σύντομη περιγραφή: Συνεχίζουμε, λοιπόν, με τους Έλληνες φυσικούς φιλοσόφους, είπαμε για τον Θαλή, είπαμε για τον Αναξίμαδρο, Μιλήσι, από τη Μικρά Ασία θα λέγαμε με συμπεριφέρονους όρους, και οι δύο. Ο τρίτος της παρέας είναι και αυτός από εκείνη την περιοχή, κοντοχωριανός τους. Ο Αναξημένης το όνομα, βλέπετε, πάλι στο περίπου έχουμε την περίοδο στην οποία έζησε. Εδώ, λοιπόν, από τις αναφορές που έχουμε από μεταγενέστερους, και το επαναλαμβάνω αυτό, θα το πω και άλλες φορές, τα στοιχεία που έχουμε για αυτούς τους πρώτους φυσικούς φιλοσόφους είναι μαρτυρίες έμμεσες. Και στην καλύτερη περίπτωση είναι μαρτυρίες από δεύτερο χέρι που οφείλονται στον Αριστοτέγη και στα παιδιά της σχολής του. Στην χαιρότερη περίπτωση είναι σχόλια από σχόλια κάποιων που γράψανε κάτι, από κάποιους που γράψανε κάτι προηγουμένως, από κάποιους που αναφέρονται στον Αριστοτέγη. Αυτός, λοιπόν, ο Αναξημένης φαίνεται πως αντιλαμβανόταν την διαφορετικότητα, ας το πούμε, στην ύπαρξη διαφορών σωμάτων, μπορούσε να καταλάβει, θα το λέγαμε με σημερινούς όρους, τις διαφορετικές φάσεις τις οποίες μπορούν να βρίσκονται τα σώματα και πάλι, όμως, έψαχνε να βρει μια βασική αρχή, ένα κάποιο αρχικό υλικό από το οποίο όλα αυτά τα σώματα να πρόεκυψαν. Ήδη το νερό το είχε κατοχυρώσει ο Θαλής, ήδη ο Αναξημένος είχε μετακινηθεί σε κάτι πιο ιδεατό, σε κάτι λιγότερο χειροπιαστό, σε κάτι που είχε κάποιες βασικές ιδιότητες, όχι τόσο φυσικές, περισσότερο νοητικές. Στον Αναξημένο, λοιπόν, αποδίδαται το ότι θεώρησε πως ο αέρας και οι διάφορες συμπυκνώσεις του είναι που δημιουργεί τον κόσμο γύρω μας. Φυσικά μπορείς να πεις ότι τον αέρα δεν μπορείς να τον πιάσεις, αλλά τον καταλαβαίνεις. Με την έννοια αυτή είναι κάτι ανάμεσα στο χειροπιαστό νερό και στο ιδεατό άπειρο. Να βλέπετε, αυτό μπορεί να το θεωρήσει κάποιος και σαν μια προσπάθεια συγκερασμού των αρχικών αντιλήψων που είχαν πρωτοδιατήπωθει. Αυτός, λοιπόν, ο αέρας συμπυκνώνεται με διάφορους τρόπους. Μπορεί να φανταστεί κάποιος παρατηρώνοντας την πάχνη που υπάρχει το πρωί πάνω στα φυτά, σε κάποιες περιπτώσεις. Μπορεί να αποδώσει την υπαρξή της στον αέρα που πέρασε από εκεί πέρα και συμπυκνώθηκε. Κατά συνέπεια το νερό και όλα τα υγρά σώματα μπορούν να θεωρούν κάποιους συμπύκνωση του αέρα και βλέποντας και κάνοντας απόγευση και κάτω. Άρα, αποδίδεται, και το επαναλαμβάνω, αποδίδεται από εμάς τους μεταγενέστερους στον αναξημένη θεώρηση πως ο αέρας, αυτό το υλικό δηλαδή που μας περιβάλλει και το αισθανόμαστε όταν φυσάει στον προσωπό μας ο άνεμος. Αυτός, λοιπόν, ο αέρας είναι η βασική αρχή του σύμπαντος και βεβαίως επειδή αυτό το υλικό, το οποίο θα αποτελούσε την αρχή του σύμπαντος, δεν έπρεπε να δίνει και τη δυνατότητα να υπάρχουν οι μεταβολές που παρατηρούνται στο σύμπαντο. Προφανώς, προφανές θα τον αέρα τον αισθάνεσαι κυρίως όταν φυσάει ο άνεμος στον προσωπό σου. Αυτή, λοιπόν, η κίνηση του ανέμου, τι είναι, είναι κάτι που προκαλείται από τον αέρα των ήλων. Δεν βλέπεις κάποιο υλικό σώμα να χτυπάει τον αέρα και να τον σπρώχνει. Κατά συνέπεια, από μόνο αυτό το υλικό περίχει και τη βασική αρχή για να δημιουργήσει ο σύμπαντος και τη δυνατότητα της κίνησης. Τώρα, για τη δυνατότητα της κίνησης, ο Αναξημένης υπέθεται ότι ο αέρας είχε την ιδιότητα του εκρίνεσθε, όπως λέγεται, δηλαδή να βγάζει από μέσα του, να εκρίνει κάποιες συγκεκριμένες ιδιότητες και με την έννοια αυτή να δημιουργεί επιμέρους συστατικά. Φυσικά, η ζωογόνος επίδραση του αέρα είναι αναντίρετη, σε όλους είναι κάτι πασιφανές. Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι, ναι, βεβαίως, πολύ εύκολα μπορούσε κάποιος να αποδώσει στον αέρα την πρωταρχική ήλιη, η οποία δημιουργήσε το σύμπαν. Τώρα, βεβαίως, ο αέρας, όπως είπαν και οι πουρουμένους, δεν μπορεί να πιαστεί, δεν μπορεί να περιοριστεί. Συνεπώς, μπορείς να θεωρήσεις ότι είναι άπειρος, καταλαβαίνει όλο τον χώρο γύρω μας, εκτός από τα υγρά και τα στερεά σώματα, τα οποία, όπως λέγεται ο Αναξημένης, εμείς, νομίζουμε ότι λέει, έχουν προκύψει από αυτόν, και βεβαίως, στην καθαρότερη-καθαρότερη μορφή του, θα πρέπει να αποτελεί τα όρια του σύμπαντος, να βρίσκεται στις αισχατιές του σύμπαντος και να το περιλαμβάνει. Συνεπώς, έχουμε με αυτή την έννοια, πρώτα από όλα, μια αίσθηση ότι το σύμπαν είναι κάπου περιορισμένος, στα όρια του υπάρχει η καθαρότερη, η ιδεατή μορφή του αέρα, και προς το κέντρο ερχόμενοι υπάρχουν διάφορες συμπίκνωσεις, προφανώς, με βάση στην καθημερινή εμπειρία μας, μπορούμε να πούμε ότι η πιο μεγάλη συμπίκνωση του αέρα είναι αυτό που δίνει τα στερεά σώματα, η γη που βρίσκεται κάτω, στη συνέχεια το νερό, τη συνέχεια κλπ κλπ κλπ κλπ κόaders κλπ קρπ.50 κλπ. κλπ κάτω, κλπ το MJEL that αρχίζει από δω να δημιουργείται μια ιερά αρχαίσθη αυτών των αντικειμένων τα physics σώματα. Τώρα, βέβαιος, εκτιμούμε μας πως επειδή θεωρεί ο αναξημένης ότι ο Αέρας είναι η ζωή και κατά συνέπεια pit να το αποδώσειiness ιδιότητες των θεών, σε κάθε κοσμολογία, κατά συνέπεια και ο αέρας, αυτή η λεπτή ιδιατή μορφή του είναι η απόλυτη μορφή του Θεού, κατά συνέπεια αφού βρίσκεται ο αέρας παντού γύρω μας και παντού μέσα μας και εμείς έχουμε προκύψει από κάποια συμπίκονοσή του αέρα, έχουμε και εμείς μέσα μας ένα σπέρμα μιας θρηκότητας, είμαστε μέρος του Θείου συνολικά. Κάποιος πολύ σημαντικός και πολύ γνωστός τώρα σε εμάς, ο Πιθαγόρας ο Σάμιος. Ο Σάμιος βεβαίως είναι ένας προσδιδοσμός που έμπαινε συνήθως στα ονόματα των Ελλήνων για να δείξει τον τόπο καταγωγής τους. Βέβαια το μαγελύτερο μέρος της ζωής του ο Πιθαγόρας πρέπει να το πέρασε εκτός της Σάμων. Και εδώ έχουμε το περίπου, περίπου 585 με περίπου 500. Κάπου και λοιπόν στα 530 εγκατέλειψε, εγκατέλειψε ένας απλός τρόπος να το περιγράψεις. Είναι, όπως περίπου έχει περιγραφεί η καταστροφή της Μύρνης, συνοθούνταν οι Έλληνες στην παραλία, έτσι και λοιπόν ο Πιθαγόρας εγκατέλειψε της Σάμων, δεν κυνηγήθηκε, δεν τόσκας εβράδια για να κλητώσει, ελπίζω πως πληροτώσει, εγκατέλειψε της Σάμων. Εγκαταστάθηκε στον Κρότονα στην Μεγάλη Ελλάδα και από το θα δούμε από εκεί και πέρα το κύριο βάρος των φιλοσόφων μετακινείται προς εκείνη την κατεύθυνση. Εκεί λοιπόν είδεσε μια κοινότητα συντρόφων και μαθητών, τους Πιθαγόριους. Το ζήτημα είναι ότι αυτοί οι Πιθαγόροι δημιουργήσαν μια κλειστή κοινωνία, δεν ερχόσουν εύκολα σε επαφή μαζί τους, δεν έμπαινες εύκολα μέσα σε αυτήν, ήταν, ας το πούμε, μια μυστικιστική ομάδα, κάτι σαν έρεση θα το λέγαμε σήμερα. Είκαμε βεβαίως τις απόψεις τους, θέλησαν να εμπλεκούν και στα πολιτικά πράγματα, ενεμπλάκισαν στα πολιτικά πράγματα, πολλοί από αυτούς διώχθηκαν, πολλοί από αυτούς έλαβαν κάποια αξιώματα, κάποιες θέσεις, κολλόδες. Το ζήτημα είναι ότι ο Πιθαγόρας, όπως και πολλοί άλλοι σημαντικοί στην ιστορία της ανθρωπότητας, δεν μας άφησε χειρόγραφα δικά του. Τολάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχουν ανακαλυφθεί κάποια πράγματα που να αποδίδονται απολύτως στον Πιθαγόρα, υπάρχουν όμως πολλά πράγματα που αποδίδονται στους Πιθαγόριους. Οι Πιθαγόροι λοιπόν, με το να δημιουργήσουν αυτήν την κλειστή κοινότητα και να συζητούν και να βρίσκονται μεταξύ τους, βοήθησαν στο να συντηρηθεί ο μύθος του Πιθαγόρα. Πολλές φορές, προκειμένου να δώσουν κύρο σε κάτι που θέλανε, και όταν εγώ το λέω δεν νοιάζεται και πολλοί κόσμοι σχετικά με αυτό. Όταν όμως του ντύσουμε ένα ωραίο περίπτωμα, δεν το είπα εγώ αυτό, ο Πιθαγόρας το είπε. Αυτός το είπε. Τότε γίνεται πιο εύκολο αποδεκτό, αν λοιπόν έχει δημιουργηθεί έτσι ένας μύθος γύρω από τον Πιθαγόρα, οι Πιθαγόροι με την ανταραστηριότητά τους συντελούν αυτό το μύθο. Αυτός το είπε. Βλέπετε, όταν μιλάμε για την πειθαγόρια, μπορούμε να πούμε ότι δεν είμαστε καν σίγουροι, ότι αυτό που είναι γνωστό ως Πιθαγόριο θεόριμα, είναι κάτι που βγήκε μέσα από το μυαλό του Πιθαγόρα. Οπωσδήποτε, προϋπήρχαν σκέψεις αντίστοιχες, έτσι με αναλογίες και υπάρχουν ολόκληρες κυριακά. Οπωσδήποτε, θα υπήρξαν και μεταγενέστεροι που ασχοληθήκαν. Βλέπετε, πειθαγόριο θεόριμα μπορεί και να μην αποδίδεται στον ίδιο τον Πιθαγόρα. Τώρα, όσον αφορά τους Πιθαγόριους, βλέπετε, τώρα αρχίζουν εδώ πέρα οι αλληλεπιδράσεις τους προηγούμενους. Το σύμπαν σαν σύνολο έχει ψυχή. Όχι λοιπόν η λεπτότερη έκφραση του αέρα που είναι στα άκρα του σύμπαντος. Το σύμπαν ολόκληρο έχει μια ψυχή. Η ψυχή αυτή λοιπόν είναι αθάνατη. Και βέβαια εφόσον είναι αθάνατη όταν πεθάνω εγώ και το φυσικό σώμα, τι θα γίνει η ψυχή μου. Η ψυχή μου θα ενσωματωθεί πάλι στην συνολική ψυχή του σύμπαντος και θα επιστρέψει κάποια στιγμή μέσα από ένα άλλο σώμα. Εδώ έχουμε αμέσως-αμέσως μια ιδέα περί μετεμσύχωσης. Και έχουμε αμέσως-αμέσως και μια τάση των πειθαγορίων. Οι πειθαγόριοι λοιπόν ήταν συνειδητά οι πρώτοι αναφερόμενοι χορτοφάγιοι. Με την έννοια ότι δεν τρώγανε μοσχαράκι μου κινιστό, για ποιον λόγο. Διότι μπορούσε αυτό το μοσχαράκι, το οποίο σφάθηκε να είναι η μετεμσύχωση του παππούντος. Λοιπόν, με αυτή την έννοια οι πειθαγόριοι ήταν οι πρώτοι καταγραφόμενοι συνειδητοί χορτοφάγιοι, γι' αυτό ακριβώς το λόγο. Λοιπόν, επίπεδραση από τον Αναξημένη έχουμε και στη συνέχεια. Αυτό το σύμβολο που θεωρούν οι πειθαγόριοι περιβάλλεται από μία άπειρη ποσότητα, όχι αέρα, πνοής όμως, εντελώς αντίστοιχα. Όπως επίσης και το καθένα από τα όντα αυτού του σύμβολτος. Η ανθρώπινη ψυχή λοιπόν είναι προφανώς αθάνατη και με τη σάρκωση, τι ακριβώς γίνεται σχεδόν με τους πειθαγόριους, επανέρχεται η ψυχή σε ένα σώμα, ζει μια ζωή, μέσα σε αυτή τη ζωή έρχεται σε επαφή ιδανικά με την φιλοσοφία και ως ένα βαθμό καθαρίζεται. Στη συνέχεια με το θάνατο του σώματος η ψυχή επανέρχεται στη συνολική ψυχή του