Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙ (Μεταπτυχιακό): Παρακαλώ. Παρακαλώ. Παρακαλώ. Παρακαλώ. Παρακαλώ. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην 10η διάλεξη του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου 1ο έτους Εαρινού Εξαμίνου θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και το σχολιασμό της έκθεσης του ειδικού εισηγητή για τη θρησκευτική ελευθερία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ για την επίσκεψή του στη Σερβία το 2009, για να διορθώσω καλύτερα, της ειδικής εισηγήτριας της τότε ειδικής εισηγήτριας για την επίσκεψή της στην Σερβία και θα ασχοληθούμε με το τμήμα που αφορά το εσωτερικό νομικό πλαίσιο για την ελευθερία της θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Παράγραφος 7 Σύμφωνα με το άρθρο 11 του συντάγματος η Σερβία είναι ένα κοσμικό κράτος οι εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες είναι χωρισμένες από το κράτος και καμία θρησκεία δεν μπορεί να εγκαθιδητηθεί ως κρατική ή υποχρεωτική θρησκεία. Σύμφωνα με το άρθρο 21 απαγορεύεται οποιαδήποτε άμεση ή έμεση διάκριση που βασίζεται σε οποιοδήποτε λόγο, μεταξύ άλλων στη θρησκεία. Η ελευθερία σκέψης συνείδησης, πεποίθησης και θρησκείας καθώς και το δικαίωμα να διατρεί κάποιος την πεποίθηση ή τη θρησκεία του είναι να της αλλάζει κατ' επιλογήν. Είναι εγγυημένες από το άρθρο 43 του Συντάγματος. Περαιτέρω, κανένα πρόσωπο δεν έχει την υποχρέωση να δηλώσει τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις του. Οι γονείς και οι νόμοι και οι δαιμόνες έχουν το δικαίωμα να διασφαλίζουν τη θρησκευτική και ηθική εκπαίδευση των παιδιών τους σε συμφωνία με τις δικές τους πεποιθήσεις. Παράγραφος 8. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Συντάγματος, η ελευθερία εκδήλωσης θρησκείας ή κοσμοθεωρίας μπορεί να περιοριστεί από το νόμο μόνο αν είναι αναγκαίο σε δημοκρατική κοινωνία για την προστασία της ζωής και της υγείας των ανθρώπων, της ηθικής της δημοκρατικής κοινωνίας, των ελευθεριών και δικαιωμάτων που είναι εγγυημένες από το Σύνταγμα, της δημόσιας ασφάλειας και τάξης ή για την παρεμπόδηση της παρακίνησης του θρησκευτικού, εθνικού και φιλετικού μίσους. Πιπλέον, οι δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων που αποβλέπουν σε βία η ανατροπή του συνταγματικού συστήματος και παραβιάσεις των εγγυημένων ανθρώπινων ή μοιονωτικών δικαιωμάτων, την παρακίνηση στο φιλετικό, εθνικό ή θρησκευτικό μίσος χωρεύονται από το άρθρο 5 του Συντάγματος. Παράγραφος 9, το άρθρο 44 του Συντάγματος ορίζει ότι οι εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες είναι ίσες και ελεύθερες να οργανώνουν ανεξάρτητα την εσωτερική τους οργάνωση, τα θρησκευτικά ζητήματα, να επιτελούν θρησκευτικές ιεροτελεστίες δημόσια, να ιδρύουν και να διοικούν θρησκευτικά σχολεία, κοινωνικούς και φιλανθρωπικούς οργανισμούς σε συμφωνία με το νόμο. Το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να απαγορεύει μια θρησκευτική κοινότητα μόνο αν οι δραστηριοτητές της παραβιάζουν το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην διανοητική και φυσική υγεία, τα δικαιώματα του παιδιού ή το δικαίωμα στην προσωπική και οικογενειακή ακαιρεότητα, τη δημόσια ασφάλεια και τάξη ή εάν παρακινεί το θρησκευτικό, εθνικό ή φιλετικό μίσος. Άρθρο 44 του Συντάγματος. Παράγραφος 10. Ο νόμος του 2006 για τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες προβλέπει το καθεστώς του νομικού προσώπου για τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες που είναι καταχωρημένες σύμφωνα με το νόμο. Το άρθρο 10 του νόμου ρητά ονομάζει πέντε παραδοσιακές εκκλησίες, τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Ρώμεο Καθολική Εκκλησία, τη Σλοβακική Ευαγγελική Εκκλησία, τη Χριστιανική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία και την Ευαγγελική Χριστιανική Εκκλησία και δύο παραδοσιακές θρησκευτικές κοινότητες, την Ισλαμική Κοινότητα και την Εβραϊκή Κοινότητα, ως εκείνες οι οποίες στη Σερβία έχουν ιστορική συνέχεια κατά τη διάρκεια των αιώνων και των οποίων το νομικό καθεστώς αποκτήθηκε στη βάση ειδικών νόμων. Το άρθρο 11 τονίζει ότι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει παίξει έναν εξαιρετικό ιστορικό, εθνικά οικοδομητικό και εκπολτιστικό ρόλο στη διατήρηση και ανάπτυξη της ταυτότητας του Σερβικού λαού. Παράγραφος 11. Η διαδικασία για την καταχώρηση των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων στο βιβλίο καταχώρησης που διατηρείται από το Υπουργείο το Αρμόδιο για θρησκευτικές υποθέσεις θεσπίζεται στα άρθρα 17 έως 25 του νόμου 2006 για τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες. Κανένας θρησκευτικός οργανισμός δεν μπορεί να καταχωρηθεί το όνομα του οποίου περιέχει μια επωνυμία ή ένα μέρος επωνυμίας που εκφράζει την ταυτότητα μιας εκκλησίας θρησκευτικής κοινότητας ή θρησκευτικού οργανισμού που έχει ήδη καταχωρηθεί ή έχει υποβάλει έτηση για καταχώρηση. Σύμφωνα με το Άρθρο 18 οι θρησκευτικές κοινότητες που δεν θεωρούνται παραδοσιακές σύμφωνα με το Άρθρο 10 έχουν να υποβάλουν ένα νημόνιο με τα ονόματα και τις υπογραφές των ιδρυτών να περιλαμβάνει τουλάχιστον το 0,001% των ενήλικων πολιτών της Σερβίας που είναι κάτοικοι στη Σερβία σύμφωνα με την πιο πρόσφατη επίσημη απογραφή του πληθυσμού ή αλλοδαπεί πολίτες με μόνιμη διαμονή στο έδαφος της Σερβίας. Παράγραφος 12 σύμφωνα με το Άρθρο 20 του νόμου του 2006 το Υπουργείο το αρμόδιο για τις θρησκευτικές υποθέσεις μπορεί να απορρίψει μια έτηση για καταχώρηση ενός θρησκευτικού οργανισμού εάν η σκοπή του, οι δασκαλίες του, οι τελετές του, οι δραστηριοτητές του είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και τη δημόσια τάξη ή εάν θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία, τα δικαιώματα των άλλων, τα δικαιώματα των παιδιών το δικαίωμα στην προσωπική και οικογενειακή ακαιρεότητα ή το δικαίωμα στην περιουσία. Κατά τη λήψη απόφασης επί μιας αιτήσεως για καταχώρηση το Υπουργείο το αρμόδιο για τις θρησκευτικές υποθέσεις θα λαμβάνει επίσης υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστρίου Αθροπίνων Δικαιωμάτων καθώς και τις διοικητικές ή δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την καταχώρηση ή τις δραστηριότητες εξειδικευμένων θρησκευτικού οργανισμού σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έγκριση της καταχώρησης, η απόρριψη της αίτησης, η άρνηση της καταχώρησης ή η διαγραφή από το Μητρό μπορούν να αποτελούν αντικείμενο έθεσης δια της διοικητικής οδού. Πράγμα 13. Το Κοινηβούλιο της Δημοκρατίας Σερβίας υιοθέτησε ένα νόμο για την απαγόρευση των διακρίσεων το Μάρτιο του 2009. Ο νόμος ορίζει ως διακρίσεις και μεταχείριση προκαλεί διακρίσεις. Οποιαδήποτε αδικαιολόγητη διαφεροποίηση ή άννηση μεταχείριση παράδειγμα σχαρή πράξη παράλειψης όσον αφορά πρόσωπα ή ομάδες καθώς και των μελών των οικογενειών τους ή ανθρώπους συγγενείς προς αυτούς που εκτελείται κατά έναν ανοιχτό ή συγκεκαλυμένο τρόπο για λόγους μεταξύ άλλων θρησκευτικών πεμπιθύσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του