Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙ (Μεταπτυχιακό): Είμαστε ευγενείς που διευθύνουμε την ευκαιρία της διευθυνσίας της ΕΕ. Είμαστε ευγενείς που διευθυνσιάζουμε την ευκαιρία της διευθυνσίας της ΕΕ. Γεια σας αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην ενδέκατη διάλεξη του Μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου πρώτο έτους εαρρυνού εξαμήνου θα ασχοληθούμε με την παρουσίαση και τον σχολιασμό της έκθεσης του ειδικού εισηγητή για τη θρησκευτική ελευθερία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΥΕ που αφορά την επίσκεψή του στην Γερμανία. Νομοθεσία που αφορά την ανοχή και την απαγόρευση των διακρίσεων στον τομέα της θρησκείας ή κοσμοθεωρίας. Πρώτον, γενικές συνταγματικές εγγυήσεις που σχετίζονται με την ελευθερία θρησκείας και κοσμοθεωρίας. Παράγραφος 7, η ελευθερία της θρησκείας και κοσμοθεωρίας είναι εγγυημένη από το άρθρο 4 του συντάγματος ως εξής. Παράγραφος 1, η ελευθερία πεποίθησης και συνείδησης και η ελευθερία ομολογίας θρησκευτικών και φιλοσοφικών πεποίθησεων είναι απαραβίαστες. Παράγραφος 2, η ελεύθερη άσκηση της λατρείας είναι εγγυημένη. Παράγραφος 8 της έκθεσης, αυτή η ελευθερία περιλαμβάνει τόσο το ατομικό δικαίωμα κάθε προσώπου να πιστεύει σε ό,τι θέλει και το δικαίωμα να μην έχει υπεποίθηση. Περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα να συμπεριφέρεται σύμφωνα με την πεποίθησή του. Επιπλέον, το άρθρο 4 παράγραφος 3 του συντάγματος αναγνωρίζει το δικαίωμα της αντίρρησης συνειδήσεως στην στρατιωτική θητεία. Παράγραφος 9 της έκθεσης, το άρθρο 4 του συντάγματος δεν επιβάλλει ρητά περιορισμούς σε αυτά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες όσον αφορά τις εκδηλώσεις τους. Αλλά προφανώς δεν εφαρμόζονται χωρίς όρια. Αυτοί οι περιορισμοί προέρχονται από τις επιπτώσεις του συντάγματος, κυρίως όσον αφορά την προστασία των θεμελιωδών, δικαιωμάτων των άλλων. Παράδειγμα, προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, Σύνταγμα άρθρο 1 και δικαίωμα στη ζωή και τη φυσική ακαιρεότητα, Σύνταγμα άρθρο 2, παράγραφος 2. Αυτοί οι περιορισμοί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογοι προς τους σκοπούς που επιδιώκονται. Δεύτερον, συνταγματικές εγγυήσεις ειδικές για τις σχέσεις μεταξύ του κράτους, της θρησκείας και της πεποίθησης, παράγραφος 10. Η συνταγματική εγγύηση της θρησκευτικής ελευθερίας συμπληρώνεται από το άρθρο 140 του Συντάγματος, το οποίο ενσωματώνει τα άρθρα 136, 137, 138 και 141 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, της 11 Αυγούστου 1919 και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ του κράτους, των εκκλησιών και των θρησκευτικών κοινοτήτων. Το άρθρο 7 παράγραφη 2 και 3 του Συντάγματος εγγυάται το μάθημα των θρησκευτικών στα κρατικά σχολεία. Παράγραφος 11 της έκθεσης. Όπως αντανακλάται στις συνταγματικές διατάξεις από το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, έχει εισαχθεί ένας χωρισμός μεταξύ θρησκειών και του κράτους. Όμως, αυτοί οι περιορισμοί, αυτές οι διατάξεις, δεν θεσπίζουν την αρχή ενός απόλυτου χωρισμού, που να