σύμβολτος, ξανακατεβαίνει με τη μορφή ενός άλλου σώματος και με τέτοια διάφορα επαναλαμβάνωμα στάδια στο που με εξαγγνισμό τελικά καταλήγει να φτάσει στο ύψος του ιδανικού αλχήνια, είναι ένα τέλειο κομμάτι της συνολικής ψυχής του σύμβολτος. Επίσης, το σύμπανο όσον αφορά τους Πιθαγόριους αφού περιβάλλεται από μια ποσότητα πνοής πρέπει να είναι πεπερασμένο και αφού είναι πεπερασμένο από και μετά πρέπει να εξετάσουμε από τι αποτελείται. Αποτελείται από διάφορα μέρη τα οποία είναι διακριτά, τα οποία έχουν μεταξύ τους κάποιες σχέσεις. Λοιπόν, εδώ έρχομαι στον Πιθαγόριο Θεόλυμα και στις μαθηματικές γνώσεις και ικασίες του Πιθαγόρα. Αυτές οι σχέσεις που έχουν τα διάφορα αντικείμενα του σύμπαντος μεταξύ τους είναι που καθορίζονται με βάση τον αριθμό. Και αυτός ο αριθμός, η έννοια, η ιδέα του αριθμού, σύμφωνα με τους Πιθαγόριους είναι κάτι υπαρακτό, είναι κάτι πραγματικό. Δηλαδή, το Πι, στο οποίο αναφερόμαστε εμείς, δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας αλιγιευρικής ή μιας γυμναιοτρικής ή μιας κάποιας συμπαθηματικής διαδικασίας. Το Πι είναι κάτι το οποίο υπάρχει. Είναι ζωντανό, σαν και εμάς, είναι αυτοίπαρκτο και είναι αυτό το οποίο επειδή υπάρχει κανονίζει τις αναλογίες που έχουν σχέση με τον κύκλο. Δεν μπορείς να αναφερθείς για πράγματα που έχουν σχέση με τον κύκλο χωρίς να υπάρχει αυτό το Πι μέσα εκεί πέρα. Αυτό, λοιπόν, είναι ένας αριθμός. Ο αριθμός, όχι ως αριθμός 1, 2, 3, αλλά ως αναλογία των πραγμάτων, αριθμητική, είναι που, σύμφωνα με τους Πιθαγόριους, καθορίζει το σύμπαν επειδή καθορίζει τις σχέσεις των σωμάτων που αποτελούν το σύμπαν. Τώρα, επίσης, πρέπει ο Πιθαγόρας να είναι ο πρώτος που αναφέρθηκε στο σύμπαν με τη λέξη «κόσμος». Και ο Σαγκάνι είναι εκείνος ο οποίος το πήρε και το έκανε μια σειρά από ντοκιματέρα εκλαγκευτικά της επιστήμης. Ο κόσμος, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτό που λέει η κη λέξη. Έτσι, αν θυμηθούμε στην σημερινή μας γλώσσα, έχουμε τους διακοσμητές, έχουμε κάνει διακόσμηση, έχουμε τα κοσμήματα. Τι είναι, λοιπόν, ο κόσμος, αυτό που βλέπουμε γύρω μας. Ένα κόσμιμα, το οποίο γιατί είναι κόσμιμα. Είναι κόσμιμα γιατί είναι ωραίο και είναι ωραίο επειδή υπάρχουν οι αριθμητικές αναλογίες τις οποίες καθορίζει ο αριθμός. Ο αριθμός, λοιπόν, είναι μια οντότητα, σίγουρα με τους Πυθαγόριους, ο οποίος καθορίζει τις αναλογίες των σωμάτων, ο οποίος, λοιπόν, είναι αυτός που έχει φτιάξει το σύμπαν, έχει φτιάξει το κόσμο. Αυτή, λοιπόν, είναι η τάξη του κόσμου, οι αναλογίες των διαφόρων αντικειμένων μεταξύ τους, και κατά συνέπεια μια όχι αφιερημένη έννοια, σύμφωνα με τους Πυθαγόριους, ο αριθμός, είχε οντότητα, είχε υπάρξει, αυτό είναι το οποίο δημιούργησε και κυβερνάει το σύμπαν. Θα λέγαμε στη σημερινή ουρολογία, οι φυσικές σταθερές που υπάρχουν σε αυτό το σύμπαν και ποιες είναι αυτές οι τιμές τους. Υπάρχει στους κόλπους των φυσικών, και διέτερα αυτών που κάνουν αστροφυσική ή κοσμολογία και όλα τα σχετικά, μια συζήτηση για τις φυσικές σταθερές. Έχουμε προζεωρίσει μερικές επαφθές, έχουμε κάποιους αριθμούς που τις περιγράφουν, σύμφωνα με τα συστήματα μονάδων που έχουμε συμπατήσει, υπάρχει λοιπόν μια συζήτηση, η οποία λέει, θα μπορούσε αυτός που έφτιαξε το σύμπαν, και αναφέρεται με το όρο Creator, ο δημιουργός, όχι με κεφαλαιό Δ, δεν αναφέρονται σε κάποιον θεό, έτσι, οι φυσικοί αναφέρονται σε αυτόν, τον φυσικό νόμο, ο οποίος υπάρχει και διέκριτο σύμπαν. Θα μπορούσε λοιπόν αυτός ο δημιουργός να έχει δώσει κάποιες άλλες φυσικές σταθερές. Θα μπορούσε δηλαδή ταχύδεντο φωτός, θα μπορούσε αυτή η σταθερά το πλάνκ, θα μπορούσε κάποια πράγματα που είναι φυσικές σταθερές, να είχαν άλλη τιμή σε ένα άλλο σύμπαν. Είναι λοιπόν αυτό μια συζήτηση, η οποία μπορούμε να πούμε ότι ξεκίνησε με βάση της συζητήσεις των Πιθαγορίων. Πάμε τώρα σε έναν κοντοχωριανό των προηγούμενων, Μιλήσι ήταν οι περισσότεροι, Σάμιος ήταν ο Πιθαγόρας, ο Ηράκλητος ήταν από την Έφυσο. Εδώ πέρα είμαστε πιο σίγουροι για τη διάρκεια της ζωής του, 540-475 π.Χ. Ήδη οι αρχαίοι, η σύγχρονή του και λίγο μεταγενέστεροι, αναφερόταν σε αυτόν με τον όρον «ο ενύκτης», αυτός δηλαδή που λέει «ενύγματα». Πράγματι, αυτά που ξέρουμε για τον Ηράκλητο είναι πολύ λίγα, δηλαδή έχουν μετρήσει καμιά οδονταλιά θράβισματα πραγμάτων που αναφέρονται στον Ηράκλητο. Το πιο μικρό από αυτά είναι «τρεις ή τέσσερις λέξεις» και το πιο μεγάλο είναι «τρεις ή τέσσερις αράδες». Και είναι όλα θράβισματα που προέρχονται από κάποια κείμενα μεταγενέστεροι, οι οποίοι έμμεσα ή άμεσα αναφέρονται στον Ηράκλητο. Υπάρχουν κάποια σημεία εκεί πέρα όπου ο Ηράκλητος αναφέρεται στο εξής, πως «όλα προκύπτουν από ένα και το ένα προκύπτει από όλα». Ναι, μάλιστα πολύ ωραία. Λοιπόν, το να πεις σε κάποιον ότι ο κόσμος είναι αυτό «ένα από όλα και όλα από ένα» σηκώνει πάρα πολύ κουβέντα. Είναι ένα είδος, ας το πούμε, έννοιγμα. Τι θα πει αυτό. «Ένα πράγμα, λέει ο Ηράκλητος, είναι και καλό και κακό». Ναι, βεβαίως, αυτό μας το λέει και η καθημερινή μας εμπειρία. Όταν, όμως, το λέει ένας φιλόσοφος και βασίζει πάνω σε αυτό την αντίληψή του για τον κόσμο και αυτό επίσης σηκώνει πολύ κουβέντα, τι θα πει, είναι και καλό και κακό, πότε ένα πράγμα είναι καλό και πότε το έχει γίνει κακό και όλα τα σχετικά. Τώρα, το ζήτημα είναι ότι πιθανότατα ενστερνίστηκε τις απόψεις των προηγουμένων, ότι δηλαδή υπάρχει κάτι που είναι η βασική αρχή του σύμπαντος και ότι από αυτό το κάτι προέκυψε όλη αυτή η επικοιλία των σωμάτων που βουλεύουμε και επίσης και όλη αυτή η τάση του κόσμου να μεταβάλλεται. Τώρα, καταρχήν αυτός ήταν επικριτικός για όλους τους προηγούμενους, δηλαδή και τους Μιλήσιους και τον Πιθαγόρα, δεν τους έχει με καρομάτι, ας το πούμε, αναφέρεται σαφέστατα με την έκφραση ότι «Πολυμαθή νόον έχειν ο διδάσκη». Ότι, δηλαδή, το να ξέρει κάποιος πολλά πράγματα δεν σημαίνει ότι κατάλαβε τι του γίνεται. Και επίσης, δεν είναι σίγουρο ότι αυτός μπορεί να μεταφέρει τις γνώσεις του σε κάποιους άλλους. Και το αναφέρει παρακάτω ονομαστικά, γιατί τότε και τον Θαλή και τον Μιθαγόρα και τους άλλους θα τους είχε διδάξει αυτή η πολυμαθιά τους. Δεν τους αρνούταν, λοιπόν, ότι είχαν γνώσεις, τους αρνούταν την οργάνωση των γνώσεων, διότι αυτός είχε βρει κάτι δικό του για να οργάνωσει τη γνώση. Σε πάρα πολλά, λοιπόν, από τα θράυζματα που αναφέρονται στον Ιεράκλητο, αυτός περιγράφει τον λόγο. Αν δεν υπάρχει ο λόγος, λέτε, γίνεται τίποτα. Ο λόγος, με την έννοια αυτή, είναι όχι ο λόγος η ομιλία, η σημερινή, ούτε ο λόγος η αιτία, για ποιο λόγο γίνεται αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Ο λόγος, λοιπόν, πρέπει να είναι, όπως καταλαβαίνουμε από την διατύπωσή του, η λογική ερμηνεία των πραγμάτων, ο νους και νοητικές διαδικασίες που εγώ μπορώ να κάνω. Συνεφώς, το να γνωρίζω κάποια πράγματα, ότι συμβαίνουν, είναι κάτι και αυτό σημαίνει γνώση. Το να μπορώ αυτά τα πράγματα να τα συσκετήσω, να τα αποδώσω σε κάτι, να τα οργανώσω κάπως, αυτό οφείλεται στον λόγο, αν υπάρχει. Αυτός, λοιπόν, ο λόγος είναι σημαντικός, όπως φαίνεται, για τη ζωή όλων μας και όχι μόνο για τη ζωή του Ηρακλήτου. Αυτός, λοιπόν, τώρα ο Ηρακλήτος θεωρούσε ότι, σε αντίθεση με τον Πιθαγόρα, η αρμονία είναι κάτι το οποίο δεν μας χρειάζεται, δεν πρέπει να υπάρχει από τη στιγμή που επιτεύθηκε η αρμονία. Προφανώς, έτσι, εδώ βλέπουν και ένα είδος τελεορρογίας από τη στιγμή που η αρμονία επιτεύθηκε, λέει ο Ηρακλήτος, τελειώσε. Δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο. Δεν υπάρχει κάποιος λόγος να προχωρεί το σύμπαν, στο να φτιάξει κάτι άλλο, αφού πέτυχε την αρμονία. Ο Πιθαγόρας, λοιπόν, έλεγε, η αρμονία είναι που μας κυβερνάει, ο αριθμός κανονίζει τις αρμονίες κλώδας και δικά, ο Ηρακλήτος, λέει, πετύχατε την αρμονία, τελειώσατε. Το πιο γνωστό από αυτά που έχει πει ο Ηρακλήτος είναι τα πάντα αρή και ουδέν μένει. Όλα κυλάνε, όλα τρέχουν. Και επίσης, και κάπως αλλιώς, έχει διατυπωθεί σε άλλο σημείο, ποτέ δεν μπαίνεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές. Βεβαίως, το ποτάμι, ποτάμι με την έννοια του ποταμού, έτσι, τρεις ροείς του νερού είναι εκεί πέρα, αλλά δε θα είναι οι ίδιες πετρούλες, δε θα είναι τα ίδια ψαράκια, δε θα είναι το ίδιο νερό, δε θα είσαι εσύ ο ίδιος που θα ξαναμπείς την επόμενη μέρα στο ίδιο το ποτάμι. Και βεβαίως, θεωρούσε ότι η αντιπαλότητα και η αντίθεση είναι που δημιουργεί τις καλύτερες συνθήκες για την εξέλιξη. Πόλεμος πάντων πατήρ, όχι ο πόλεμος αναγκριστικά με τα σπαθιά και με τα μαχαίρια, αλλά η αντιπαράθεση και των πραγμάτων και των ιδεών και όλα τα σχετικά. Για τον Ιεράκρητο λοιπόν, το κάθε τι ζει από τον θάνατο κάποιο άλλο πράγματος και ο κόσμος είναι μια φωτιά που ανάβει και σβήνει με ρυθμό και με μέτρο. Απτόμενος μέτρα και σβενήμενος μέτρα. Με ένα ρυθμό λοιπόν ανέβαινε η ένταση της φωτιάς και με ένα ρυθμό κατεβαίνει. Το ζήμα τώρα είναι το εξής. Μέσα σε αυτά τα κομμάτια που αποδίδονται στον Ιεράκρητο, πολλές φορές αναφέρεται ο λόγος, πολλές φορές αναφέρεται κάποια άλλα πράγματα, πολλές φορές αναφέρεται και αυτή η φωτιά η οποία ανάβει και σβήνει και όλα τα σχετικά. Επειδή λοιπόν μεταγενέστεροι το εξετάσαν από πολλές σκοπιές, τελικά του απέδωσαν ότι θεωρούσε πως η αρχή του σύμπαντος, αυτή η ήλιε, αυτό το συστατικό το οποίο δημιούργησε το σύμπαν, ήταν αυτή η φωτιά. Υπήρχε λοιπόν μια εσωτερική φωτιά η οποία δημιουργεί το σύμπαν, προφανώς η φωτιά έχει την κίνηση μέσα της, έτσι μια φωτιά ποτέ δεν είναι στρατική. Και βεβαίως με την έννοια αυτή του αποδώσαμε ότι ήταν μονιστής, ότι έψαχνε κάποιο αρχικό υλικό, αυτό το αρχικό υλικό ήταν η φωτιά πάνω απάνω όμως σε πάρα