νόμου 2009, οι διακρίσεις συμβαίνουν όταν η αρχή της ελευθερίας έκφρασης των θρησκευτικών πεμπιθύσεων κάποιου παραβιάζεται, παράδειγμα σχαρή αν σε ένα πρόσωπο η ομάδα αρνείται κάποιος το δικαίωμά τους να διατηρούν, να υιοθετούν, να διατηρούν, να εκφράζουν ή να αλλάζουν τις σκεφτικές τους πεπιθύσεις ή να συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις σκεφτικές τους πεπιθύσεις. Λίγο πριν την υιοθέτηση του νόμου του 2009, μια δεύτερη παράγραφος προσθέθηκε στο άρθρο 18 του νόμου, προβλέποντας ότι ιερείς ή άλλοι θρησκευτικοί δράσεις ιερέων ή άλλων θρησκευτικών αξιωματούχων, που είναι σε συμφωνία με τη διδασκαλία, τις πεπιθύσεις ή τους σκοπούς των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, των καταχωρημένων δυνάμει του νόμου του 2006 για τις εκκλησίες και τις σκεφτικές κοινότητες, δεν πρέπει να θεωρούνται ότι προκαλούν διακρίσεις. Πίεση από θρησκευτικές και συντηρητικές ομάδες που αφορούν ζητήματα όπως την θρησκευτική μεταστροφή και την ελεύθερη έκφραση σεξουαλικού προσανατολισμού έχουν οδηγήσει σε μια προσωρινή απόσυρση του νομοσχεδίου από την νομοθετική ατζέντα στην αρχή του Μαρτίου του 2009. Ένας τροποποιημένος νόμος εναντίον των διακρίσεων τελικώς υιοθετήθηκε 26 Μαρτίου 2009 με μία μικρή πλειοψηφία. Παράγραφος 14. Ο νόμος του 2001 για την απογραφή του πληθυσμού θεσπίζει ότι κανένα πρόσωπο δεν είναι υποχρεωμένο να δηλώνει την θρησκευτική του ή την θρησκευτική της προσχώρηση και ότι η φόρμα, ο τύπος απογραφής πρέπει να περιέχει μία σημείωση γι' αυτό το θέμα. Επιπλέον, το άρθρο 18 του νόμου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων προβλέπει ότι τα δεδομένα για τη φιλετική καταγωγή, εθνότητα και θρησκή και θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις μπορούν να συλλέγονται, να καθίσουν αντικείμενο επεξεργασίας και να χορηγούνται για χρήση μόνον ήστρα από γραπτή συνέναιση του πολίτη. Μετά την παρουσίαση του εσωτερικού νομικού πλησίου για την ελευθερία της ρισκίας ή της κοσμοθεωρίας, έχουμε να σχολιάσουμε τα εξής σημεία. Ότι το Σύνταγμα Σερβίας αναγνωρίζει το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, περιέχει περιορισμούς στη ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας και επίσης το ίδιο Σύνταγμα αναγνωρίζει την ισότητα των θρησκευμάτων και των κοινωντήτων μη πιστευόντων καθώς και το δικαίωμα στην αυτονομία τον ίδιο, δηλαδή να οργανώνονται ανεξάρτητα την εσωτερική τους δομή, τα σχετικά τους ζητήματα να ρυθμίζουν κλπ. Και στη συνέχεια ο ειδικός Ιητής αναφέρεται στο νόμο του 2006 για τις εκκλησίες και τις σκεφτικές κοινότητες. Εκεί αναφέρει ότι ο νόμος αυτός αναφέρει ρητά τις επωνυμίες πέντε παραδοσιακών θρησκειών, με τη διάκριση παραδοσιακών και μη παραδοσιακών θρησκειών στη Σερβία. Οι πέντε παραδοσιακές εκκλησίες και δύο παραδοσιακές θρησκευτικές κοινότητες. Οι πέντε παραδοσιακές θρησκευτικές εκκλησίες είναι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, η Ρώμεο Καθολική Εκκλησία, η Σλοβακική Ευαγγελική Εκκλησία, η Χριστιανική Μεταριθμισμένη Εκκλησία και η Ευαγγελική Χριστιανική Εκκλησία. Και οι δύο παραδοσιακές θρησκευτικές κοινότες είναι η Ισλαμική Κοινότητα και η Εβραϊκή Κοινότητα. Όλες οι άλλες, όλα τα άλλα θρησκεύματα είναι μη παραδοσιακά. Ακολούθως, ο ειδικός σηγητής αναφέρεται στη διαδικασία για την καταχώρηση, δηλαδή για την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας των εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων με την καταχώρησή τους στο μητρό που τηρείται από το Υπουργείο, το αρμόδιο για τις θρησκευτικές υποθέσεις. Μέχεια, ο ειδικός σηγητής αναφέρεται στο νόμο για την απαγόρευση των διακρίσεων που υιοθετήθηκε εν τέλει το Μάρτιο του 2009. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν θεωρούνται διακρίσεις. Κάτι το οποίο δεν υπάρχει στον ελληνικό νόμο που ψηφίστηκε το 2014 για την απαγόρευση των διακρίσεων ότι δεν θεωρούνται διακρίσεις. Οι δράσεις ιερέων ή άλλων θρησκευτικών αξιωματούχων, που είναι σύμφωνες με τη δασκαλία της πεποιθήσεις ή τους σκοπούς των καταχωρημένων εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων. Βέβαια αυτό δεν το λέει η ειδική συγκύτρια, αλλά εφόσον ο νόμος αυτός του 2009 ο Σερβικός για την απαγόρευση των διακρίσεων μεταχειρίζεται διαφορετικά στο θησίτημα αυτό της καταχωρημένης από τις μη καταχωρημένες εκκλησιές και σχετικές κοινότητες παραβιάζει. Βέβαια αυτό δεν το λέει η ειδική συγκύτρια, αλλά εφόσον ο νόμος αυτός του 2009 ο Σερβικός για την απαγόρευση των διακρίσεων μεταχειρίζεται διαφορετικά στο θησίτημα αυτό της καταχωρημένης από τις μη καταχωρημένες εκκλησιές και σχετικές κοινότητες παραβιάζεται. Βέβαια αυτό δεν το λέει η ειδική συγκύτρια, αλλά εφόσον ο νόμος αυτός του 2009 ο Σερβικός για την απαγόρευση των διακρίσεων μεταχειρίζεται διαφορετικά στο θησίτημα αυτό της καταχωρημένης από τις μη καταχωρημένες εκκλησιές και σχετικές κοινότητες παραβιάζεται. Στη συνέχεια θα δούμε τα συμπεράσματα και τις συστάσεις της τότε ειδικής συγκύτριας για την ελευθερία της θρησκείας ή κοσμοθεωρίας προς την Σερβία. Παράγραφος 31 της έκθεσης. Η ειδική συγκύτρια επισκέφτηκε μερικούς πολυεθνικούς και πολυθρησκευτικούς δήμους στην κεντρική Σερβία και την Βοηγοδήνα, που μια ατμόσφαιρα θρησκευτικής ανοχής φαίνεται να ανθεί σχετικώς αυτή δηλαδή η ειδική συγκύτρια. Θα ήθελε να επαναλάβει ότι οι διαθρησκευτικές διαβουλεύσεις σε τοπικό, εθνικό και ιδίως περιφερειακό επίπεδο είναι σημαντικές για την προαγωγή της κατανόησης, της ανοχής και του σεβασμού μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων. Επιπλέον, το κράτος δικαίου και η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών είναι προαπετούμενα για την αποτελεσματικότητα αυτών των στρατηγιών, οι οποίες επιζητούν να ενθαρρύνουν τον πραγματικό διάλογο σε ένα ανοιχτό και πλουραλιστικό πολυφωνικό περιβάλλον. Διάφοροι κρατικοί θεσμοί μπορούν και θα πρέπει να συνεχίσουν να παίζουν έναν κομβικό ρόλο σε αυτά τα ζητήματα, συμβάλλοντας τη συμφιλίωση και την οικοδόμηση σεβασμού για τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περιναμβανομένης της ελευθερίας, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Τα ζητήματα της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων στη βάση της θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θα πρέπει να είναι μεταξύ των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης. Παράγραφος 32. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ειδικός εισηγητής θα συνιστούσε μία μεταρρύθμιση και κατάλληλη εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου για τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμιστοσύνη μεταξύ των διαφόρων κοινωτήτων. Φαίνεται ζωτικό ότι το Υπουργείο Θρησκείων είναι περισσότερο διαφανές στη λήψη απόφασης και δεσμεύεται αυστηρά από τα καθήκοντα ουδετερότητας και αμεροληψίας. Όπως υπογραμμίστηκε στην έκθεσή της, δηλαδή της ειδικής εισηγήτριας, προς την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η καταχώρηση δεν θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για την