αποκλεί κάθε δυνατότητας συνεργασίας μεταξύ θρησκείας και κράτους. Ένας ουσιώδης βαθμός συνεργασίας έχει διατηρηθεί και εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Με τη χωρίγηση καθεστότος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, την προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας που αποβλέπει σε θρησκευτικού σκοπούς, τις εγγυήσεις για τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που αναγνωρίζονται ως κοινόθητες δημοσίου δικαίου, να επιβάλλουν φόρους, η πρακτική της λατρείας στις ένοπλες δυνάμεις, τα νοσοκομεία, τις φυλακές και άλλους δημόσιας οργανισμούς και το μάθημα των θρησκευτικών στα κρατικά σχολεία. Τα δικαιώματα και τα προνόμια που ανακύπτουν από αυτή τη συνεργασία και είναι προς όφελος των θρησκιών που έχουν το καθεστώς του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου περιλαμβάνωμένων της καθολικής και των προθεστατικών εκκλησιών. Εκλαμβάνονται μερικές φορές, κυρίως από τις αρχές στα ομόσπονδα κρατήδια της πρώην λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας και από μειωνοτικές ομάδες και κοινότητες στον τομέα της θρησκείας και κοσμοθεωρίας ως προνόμια που παραχωρούνται από το κράτος στις μεγαλύτερες εκκλησίες όπως το να επιβάλλουν φόρους μέσω των δημόσιων αρχών προς όφελος των μεγαλύτερων εκκλησιών. Όμως, όπως αναφέρεται παρακάτω, αυτά τα προνόμια δεν σχετίζονται με το θρησκευτικό γαρακτήρα της εκκλησίας, αλλά με την αναγνώριση του γεγονότος ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Άλλες θρησκείες αναγνωρίζονται ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον, με λαμβανομένη εκείνης της Ιουδαϊκής κοινότητας και επίσης απολαμβάνουν αυτών δικαιωμάτων, επιπρόσθετα στην ειδική περίπτωση της Πρωθυσταντικής και της Καθολικής Εκκλησίας. Τα προνόμια που χορηγούνται τείνουν να θεωρούνται ως αποζημίωση. Παράγραφος δύο, παράγραφος δώδεκα της έκθεσης του ειδικού εισηγητή, η αρχή της ουδετερώθητας του κράτους παραμένει ιδιαίτερα σημαντική στη Γερμανία. Το κράτος δεν έχει πράγματι ταυτοποιήσει τον εαυτό του με οποιαδήποτε θρησκευτική ή φιλοσοφική πεποίθηση ή με την ενθάριση οποιασδήποτε ιδιαίτερης συμπάθειας ή αντιπάθειας προς αυτήν. Επιπλέον, το κράτος δεν πρέπει να κρίνει την εσωτερική αξία ή αλήθεια οποιασδήποτε θρησκείας ή πεποίθησης. Αυτή η αρχή της ουδετερώτητας απαιτεί επίσης μια θεμελιώδη στάση ανοχής και εύλογης μεταχείρισης όλων των θρησκευτικών και φιλοσοφικών ομάδων μέσα στο πλαίσιο και στα όρια του δημοσίου συμφέροντος. Η αρχή της κρατικής ουδετερώτητας συνδεδεμένη με την αρχή του θετικού χωρισμού του κράτους και της εκκλησίας που συνεργάζονται σε ορισμένους τομείς. Μερικές φορές συναντά δυσκολίες ερμηνείας σε ορισμένα ομόσποντα κρατίδια σε σχέση, απαράδειγμα, με το ζήτημα της θρησκείας σε κρατικά σχολεία, είτε αφορά την περίπτωση του εσταυρωμένου, είτε το μάθημα των θρησκευτικών. Παράγραφος 13. Στην υπόθεση του εσταυρωμένου στη Βαυαρία, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, στην έτσι αποκαλούμενη απόφαση του εσταυρωμένου, της 16ης Μαΐου 1995, αποφάνθηκε ότι ένας εσωτερικός κανονισμός σχολείου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι ασυμβίβαστος με το άρθρο 4, παράγραφος 1 του Συντάγματος και συνεπώς ακύρωσε αυτόν τον κανονισμό, μεταξύ των άλλων επικαλούμενο το καθήκον του κράτους στην ουδετερότητα. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση, η τοποθέτηση ενός σταυρού ή εσταυρωμένου στον τείχο μιας τάξης σε ένα κρατικό σχολείο, διαφορετικό από ένα θρησκευτικό σχολείο, συνιστά μια παραβίαση των διατάξεων αυτού του άρθρου του Συντάγματος. Όμως, οι βαυαρικές αρχές, εκφράζοντας τη διαφωνία τους σε αυτό το σημείο, έχουν θεσπίσει ένα νόμο για τη διδασκαλία και την εκπαίδευση, που εκλαμβάνεται σαν μία λύση συμβιβαστική. Σε συμφωνία με το άρθρο 7 αυτού του νόμου, δεδομένων των ιστορικών και πολιτιστικών χαρακτηστικών της Βαυαρίας, ένας σταυρός μπορεί να είναι παρόν σε κρατικά σχολεία, προκειμένου η σκοπή του Συντάγματος σε σχέση με την πραγματοποίηση των χριστιανικών και δυτικών αξιών να μπορεί να επιτευχθούν, ενώ διατηρείται η ελευθερία της πεποίθησης. Εάν η παρουσία αυτού του σταυρού προσβάλλεται για σοβαρούς και εύλογους λόγους που σχετίζονται με την πίστη και την πεποίθηση, πρέπει να επιδιωχθεί μία κατανόηση. Εάν δεν επιτευχθεί η συμφωνία, ο διευθυντής του σχολείου πρέπει να προσπαθήσει να επιλύσει κάθε ατομική περίπτωση προς το σκοπό της διασφάλισης του σεβασμού για την ελευθερία της πεποίθησης των μερών και κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι πεποίθησεις όλων των προσώπων να εξετάζονται κατά ένα ισορροπημένο τρόπο και στην πληρέστερη δυνατή έκταση η θέληση της πλειονότητας να λαμβάνεται υπόψη. Αυτός ο νόμος έχει επικυρωθεί από το Βαυαρικό Συνταγματικό Δικαστήριο και υποβλήθηκε στο Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι βαυαρικές αρχές έχουν δηλώσει ότι από την απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστρίου, από τις εννέα προσβολές σε πρωτοβάθμια σχολεία, τέσσερις είχαν ως αποτέλεσμα την απόσυρση του εσταυρωμένου και τέσσερις ένα συμβιβασμό. Στην άλλη περίπτωση ακόμη η διαδικασία εκκρεμεί. Σε δευτεροβάθμια σχολεία από τις τέσσερις προσβολές, δύο έχουν ως αποτέλεσμα την απόσυρση του εσταυρωμένου και δύο άλλες κατέληξαν σε συμβασμό. Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι αρχές των κρατηδείων των Ομοσπονδών στην πρώην λαϊκή δημοκρατία της Γερμανίας, όπου τα θρησκευτικά αισθήματα δεν μπορούν να υποθούν ότι είναι σε υψηλό επίπεδο, θεμηνεύουν την παρουσία του εσταυρωμένου στα κρατικά σχολεία ως αντίθετη προς την ουδετερότητα του κράτους. Σε συμφωνία με το άρθρο 7, παράγραφη 2 και 3 του Συντάγματος, το μάθημα των θρησκευτικών είναι εγγυημένο στα κρατικά σχολεία. Πρηματοδοτείται από το κράτος, το οποίο παρέχει τους αναγκαίους δασκάλους, ενώ το περιεχόμενο της εκπαίρευσης είναι ευθύνη των εκκλησιών. Το μάθημα των θρησκευτικών, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 7 του Συντάγματος, είναι ένα τακτικό μάθημα σε σχεδόν όλα τα κρατικά σχολεία, δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο μεταχείρισης ως δευτερεύον ή προοριεργτικό