πολλά σημεία των κειμένων που αναφέρονται και αποδίδονται σε αυτόν, αναφέρεται και στον λόγο. Και ερχόμαστε τώρα σε μια ομάδα φιλοσόφων οι οποίοι είναι σημαντικοί, παρόλο που για την ίδια την φυσική δεν έχουν δώσει πάρα πολλά στοιχεία, δώσαμε όμως έμμεσα κάποια σημαντική συμβουλή. Αυτοί είναι οι Ελεάτες, αυτοί έδρασαν στην περιοχή της Ελέας της Μεγάλης Ελλάδος, ο πιο γνωστός από αυτούς και ο πιο παλιός ίσως είναι ο Παρμενίδης και ένας επίσης γνωστός είναι ο Ζίνων. Αυτοί λοιπόν ήταν καταρχήν αντίθετε με τον Ραράκητο. Τι έλεγε ο Ραράκητος, το σύμπαν είναι δυναμικό, κινείται συνέχεια, μεταβάλλονται συνέχεια. Εδώ τη λένε όχι, το σύμπαν είναι στατικό και για να είναι στατικό προφανώς είναι και άφθαρτο, προφανώς είναι και άπειρο, προφανώς όλα τα σχετικά. Θα μου πεις πώς μπορεί να τους σημαίνει αυτή η ιδέα. Αυτή η ιδέα προφανώς ξεκίνησε από κάποιες παρατήρησες για την κίνηση των σωμάτων. Έτσι έχεις ένα σώμα, του δίνεις μία και του αφήνεις να κινηθεί. Τι θα γίνει. Θα δεις ότι θα κάνει μια κίνηση επιβραδίου να μην είναι και κάποια στιγμή θα σταματήσει. Έτσι μιλάμε για τον ελληνικό κόσμο εδώ μπροστά μας. Γιατί σταμάτησε, διότι έτσι ήθελε. Γιατί έτσι ήθελε, διότι αυτή ήταν η φυσική του κατάληξη να είναι σταθερό. Άρα αυτό καθένα από τα πράγματα προσπαθεί να είναι σταθερό και όλο το σύμπανι είναι σταθερό. Έτσι βλέπετε μία πολύ ωραία αναγωγή αυτή. Τώρα, προφανώς λοιπόν από αυτό ξεκίνησαν. Ο Παρμενίδης τώρα είναι ο πρώτος ο οποίος επιχείρησε να ξεκαθαρίσει λίγο τα πράγματα. Είναι ο πρώτος ο οποίος προσπάθησε να δώσει συγκεκριμένο περιεχόμενο στις λέξεις και με βάση αυτό το συγκεκριμένο περιεχόμενο των λέξων να οικοδομήσει την φιλοσοφική του θεωρία. Λέει λοιπόν, δεν μπορεί να μας λέει, ο Θαλής για παράδειγμα, ότι το νερό υπήρχε καταρχήνως νερό και στη συνέχεια έγινε κάτι άλλο. Το είμαι σημαίνει είμαι κάτι, έχω κάποιες ιδιότητες, κάποιες ικανότητες, κάτι τι. Το γίνομαι σημαίνει ότι σταματώ, είμαι αυτό που ήμουν και προσπαθώ να γίνω κάτι άλλο. Μα ένα πράγμα που είναι και έχει κάποιες ιδιότητες δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο με κάποιες άλλες ιδιότητες, λοιπόν ο Παρμενίδης. Το όν και το γίνεστε, το να υπάρχω και να έχω κάποιες ιδιότητες και το να προσπαθώ να γίνω κάτι άλλο. Είναι λοιπόν από τους πρώτους θα λέγαμε που βάζει αυτό το είδος τον προβληματισμό της έννοιας που έχουν οι λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε κάτι. Τώρα οι ελεάτες βλέποντας τον κόσμο αυτόν τον τρόπο και αντιμετωπίζοντας τον με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν και άφησαν σαν παλκαταθήκη για μας μερικά παράδοξα. Τι θα πει παράδοξα, θα πει κάποιες καταστάσεις στις οποίες η φιλοσοφική τους θεώρηση και αντιμετώπιση, η οποία έχει μια λογική και μπορεί κάπως να θεμηλειωθεί, δίνει κάποια εξήγηση, κάποια ερμηνεία η οποία αντιβαίνει στην κοινή λογική, γι' αυτό λοιπόν είναι παράδοξα. Λοιπόν, ο Ζίνων είναι εκείνος στον οποίο αποδίδονται κάποια τέτοια παράδοξα και το πρώτο παράδοξο είναι το ίξες απλό, αφού ο κόσμος είναι συμπαγής, είναι σταθερός, είναι άφθαρτος, έχει αυτές τις ιδιότητες. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει κενό πουθενά στον κόσμο, ο κόσμος είναι γεμάτος ήλιοι, υπάρχει ένα πράτμα, δίπλα ότι υπάρχει ένα άλλο, δίπλα ότι υπάρχει ένα άλλο και τελικά. Με αυτή την έννοια λοιπόν λέει ο Ζίνων, αν κάποιος τοξώτης πάρει και βάλει ένα βέλος στον τόξο του και σημαδέψει κάποιον και του ρίξει αυτό το βέλος, το βέλος δεν θα φτάσει ποτέ για να τον σκοτώσει αυτόν τον κάποιον. Γιατί το βέλος απλώς δεν μπορεί να κινηθεί, ο χώρος μπροστά του είναι γεμάτος, απολυκό κατά συνέπεια, δεν μπορεί ποτέ να κινηθεί και τελείωσε. Η καθημερινή μας εμπειρία λέει ότι αν πάρει ένας ένα βέλος και ξέρει σημάδι και το βάλει στον τόξο, θα χτυπήσει τον απέναντι και ή θα τον τρολοπατήσει, θα τον σκοτώσει ή θα συμπεριπτώσει. Κάτι θα γίνει. Κι η εμπειρία λοιπόν αυτό λέει, χιλιάδες ήταν τα θύματα από μάχες που είχαν χτυπηθεί με βέλει, έρχεται λοιπόν ο Ζίνων και λέει αυτό το πράγμα δεν μπορεί να ισχύει. Ο κόσμος είναι σταθερός, είναι άθαρτος, είναι νέος, τελείωσε, κατά συνέπεια είναι γεμάτος από ήλιο, κατά συνέπεια πού να βρει χώρο να κινηθεί αυτό το έρμα, το βέλος, μάλιστα. Το δεύτερο και επίσης σημαντικό παράδοξο είναι το παράδοξο του Αχιλέα και της Χελώνας. Ο Αχιλέας ήταν ένας ομοιρικός ήρωας, έτσι δεν έχουμε καμιά βεβαιότητα ότι υπήρξε κάποιος άνθρωπος που λέγονταν Αχιλέας. Πάντως εις αυτόν τον ήρωα αποδίδονται πάρα πολλά πράγματα. Ο Αχιλέας είναι λοιπόν ο γνωστός στον όμερο με πολλά επίθετα. Οι λογικοί με την οποίαν δουλεύουν τα ομοιρικά έπει, είναι ακριβώς αυτή η κάθε όνομα συνοδεύεται και από κάποιον επίθετο και ανάλογα με το σε ποιο σημείο του στίχου βρίσκεται και ήταν οι ανάγκες του μέτρου τέτοιες, το επίθετο αυτό μπορεί να είναι κάπως διαφορετικό. Πάντως το πιο κοινό επίθετο που είχε ο Αχιλέας ήταν ο Κύπους. Ο Κύπους ο Γοργοπόδαρος. Εντάξει, προφανώς η ιδιότητα του Αχιλέα πρέπει να είναι εκτός του ήταν έτσι γενναίος και λοιπά και λοιπά. Γιατί καν ο Γοργοπόδαρος, γιατί κυρίως κυνηγούσε τους εχθρούς, οι εχθροί το βλέπαν και φεύγανε έτσι από μία απόσταση, κατά σύντομα αυτός έπρεπε να τρέξει πιο πολύ και αν πλησιάσει και να τους πηδήχει και να τους σκοτώσει. Αναγκαστικό ήταν αυτό. Λοιπόν, ο Κύπος Αχίλης, το παράδοξο υποντουζήνων είναι το εξής. Έχουμε τον Αχιλέα, ο οποίος είναι ο Γοργοπόδης, πιο γοργοπόδης από όλους τους υπόλοιπους γύλους και προφανώς και από όλους τους υπόλοιπους αιμάστος και νοστινητούς. Και κάπου εκεί μπροστά του είναι μία χελώνα. Έτσι η χελώνα, όχι μόνο σε αυτή την ιστορία αλλά και σε πολλές άλλες ιστορίες, είναι παρημιώδης για την βαρτητητά της. Πάντως η χελώνα, όπως και σε άλλες ιστορίες, ο τέλος θα κερδίσει. Γιατί ο Λιωζίνων, η χελώνα είναι κάπου εκεί. Και αυτή τη στιγμή ξεκινάει και κινείται. Και ξεκινάει ταυτόχρονα και ο Αχιλέας και κινηγάει τη χελώνα. Λοιπόν, ο Λιωζίνωνας, πείτε μου πότε θα την πιάσει τη χελώνα. Ε, του λέμε εντάξει, ο Γοργοπόδης είναι, πάει σε κομμάτια, θα κάνει πέντε βήματα έξι, δέκα, θα την φτάσει, δεν θα βράξει και τέλειωσε. Εδώ θα κάνω εγώ πέντε βήματα και θα πιάσω τη χελώνα, ο Αχιλέας που είναι και ταχύτατος. Ο Λιωζίνωνας, λάθος, λάθος, ποτέ δεν θα την φτάσει. Και πως δεν θα την φτάσει ποτέ. Προσέξτε. Ξεκινούν και κινούνται. Ο Αχιλέας έχει κινείται γρήγορα και δεν τελείχει μεγάλο διάστημα. Για να το κάνουμε σε αυτό το διάστημα θα χρειάζεται κάποιο χρόνο. Σε αυτό το χρόνο η χελώνα την κινείται? Κινείται. Κινείται με μικρότερη ταχύτητα. Αλλά δεν έχει κάνει ένα ίδιο διάστημα. Άρα η απόστασή τους έχει μικρήνει. Εντάξει. Σταματάμε λοιπόν, Λιωζίνωνα. Άρα έχουμε πάλι το ίδιο πρόβλημα. Ο Αχιλέας είναι εδώ, η χελώνα είναι κάπου εκεί μπροστά και πρέπει να την φτάσει. Δεν θα φτάσει κάποια στιγμή στο σημείο που ήταν η χελώνα προηγουμένως. Ναι. Για να το κάνει αυτό θα περάσει έναν χρονικό διάστημα. Ναι. Σε αυτό το χρονικό διάστημα η χελώνα θα κινηθεί. Ναι. Θα κάνει ένα μικρό διάστημα. Ναι. Σταματάμε εδώ. Τι έχουμε πάλι το ίδιο πρόβλημα. Ο Αχιλέας είναι εδώ πέρα, η χελώνα είναι μπροστά, είναι πιο κοντά τώρα. Αυτό είναι μέχρι πότε μπορείτε να της ήχεστε, Λιωζίνωνα. Για μια ζωή. Δεν μπορεί να σταματήσει ποτέ. Όσο στοιχειοδός μικρό και αν είναι το διάστημα που θα κάνει η χελώνα, ο Αχιλέας θα χρειαστεί ένα και στοιχειοδός μικρό χρονικό διάστημα για να κάνει αυτή την απόσταση, το οποίο δεν είναι ποτέ μηδέν και κατά συνέπεια πότε δεν θα φτάσει η χελώνα. Α, λοιπόν το παράδοξο. Βεβαίως αυτό το παράδοξο λυγήθηκε μαθηματικός. Λυγήθηκε μαθηματικός τον 16ο αιώνα, τον 17ο κάπου εκεί, όταν μπορέσαμε και δημιουργήσαμε αυτό που είναι γνωστός όρια ακολουθειών. Το όριο λοιπόν μιας συγκεκριμένου είδους ακολουθίας δίνει τη δυνατότητα, αν κρατήσει και το υπολογίσεις, να δείξει ότι τελικά ο Αχιλέας κάποια στιγμή, μα σε πέντε, μα σε δέκα, μα σε χίλια βήματα, θα φτάσει τη χελώνα και τότε οι απόστασεις που θα έχουν διανύσει θα είναι ακριβώς ίδια. Εντάξει, τώρα εμείς θα λέγαμε ότι το διάστημα που ο Αχιλέας πλησιάζει τη χελώνα, έτσι το διάστημα μέσα στο χώρο, τείνει αισυμπτωτικός προς το μηδέν, σύμφωνα με αυτά που λέει ο Ζίνων, ποτέ όμως δεν θα γίνει απόγελτος μηδέν. Λοιπόν, καταλαβαίνετε το σοκ στον ελληνικό κόσμο, όταν έρχεται κάποιος σαν τον Ζίνωνα και σου λέει τέτοια πράγματα, γιατί από εκεί και μετά ακολουθεί το επόμενο σημείο. Μα εγώ ξέρω ότι θα πιάσω τη χελώνα σε λίγο, κατά συνέπεια υποθέτου ότι ο Αχιλέας πολύ πιο εύκολα θα την έπιανε. Εγώ επίσης έχω πάει μέλος σε κάποιες μάχες και είδα κόσμο και κόσμο να σκοτώνεται από τα βέλη, εσύ μου λες ότι το βέλος δεν θα ξεκινήσει ποτέ και δεν θα φτάσει ποτέ, γιατί το σύμφωνο είναι ενιαίο, αδιέρετο, σταθερό και δεν έχει κενό χώρο για να κινηθεί προς το βέλος, έτσι δεν είναι. Άρα όλα αυτά αντιβαίνουν στην πραγματικότητα και σε αυτό που βλέπουμε. Έρχεται λοιπόν ο Παραμεχήδης Κιουζίνων και λέει ξέρετε αυτό που βλέπετε είναι μια απάτη. Ο κόσμος αυτός όπως τον βλέπετε εσείς δεν υπάρχει. Εκείνο το οποίο δίνει ύπαρξη στον κόσμο είναι ο νους. Το νου τον έχουμε ξανασκεδίσει και προηγουμένως, έτσι. Αλλά αυτούτοι εδώ οι ελεάτες είναι που τον βάλεσαν κυρίαρχο σημείο. Ο νους είναι αυτός ο οποίος κανονίζει τον κόσμο και βλέπει τι κάνει και τον φτιάχνει. Αυτό που βλέπεις εσύ είναι η δική σου εικόνα, αυτό που σου δίνουν οι αισθήσεις σου. Και βλέπετε αμέσως αμέσως οι ελεάτες είναι οι πρώτοι οι οποίοι προσπαθούν να καταργήσουν τις αισθήσεις σαν μέσο αντίληψη στον κόσμο. Βλέπεις κάτι στον κόσμο γύρω? Αυτό είναι λάθος. Γιατί είναι λάθος? Γιατί οι