Διάλεξη 9 / Διάλεξη 9 / Συγκριτικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Συγκριτικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Συγκριτική Εκκλησιαστική Δικαίου Δευτέρω Εξαμήνου. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην ένα τη διάλεξη του Συγκριτικού Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρω Εξαμήνου βρισκόμαστε ήδη στη δεύτερη Γενική Θεωματική αυτής της σειράς μαθημάτων με τον τίτλο «Η Ανάδειξη των Προ...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Συγκριτικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙ
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=e5a8f9e3
Απομαγνητοφώνηση
Συγκριτικό Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Συγκριτική Εκκλησιαστική Δικαίου Δευτέρω Εξαμήνου. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στην ένα τη διάλεξη του Συγκριτικού Εκκλησιαστικού Δικαίου Δευτέρω Εξαμήνου βρισκόμαστε ήδη στη δεύτερη Γενική Θεωματική αυτής της σειράς μαθημάτων με τον τίτλο «Η Ανάδειξη των Προκαθημένων και των Επισκόπων στην Καθολική Εκκλησία και στις Ορθόδοξες Εκκλησίες». Και συνεχίζομαι, το κεφάλαιο το οποίο αφορά την Ανάδειξη των Προκαθημένων και των Επισκόπων κατά την περίοδο της αδιέρετης Εκκλησίας, δηλαδή μέχρι το σχίσμα του 1054, η προβληματική των παραπάνων κανόνων γύρω από την ορλογία που αφορά τον προκαθήμενο Μητροπολίτη αντανακλά τη δικαιοδοσιακή ανισότητα μεταξύ του Μητροπολίτη και των Επισκόπων αναφορικά με τη διοίκηση της επαρχίας. Προβίντσια. Το αξίωμα του προκαθημένου σύμφωνα με το βαλσαμόνα θεμελιώνεται στην αρμοδιότητά του να επιλέγει ή να χειροτονεί με την κανονική έννοια και να χειροτονεί με λειτουργική έννοια τους επισκόπους της επαρχίας του. Συγκεκριμένα, ο βαλσαμόνας αναφέρει ο παρόν κανόν «διορίζετε τι μάστε τους χειροτονήσαντας υπό τον χειροτονηθέντον, ούτη γαρυσή πρώτη και κεφαλαί αυτών». Συνταγματίων και ιερών κανόνων, Ραλυποτλή, τόμος δεύτερος, Ελλήνας, Ραλυποτλή, τόμος δεύτερος, Ελλήνας, 46. Η ανάδειξη των επισκόπων περιλαμβάνεται μεταξύ των περητών, δηλαδή των επαρχιακών ζητημάτων, δηλαδή των ζητημάτων μιας αυτοκέφαλης εκκλησίας που εκείνη την εποχή ήταν η επαρχία, από τον Ζωναρά, τον Βαλσαμόνα και τον Αριστινό. Επιπλέον ο Ζωναράς υποστηρίζει ότι η ανάδειξη των επισκόπων είναι το σημαντικότερο από τα περητά ζητήματα. Αναφέρει συγκεκριμένα «και τόσο τον βούλετε προέχειν τους επισκόπους έντες επαρχίες αυτών, ώστε καθόλου δίδωσιν τίπον μηδέν χωρίς αυτόν εις εκκλησιαστική διοίκησιν αναφερόμενο γίνεσθαι, εις τομίζων και κυριότερον εις τον επισκόπων χειροτονία εστοί». Λοιπόν, η έγγραφη σύγκληση των επισκόπων για την εκλογή των τριών υποψηφίων ανήκει στον