μάθημα. Όμως, στα ομόσφωντα κρατίδια της πρώην λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας, αυτή η συνταγματική διάταξη μερικές φορές δημιουργεί προβλήματα, διότι εξαιτίας του πολύ περιορισμένου ενδιαφέροντος για τα θρησκευτικά ζητήματα. Οι αρχές συζητούν πράγματι το καθεστώς του μαθήματος των θρησκευτικών στα κρατικά σχολεία, το οποίο μερικοί άνθρωποι θεωρούν ότι θα έπρεπε να είναι προοριετικό. Μια εξέρεξη στο Σύνταγμα είναι επομένως επιθυμητή σε μερικές περιοχές, κυρίως για να διασφαλιστεί μεγαλύτερη ουδετερότητα του κράτους. Όμως, στο ομόσφωντο κρατίδιο του Μπραντεμπούρκ, οι γονείς των μαθητών έχουν ξεκινήσει νομικές διαδικασίες εναντίον των αρχών, προκειμένου να διασφαλίσουν τη θέσπιση του μαθήματος των θρησκευτικών ως αναπόσπαστο μέρος του αναλυτικού προγράμματος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Συντάγματος. Παράγραφος 15. Η ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που σχετίζονται με το κράτος στον τομέα της θρησκείας και επεπίθεσης συνεχίζει να προσελκύει προσοχή και να προκαλεί συζήτηση. Παράγραφος 16. Όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, η αρχή της ουδετερότητας δεν ισοδυναμεί με διαφορεία από μέρους του κράτους. Αυτό είναι εμφανές μέσω των περιορισμών για την ελευθερία της θρησκείας και επεπίθεσης, σύμφωνα με το Συνταγματικό Δίκαιος και σε ισχύει το απλό γεγονός ότι μία κοινότητα, το απλό γεγονός ότι μία κοινότητα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι είναι συγκεκριμένη θρησκεία και θεωρεί τον εαυτό της ως θρησκευτική κοινότητα, δεν δημιουργεί το δικαίωμα ύψο-φάκτο στην άσκηση της ελευθερίας, που αναγνωρίζετε στο άρθρο 4 παράγραφ 1 και 2 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές. Πρέπει να είναι πράγματι θρησκεία ή θρησκευτική κοινότητα που χαρακτηρίζεται από μια πνευματική βάση και από την εξωτερική της εκδήλωση. Ανήκει στις δημόσια αρχές, δηλαδή σε τελική ανάλυση στα δικαστήρια, να διαπιστώνουν την αιτιολόγηση για τις αμφισβητήσεις σε περίπτωση διαφοράς. Η παρέμβαση του κράτους παραμένει μια δυνατότητα, ειδικά στον τομέα της Ποινικής Δίκης, όταν υπάρχει υποψία παράνομων δραστηριοτήτων συγκεκαλυμένων. Από ζητήματα θρησκείας ή πεποίθησης ή κοσμοθεωρίας, εφόσον αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να είναι αντικείμενο ουσιαστικής εκτίμησης καθεαυτά. Συνταγματικές εγγυήσεις ειδικές για τα θρησκεύματα. Όσον αφορά το καθεστώς των θρησκευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 140 του Συντάγματος, Σύνταγμα της Βαϊμάρης, άρθρο 137, παράγραφος 2, σε ένα θρίσκευμα χωριγείται μέσω των διαδικασιών σε ισχύ νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, όταν το φως του καταστατικού του και του μεγέθους των μελών του δίνει οποιαδήποτε απόδειξη ιδιάρχειας. Άλλα θρησκεύματα αποκτούν νομική προσωπικότητα ιδιωτικού δικαίου, παράγραφος 18. Το καθεστώς νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου δίδει ορισμένα δικαιώματα, συγκεκριμένα το δικαίωμα επιβολής εκκλησιαστικών φόρων μέσω των υπηρεσιών του κράτους και το δικαίωμα σε φορολογικά πλεονεκτήματα