: Κυρία Αθηνάκ, καλησπέρα. Θέλουμε να μας πεις πότε ήρθες από την Τουρκία, πότε ήρθες και να μας διηγήθησες πότε γεννήθηκες και πότε έφτασες στην Ελλάδα και πώς. Άκουσε, κορίτσι μου, είναι τόσο μεγάλη ιστορία. Παρολύου ήμουνα Τουρκάλα. Τουρκάλα. Γιατί ετοιμαζόταν για φεβιό, πρόσφυγες, θα φύγετε στην Ελλάδα και η μαμά μου με έβαλε στην πόρτα μπροστά να πλύνει η γυναίκα και η άλλη ηθία μου καθότανε κοίναζε επάνω. Και μια βλέπει μια χανούμισσα σοβαρή να έρχονται και να λέει άντα κατσαλίμα, άντα κατσαλίμα πάρτο και να φύγουμε το παιδί. Από πάνω η μάνα μου ηθία μου δηλαδή βάζει τις φωνές Χριστίνα το παιδί μας παίρνουνε και τρέχουνε και μ' αγκαλιάζουν και έγιναν χριστιανοί. Ήθηκες και πότε ήρθες στην Ελλάδα για να καταλάβουμε. Εγώ 21 Μαΐου γεννήθηκα. Το 1921. Δηλαδή 92 χρόνια γεμάτα πριν. Ναι δεν ήμουν. Πού γεννήθηκες. Μόλις και περπατούσα. Σε ποια πόλη γεννήθηκες. Το 21 Μαΐου. Σε ποια πόλη γεννήθηκες για να το θυμάσαι. Στη Σύνη Ικωνίου. Στο Ικόνιο. Ας πούμε για να σε δώσω να καταλάβεις. Ήτανε όπως το Σέλι το δικό μας. Ήτανε η Σύνη και η Βέρρεια ήτανε. Το Ικόνιο. Όχι το Ικόνιο. Ήτανε μια πιο μεγάλη πόλη. Πιο μεγάλη πόλη. Μα είσαι. Τι θυμάσαι από τις κουβέντες των γονιών σου που σε φέρανε εδώ πέρα. Από τις κουβέντες όλα τα θυμάμαι. Γιατί 40 χρόνια αυτά λέγα, λέγα, λέγα. Αλλά τα γεγονότα δεν τα έζησα. Αυτό είναι. Και ήταν δύο χρόνια. Με τι σας φέρανε από εκεί με το πλοίο ήρθατε? Εμείς δεν είχαμε αυτό, χωράφια. Είχαμε καρότσια, νικιάσαμε καρότσια. Νικιάσαμε τέτοια πράγματα και βάλαμε τους μόγους. Και ό,τι μπορέσαμε να κάνουμε. Η στωλή που μας έδωσες ήτανε δική σου, ήταν της μαμάς σου. Ο παππούς μου ήτανε παπάς. Παπά Χρυσάνθος. Δυο αδέρφια είμασταν τα οποία μικρά. Εγώ ακόμα δεν ήμουνα πέντε χρονών. Πέθαραν οι γονείς μας, ο παπάς μας. Όχι, όχι, συγγνώμη. Η μοδό μας. Και μείναμε ορφανά στη θεία μας. Μεγαλώσαμε δυο μωρά ορφανά στη θεία μας. Θέλουμε να μας δώσετε τις ευχές σας. Η γελιά μου, κουτσή, χωρίς πόδια. Μεγάλωσε τόσο ένα γοράκι. Στην αρχή ήθελε να το δώσει, γιατί πέθανε και χώρη της επάνω στη γέλα. Και δεν ήθελε να το βλέπει. Το έβαλε ροδηγέντη. Όταν ήρθε η ώρα, δεν το δίνω. Ε, δεν το δίνεις, πώς θα το μεγάλωσες. Και όπως το έκανε επτά χρονώ αυτό το παιδί. Η ζωή του ανθρώπου αυτά. |