που λέμε ονοματικές φράσεις. Ονοματικές, γιατί συνήθως περιλαμβάνουν ουσιαστικά και επίθετα, που έχουμε επίσης άλλο μάθημα ότι λέγονται ονόματα. Έτσι, ονοματικές και ρηματικές φράσεις είναι τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της πρότασης. Ονοματική φράση και ρηματική φράση, ίσον πρόταση. Ας δούμε αυτό το παράδειγμα πιο αναλυτικά. Ενώνοντας αυτές τις δύο μεγάλες φράσεις, μπορώ να φτιάξω μια μεγάλη πρόταση. Η πρόταση είναι «το λέμα αργουσκυλή έφαγε τα μελομακάρονα». Το ρήμα είναι «το έφυγε». Τι έφαγε τα μελομακάρονα, είναι το αντικείμενο. Και αυτό το αντικείμενο αποτελείται από ένα ουσιαστικό και ένα άρθρο. Το ουσιαστικό και το άρθρο είναι μια μικρή ονοματική φράση, μέσα στην αγκαλιά της μεγαλύτερης ρηματικής φράσης. Πάμε και στο υποκείμενο. Ποιος έφαγε τα μελομακάρονα? Το λέμα αργουσκυλή. Το υποκείμενο αποτελείται από ένα ουσιαστικό, το σκυλί, το άρθρο του, το, και ένα επίθετο, λέμα αργου. Μια άλλη ονοματική λοιπόν φράση. Έτσι, συνδυάζοντας την ονοματική και τη ρηματική φράση, σχηματίζω τη μεγάλη μου πρόταση. Η απλή πρόταση, λοιπόν, έχουμε πει μέχρι τώρα ότι περιλαμβάνει τρία βασικά συστατικά. Το ρήμα, το υποκείμενο και το αντικείμενο. Παίζει ρόλο σε ποια σειρά θα τοποθετηθούν. Για πάμε να το δούμε. Μια πρόταση που έχει το παράδειγμά μας είναι η Αγγελίνα έφαγε την καρυδόπιτα. Το ρήμα είναι το έφαγε, το υποκείμενο είναι η Αγγελίνα, την καρυδόπιτα είναι το αντικείμενο. Το παιδάκι προτείνει να γράψει καθένα από αυτά σε μια ξεχωριστή καρτέλα και μετά να τους αλλάξει θέση. Αν, λοιπόν, τους αλλάξουμε θέση, τότε δημιουργούνται πολλές προτάσεις. Πάμε να τις διαβάσουμε για να δούμε αν έχουν όντως νόημα. Η Αγγελίνα έφαγε την καρυδόπιτα. Έφαγε η Αγγελίνα την καρυδόπιτα. Έφαγε την καρυδόπιτα η Αγγελίνα. Την καρυδόπιτα έφαγε η Αγγελίνα. Την καρυδόπιτα η Αγγελίνα έφαγε. Η Αγγελίνα την καρυδόπιτα έφαγε. Η Αγγελίνα την καρυδόπιτα έφαγε. Όλες βγάζουν νόημα. Προσοχή, όμως. Ενώ στον προφορικό λόγο μπορώ να δώσω έμφαση σε μία λέξη, τονίζοντας τη φωνή μου και έτσι τονίζοντας και τη σημασία της. Θυμηθείτε ίσως κάποια μαθήματα στη θεατρική αγωγή, που μπορεί να το έχετε κάνει αυτό το παιχνίδι. Στο γραπτό λόγο, όταν γράφω δηλαδή την πρόταση, δεν έχω αυτή την ευκαιρία. Έχω βέβαια ένα άλλο εργαλείο. Μήπως το βρήκες? Είναι η ίδια η σειρά των λέξεων. Πάμε να δούμε τι εννοώ. Στο παρακάτω παράδειγμα είναι ίδιο περίπου το νόημα, αλλά η πληροφορία που θέλω να τονίσω, τοποθετείται συνήθως στην αρχή ή στο τέλος της πρότασης. Τα παιδιά παίζουν κρυφτό στην αυλή. Κρυφτό παίζουν τα παιδιά στην αυλή. Στην αυλή παίζουν κρυφτό τα παιδιά. Βέβαια αυτό το παιχνίδι με τη σειρά των όρων της πρότασης, δεν μπορώ να το κάνω πάντα. Ή όταν το κάνω πρέπει να είμαι πάρα πολύ προσεκτικός και προσεκτική. Δείτε ένα παράδειγμα. Μπορώ να πω το ποντήκι έφαγε το τυρί. Αν αλλάξω όμως το γραπτό λόγο τη σειρά. Το τυρί έφαγε το ποντήκι. Τότε θα αλλειωθεί όλο το νόημα της πρότασης. Προφορικά θα μπορούσα ίσως να το πω με τη χρήση ενός