και απαλλαγές, κυρίως απαλλαγή από το φόρο νομικών προσώπων, το φόρο ακινήτων και το φόρο πληρονομιών και απαλλαγές από καλλονισμούς για κόστι και τέλη. Οι αρχές τονίζουν ότι αυτά τα πλεονεκτήματα και απαλλαγές χωριγούνται όχι εξαιτίας του θρησκευτικού καρακτήρα του θρησκεύματος αλλά διότι υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Σε κάθε έτηση για απόκτηση του καθεστότος νομικού προσώπου δημοσιοδικαίου είναι επίσης αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη προϋποθέσεις που εξειδικεύονται στο άρθρο 140 του Συντάγματος και για να διασφαλιστεί ως σεβασμός προς την ένομη τάξη του κράτους. Αυτή η πρόσθετη προϋπόθεση προέρχεται από την απόφαση της 26 Ιουνίου 1197 που εκδόθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικητικό Δικαστήριο στη λεγόμενη υπόθεση των μαρτύρων του Ιεχωβά. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά δεν θα μπορούσαν να γνωριστούν ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Σύμφωνα με αυτή την απόφαση, το καθεστώς νομικού πρόσωπου δημοσίου δικαίου περιλαμβάνει για τους θρησκευτικούς οργανισμούς τους ενδιαφερόμενους μια προσφορά συνεργασίας από το κράτος, το οποίο έτσι χορηγεί προνόμια τα οποία κανονικά επιφυλάσσει για τον εαυτό του μόνον. Αυτή η συνεργασία σκοπείται προς όφελος του θρησκευτικού οργανισμού στην έκταση που οι δραστηριοτητές του συμβάλουν στην υπηρεσία του κράτους και στο δημόσιο συμφέρον. Κατά συνέπεια, αυτός ο θρησκευτικός οργανισμός δεν θα πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τα θεμέλια του κράτους. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι μάρτυρες του Διεχοβά μέσω της άρνησής τους να μετέχουν στις δημόσια εκλογές, αντιτίθεται στην αρχή της δημοκρατίας. Όμως, δυνάμι του συντάγματος, η δημόσια νοημοποίηση που είναι ουσιώδης για τη δημόσια δράση, απονέμεται πρωτίστως μέσω εκλογών και κυρίως κοινοβουλευτικών εκλογών. Με την άρνηση, καταρχήν, να μετέχουν σε αυτή την εκδήλωση της δημόσιας ζωής, οι μάρτυρες του Διεχοβά υπονομεύουν τη βασική νοημοποίηση του κράτους και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως κοινότητα δημοσιοδικαίου. Οι γερμανικές αρχές, περιλαμβανομένου το Μοσχοδιακού Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, έχουν εν τούτης υπογραμμίσει ότι η μη χωρίγηση τέτοιου καθεστότος δεν σημαίνει μη αναγνώριση των μαρτύρων του Διεχοβά ως θρησκευτικής κοινότητας. Οι μάρτυρες του Διεχοβά έχουν όμως ασκήσει το δικαίωμά τους στην έφεση στο Μοσχοδιακό Σταγματικό Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό, τελείωσε ο χρόνος της ενδέκατης διάλεξης του Μετατυχιακού του Εξιαστικού Δικαίου π.Ε. Αρινού Εξαμίνου, κάτι το οποίο παρουσιάσαμε ένα μέρος της έκθεσης του ειδικού ισυγητή για τη σκεφτική ελευθερία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που αφορά το συνταγματικό καθεστώς της ελευθερίας της σχέσης κοσμοθεωρίας στη Γερμανία. Θα συνεχίσουμε την παρουσίαση αυτή και συνεχεία θα προβούμε στο σχολιασμό στην επόμενη δωδέκατη διάλεξη του ίδιου Μετατυχιακού. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας. |