αισθήσεις σου δίνουν λάθος πληροφορίες. Αυτό που βλέπεις δηλαδή ο κόσμος είναι από κύμα φαντασίας και θα έλεγε κάποιος επειδή είναι τόσο χάλια ο κόσμος είναι ένα από κύμα διαταραγμένης φαντασίας. Αλλά εν πάση περίπτωση εσύ μην συγκινεί τέτοιού τόσο ανάληση. Φαντάζεστε λοιπόν το σοκ στον ελληνικό κόσμο από κάτι τέτοιο. Όλα αυτά που βλέπω γύρω μου είναι από κύμα φαντασίας. Δηλαδή είμαι παλαβός και πιστεύω ότι το βέλος θα σκοτώσει αυτόν και πέρα τον άνθρωπο. Ναι βεβαίως σύμφωνο με τους Ελλέατες. Η αντίταση λοιπόν που δημιουργήθηκε στους Ελλέατες ήταν τρομακτική. Απάκου σάκου στον ελληνικό κόσμο. Δεν μπορεί να ελεγονται και να γίνονται τέτοια πράγματα. Ο κόσμος που βλέπουμε πρέπει να υπάρχει και πρέπει να είναι ακριβώς έτσι. Και ο Αχιλλέας θα πιάσει τη χελώνα και εγώ αν θέλω να σκοτώσω τον άλλον με το βέλος και ξέρω σημάδι εννοείται θα τον σκοτώσω και τελείωσε. Λοιπόν αυτό ήταν η κύρια συμβολή των Ελλέατών. Πρώτα απ' όλα ότι δώσαν το περιεχόμενο, το ακριβές των λέξων και είπαν αν θέλετε να τις χρησιμοποιήσετε και να λέτε οτιδήποτε πρέπει την ακριβή τους έννοια να χρησιμοποιείτε. Και δεύτερον δημιούργησαν μια τέτοιου είδους τρομερή αντίδραση ούτως ώστε στην προσπάθειά τους να την ξεπεράσουν οι επόμενοι αναγκάστηκαν να αφήσουν στην άκρη τον ομονισμό. Από εδώ και πέρα εκείνο το οποίο συνέβη ήταν μια στροφή όλων αυτού που ασχολήθηκαν με τον φυσικό κόσμο προς την κατεύθυνση εκείνη που θα τους επέτρεπε να χρησιμοποιήσουν όχι ένα αρχικό υλικό αλλά μια σειρά από αρχικά υλικά για το σύμπαντο, τα οποία θα έχουν μεταξύ τους κάποιες ιδιότητες. Ένας κοντοχωριανός των Ελεατών από τον Ακράγαντα, Αγκριγκέντο στην τρέχουσα ορλουγία της Συκηλίας, ήταν ο Εμπεδοκλής. Ο Εμπεδοκλής, λοιπόν, προφανώς, αφού είχε γεννηθεί σε εκείνα τα μέρη, είχε ακούσει και για τους Ελεάτες, είχε ακούσει και για τους Πιθαγόριους. Αυτός, λοιπόν, από ό,τι φαίνεται, ήταν από τους πρώτους που πίστευε ότι η γνώση είναι εφόδιο και είναι όπλο. Μπορώ, λοιπόν, εγώ, αν έχω την γνώση, να την χρησιμοποιήσω και, πώς το είπε κάποια γνωστή, να κάνω πράγματα. Και να κάνω πράγματα από αυτά που κάποιοι μπορεί και να μην τα πιστεύαν. Με τη γνώση, λοιπόν, ο Εμπεδοκλής, μπορείς και τους ανέμους να σταματήσεις και να τους κατευθύνεις από εδώ και από εκεί και τα βουνά να σηκώσεις, όπως και η πίστευε, λέει, κάποιος άλλος θα σηκώσει τα βουνά, και ενδεχομένως, λέει, και τους νεκρούς από τον Άδη να επαναφέρεις, αν έχεις γνώση. Στη συνταγή, πώς μπορεί ο άνθρωπος να κατακυρίαξει τη Γη με την έννοια αυτή. Βεβαίως, ο Εμπεδοκλής τώρα είναι από τους πρώτους που δέχεται πως ο αρχικός κόσμος δεν οφείλει την υπαρξή του σε ένα αρχικό συστατικό, αλλά σε μια ομάδα από τέτοια συστατικά. Αυτά, λοιπόν, τα ονόμασε όχι αρχές, όπως θα είχαμε πει προηγουμένως, αλλά ριζώματα. Για τον Εμπεδοκλή, λοιπόν, υπάρχουν τέσσερα βασικά ριζώματα, και τα έχουμε σημείωση εδώ πέρα. Σε μια παρένθεση, το νερό, ο αέρας, η φωτιά, κάποια πράγματα που είχαν εισηγηθεί κάποιοι προηγούμενοι, και με μεγάλα, μεγάλα γράμματα, η Γη. Τούτη η Γη, λοιπόν, που την πατούμε, είναι η πρώτη φορά επί Εμπεδοκλέους που μπαίνει μέσα στον προσκύνιο. Μα δεν μπορεί η Γη, πάνω στον οποίο βρισκόμαστε και κινούμαστε, να μην είναι ένα από τα βασικά συστατικά. Είναι το πιο σταθερό, το πιο χειροπιαστό, εντάξει. Μέχρι τώρα όλοι τη θεωρούσαν κάποιου είδους, θα λέγαμε, συμπίκονομα κάποιου άλλου βασικού συστατικού. Λέει, λοιπόν, ο Εμπεδοκλής, δεν γίνεται, η Γη είναι ένα από τα βασικά συστατικά, δηλαδή οι στεροί κατάστασεις του σύμπαντος. Έχουμε, λοιπόν, εδώ πέρα, βλέπετε, αν θέλουμε να το μεταφράσουμε στη σύγχρονη ορολογία, την στεροί, την υγρή, την αίρια κατάσταση και την ενέργεια. Αυτά είναι, λοιπόν, τα συστατικά του κόσμου, αυτά είναι λιταριζώματα και με την έννοια αυτή ο Εμπεδοκλής μας είπε το εξής πράγμα. Πάλετε ένα πράγμα, λέει, στα χέρια σας, όσο πιο γελάν αυτό. Και κοιτάξτε το, τι είναι αυτό. Αυτό είναι ένα πράγμα το οποίο αποτελείται από μέρη, αυτό είναι το πράγμα των 4 βασικών συστατικών. Μα ένα κόκκαλο είναι διαφορετικό από μια πέτρα και εκείνη είναι διαφορετική από ένα κυουπιμέλι, ας πούμε. Ναι, βεβαίως, είναι διαφορετικά αυτά τα σώματα, γιατί οι αναλογίες αυτών των 4 ριζωμάτων είναι διαφορετικές στον καθένα από αυτά. Με την έννοια αυτή βλέπετε ότι αμέσως, αμέσως μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος εισηγείται τότε, έτσι, στον 5ο αιώνα π.Χ., κάτι σαν την αρχή των σταθερών αναλογιών. Ένα κόκκαλο αποτελείται από τόσα μέρη γη, τόσα μέρη νερό και τόσα μέρη φωτιά και όλα τα κόκκαλα έχουν αυτό το ίδιο στη σύσταση. Τώρα, σύμφωνα με το Εμπεδοκλή, αυτό το βέλος των ελεατών τελικά θα φτάσει στο στόχο του και θα σκοτώσει τον άνθρωπο, στον απέλεπτο του στο οποίο το έριξα. Για ποιο λόγο? Γιατί τελικά κάποια στιγμή δημιουργείται, για μια μικρή στιγμή, ένα μικρό κενό μπροστά του και το βέλος πηγαίνει εκεί. Στη συνέχεια, καθώς σπρώχνει τον αεροπούνο μπροστά του, δημιουργείται ένα άλλο μικρό κενό και προχωράει και προχωράει και προχωράει. Λοιπόν, μια φιλοσοφικού τύπου λύση στο βέλος, το οποίο τελικά θα φτάσει και θα σκοτώσει τον άνθρωπο που οι ελεάτας θέλαν να τον σώσουν. Τώρα, όμως, για τον Εμπεδοκλή, δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν αυτά τα τέσσερα ριζώματα, πρέπει και κάπως αυτά να κινούνται, κάπως να μεταβάλλονται, κάπως να αλλάζουν τις αναλογίες τους για να δίνουν ήπραξη στα διαφορετικά σώματα. Χρειάζονται λοιπόν και οι δύο κοινούσες δυνάμεις. Γιατί δύο? Η μία ήταν η φιλότης και η άλλη ήταν το νίκος, η αγάπη και το μίσος. Αυτές λοιπόν είναι οι βασικές αρχές, πάνω στις οποίες κινείται ο κόσμος στο Εμπεδοκλή. Τέσσερα βασικά συστατικά ριζώματα και δύο κοινούσες δυνάμεις, η αγάπη και το μίσος, ανάμεσα σε αυτά. Τώρα, τα ριζώματα αυτά, και πάλι όπως και προηγούμενοι, τα βάζει σε μια διαδοχική σειρά, ξεκινώντας βέβαιως από τη γή που είναι το πιο στερό και καταλήγοντας στη φωτιά που είναι το λιγότερο απτό από όλα τα υπόλοιπα, και κατά συνέπεια, αφού το έχει ανάγεισε τόσο υλικό επίπεδο πια, μπορούμε να πούμε ότι δίνει και τη βάση του γεωκεντρικού συσήγωτος του κόσμου. Γίνει εδώ πέρα κάτω στο κέντρο, μετά είναι το αερό, μετά ο αέρας, μετά η φωτιά, μετά τούτο ή τούτο και εκείνο και το άλλο κλότο σχετικά. Τώρα, ο Εμπεδοκτής πιθανότατα, ζώντας σε μια περιοχή που είχε αρκετή ηφαιστιακή δραστηριότητα, οπωσδήποτε βρέθηκε και ήρθε σε επαφή με σώματα που κάποια στιγμή σκάψαν και τα ανακαλύψαν και τα βρήκαν στους πρόποδες των ηφαιστίων της έτνας εκεί. Λοιπόν, πιθανότατα ήρθε σε επαφή με κάποιους σκελετούς από όντα, τα οποία όταν τα βάζεις κάτω και τα κοιτάξεις βέβαια μπορείς να καταλάβεις τι είναι ένα σκελετός έχοντας γνώση και των σκελετών των ζώντων σύγχρονων με σένα. Αυτή λοιπόν η σκελετή πρέπει να ήταν περίεργη, πρέπει να αντιστοιχούσαν σε όντα τα οποία δεν υπήρχαν γύρω του σε εκείνον τον καιρό, προϊστορικά θα λέγαμε σήμερα, παλαιοντολογία θα λέγαμε σήμερα. Και μάλλον εξαιτίας τέτοιων εμπειριών ο Εμπεδοκλής οδηγήθηκε στην εξής αντίληψη, ότι κάποτε υπήρξανε κάποιοι ζωντανοί οργανισμοί που είχαν διάταξη των διαφόρων οργάνων τους διαφορετικοί από αυτοί που έχουν οι συμπεριφοί οργανισμοί. Και γιατί δεν υπάρχουν σήμερα αυτά τα ζώα. Προφανώς κατά τον Εμπεδοκλή δεν υπάρχουν γιατί ο τρόπος με τον οποίον είχαν διατάξει τα διάφορα οργανά τους δεν τα βοήθησαν να επιζήσουν. Υπήρξαν λοιπόν κάποια στιγμή κάποια περίεργα όντα, αυτά τα περίεργα όντα δεν μπορέσαν να επιζήσουν, αντιμετωπίσαν κάποιες δυσκολίες και κατά συνέπεια εξέλιπαν. Με τι έννοι αυτή? Έχουμε ας το πω μια θεωρία της εξέλιξης των ειδών. Και βεβαίως στον Εμπεδοκλή μπορούμε να αποδώσουμε έτσι, είδατε αρκετά πράγματα από αυτά που μας φαίνονται αρκετά σύγχρονα, μπορούμε να τα αποδώσουμε στον Εμπεδοκλή με βάση αυτών που είπε. Στον Εμπεδοκλή, λοιπόν, μπορεί να αποδοθεί και μια αρχή της αφθαρσίας της Ήλης. Δεν μπορεί ένα σώμα το οποίο υπάρχει και αποτελείται από κάποια μέρη γη και από κάποια μέρη νερό και από κάποια μέρη αέρα, ξαφνικά να διηλυθεί, να ξαφανιστεί και να μην υπάρχει πια. Δέχεται ο Εμπεδοκλής ότι μπορεί αυτά τα περιμένωση τελικά να ξεχωρίσουν, αλλά θα πάνε και θα προσομολοσθούν σε κάποια άλλα σώματα. Συνεπώς ένα πράγμα το οποίο αποτελείται, ας πούμε, από τρία μέρη νερό και ένα μέρος γη, μπορεί να διηλυθεί. Τα τρία μέρη νερό θα πάνε σε κάποια άλλα πλάγματα και θα δημιουργήσουν με μέρη γης και μέρη φωτιά σε κάποια άλλα σώματα και όλα τα σχετικά. Τι είναι αυτό εδώ? Είναι επίσης η βάση στην οποία μπορείς αργότερα να στηριχθείς και να προσπαθείς να επιτύχεις την μεταστηχίωση. Μπορείς να βασίσεις πάνω σε αυτό όλη την αλχημία. Αφού κατά βάση μπορώ αυτό το υλικό το οποίο πρέπει να αποτελείται από τόσα μέρη νερό και τόσα φωτιά και τόσα γη να βρω έναν τρόπο να το αλλάξω, να του διώξω ένα μέρος νερό και να του βάλω ένα μέρος γη, λεωγότορα για παράδειγμα, άρα μπορώ να πραγματοποιήσω μια μεταστηχίωση, μπορώ να πραγματοποιήσω μια αντίδραση που να αλλάξω τη φυσική σύσταση αυτού του πράγματος. Είναι λοιπόν αρκετά σημαντικός ο εμπεδοκλής ο Ακαργαντίνος και γι' αυτό τον αναφέρομαι. Τώρα έχουμε σε συνέχεια μια μορφή η οποία είναι περίπου σύγχρονη με τον εμπεδοκλή και είναι λίγο περίεργη με την έννοια ότι δεν μπορούμε εύκολα και άμεσα να τον κατατάξουμε κάπου. Είναι λοιπόν ο αναξεγωράς ο Κλαζομένιος. Απ' τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας. Αυτός λοιπόν ο αναξεγωράς είναι ένας που παραδόξως, ενώ έχουμε γνωστά πλάγματα πολλά γι' αυτόν, δεν έχουμε ακριβές πληροφορίες. Ξέρουμε οπωσδήποτε ότι ήταν δάσκαλος του περκλή και του Ευρυπίδη. Επίσης