εργαλείου που λέγεται επιτονισμός. Είναι αυτό που σας είπα πριν. Με τη φωνή μου να τονίσω κάποιες λέξεις. Μπορώ δηλαδή να πω το τυρί έφαγε το ποντήκι και όχι κάτι άλλο. Αν το γράψω όμως, τότε το νόημα δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι απόλυτα κατανοητό από τον αποδέκτη. Στο γραπτό λόγο, όταν θέλω να νοηματοδοτήσω την πρότασή μου περισσότερο, βοηθούν και τα σημεία της στίξης. Να τα θυμηθούμε λίγο. Η τελεία μπαίνει πάντα στο τέλος της πρότασης. Το ερατηματικό μπαίνει πάντα στο τέλος μιας πρότασης που ρωτά. Αν θέλω να δηλώσω θαυμασμό ή έκπληξη στο γραπτό λόγο, τότε μπορώ να χρησιμοποιήσω το θαυμαστικό. Τα αποσιωπητικά μπαίνουν στη θέση λέξεων που δεν θέλουμε να γράψουμε. Το κόμμα το χρησιμοποιούμε για να σταματούμε λίγο μέσα στην πρόταση και να συνεχίσουμε λίγο αργότερα. Η διπλή τελεία δείχνει ότι σταματούμε πριν εξηγήσουμε κάτι. Η παύλα δείχνει ότι κάποιος ξεκινά να μιλά. Τα εισαγωγικά μέσα σε αυτά μπαίνουν τα λόγια που λέει κάποιος τις περισσότερες φορές. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες άλλες χρήσεις που θα μάθετε σε μεγαλύτερη τάξη. Για να δούμε τώρα όμως, αφού το αποθετήσω τους βασικούς όρους σε μια πρόταση, πώς μπορώ να την εμπλουτίσω, να αρχίσω δηλαδή να την μεγαλώνω. Δείτε αυτό το παράδειγμα. Το αυτοκίνητο ήρθε. Μπορώ να προσθέσω μια πληροφορία ακόμα και να πω το σχολικό αυτοκίνητο ήρθε. Το σχολικό αυτοκίνητο ήρθε νωρίς προσθέτοντας κάτι ακόμα. Το σχολικό αυτοκίνητο ήρθε νωρίς σήμερα προσθέτοντας ακόμη μία πληροφορία. Παρατηρήστε προσεκτικά. Μπορώ να ξεκινήσω μόνο από ένα ουσιαστικό και ένα ρήμα. Τα γυαλιά έσπασαν και να εμπλουτίζω σιγά-σιγά την προτασή μου δίνοντας περισσότερες διευκρινήσεις και πληροφορίες. Τα γυαλιά του άρει έσπασαν. Τα πράσινα γυαλιά του άρει έσπασαν. Τα πράσινα γυαλιά του άρει έσπασαν πέφτοντας. Τα πράσινα γυαλιά του άρει έσπασαν πέφτοντας κάτω. Βλέπετε πόσα είδη και πόσες κατηγορίες λέξεων μπορούν να βοηθήσουν στο να γίνει το νόημα της πρότασης πιο ολοκληρωμένο. Έτσι από δύο μονολέξεις έφτιαξα μία μεγαλύτερη πρόταση. Τα πράσινα γυαλιά του άρει έπεσαν πέφτοντας κάτω. Υπάρχουν κάποιες λέξεις που συμπληρώνουν την έννοια του ρήματος. Γι' αυτό και λέγονται επιρήματα. Πάμε να τα δούμε λίγο πιο αναλυτικά. Όταν θέλω να δώσω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το που, τότε χρησιμοποιώ αυτό που λέμε τοπικά επιρήματα. Η γάτα μου είναι ζωηρή. Τρέχει που πάνω κάτω. Στρίβει που δεξιά και αριστερά. Και κρύβεται που πίσω από το κρεβάτι μου. Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτές οι λεξούλες συμπληρώνουν την έννοια του ρήματος. Μπορώ επίσης να χρησιμοποιήσω και χρονικά επιρήματα. Κάνω πολλές δραστηριότητες τα απογεύματα. Σήμερα έχω κολυμβιτήριο και αύριο θα πάω στο οδείο. Από πέρυσι ξεκίνησα να μαθαίνω πιάνο. Μπορώ να χρησιμοποιήσω και ποσοτικά επιρήματα που δείχνουν το πόσο. Πεινούσαμε. Πόσο? Πολύ. Το φαγητό δεν μας άρεσε καθόλου. Έτσι φάγαμε πόσο? Λίγο. Και δεν χορτάσαμε. Τέλος μπορεί να χρησιμοποιήσω