Μητροπολίτη, σύμφωνα με τον 19ο Κανόνα της Συνόδου της Ανδιοχίας. Ο τύπος της σύγκλησης προβλέπεται ρητά από τον ίδιο Κανόνα για την εγγυρότητα. Οι Κανόνες 4 της Πρόοδης Οικουμενικής Συνόδου και 19 της Συνόδου της Ανδιοχίας επιβάλλουν τη συμμετοχή όλων των επισκόπων στην εκλογική συναιδρίαση της Συνόδου, αλλά σε περίπτωση δυσχέρειας οφειλόμενης είτε σε κατεπίγουσα ανάγκη, είτε σε μεγάλη απόσταση, η εκλογή του τριπροσώπου είναι έγκυρη. Πρώτον, σύμφωνα με τον Κανόνα 4 της Πρόοδης Οικουμενικής Συνόδου, αν στην εκλογή έλαβαν μέρος τρεις τουλάχιστον επίσκοποι και οι Απόντες συνένεσαν εγγράφος, δηλαδή κατά τον Ζωναρά εκ των προτέρων είχαν αποδεχθεί εγγράφος το αποτέλεσμα της εκλογής που έγινε από τους παρόντες συναδέλφους τους. Ο Ζωναράς συγκεκριμένου αναφέρει «Μη άλλος αρχιερέως γίνεσθε ψήφισμα, η μη τρεις ομού συνέλθωσιν, έχοντες και τους απώντας συντιθεμένους διαγραμμάτων, ύγουν ομολογούντας, ότι έψονται κακίνη τί παρά των τριών ομού συναχθέντων γεννησομένη ψήφο σύντα ομαράλι και ποτλή» τόμος 2, σελίδες 122-123. Ή δεύτερον, σύμφωνα με τον κανόνα 19 της Συνόδου της Ανδιοχείες, «Ας την εκλογή συμμετείχε ή έστειλε εγγράφος της συνενέσεις της για αποδοχή του αποτελέσματος εκλογής η πλειοψηφία των Επισκόπων». Η ανάδειξη του Επισκόπου θεωρείται άκυρη από τον κανόνα 6 της Π.Χ. Συνόδου. Αν δεν επιλεγεί, χειροτονηθεί με την κανονική εννοία. Από τον προκαθήμενο της Επαρχίας. Ο κανόνας 6 της Π.Χ. Συνόδου ορίζει σχετικά καθόλου δε πρόδειλον εκείνο ότι «Ή της χωρίς γνώμης του Μητροπολίτου γέννητο Επίσκοπος, τοντιού τον η Μεγάλη Σύνοδος όρισε μη δίνει είναι Επίσκοπον». Τούτο κατά τον Μαλσαμόνα αποτελεί μία από τις κυριότερες συνέπειες της υπεροχής του Μητροπολίτη σε σχέση με τους Επισκόπους. Ο ίδιος ερμηνευτής γράφει ότι στο παρελθόν οι Μητροπολίτες ήταν αυτοκέφαλοι και χειροτονούντο από τις Συνόδους τους. Συγκεκριμένα ο Μαλσαμών αναφέρει Σύνταγμα τόμος δεύτερος, ηλίθεια 171, σημείωσε ούν από του παρόντος κανόνος, ότι το παλαιόν πάντες οι των επαρχιών Μητροπολίτε αυτοκέφαλοι ήσαν και οι υποτονικίων Συνόδων εχει χειροτονούντο. Σημειωτέων ότι με τον όρο χειροτονία εννοείται τόσο η επιλογή, δηλαδή η χειροτονία με κανονική έννοια, με μια δεύτερη εκλογή του νέου προκαθυμένου Μητροπολίτη από τη Σύνοδο, ύστερα από την εκλογή του Τυπροσώβου από την ίδια, όσο και η χειροτονία με λειτουργική έννοια, αν ο νέος προκαθυμένος δεν είναι ήδη χειροτονημένος επίσκοπος. Ενώ οι Μητροπολίτες των Αυτοκέφαλων Επαρχιών χειροτονούνται από τις Συνόδους τους, εν τούτης αναγνωρίζονται από τους κανόνες 34 των Αποστόλων και 9 της Συνόδου της Αντιοχίας ως οι πρώτοι και οι κεφαλές των επισκόπων τους στη διοίκηση της