έχουμε μια στροφή με τον αναξεγωρά σε μια επιστημονική προσέγγιση του κόσμου. Δεν ψάχνει κάποια ιδεατά πλάγματα, ψάχνει κάτι χειροπιαστό. Φαίνεται ότι είχε υιοθητήσει μια κάποιου είδους ατομιστική φιλοσοφία, χωρίς όμως να είναι προφανές τι ακριβώς ήταν αυτή η φιλοσοφία. Επίσης είναι ο πρώτος φιλόσοφος ο οποίος διακρίνει την Ήλιη και την ύπαρξή της, έτσι σαν οντότητας, από το νου ο οποίος θεωρεί ότι είναι εκείνος ο οποίος οργανώνει και δίνει κίνηση και ενέργεια στην Ήλιη. Τώρα ο Αναξαγόρας είχε επίδραση σε πολλούς και στον Πλάτωνα επίσης και από τον Πλάτωνα μαθαίνουμε κάποια πράγματα σχετικά με τον Αναξαγόρα. Λέει δηλαδή ο Πλάτωνος, ο Αναξαγόρας ανέφερε ότι ο ήλιος είναι μια πέτρα και το φεγγάρι είναι γη, δηλαδή στερό σώμα. Είναι απαραίτητο να υπάρχει αγάπη μεταξύ των ανομίων, δεν φαίνεται λίγο εμπεδοκλικό αυτό, φαίνεται. Και είναι ο νους που τακτοποιεί όλα τα πράγματα και είναι η αιτία όλων των πραγμάτων. Και άλλοι αναφέρθηκαν στο νου παλιότερα, ο Αναξαγόρας όμως αναφέρατε τόσο σαφώς. Ο νους είναι η αιτία και αυτός είναι που τακτοποιεί και οργανώνει όλα τα πράγματα. Άρα, αν θέλαμε να πούμε ότι κάτι είναι η αρχή του κόσμου, σύμφωνα με τον Αναξαγόρα, είναι ο νους. Τώρα βέβαιος αυτό το τελευταίο, ότι ο νους είναι που τακτοποιεί όλα τα πράγματα, οραφάνως ποιος νους είναι εκείνος που τακτοποιεί σε καταρχήν όλα τα πράγματα, όχι ότι ο κόσμος, αλλά κάποιος νους. Συνεπώς ο νους έχει μια ύπαρξη οντολογική και προφανώς δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά ο Θεός, ο οποίος έδωσε δυνατότητα ύπαρξης στον κόσμο. Με τι λένε, λοιπόν, αυτή έχουμε μια διατύπωση και πρέπει να είναι η πρώτη διατύπωση μιας φιλοσοφικής ανάγκης για την ύπαρξη του Θεού, όχι μιας θεολογικής. Τώρα, το ζήτημα είναι ότι και σε μεταγενέστερα κείμενα φαίνεται να αποδίδεται στον Αναξογόρα η εξής ιδέα. Αυτά λίγο πολύ που η Εμπεδοκλήση συγκυριζόταν ως βασικά συστατικά του σύμποντος πρέπει, λέει, ο Αναξογόρας να υπήρχαν και πρέπει να υπήρχαν από πάντοτε. Ήτανε, πώς το λέμε, μια κοσμική σούπα. Ήταν αυτό το πρωταρχικό υλικό πριν γίνει το Big Bang. Και πότε γίνε το Big Bang? Όταν ο Νους αποφάσισε να το κάνει. Ο Νους, λοιπόν, ήταν κάτι το οποίο βρισκόταν έξω από αυτή τη σούπα των πρωταρχικών υλικών. Κατά συνέπεια, ο Αναξογόρας διακρίνει δύο πράγματα. Ένα, το σύνολο αυτών των υλικών σωμάτων, το οποίο υπήρχε σε ένα μίγμα, το οποίο προφανώς θα υπήρχε για άπειρο χρόνο. Και όταν ο Νους, ο Θεός σύγχρονα με τις επόμενες αντιλήψεις, αποφάσισε να δώσει κίνηση στον κόσμο, του έδωσε μια και δημιούργησε το Big Bang. Ας το πούμε έτσι. Τώρα, ο Αναξογόρας φαίνεται να ισχυρίζεται πως τα ριζώματα του εμπεδοκτή είναι πολύ καλά, περιγράφουν πολύ σωστά τον κόσμο, όμως, επίσης φαίνεται ότι την φωτιά που θεωρούσε ο Γράκτητος την αντικατέστησε με κάτι άλλο το οποίο αυτός το ονόμαζε Εθέρα. Τώρα, για τον Αναξαγόρα, παρόλο που αναφέρεται στο νου, ο οποίος κανονίζει τα πάντα και δίνει έτσι μια βασική σημαντική λειτουργία στον Θεό για την ύπαρξη του κόσμου, στον Αναξαγόρα αποδίδονται πολλά πράγματα όπως τα προηγούμενα, ο ήλιος είναι πέτρα, το φεγγάρι είναι γη και τούτο και τούτο και το άλλο, και επίσης εκφράσεις του τύπου το φεγγάρι παίρνει το φως του από τον ήλιο και επίσης ο ήλιος είναι ένας πύρινος γήθος και έχει μέγεθος μεγαλύτερο από την Πελοπόννησο, προφάνως η Πελοπόννησος ήταν κατητή μεγάλο για τον Αναξαγόρα. Μεγαλύτερο από την Πελοπόννησο σημαίνει ένα πολύ πολύ μεγάλο πράγμα, αλλά εμείς όλοι βλέπουμε από τη καθημερινή μας εμπειρία, το ήλιος σαν ένα μικρό πραγματάκι στον ουρανό. Συνεπώς ήθελα να μας δείξει με αυτό τι βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση. Λοιπόν, όταν λέει τέτοια πράγματα πρέπει να κατατάσσεσαι μάλλον στους ηλιστές παρά στους ιδαλιστές. Λοιπόν, τόσο πρεδαμένα ήταν τα πράγματα σχετικά με τον Αναξαγόρα, τέτοιου είδους διατυπώσεις έκανε, οι οποίες εντυπωσήσαν τους επόμενους και τις καταγράφουν, πλέον όμως ο ίδιος αναφερόταν ότι ο νους είναι εκείνος ο οποίος έδωσε την κινητήρια δύναμη για να ξεκινήσει να δημιουργηθεί το σύμπαν. Το ελεγχόμαστε σε κάποιους από τους φιλοσόφους, οι οποίοι έμειναν στη συνέχεια μέσα στην ιστορία της επιστήμης για τον λόγο του ότι είναι ακριβώς, ας το πούμε, μοντέρνη. Είναι μοντέρνη ή ατομική φιλόσοφη. Η σύγχρονη επιστήμη και ιδιαίτερα η επιστήμη της χημείας αναφέρεται στο άτομο σαν τη δομική μονάδα όλων των ενώσεων, οι οποίες υπάρχουν στον κόσμο γύρω μας. Εμείς ως ατομικούς θεωρούμε τον Λέθικο και τον Δημοκρατό. Το ζήτημα είναι ότι και τον Λέθκυπο ξέρουμε ότι μας λέει ο Δημοκρατός, δηλαδή ότι υπήρξε. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Λέθκυπος υπήρξε. Ο Λέθκυπος ποτέ δεν ήρθε σε επαφή με κάποια από τα μεγάλα αστικά και πρεγματικά και απογειτιστικά κέντρα της Ελλάδας και έμεινε στην περιοχή του, στα Άβδηρα. Οι Αυδηρύτες έτσι από παλιά δεν έχανε και μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των υπόλοιπων Ελλήνων. Θεωρούνταν, πώς να το πούμε, οι χαζούλιδες της υπόθεσης, οι φτωχοί επαρχιώτες, οι βλάχοι, όπως θεωρούνταν ο Χωτσιχρήστος έτσι στις ταινίες του 1960, όπως θεωρούμε τώρα ακόμα τους πονδίους και κυκλοφορούν ατέλειο τα φτιαχτά κυριοσποντιακά ανέκροτα. Φαντάζομαι ότι υπήρχαν και εκείνον τον καιρό αυδηρητικά ανέκροτα. Ο χαζός αυδηρύτης, ο οποίος κάνει διάφορα περίεργα και αστεία πραγματάκια. Λοιπόν, ο Λεύκυπος παρέμεινε αυδηρύτης όλη τη ζωή. Δεν κατέβηκε πιο κάτω, πιθανότατα και αν δεν είχε μια ευρύ αμόρφωση όπως θα είχαν κάποιοι Αθηναίοι της εποχής του, όμως δημιούργησε μια αντίληψη. Αυτή η αντίληψη, αυτή η θεωρία, πιθανότατα ήταν σχετικά απλοϊκή και σχετικά συγκεντρωμένη, δηλαδή προσπαθούσε να εξηγήσει κάποια πράγματα. Ο Δημοκρατοστορόπιος, ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν μαθητής του Λεύκυπο, είχε έρθει σε επαφή με την κλασική παιδεία των Ελλήνων. Είχε διατρίψει για κάποιο χρονικό διάστημα σε μεγάλα κέντρα του ελληνισμού. Κατά συνέπεια, είχε τις γνώσεις που πήρε πιθανόν από τον δάσκαλό του Λεύκυπο, είδε και το τι γίνεται στον σύγχρονο ελληνικό κόσμο. Είχε συνεχώς μια παιδεία η οποία του επέτρεψε αυτές τις αρχικές αντιλήψεις του Λευκύπου να τις οργανώσει, να τις κάνει ένα σύστημα, βεβαίως σχετικά χαλαρό, αλλά σταθερό και σίγουρο, πάνω στο οποίο να στηρίξει μια κοσμολογία. Έχει λοιπόν μια θεωρία ο Δημοκρατος. Ο Δημοκρατος λοιπόν μας λέει ότι υπάρχει το «ον» όσο ακριβώς υπάρχει και το «μιον». Έτσι, εδώ έχουμε μια σαφέστατη αντίθεση προς τους Ηλεάτες, σίγουρα με αυτά που έλεγε και ο Παραμανίτης Υπουργός, όταν λες το «ον» αναφέρεις σε κάτι το οποίο υπάρχει. Το «μιον» λοιπόν είναι κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Πώς μπορείς λοιπόν να πεις ότι υπάρχει κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Για αυτό του ρογότηση δεν θεωρούσα ότι υπάρχει κενό. Ο Δημοκρατος λοιπόν λέει όχι, υπάρχει κενό και υπάρχει και ήλι. Μόνο που αυτή η ήλι δεν είναι φως, νερό, αέρας, γη κλπ. είναι κάποια κατασκευάσματα μικρά σε μέγεθος, τόσο μικρά που δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε με το μάτι μας, τα οποία, αντί ο Δημοκρατος, εγώ θα τα ονομάσω «ατόμος». Είναι λοιπόν τα άτομα, τα ας το πούμε ελάχιστα τεμάχια ήλις τα οποία μπορούν να φτάσουν. Είναι δηλαδή τα άτομα για τον Δημοκρατο το τέλος της φυσικής ανάλυσης ενός σώματος. Παραπάντως δεν μπορείς να πας. Είναι το μικρότερο μικρότερο κομμάτι που υπάρχει. Από εκεί πέρα είναι πια άτομο, δεν τέμνεται άλλο. Υπάρχουν, λέει λοιπόν ο Δημοκρατος, τα άτομα και το κενό γύρω τους. Και τέλειωσε, αυτό είναι όλο. Λοιπόν, η μεγάλη ποικιλία ή απειρία υλικών σωμάτων γύρω μας πώς εξηγείται, βάζει ο Δημοκρατος. Εξηγείται με την έννοια ότι αυτά τα άτομα, τα οποία πιθανόν να ήταν έτσι ορισμένα σε αριθμό, πεπερασμένα. Δεν μπορεί να πει κανένας ο κ. Δημοκρατος πως είναι άπειρα τα είδη των ατόμων. Αυτά λοιπόν τα πεπερασμένα σε μολφή άτομα διατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο με κάποιο τρόπο και δημιουργούν τα διάφορα σώματα που εμείς βλέπουμε. Είναι κάτι σαν αυτό το παιχνίδι, το κ. Ταγκράμα. Έχει διάφορα κομμάτια που είναι τρίγωνα, τετράγωνα και μπορείς να τα διατάξεις με διάφορους τρόπους και να κάνεις ένα σωρό πράγματα. Από κατανοητά έτσι σχέματα μέχρι παλαβά, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Κάτι τέτοιο λοιπόν, φανταστείτε πως έλεγε και ο Δημοκρατος. Υπάρχουν κάποια άτομα ορισμένα σε μολφή τα οποία ανάλογα με τον τρόπο που διατάσσονται το ένα δίπλα στο άλλο δημιουργούν τα σώματα τα οποία βλέπουμε. Και τι βλέπουμε εμείς, εμείς βλέπουμε την επιφάνεια των σωμάτων, το εξωτερικό τους. Τα σώματα δεν έχουν κάποιες ιδιότητες, βεβαίως έχουν κάποιες ιδιότητες. Που οφείλονται αυτές οι ιδιότητες, στα άτομα, λέει ο Δημοκρατος. Δηλαδή ότι ένα σώμα μας φαίνεται ότι είναι κόκκινο ή πράσινο, έχει χρώμα εν πάση περίπτωση, που οφείλεται. Οφείλεται στο είδος των ανθρώπων που έχουν καθίσει στην επιφάνεια του, γιατί λέει παράσα αυτή την επιφάνεια θα έρθει το φως, θα χτυπήσει, θα ανακλαστή και θα έρθει στο μάτιμο. Λοιπόν και κάποιες έτσι στοιχείο της γνώσης οπτικής σε αυτό εδώ το σημείο. Τα άτομα υπήρχαν από πάντα, βεβαίως. Και θα υπάρχουν από πάντα, βεβαίως. Τότε τα σώματα γιατί ζουν και καταστρέφονται. Άλλο δημοκρατός, προσέξτε, δεν καταστρέφονται τα σώματα, απλώς η διάταξη των ανθρώπων που υπάρχει διαγείεται και τα επιμέλους άτομα σκορπίζουν και μπαίνουν σε άλλους συνδυασμούς και δημιουργούν άλλα σώματα. Κατά το οποίο είναι εντελώς αλήθεια, έτσι. Ένας νόμος περί της αυταρρυσίας της ίδιος είναι πάλι κρυμμένος μέσα σε τέτοιου είδους διατυπώσεις. Και βεβαίως