και τα τροπικά επιρήματα που απαντούν στην ερώτηση πώς. Ο Λουκάς και η Χαρά πηγαίνουν πώς μαζί στο σχολείο. Περπατούν πώς γρήγορα και προσεκτικά ως την πόρτα του σχολείου. Για να τα συγκεντρώσουμε λοιπόν όλα μαζί. Μπορείς να θυμάσαι ένα μικρό πειματάκι που συνδυάζει όλες αυτές τις πληροφορίες. Ποιος κάνει τι, πού, πώς, πότε και γιατί. Ένα μικρό παράδειγμα. Ποιος, ο αδερφός μου, τι κάνει, παίζει ποδόσφαιρο. Πού, στον κήπο. Πώς, με τον μπαμπά. Πότε, κάθε απόγευμα. Και γιατί, γιατί δεν επιτρέπεται να πάει στο γήπεδο της γειτονιάς. Παρατηρήστε και θυμηθείτε για λίγο αργότερα αυτόν τον κόκκινο αστερίσκο πάνω στην ερωτησούλα γιατί. Πρώτα όμως, μια μικρή ασκησούλα που μπορείς να κάνεις μόνος σου ή μόνης σου. Χτίσε, λοιπόν, τη δική σου πρόταση. Προσπάθησε αργότερα να σχηματίσεις το τετράδιό σου και εσύ μια δική σου πρόταση και σιγά σιγά να την εμπλουτίσεις. Θυμίσου το πηματάκι που είπαμε. Τα βασικά για να ξεκινήσεις είναι το ρήμα και το ουσιαστικό. Επιστρέφουμε σε αυτό που σας είπα πριν από λίγο, στον κόκκινο αστερίσκο και στο πηματάκι μας. Ποιος κάνει τι, πού, πως, πότε και γιατί. Για να δούμε. Οι προτάσεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τις κύριες και τις δευτερεύουσες. Με τις δευτερεύουσες προτάσεις συνήθως συμπληρώνουμε κάποιες πληροφορίες. Δείτε το διάλογο ανάμεσα στα δύο παιδάκια. Σήμερα ξύπνησα πολύ νωρίς. Γιατί, ρωτάει το κοριτσάκι, γιατί έπρεπε να βοηθήσω τον παπά μου στον κήπο. Έχουμε λοιπόν συμπληρωματικές προτάσεις, που τις λέμε αλλιώς και δευτερεύουσες ή εξαρτημένες προτάσεις, που συνοδεύουν τις κύριες προτάσεις, δίνοντας περισσότερες πληροφορίες. Ας δούμε μαζί τα παρακάτω παραδείγματα. Αριστερά βρίσκεται η κύρια πρόταση και δεξιά η δευτερεύουσα πρόταση που συμπληρώνει το νόημα της κύριας. Θα γίνω γιατρός όταν μεγαλώσω. Η μαμά χάρηκε γιατί της κάναμε μια ζωγραφιά. Μείνε μέσα αφού είσαι άρρωστος. Θα παίξουμε αν έχετε μελετήσει τα μαθήματα. Φυσικά η σειρά τους μπορεί και να αλλάξει, να μπει δηλαδή στην αρχή η δευτερεύουσα πρόταση και μετά η κύρια. Επειδή τελείωσες γρήγορα τα μαθήματά σου, θα παίξουμε το απόγευμα το αγαπημένο σου επιτραπέζιο παιχνίδι. Έτσι σιγά σιγά αφού μάθαμε να χτίζουμε προτασούλες, προχωράμε στο επόμενο στάδιο που είναι η παράγραφος. Παρατηρούμε ότι εμπλουτίζοντας σταδιακά τον λόγο μας με πληροφορίες, μεγαλώνουν και οι προτάσεις. Όταν αυτές οι προτάσεις αναφέρονται σε ένα κοινό θέμα, τότε μπορούν να σχηματίσουν μεγαλύτερες ομάδες, τις παραγράφους. Η σειρά που οι προτάσεις σχηματίζουν μια παράγραφο δεν είναι τυχαία. Για παράδειγμα, οι παρακάτω προτάσεις μπορούν να σχηματίσουν μια παράγραφο, εάν μπούν σε μια λογική σειρά. Για να τα δούμε. Δίνομαι, το ξυπνητήρι χτυπά, σηκώνομαι από το κρεβάτι, τρώω το πρωινό μου. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συνδυαστούν σωστά αυτές οι προτάσεις, αρκεί να έχουν μια λογική σειρά. Ας πούμε ένα παράδειγμα. Το νούμερο 1 θα το έβαζα στον ξυπνητήρι χτυπά. Το νούμερο 2 στην πρόταση σηκώνομαι από το κρεβάτι. Το νούμερο 3 στην πρόταση δίνομαι. Το νούμερο 4 στην πρόταση τρώω το πρωινό μου. Πολλές παράγραφοι μαζί που αναφέρονται στο ίδιο θέμα, εάν μπούν και αυτές σε μια λογική σειρά, συνθέτουν ένα κείμενο. Με το κείμενο μπορώ να περιγράψω, να αφηγούμαι, να γράψω ένα γράμμα ή μία επιστολή, να δώσω οδηγίες, να προσκαλέσω και να χρησιμοποιήσω επιχειρήματα για να πείσω κάποιον. Ας τα δούμε ένα-ένα. Όταν περιγράφω, καλό είναι να χρησιμοποιώ πολλά επίθετα, γιατί έτσι δίνω τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να καταλάβει κάποιος τι είναι αυτό που εννοώ. Όταν αφηγούμε, πρέπει να προσέχω πάρα πολύ τη σειρά των γεγονότων. Να τα βάζω δηλαδή, όπως είπαμε και πριν, σε μία λογική σειρά. Κι εδώ μπορεί να με βοηθήσει το ποιηματάκι που θυμάμαι για την πρόταση. Ποιος κάνει τι, πού πως πότε και γιατί. Όταν χρησιμοποιώ επιχειρήματα, επίσης πρέπει να τα βασίζω σε μία λογική. Δείτε τι λέει το κοριτσάκι για να πείσει τον μπαμπά της να της πάρει για κατοικίδιο ένα σκυλάκι. Μπαμπά, θα ήθελα να πάρουμε ένα κατοικίδιο, ένα σκυλάκι, διότι όπως έχει αποδειχτεί από πολλές έρευνες ψυχολόγων, ένα σκυλάκι μας βοηθάει εμάς τα παιδιά να γίνουμε περισσότερο υπεύθυνα κλπ κλπ κλπ. Αυτό όλο ήταν ένα από τα επιχειρήματα που μπορεί να σκεφτεί για να πείσει τον μπαμπά της. Τα υπόλοιπα σας το δίνω σαν ασκησούλα ώστε να τα βρείτε εσείς. Πρέπει να προσέχουμε τέλος και το ύφος του κειμένου. Δηλαδή, αλλιώς θα είναι αν γράψω ένα γράμμα σε κάποιο δικό μου πρόσωπο και αλλιώς αν γράψω μία επιστολή σε κάποιο επίσημο πρόσωπο. Χρησιμοποιούμε διαφορετικό ύφος, όπως λέμε, δηλαδή διαφορετικό λεξιλόγιο, διαφορετικές εκφράσεις, ανάλογα με το που βρισκόμαστε, σε ποιον απευθυνόμαστε, ποιοι είναι οι συνομιλητές και ποιοι άλλοι είναι παρόντες. Δηλαδή, αλλιώς θα μιλήσουμε είπαμε στον διευθυντή μας και αλλιώς θα μιλήσουμε σε έναν φίλο μας. Αλλιώς θα γράψετε εσείς τα παιδιά ένα γράμμα στη μητέρα σας και αλλιώς μία επιστολή στο δήμαρχο για να του ζητήσετε μία καινούργια παιδική χαρά. Για να δούμε μερικές βασικές διαφορές. Στο γράμμα προς τη μητέρα το ύφος μπορεί να είναι ανεπίσημο, να χρησιμοποιήσετε ενικό και να εκφράσετε περισσότερα συναισθήματα. Ενώ στην επιστολή στο δήμαρχο το ύφος θα πρέπει να είναι επίσημο, να χρησιμοποιήσετε πληθυντικό και να δώσετε περισσότερες πληροφορίες και λιγότερα ίσως συναισθήματα. Τελειώνοντας να θυμηθούμε κάποια βασικά πράγματα. Έχουμε περιγραφικά κείμενα, αφηγηματικά κείμενα, κείμενα με οδηγίες, κείμενα με επιχειρήματα. Προσέχουμε πάρα πολύ το ύφος που πρέπει να είναι κατάλληλο ανάλογα με το σε ποιον απευθύνουμε το κείμενό μας. Χρησιμοποιούμε μικρά έξυπνα κολπάκια για κάθε είδος κειμένου, όπως για παράδειγμα πολλά επίθετα και πολλές πληροφορίες σε ένα περιγραφικό κείμενο. Θα θυμόμαστε πάντα ότι το κείμενο είναι και αυτό ένας τρόπος για να επικοινωνήσουμε, άρα πρέπει να θυμόμαστε πάντα να μπαίνουμε και στη θέση του αναγνώστη. Ευχαριστούμε που παρακολουθήσατε και το σημερινό μάθημα. Σας εύχομαι, καλή μελέτη!