πρακτική μιας θρησκείας, αλλά μόνο για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας και συναφών προνομίων. Στην τελευταία περίπτωση, οι διαδικασίες καταχώρησης δεν θα πρέπει να είναι επιβαρυντικές και σύνθετες, έτσι ώστε η ίδια η διαδικασία κάθε αυτή να μην γίνεται ένα εμπόδιο στην καταχώρηση, για παράδειγμα σε σχέση με τον απαιτούμενο αριθμό υπογραφών ιδρυτών. Η καταχώρηση δεν θα πρέπει να εξαρτάται από την εξέταση του ουσιαστικού περιεχομένου της πεποίθησης της δομής ή του κλήρου. Επιπρόσθετα, καμία θρησκευτική ομάδα δεν θα πρέπει να έχει εξουσία να αποφασίζει για την καταχώρηση άλλης θρησκευτικής ομάδας. Παράγραφος 33 της έκθεσης, όσον αφορά τους χώρους λατρείας, ο ειδικός εισηγητής θα ήθελε να αναφέρει την απόφαση 55 κάθος 254 γενικής συνέλευσης, στην οποία γενική συνέλευση καλεί τα κράτη να ασκήσουν όλες τις προσπάθειές τους να διασφαλίσουν ότι οι θρησκευτικοί τόποι γίνονται πλήρως σεβαστοί και προστατεύονται σε συμφωνία με τα διεθνείς τάντας και σε συμφωνία με την εθνική τους νομοθεσία. Η συνέλευση επίσης καλεί όλα τα κράτη να υιοθετήσουν κατάλληλα μέτρα που αποβλέπουν την πρόληψη όλων των πράξεων ή των απειλών, βίας, καταστροφής ή διακυνδύνευσης που κατευθύνεται εναντίον θρησκευτικών τόπων. Παράγραφος 34. Ο ειδικός εισηγητής, μάλλον η ειδική εισηγητρία, παρατήρησε ότι οι φωνές εκείνων των ατόμων που δεν ομολογούν οποιαδήποτε θρησκεία και εκείνων που είναι διστάμενοι στα πλαίσια των κοινοτήτων τους ή δεν θέλουν να έχουν σχέση με τις θρησκείες, δεν θα πρέπει να περιθροϊποιούνται. Όλα τα άτομα δεν αναφέρονται ρεαλιστικά στην τελευταία απογραφή ούτε δίνεται μια δυνατότητα για την θεσμική έκφραση των απόψεών τους σε θέματα θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Μια αληθινά πολυφωνική κοινωνία είναι απαραίτη προϋπόθεση ενός δημοκρατικού συστήματος. Οι θεϊστικές, αθεϊστικές και οι μη θεϊστικές πεποιθήσεις και οπαδήσεις τους, όπως και εκείνοι οι οποίοι δεν αμπολογούν οποιαδήποτε θρησκεία, έχουν ένα σημαντικόρόνο να παίξουν στην οικοδόμηση του προλρανισμού, δηλαδή της πολυφωνίας. Μετά την παρουσίαση των συμπερασμάτων και των συστάσεων της ειδικής συγκήτριας, θα μπορούσαμε να προβούμε στο σχολιασμό ορισμένων σημαντικών σημείων αυτής. Η ειδική συγκήτρια προτείνει μια τροποποίηση του ισχύοντος νόμου για τις εκκλησίες και τις σκεφτικές κοινότητες προς τη κατεύθυνση της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης μεταξύ των διαφόρων κοινοτήτων. Στη συνέχεια αναφέρεται στις διαδικασίες καταχώρησης και λέγει ότι δεν θα πρέπει να προκαλούν βάρος οι διαδικασίες αυτές καταχώρησης, θα πρέπει να είναι διαφανής και θα πρέπει να περιέχουν προϋποθέσεις τυπικές, ούτως ώστε όταν εκπληρώνονται να αποφασίζεται η καταχώρηση. Και δεν θα πρέπει να επισέρχονται στο ουσιαστικό περιεχόμενο των πεποίθησεων της δομήσης του κλήρου ενός θεσκευτικού οργανισμού, ο οποίος ζητά την απόκτηση νομικής προσωπικότητας. Η δική μνία κάνει ειδική συγκύτρια για τα άτομα τα οποία δεν ομολογούν καμιά θρησκεία και για αυτούς ο οποίους είναι διεστάμινοι στα πλαίσια των κοινοτήτων τους. Θα πρέπει να δοθεί, υποστηρίζει μια θεσμική έκφραση και σ'αυτούς, ούτως ώστε όλοι οι πιστή θεϊστικοί, αθεϊστικοί και μη θεϊστικοί να μπορούν να συμβάλουν στην οικοδόμηση του προωλισμού στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Στο σημείο αυτό τελείωσε η δέκατη διάλεξη του μεταπτυχιακού του εκκλησιαστικού δικαίου πρώτου έτους αιάρινού εξαμίνου. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας. |