τα άτομα κινούνται μέσα στο κενό το οποίο υπάρχει γύρω τους. Άρα πάνε οι ελιάτες, έτσι, και ο δημοκρατός δίνει τη δυνατότητα στο βέλος να πάει και να χτυπήσει τον άνθρωπο στον οποίο στόχευε, καθόσον υπάρχουν τα άτομα, υπάρχει και το κενό. Το βέλος προχωράει μέσα από το κενό το οποίο υπάρχει μπροστά του και θα φτάσει τελικά στο στόχο του. Τώρα βεβαίως ο δημοκρατός έδωσε και κάποιες ιδιαίτερες ιδιότητες στα άτομα των άλογα με το μέγεθος και το σχήμα τους. Τα πιο μικρά και τα πιο ιδανικά σε μέγεθος ήταν μικρές μικρές μπηλίτσες, έτσι το σφαιρικό ιδανικό σχήμα. Αυτές οι μικρές μικρές μπηλίτσες που είναι τα πιο μικρά τα πιο λεπτά τα πιο ελαφριά τα πιο ιδανικά άτομα αποτελούν η ψυχή. Είναι η πνοή άπειρη που ήταν γύρω από τον κόσμο, όπως είδαμε και προηγουμένως. Κάτι τέτοιο βλέπετε έτσι η επίδραση του ένας πάνω στον άλλο φιλόσοφο. Και αν αυτά τα άτομα τα μικρά τα λεπτά τα σφαιρικά τα ιδανικά αποτελούν την ψυχή, τι είναι η ψυχή είναι και αυτή κάτι όπως είναι και το υπόλοιπο σώμα. Κατά σέβη έχουμε φτάσει σε ένα σημείο εντελώς μα εντελώς απόλυτο υλισμό με τον Λεύκη που είναι το δημοκρατός. Τώρα στην ομάδα των ατομικών φιλοσόφων θα πρέπει να εντάξουμε και τον επίκουρο. Ο επίκουρος είναι αρκετά μεταγενέστολος, έζησε κυρίως στην Μεγάλη Ελλάδα. Το ζήτημα είναι ότι ο επίκουρος κυρίως επικεντρώθηκε στην ηθική φιλοσοφία, όμως πάντοτε με ατομιστικές αντιλήψεις. Τώρα προφανώς βασιζόμενος σε κάποιες παρατηρήσεις και σε κάποιες θεωρητικές αναγνήσεις σκέφτηκε ότι τα άτομα, καθώς βρίσκονται μέσα σε ένα κενό χώρο, έχουν προφανώς συντάσσει να πέσουν προς τα κάτω. Αυτό προφανώς είναι μια κοινή έτσι πρακτική αντίληψη που έχει ολος κόσμος, ότι τίποτα και να αφήσεις θα πέσεις προς τα κάτω. Ε, τότε γιατί δεν πέφτουν όλα τα πράγματα προς τα κάτω και να συγκεντρωθούν προς τα κάτω. Διότι λέει ο Επίκολος, κατά την πορεία των ατόμων προς τα κάτω, για κάποιον τυχαίο λόγο, κάποια στιγμή ένα άτομο αποφασίζει να εγκαταλείψει την πορεία προς τα κάτω και να κάνει μία περιδίνηση, μία περιστροφή. Γιατί αποφασίζει να κάνει αυτόν, διότι έχει ελεύθερη βούληση. Και αφού έχει ελεύθερη βούληση κάνει αυτόν το οποίο θέλει. Λοιπόν, μία ας το πούμε δίνη, η οποία δίνει μπορεί να παρασύρει και άλλα άτομα και μπορεί να δημιουργηθεί κάτι το οποίο δεν πέφτει προς τα κάτω. Ο Δημόκριτος δεν είχε τέτοιου είδους ζήτημα, γιατί στον δικό του κόσμο δεν υπήρχε το κάτω και το πάνω, το δεξιά και το αριστερά. Υπήρχαν τα άτομα και το κενό και όταν έχεις ένα κενό και τα άτομα τα οποία θα φτιάξουν διάφορες οντότητες, δεν σου χρειάζεται ένας σταθερός σημείο να φοράσεις. Αυτό για τον Δημοκριτό δεν είχε έννοια, για τον Υπίκου Ρώμος φαίνεται ότι είχε. Μπαίνοντας σε αυτό το σημείο, έχουμε την ελεύθερη βούληση του κάθε ενός ατόμου, έχουμε την ελεύθερη βούληση των σωμάτων και από εκεί πέρα πρέπει να παίξουμε λίγο με την ηθική που είναι ο τρόπος να μετροπίσουμε σε ένα υλικό σώμα όπως εγώ, που αποτελείται από άτομα, που έχει ψυχή, που αποτελείται επίσης από άτομα, θα δράσει και θα προχωρήσει στη συνέχεια. Εκείνο που πρέπει να πούμε εμείς στα σίγουρα είναι ότι ο Υπίκουρος, μία που έζησε και μεγάλωσε στην Μεγαλυαλάδα, μία που ήταν συνεπής στη ζωή του με αυτά τα οποία δίδασκε, άφησε παρακαταθήκες. Οι Λατίνοι ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες εκεί στην Μεγαλυαλάδα, ήρθαν σε επαφή και με τον Υπίκουρο. Τα διδάγματα του Υπίκουρο, επαναλαμβάνω, κυρίως επειδή και η ζωή του και αυτονών και των συνδρόφων, που ήταν εντελώς σύμφωνοι με αυτά τα οποία πρεσβεύανε, ήταν ένα είδος ηθικό στήριγμα. Πέρασε λοιπόν στους Λατίνους αυτού του είδους η φιλοσοφία και κυρίως πέρασε σε ένα πείημα του τίτλου Κρίτιου Κάρου, ένα διδακτικό ας το πούμε πείημα, τον Τερέρο Μνατούρα, περί της φύσεως των πραγμάτων. Έμεινε λοιπόν στην λατινική φιλολογία αυτό το πράγμα. Ενδοχομένως ο Κάρος δεν είναι από τους μεγαλύτερους λατίνους πείτες, είναι όμως ένας του οποίου τα έργα μπορούσαν να διασωθούν στον δυτικό κόσμο. Και όταν ήρθε η ώρα της αναγέννησης, ήταν ένα από τα πράγματα τα οποία ανακαλύφθηκαν, τσιμπήθηκαν και ξαναέβαιναν στο φως, καταρχήν τον Επίκορο και κατά δεύτερον και τις ατομικές αντιλήψεις που ήταν πίσω από τον Επίκορο. Αρχόμαστε τώρα στον Πλάτωνα. Ο Πλάτωνας βέβαια κυρίως ως μαθητής του Σοκράτη, δεν ασχολήθηκε έτσι με αυτή την φυσική φιλοσοφία, ασχολήθηκε περισσότερο με την πρακτική φιλοσοφία, δηλαδή με την ηθική. Ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν είχε κάποιο επηρεασμό από άλλους φιλοσόφους όπως τον Ηράκλητο, όπως τον Παρμενίδη. Ο Παρμενίδης έτσι πρέπει να επέδρασε και οι γελεάτες επάνω του με την έννοια ότι του δίνουν την εικόνα πως ο νους είναι εκείνος που καθορίζει τα πράγματα, ο νους είναι εκείνος που αντιλαμβάνεται τα πράγματα, ο Ηράκλητος δε του άφησε ως παρακαταθήκη την αένα η μεταβολή. Τώρα όμως σε έναν κόσμο ο οποίος μεταβάλλεται συνέχεια δεν μπορεί να υπάρχει αντικειμενική δυνατότητα κατανοήσεις διότι προσπαθώντας εγώ να δω και να κατανοήσω ένα πράγμα, διότι αυτό έχει μεταβληθεί και πηγαίνει σε κάτι άλλο. Εδώ λοιπόν έρχεται και η επίδραση του τασκαλού του Σοκράτη που λέει ναι βεβαίως σε έναν τέτοιο κόσμο δεν υπάρχει αντικειμενική κατανοήσεις της ίλις, υπάρχει όμως αντικειμενική κατανοήσεις κάποιων ηθικών πρωτύπων. Αυτά τα ηθικά πρότυπα είναι βασικά αναλείωτα και τελείωσε. Άρα αντικείμενα γνώσης υπάρχουν, μην ξεχνάτε, η διατύπωση του τι είναι γνώση όπως το έχουμε πει με τους κύκλους που στο έναν είναι οι δοξασίες οι δικές μου και στο άλλο είναι οι αλήθειες οι αντικειμενικές, ο κοινός τόπος στον δύο είναι η γνώση που εγώ έχω, αυτό ο φίλος του στον Πλάτωνα. Τα αντικείμενα λοιπόν της γνώσης υπάρχουν, αλλά δεν μπορούν να τα αυτιστούν με τίποτα που βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο. Μπορούν να τα αυτιστούν όμως με κάποια αντικείμενα που βρίσκονται σε έναν ιδεατό κόσμο, στον κόσμο των ιδεών. Αυτός είναι ένας κόσμος εκτός τόπου και χρόνου κάπου που υπάρχει η ιδέα του ποτυριού για παράδειγμα. Μια κάποιου τύπου προβολή αυτής της ιδέας του ποτυριού είναι αυτό το πράγμα που βρίσκεται μπροστά μου και εγώ το ονομάζω ποτύρι. Εντάξει, έχει αυτό λοιπόν κάποια χαρακτηριστικά αυτού του πράγματος που είναι ποτύρι που βρίσκεται στον κόσμο των ιδεών. Μα θα μου πείτε αντίστοιχα με αυτόν τον τρόπο δεν θα πρέπει στον κόσμο των ιδεών να υπάρχει και ο πραγματικός ο σωστός πλάτωνας, αλλά αυτός που βλέπω εγώ εδώ πέρα κάτω είναι ένα ας το πούμε κακέκτυπο εκείνης της ιδέας του πλάτωναν, ναι βεβαίως. Λοιπόν, στον κόσμο των ιδεών έχουν πραγματική πόσταση, έτσι, αυτά τα πράγματα τα οποία εγώ προσπαθώ να δω και να κατανοήσω εδώ πέρα. Εδώ ο πλάτωνας συμφωνεί επίσης με τους Πυθαγορείους όσον αφορά την αθανασία της ψυχής και εκείνο που δέχεται είναι ότι αν εγώ όσο ζω εδώ πραγματοποιήσω μια προσπάθεια να καταλάβω την επιστήμη, να καταλάβω τη φιλοσοφία, τόσο περισσότερο η ψυχή μου θα εξαγνιστεί και όταν επιστρέψω πίσω στον κόσμο των ιδεών θα είμαι καλύτερος. Τώρα το ερώτημα είναι πόσο πλατωνικοί είμαστε εμείς οι σημερινοί επιστήμονες. Αν το πάρουμε έτσι θεωρητικά, χοντρικά και γενικά καθόλου πλατωνικοί δεν θα έπρεπε να είμαστε. Ωστόσο εμείς οι επιστήμονες έχουμε κάποιες παγιωμένες αντιλήψεις μέσα στο μυαλό μας. Όταν εξετάζουμε ένα φαινόμενο για το οποίο έχουν διατυπωθεί από καιρό κάποιοι νόμοι, κάποιες σχέσεις, κάποιες εκφράσεις κλωδάς και δικά, το αντιμετωπίζουμε σαν ένα φαινόμενο το οποίο θα επαναληθεί και πάλι. Ξέρετε, θα γίνει αυτό το πράγμα και το βλέπουμε κάθε μέρα που κάνουμε εργαστήριο. Θα κάνουμε αυτή τη διαδικασία από που θα πάρουμε αυτό το προϊόν, ο μηχανισμός είναι αυτός, η διαδικασία είναι αυτή, η αντίδραση είναι αυτή, τα πράγματα που συμβαίνουν είναι αυτά. Αυτό, λοιπόν, θεωρείται αυτονόητο για εμάς. Τόσο αυτονόητο, όσο ότι ο ήλιος αύριο θα ανατείλει από την Ανατολή. Και τελείωσε. Που βασιζόμαστε σε αυτό το πράγμα. Βασιζόμαστε σε ένα σύνολο πολλών εμπειριών, συσσορευμένων, που μαζί τη χρονοτικά, κάθε φορά σημαίνει αυτό το ίδιο πράγμα. Συνεπώς, ο νόμος τον οποίον εγώ επικαλούμε, ο φυσικός, ο χημικός, η ταχύτητα της αντίδρασης, η διαδικασία, ο μηχανισμός που θα ακολουθεί, κλπ. είναι σαν να υπάρχει. Υπάρχει, λοιπόν, κάπου και από εκείνο το κάπου έρχομαι εγώ και το ανακαλώ και το επικαλούμε και το αναφέρω στους μαθητές μου. Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι είμαστε πλατωνικοί, ειδικά όταν διδάσκουμε μέσα στην έδωση του εργαστήριου και πραγματοποιούμε κάποιες πειραματικές διαδικασίες ή διδάσκουμε κάποιο αντικείμενο από αυτά της σταθερής, γνωστής, σύγχρονης επιστήμης. Ας έρθουμε, τέλος, και στον Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Μπορούμε να πούμε ότι συνέβαλε, ουσιαστικά, στην απόκτηση κάποιου είδους καινούργιας γνώσης ή στην διατύπωση μιας καινούργιας θεωρίας όσον αφορά τον φυσικό κόσμο. Πάντως, με τον Αριστοτέλη συμπληρώνεται ο κύκλος της συμμετοχής των αρχαίων ελληνών φιλοσόφων στην κατανοήση του κόσμου. Τι έκανε ο Αριστοτέλης? Ο Αριστοτέλης είναι εκείνος που οργάνωσε σε ένα συγκεκριμένο σύνολο όλη τη γνώση που υπήρχε μέχρι εκείνη τη στιγμή, στον καιρό του και οργάνωσε επίσης αυτό το πράγμα το οποίο λέγεται λογική. Η λογική είναι δημιούργημα του Αριστοτέλη και παρέμεινε έτσι, περίπου όπως την είχε διατυπώσει αυτός, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Λοιπόν, όταν έχει κάνει μια τέτοιου είδους εκτεταμένη καταγραφή και έχει θεμελιώσει και τη λογική, δεν μένει τίποτα άλλο παρά να ενώσεις τα δύο πράγματα και να δημιουργήσεις αυτό το οποίο λέγεται όργανο. Το μέσω, δηλαδή, να κάνεις κάτι. Το όργανο είναι κάτι το οποίο δεν οφείλεται σαν όνομα στον Αριστοτέλη, απλώς κάποια στιγμή αργότερα, στον 1ο αιώνα π.