Επαρχίας. Ο Ζωναράς τους θεωρεί κατά κάποιο τρόπο ως τους προησταμένους των επισκόπων τους. Δεδομένου ότι χωρίς τη γνώμη, δηλαδή τη συμφωνία του προκαθυμένου, δεν είναι δυνατόν λαμβάνονται εγκύρος οι αποφάσεις που αφορούν τις επαρχιακές υποθέσεις. Ο διεκριμένος Ζωναράς αναφέρει «και τόσο τον βούλετε προέχειν τους επισκόπους έντες επαρχίας αυτών, ώστε καθόλου δίδοσι τύπον μηδέν χωρίς αυτόν εις εκκλησιαστικήν διοίκησιν αναφερόμενο γίνεσθε, εις το μύζον και κυριότερον εις τον επισκόπον χειροτονία εσθί». Λέγει «Η γνώμης του Μητροπολίτου χωρίς καταστέει επίσκοπος, τούτον μη είναι επίσκοπον». Σύνταγμα Θεογκυρών Κανονοράγι Ποτλήτ, ομοσδεύτερος Ελής 129. Ο προκαθήμενος δεν είναι αδέσμευτος στη δίκης επαρχίας και ειδικά όσον αφορά την ανάδειξη των επισκόπων. Έτσι, η Σύνοδος των Επαρχιούγων Επισκόπων, που συγκαλείται εγγράφος από τον Μητροπολίτη, έχει την αρμοδιώτα της εκλογής του τρεις προσώπου και ο Μητροπολίτης είναι υποχρεωμένος, κατά τον Ζωναρά, να επιλέξει όποιον προτιμά από τους υποψηφίους που εκλέχθηκαν. Ο Κανόνας 6 της 1ης Οικουμενικής Συνόδου δεν θεσπίζει μόνο την αυτοκέφαλη επαρχιακή οργάνωση, αλλά και την υπέρ Μητροπολιτική. Ο ίδιος Κανόνας ορίζει ότι πρέπει να ισχύουν τα παλιά έθιμα, δυνάμι των οποίων ο επίσκοπος της Αλεξάνδριας έχει εξουσία επί της Αιγύπτου, της Λιβύης και της Πενταπόλεως, διότι το ίδιο συμβαίνει και με τον επίσκοπο της Ρώμης. Ο Λιέ γράφει ότι δεν μπορούμε να καθορίσουμε με απόλυτη βεβαιότητα όλες τις εφαρμογές της εξουσίας, που αναγνωρίζεται με αυτόν τον Κανόνα. Ο Μάγινδορφ υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το ρωμαϊκό έθιμο, ο επίσκοπος της Ρώμης είχε την εξουσία να επικυρώνει τις εκλογές των συναδέλφων του, δηλαδή είχε το κύρος των γενωμένων επί μιας εδαφικής δικαιοδοσίας, που υπερεύαινε τα όρια μιας επαρχίας. Ο Κανόνας 6 της 1ης Οικουμενικής Συνόδου επικύρωσε το έθιμο αυτό για τον επίσκοπο της Αλεξάνδριας, η οποία εκείνη την εποχή αποτελούσε τη δεύτερη εκκλησιαστική έδρα μετά τη Ρώμη. Ο ορτίδε ορμπίνα γράφει ότι ο παραπάνω κανόνας είναι λιγότερο σαφής αναφορικά με τα πρεσβεία της έδρας αντιόχειας και των άλλων μητροπολιτικών εδρών. Ο Μάγεντροφ παραπέμπει στο βιβλίο του Γιντουλιάνοφ, «Η Μητροπολίτε κατά τους τρεις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού», σελίδες 359-364, το οποίο γράφηκε στη ρωσική γλώσσα. Όπως η γραφέας θεωρεί ότι η εξουσία που αναγνωρίζεται από τον παραπάνω κανόνα στον επίσκοπο της Αλεξάνδριας συνίσταται κυρίως στην εργοδιότητά του να χειροτονεί, με την έννοια που εξηγήθηκε προηγουμένως, τους επισκόπους ενός συνόλου επαρχιών. Σήμειο τέων ότι κατά τα πρώτα έτη του τετάρτου αιώνα μια ανοιχτή σύγκρουση