Χ., αυτοί που είχαν τα έργα του Αριστοτέλης στα χέρια τους αποφάσισαν κάπως να τα συγκεντρώσουν και να τα συγκεκριμενοποιήσουν. Ο Αριστοτέλης παρελθόντος και ο ίδιος και οι μαθητές του είχαν γράψει έτσι ένα μεγάλο αριθμό από έργα. Φανταζόμαστε ότι ήταν, πώς να το πούμε, ένα είδος εργασίας που έδινε ο Αριστοτέλης στους μαθητές του, να γράψουν ένα δοκίμιο για τούτο, για εκείνο ή για το άλλο πράγμα, το οποίο βέβαια θα σε συνέχει, το έπαιρνε, το έλεγχε, το διόρθωνε και όλα τα σκητικά. Είμαστε έτοιμοι, λοιπόν, ότι τα κείμενα που έχουν έρθει στα χέρια μας και αναφέρονται ο Αριστοτέλης μπορεί να μην είναι και όλα ενδροσδικά, το οποίο διπωτόμως έχουν περάσει από την δική του κριτική σκέψη και ανάλυση. Σκέφτηκαν, λοιπόν, τότε, γύρω στον πρώτο αιώνα, πώς θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν και να οργανώσουν κάποια πράγματα, κάποια από τα κείμενα του Αριστοτέλη, έτσι ώστε να έχουν μία παρακαταθήκη όλων των γνώσεων που υπήρχαν μέχρι τότε και επίσης μια μέθοδο με την οποία να επεξαργάζονται αυτές τις γνώσεις και να κερδίζουν γνώσεις από αυτές. Αυτό, λοιπόν, πρέπει να οφείλεται στον ανδρώνικο το ρόδιο και αυτά τα οποία περιέλαβε ως εργαία σε αυτήν την ομάδα ήταν το περιερμηνίας, κατηγορία, αναλυτικά πρώτερα, αναλυτικά ύστερα, τυπική και σοφιστική έλεγχη. Αυτό, λοιπόν, τα συγκέντρωσε ετούτος εδώ και τα ονόμασε όργανον, το μέσο δηλαδή, μέσω οποίου μπορούσες να οργανώσεις τη σκέψη σου και τη γνώσή σου. Τα φυσικά δεν είναι ένα βιβλίο που βρίσκεται μέσα σε αυτό το όργανο. Στα φυσικά, όμως, υπάρχουν οι παρατηρήσεις για τον φυσικό κόσμο που ήταν γνωστές μέχρι τότε και μπορούν οπωσδήποτε να αντιμετωπιστεί και να αναλυθούν μέσα από τις δικασίες που περιγράφονται στο όργανο. Φυσικά ο Αριστοτέλης, κατά βάση, ήταν πλατωνικός φιλόσοφος. Με την έννοια ότι ήταν μαθητής του Πλάτωνα για πολύ καιρό, έφυγε για έναν διάστημα, μετά ξαναγύρισε και δημιούργησε μια δική του σχολή, η οποία ονομάστηκε Λίκιο, κοντά εκεί που ήταν και η σχολή του δασκάδου του Πλάτωνα. Και τον καιρό που έφυγε, τι έκανε? Έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει ένας πλατωνικός φιλόσοφος. Ο πλατωνικός φιλόσοφος τι έπρεπε να κάνει, έπρεπε να φροντίσει, να γίνει ηγέτης ο ίδιος ή να μορφώσει και να εκπαιδεύσει στη φιλοσοφία έναν ηγέτη. Ο Αριστοτέλης τι είχε κάνει, αυτό που ξέρουμε όλοι. Είχε δεχτεί την πρόσκληση του Φιλίππο και είχε έρθει στη Μακεδονία όπου ήτανε ο δάσκαλος του μεγάλου Λεξάνδου, του επόμενου μεγάλου ηγεμώνα. Τώρα ο Αριστοτέλης μας άφησε ένα ατέλειο υλικό σχετικά με όλο το σύνολο των επιστημών και μερικά πράγματα που φαίνονται μέσα από αυτό το υλικό είναι τα εξής. Πρώτα απ' όλα, δεν μπορούσε να ανεχθεί με κανένα τρόπο τις σκέψεις και τις ιδέες ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει και τα θενόμενα που βλέπουμε, οι μεταβολές που βλέπουμε να πραγματοποιούνται μέσα σε αυτό δεν είναι πραγματικές. Ο κόσμος είχε πραγματική ύπαρξη και αυτό που βλέπω είναι αυτό το οποίο συμβαίνει λέει ο Αριστοτέλης. Τώρα το πώς μπορώ να αναλύσω αυτό που συμβαίνει μπορώ να το αναλύσω μέσα από τη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία λοιπόν είναι εργαλείο ερμηνείας του κόσμου. Ο Αριστοτέλης λοιπόν είναι ο πρώτος ο οποίος έθεσε το ζήτημα ως εξής. Δεν έχει έννοια για τη φιλοσοφία να καταλάβω το γιατί γίνεται κάτι, αλλά και το πώς γίνεται κάτι. Ακόμα και σήμερα η γνώση, σύμφωνα με τους περισσότερους, διακρίνεται ακριβώς σε αυτές τις δύο διαφορετικές μικρές περιοχές. Γνωρίζω τι και γνωρίζω πώς. Γνωρίζω τι συμβαίνει και γνωρίζω πώς συμβαίνει. Έτσι σκεφτείτε το εξής από παράδειγμα. Έχουμε έναν καλαθροσφαιριστή ο οποίος παίρνει την πάλα, πηδάει στον αέρα, την πετάει και βάζει καλάθι. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι εκείνη τη στιγμή γίνει κανένας είδους διαφορική εξίσωσης, στην οποία έχει να βάλει μέσα σαν παράμετρο το βάρος του, την ταχύτητα με την οποία πηδάει, σε ποιο σημείο θα αφήσει την πάλα, με τι δύναμη, προς ποια κατεύθυνση, πόση απόσταση έχει το καλάθι, τι τροχεία θα κάνει η πάλα, ο τόσος θα μπει μέσα. Κι όμως πετυχαίνει να βάλει το καλάθι. Καλάθι δε λέμε για τις περιπτώσεις. Που δεν πετυχαίνει, το πέτυχε. Όταν, λοιπόν, το πετυχαίνει, τι σημαίνει ότι είχε τις μαθηματικές γνώσεις να λύσει αυτό το είδους της εξισώσης και στη συνέχεια τι να κάνει, αφού τις λύσει να τις εφαρμόσει και ακριβώς. Όχι. Συνεπώς, για κάποιο λόγο, έτσι, ο καλαθοσφαιριστής ο συγκεκριμένος ξέρει πώς να βάλει το καλάθι μέσα. Το γιατί είναι αυτό ακριβώς που έγραψα προηγουμένως. Γιατί το καλάθι τελικά μπήκε, γιατί η πάλα πέρασε σε εκείνο το σημείο το οποίο έπρεπε να περάσει, διότι η μάση ήταν τόση, η ορμή με τον οποία πηγαίνε έξω ήταν τόση, σε εκείνο το σημείο της τροχιάς του άφησε την πάλα, είχε αυτή την κατεύθυνση, η βαρύτητα που επέτρεψε πάνω αυτή, η δύναμη αυτή και όλα τα σκηνικά. Είναι λοιπόν δύο διαφορετικά πράγματα, το γνωρίζω τι συμβαίνει και το γνωρίζω πώς συμβαίνει. Και αυτό είναι ένας προβληματισμός που τέθηκε για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης επίσης μας έδωσε και την ιδέα πως όλα τα πράγματα τα οποία συμβαίνουν στον κόσμο έχουν ένα τέλος, έχουν δηλαδή έναν τελικό σκοπό. Για αυτόν τον τελικό σκοπό είναι που δημιουργήθηκαν και σε αυτόν τον τελικό σκοπό είναι στον οποίο τύνουν. Κατά συνέπεια ότι υπάρχει κίνηση, υπάρχει γι' αυτό ακριβώς το λόγο σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ότι κάθε πράγμα προσπαθεί να πάει στη θέση στην οποία πρέπει να βρεθεί. Αν λοιπόν δεν βρίσκεται στη θέση που πρέπει, τότε θα κινηθεί και να πάει προς εκείνη την κατεύθυνση. Λοιπόν τώρα, η κίνηση διακρίνεται από τον Αριστοτέλη σε τέσσερα είδη. Είναι μια κίνηση που επιδρά πάνω στην ήλια ενός σώματος, είναι μια κίνηση η οποία μεταβάλλει την ποιότητα ενός σώματος, είναι μια κίνηση που μεταβάλλει την ποσότητα ενός σώματος και είναι μια κίνηση η οποία μεταβάλλει την θέση ενός σώματος που είναι βέβαια και η πιο σημαντική. Για τον Αριστοτέλη επίσης δεν υπάρχει και ένας χώρος. Ο καινός χώρος δεν έχει σημασία. Για αυτό δεν μπορεί να καταλάβει κάτι στο οποίο δεν υπάρχει κάτι. Συνέπεια, ως χώρος ορίζεται η επιφάνεια ενός σώματος. Αυτό εδώ το τραπέζι καταλαμβάνει κάποιο χώρο. Πώς ορίζεται αυτός ο χώρος, αν κοιτάξω την επιφάνεια του τραπεζιού, το από κει και κάτω είναι ο χώρος που καταλαμβάνει το τραπέζι. Το από εδώ και πάνω είναι ο αέρας. Συνεπώς ο Αριστοτέλης κάνει αυτό του είδους την διάκριση, θεωρεί ως χώρο το περίγραμμα ενός σώματος και από εκεί και πέρα τον χώρο που βρίσκεται μέσα από αυτό το σώμα το αποδίδει σε αυτό το σώμα. Τώρα, ο χρόνος αντίστοιχα προσδιορίζεται ως η διάρκεια στην οποία πραγματοποιείται μια κίνηση. Αυτή η κίνηση που είπαμε προηγουμένως. Συνεπώς υπάρχει μια κατάσταση στην αρχή, υπάρχει μια κίνηση και υπάρχει και μια κατάσταση στο τέλος. Στην διαδικασία της κίνησης από την αρχική προς την τελική θέση, έχουμε ένα χρονικό διάστημα το οποίο μεσολαβεί. Και βεβαίως στον Αριστοτέλη αποδίδεται σε τελικό βαθμό και σε τελική φάση η δημιουργία ενός ιεραρχικού συστήματος, ταξινόμησης των σωμάτων στην φύση, ξεκινώντας και βάζοντάς τα σε ομόκεντρες σφαίρες, ξεκινώντας από την Γη που είναι το πιο στερεοσώμα και πηγαίνοντας προς τα πάνω. Τώρα, θεώρησε επίσης και μια ιερά αρχησή των σωμάτων. Συνεπώς, για τον Αριστοτέλη, πιο κάτω, πιο βασικά, πιο χαμηλά στην ιεραρχία βρίσκονται τα ανόργανα σώματα, οι πέτρες. Στη συνέχεια βρίσκονται οι οργανισμοί και τόσο πιο ψηλά, όσο πιο πολύπλοκη είναι η δομή και η δραστηριότητα ενός οργανισμού και στο τέλος τέλος αυτής της ιεραρχικής κλίμακας, πάνω ψηλά, η κορονίδα της δημιουργίας. Είναι ο άνθρωπος. Μπορείτε λοιπόν εύκολα να καταλάβετε αυτό το οποίο θα πούμε και στη συνέχεια κάποιες άλλες φορές, δηλαδή για ποιο λόγο η Εκκλησία, και ιδιαίτερα η Δυτική Εκκλησία, ενστερμίστηκε τόσο πολύ της αντιλήψης του Αριστοτέλη. Αν λοιπόν, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι η κορονίδα της δημιουργίας και ο Πάπας είναι η κορονίδα των ανθρώπων ως αντιπρόσωπος του θεοποιητικής, προφανώς ο Αριστοτέλης είναι κάτι πάρα πολύ βολικό για να το κρατήσεις και να το συντηρήσεις, παρόλο που έτσι γενικά και συνολικά τους Έλληνες παγανιστές φιλοσόφους τους τρέχνει στην πυρά. Η δομή λοιπόν του Αριστοτελικού κόσμου είναι ιεραρχική. Υπάρχουν αυτές οι επάλιλες σφαίρες, όπως και άλλοι προηγουμένως έτσι είχαν διατυπώσει. Μόνο που ο Αριστοτέλης το βάζει έτσι αυστηρά και τελειωτικά, τελείωσελι, έτσι είναι τα πράγματα. Είναι η Γη, η πιο στερή, έτσι είναι το νερό, είναι ο αέρας, είναι η φωτιά και τελείωσε. Όλες αυτές οι σφαίρες έχουν προφανώς ως κέντρο τη Γη πάνω στην οποία βρισκόμαστε και οι υποήμπες δημιουργούν την δυόσφαιρα. Το ροτουσίδικο είναι το εξής. Αν πραγματοποιήσεις κάποια αστεία πειραγματάκια πάνω στη Γης, μπροχοντας ένα πράγμα για να κινηθεί, η κίνηση, την οποία αυτό το πράγμα θα διαγράψει, θα είναι γενικώς μια ευθεία κίνηση και μάλιστα έτσι όπως είδα και οι ελεάτες επιβραδινόμενοι και θα σταματήσει. Πάντως μπορείς να παρατήρεις ότι η κίνησή του είναι επιβραδινόμενη, αλλά ευθύγραμη. Αν παρατρήσει κάποιος τον ουρανό, οι κινήσεις των σωμάτων που βρίσκονται στον ουρανό, είτε είναι πλανήτες, είτε είναι αστεία, είτε είναι τίποτα, είναι κυκλικές κινήσεις. Μα δεν μπορεί να υπάρχουν δύο διαφορετικοί κόσμοι με δύο διαφορετικούς νόμους ή μπορών. Σύμφωνα λοιπόν με τον Αριστοτέλη, υπήρξε ανάγκη να εισαχθεί και κάτι άλλο ακόμη. Αυτό το κάτι άλλο ακόμη ήταν ένα υλικό σώμα, το οποίο περιέβαλε όλα τα προηγούμενα της ομοκεντρασφέρειας. Βλέπουμε, η γη, το νερό, ο αέρας, η φωτιά, όλα τα σχετικά. Έξω λοιπόν από αυτά, τα τέσσερα βασικά συστατικά, θυμηθείτε, είναι τα ριζόματα του εμπεδοκλή. Έξω λοιπόν από αυτά τα συστατικά υπήρχε και ένα πέμπτο, το οποίο τα περιέβαλε πως η πνοή περιέβαλε τον κόσμο των Πιθαγορίων, κάπως έτσι λοιπόν. Είναι οι διαφορετικές επιδράσεις που έχει ο ένας πάνω στον άλλο και ο Αριστοτέγιος ως ο νεότερος από όλους έχει υποστεί τις επιδράσεις από όλους τους προηγούμενους. Αυτό το νέο πράγμα ο Αριστοτέγιος το ονόμασε Εθέρα, το έδωσε κάποιες ιδιότητες και πέρασε στην ορολογία ως υπέμπτη ουσία, στα λατινικά ως quintessence, quintessencia και ξαναγύρισε σε εμάς ως υπέμπτουσία. Έχουμε ακούσει κάποιες κουβέντες που λένε η πέμπτουσία των πραγμάτων είναι εξής. Είναι λοιπόν ένα πέμπτο στοιχείο, έχει γίνει και ταινία, προσέξτε μην το περαδέψετε, είναι ένα πέμπτο στοιχείο, όχι η Μίλα Γιόβοβιτς, το οποίο αυτό πέμπτο στοιχείο περιλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα. Σε αυτό το πέμπτο στοιχείο, σε αυτόν τον ευθέρα, μέσα εκεί βρίσκονται τα αστρικά σώματα και εκεί οι κανόνες είναι διαφορετικοί, εκεί οι κινήσεις είναι κυκλικές, εδώ κάτω στοιχείο είναι ευθύγραμμες ομαλές. Τώρα ο Αρισοτέλης με την οργάνωση που δημιούργησε μας έδωσε και τούτο το σχήμα. Δεν υπάρχουν μόνο τα τέσσερα διαφορετικά ριζώματα, ας πούμε, σύμφωνα με τον Πεδοκλή, δεν υπάρχουν, όπως ξεκίνησε από τον Αναξίμανδρο, η ιδέα περί των αντιθέτων ιδιωτήτων, που αντιπαλεύουν και που είτε πρέπει, όπως λέει ο Αναξιμένης, να εκκρίνονται, είτε όπως λέει ο Πεδοκλής, να έχουν αγάπη και μίσος μεταξύ τους, αλλά υπάρχει πέρα από την τετράδα των βασικών σωμάτων, των ριζωμάτων, και μια τετράδα ιδιωτήτων. Ένα λοιπόν ωραίο ιδεατό κατασκεύασμα είναι αυτό που βλέπουμε εδώ πέρα. Έχουμε ένα εσωτερικό τετράγωνο που στις κολυφές του είναι η Γη, Φωτιά, ο Έρας και το Νερό, και ένα εξωτερικό τετράγωνο περιγραμμένο στο πληγούμενο που έχει κάποιες ιδιότητες. Οι ιδιότητες είναι ανά δύο αντίθετες, ξηρό και υγρό, ψυχρό και θερμό. Η Γη λοιπόν τι ιδιότητες έχει? Τις δυο ιδιότητες που βρίσκονται δίπλα της είναι ψυχρή και ξηρή. Το νερό είναι ψυχρό και υγρό. Η φωτιά είναι ξηρή και θερμή. Και ο ΆΕΡΑΣ είναι υγρός και θερμός. Εντάξει. Και λοιπόν πείτε τι σημαίνει αυτό εδώ το πράγμα. Αυτό σημαίνει πρώτα απ' όλα ότι δεχόμαστε κατ' αρχήν την κατηγοριοποίηση που εισηγήθηκε ο Εμπεδοκλής, δεχόμαστε πιθανότατα και τις σταθερές αναλογίες αυτών των 4 βασικών υλικών, ελισωμάτων κατ' ο Εμπεδοκλή μέσα στα σώματα, δεχόμαστε με κάποιον τρόπο και τη δυνατότητα μεταστοιχίουσιες γιατί αναγκαστικά αν μπορέσουμε να αλλάξουμε την αναλογία της φωτιάς με το νερό σε κάποιο σώμα θα αλλάξουμε τις ιδιωτικές του, θα αλλάξουμε το είδος αυτό του σώματος. Βεβαίως αυτό εδώ το ιδεατό σχήμα αποτελεί την βάση για τη στήριξη της αλχημίας. Τι είναι λοιπόν η αλχημία, είναι κάτι που προσπαθεί να αλλάξει την ένταση του ψυχρού και του ξυρού στην γη, την οποία έχω στα χέρια μου, το μέταλλο το υλικό και αν αλλάξει αυτή η αναλογία του ψυχρού και του ξυρού τότε θα αλλάξουν και οι ιδιότητες αυτού του πράγματος που λέει ο γης. Ο Αρισοτέλης λοιπόν είναι, ας το πούμε έτσι, ο πρώτος συγκυκλοπεδιστής, αυτός δηλαδή που προσπαθεί να συγκεντρώσει την ανθρώπινη γνώση που υπάρχει, τον βοήθησαν σε αυτό πάρα πολύ οι μαθητές του, έχει γνώση όλων των προηγούμενων φιλοσοφικών θεωριών, δεν μπορούμε να πούμε ότι προτείνει κάτι εξαιρετικό, κάτι εντυπωσιακό, κάτι διαφορετικό σε σχέση με τους προηγούμενους, οργανώνει όμως τις γνώσεις τους και δίνει ένα στέρεο σύστημα εξήγησης του κόσμου ο οποί δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι τα κείμενα του Αρισοτέλη όσα σώθηκαν, έτσι, θυμάστε έχουν γίνει πολλές συζητήσεις για έργα του Αρισοτέλη τα οποία δεν σώθηκαν, κάποιοι έκαναν και ταινίες σχετικά με αυτό, το όνομα του Ρόδου δεν είναι, ψάχνα το τρίτο βιβλίο περί της Πητικής, συνεπώς και τρίτο και τέταρτο μπορεί να υπήρξει περί Πητικής και 24ο και κανείς δεν ξέρει, από τη στιγμή που έχουν καταστραφεί ένα σωρό βιβλιοθήκες, αρχαίες που περίχαν κείμενα, μπορούσαν να υ αυτά που έχουν διασωθεί σε μας και οπωσδήποτε έχουν διασωθεί με την φροντίδα κάποιον, οπωσδήποτε σώθηκαν πρώτα και κύριε επειδή αυτοί κάποιοι τα βρήκαν ενδιαφέροντα, επειδή τα βρήκαν χρήσιμα. Ο Αρισοτέλης βρήκε μεγάλη χρησιμότητα, παρόλο που ήταν Έγινας φιλόσοφος, παγανιστής, από την Δυτική Εκκλησία, την Παππική Εκκλησία. Όταν θέλεις να επιβληθείς σε κάποιους με κάποιο τρόπο, πρέπει να χρησιμοποιήσεις κάποια αυθεντία. Η αυθεντία και η συγγήθηκε και οργάνωσε και παρουσίασε έτσι τεκμηρωμένα αυτήν την ιεράρχηση των αντικειμένων σε αυτόν τον κόσμο, με τον άνθρωπο στην Κορονίδα και με τον Πάπα στην Κορονίδα της Κορονίδας, και επιπλέον αυτήν την συντήρηση, αυτήν την διατήρηση των πραγμάτων αυτές τις σταθερές σχέσεις μεταξύ τους. Όταν λοιπόν έχεις κάτι τέτοιο σαν αυθεντία για να επικαλίσει, είσαι πάρα πολύ χαρούμενος. Για το λόγο λοιπόν αυτό ο Αριστοτέλης διεσόθη και πολλές φορές διεσόθη εκλεκτικά απέναντι σε άλλους φιλοσόφους και σε άλλους Έλληνες συγγραφείς και αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε όλη αυτή η πνευματική υποδούλωση των Δυτικών Ευρωπαίων από τον Πάπα. Φυσικά ο Αριστοτέλης λέει διάφορα πράγματα. Δεν είναι όλα αυτά σύμφορα με τις αντιλήψεις της Ελληνικής Εκκλησίας. Μερικά από αυτά τα πράγματα ήταν τόσο ιδιαίτερα που ορισμένοι οι οποίοι τα ενστερνίστηκαν και τα προώθησαν και τα προχώρησαν παραπέρα βρέθηκαν σεντισμένοι. Σε πως δεν ήταν ασυνήθιστο το γεγονός κάποιοι από τους επισκόπους να βρίσκονται σεντισμένοι επειδή ακριβώς προωθούσαν τον Αριστοτέλη αλλά προωθούσαν όχι ακριβώς κείμενα που δείχναν και αναφερόταν σε αυτού του ίδιου στην Ιεραρχία αλλά κείμενα που δείχναν κάτι άλλο το οποίο δεν ήταν χρήσιμο και δεν ήταν βολικό. Δεν είναι λοιπόν τυχαία ότι και όταν ξεκίνησε η αναγέννηση και όταν ξεκίνησε ας το πούμε μια επανάσταση κατά των κατεστημένων γνώσεων και αντιλήψεων και όλα τα σχετικά αυτό εμφανίστηκε καταρχήν σαν αντίδραση προς την Παππική Εκκλησία και ταυτόχρονα σαν μια αντίδραση στον Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης λοιπόν από πολλούς θεωρείται ότι για 15, 16 ή 17 αιώνες επέδρασε στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων της Ευρώπης και στη συνέχεια η επόμενη εξέλιξη που έγινε με την αναγέννηση δημιουργήθηκε ακριβώς για να αντιδράσει κάποιος πάνω στον Αριστοτέλη. Όλοι λοιπόν βασίζονται πάνω σε αυτό και μας θεωρούν, εμάς τους Έλληνες, σαν κάποια περίεργα όντα οι οποίοι κάναν κάτι κάποτε στη ζωή τους, αυτό το κάτι τελείωσε με τον Αριστοτέλη και η σύγχρονη κοινωνία, η σύγχρονη επιστήμη, η σύγχρονη ζωή ξεκίνησε από κάποια στιγμή και ξεκίνησε ως αντίδραση στον Αριστοτέλη. Αν δεν ψευδεύσουν τούτο που θέλει γιατί ο Τσιφόρος και διάφοροι άλλοι, υπήρχαν και όλοι οι άλλοι φιλόσοφοι οι οποίοι γράψαν πράγματα, υπήρχαν επίσης κείμενα του Αριστοτέλη το οποίο η Απικη Εκκλησία δεν τα θεωρούσε καλά, δεν τη βόλευαν, δεν τα χρησιμοποιούσε, επιλεκτικά χρησιμοποιούσαν πράγματα από αυτόν, αναθερώταν σ' αυτόν ως αυθεντία διότι τους βόλευαν αυτή την έννοια. Προφανώς η αντίδραση που δημιουργήθηκε, δημιουργήθηκε προς τον Πάπα, κυρίως προς την επιβολή της δικής του εξουσίας και φυσικά προς τον Αριστοτέλη τον οποίον αυτός επικαλούνταν, όμως η αναγέννηση, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, βασίστηκε πάνω ακριβώς σε αυτόν, στην αναγέννηση, στο ξανάψάξιμο, στην ξανά ανακάλυψη κάποιων αρχαίων ελληνικών κειμένων και του ίδιου το Αριστοτέλη, από εκείνα που δεν προωθούσε η εξουσία, και κάποιων άλλων φιλόσοφων Με την έννοια αυτή λοιπόν υπάρχει συνέχεια της επιστήμης, όπως πιστεύω και εγώ προσωπικά και πολλοί άλλοι συναδελφοί μου, υπάρχουν όμως και ορισμένοι, οι οποίοι κυρίως κοινούμενοι από τοπικιστικά και πατριωτικά, σε ισαγωγικά συναισθήματα, θέλουν να σβήσουν τη σημασία της ελληνικής επιστήμης και να μας πούμε ότι η επιστήμη ξεκινάει από τον 17ο αιώνα, τότε που οι πρώτοι δυτικοί επιστήμονες άρχισαν να πραγματοποιούν εμφάνιση στον κόσμο της φυσικής, της φιλοσ γενικότερα. Αν δεν είχαν τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο και τους διάφορους Έλληνες μαθηματικούς να πατήσουν πάνω τους, δεν θα μπορούσαν ποτέ να φτάσουν στο σημείο στο οποίο έχουν φτάσει. Για τους λάτρεις των σχημάτων, των σχεδίων, των κατατάξεων και, εν πάση περιπτώσει, της αριστοτελικής ιεράρχης των πραγμάτων, υπάρχει εδώ πέρα ένας μικρός πίνακας, συνοπτικός, όχι πλήρης, επαναλαμβάνω, βασιζόμενος στις γνώσεις και στις ιδέες που έχουμε τώρα για τους φιλοσόφους εκείνου τον καιρό, όπου υπάρχει μια περίπου καταγραφή των κύριων φιλοσόφων της Αρχίας Ελλάδας που ασχολήθηκαν με το φυσικό κόσμο και με το τι πρέσβευε ο καθένας από αυτούς. Βλέπετε δίπλα στον Ιράκλου ότι υπάρχει η φωτιά που γενικά οι περισσότεροι από εμάς το αποδίδουμε και σε παρένθεση δίπλα ο λόγος, που είναι κάτι για το οποίο αναφέρεται αυτός συχνά, χωρίς εμείς να το αποδίδουμε ότι αυτό ήταν η βασική ή κεντρική του ιδέα. Στον Εμπεδοχλή δίπλα υπάρχουν και τα τέσσερα ρυζώματα και στον Αριστοτέλη υπάρχει τα τέσσερα ρυζώματα και ο Εθέρας. Ένα λοιπόν μικρό συνοπτικό πινακάκι για όποιους θέλουν να έχουν κάπου συγκεντρωτικά την εικόνα μέσα στο μυαλό τους. Στη συνέχεια θα δούμε πώς αυτοί εδώ πέρα οι φιλόσοφοι επέδρασαν στην ανάπτυξη και εξέλιξη της σύγχρονης φιλοσοφίας και πώς σε αυτή τη σύγχρονη φιλοσοφία δημιουργήθηκε το επόμενο βήμα, όχι η ηθική φιλοσοφία, όχι η φυσική φιλοσοφία, αλλά η επιστημολογία. |