είχε φέρει σε αντιπαράθεση την συγκεντρωτική τάση, που αποσκοπούσε στη διατήρηση του αποκλειστικού δικαιώματος του επισκόπου της Αλεξάνδριας για τις επισκοπικές χειροτονίες μέσα στα όρια της πολιτιακής διοικίσεως Αιγύπτου, εναντίον της αποκεντρωτικής τάσεως που αντιπροσωπευόταν από τον Μελέτιο Λίκο Πόλεος και η οποία προτιμούσε το σύστημα της μητροπολιτικής οργανώσεως και τη συνακόλουθη ανάθεση του δικαιώματος των επισκοπικών χειροτονιών με την κανονική και τη λειτουργική έννοια του όρου στον Μητροπολίτη. Διαπιστώνουμε λοιπόν δύο συστήματα εκκλησιαστικής οργανώσεως στενά συνδεδεμένα με τις επισκοπικές χειροτονίες, τα οποία ήταν σε ισχύ από τις αρχές της εκκλησίας, δυνάμι των αρχαίων εθήμων που αναγνωρίστηκαν από τον κανόνα 6 της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή το μητροπολιτικό ή αποκεντρωτικό σύστημα και το υπέρ μητροπολιτικό ή συγκεντρωτικό σύστημα. Η πρώτη και η δεύτερη έδρα της εκκλησίας είχαν υιοθετήσει το υπέρ μητροπολιτικό σύστημα, δηλαδή η Ρώμη και η Αιλεξάνδρια, δεδομένου ότι ο όρος έθνος που περιλαμβάνεται στον κανόνα 34 των Αποστόλων δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην επαρχία. Φαίνεται ότι το υπέρ μητροπολιτικό σύστημα των εδρών της Ρώμης και της Αλεξάνδριας είχε συνδυαστεί με το μοναρχικό σύστημα διοικίσεως. Τούτο προκύπτει όχι μόνο από τον κανόνα 6 της 1η Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και από τον κανόνα 2 της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου. Αυτός ο κανόνας χρησιμοποιεί μια ορολογία που διαφοροποιεί την εκκλησιαστική διοίκηση των ανατολικών πολιτιακών διοικίσεων. Προβλέπει ότι οι επίσκοποι κάθε πολιτιακής διοικίσεως πρέπει να εξετάζουν μόνο τις υποθέσεις της διοικίσεώς τους. Ενώ ισχύουν τα Πρεσβεία της Έδρας της Αντιόχειας και η Ερμοδιότητα της Συνόδου της Επαρχίας, αναφορικά με τη διοίκησή της. Αντιθέτως για τον επίσκοπο Αλεξανδρίας, ο παραπάνω κανόνας προβλέπει ότι ασκεί μοναρχικά την υπέρ μητροπολιτική δικαιοδοσία της Αιγύπτου. Ο κανόνας 30 της 4ης Κουμενικής Συνόδου αναγνωρίζει το αλεξανδρινό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο απαγορεύεται στους επισκόπους της πολιτιακής διοικίσεως Αιγύπτου να υπογράφουν τις συνοδικές πράξεις χωρίς την άδεια του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρίες. Ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος έγραψε και ο Γεράσιμος Κωνιδάρης συμφωνεί ότι ο επίσκοπος Αλεξανδρίας σύμφωνα με τα αρχαία έθιμα διοικούσε μοναρχικά την εκκλησία της Αιγύπτου και οι άλλοι επίσκοποι θεωρούνταν ως αντιπρόσωποι του. Στο σύγχρονο Ορθόδοξο Πατριαρχείο σύμφωνα με το Γεράσιμο Κωνιδάρη η Πατριαρχική Διοίκηση Ανσινόδο θεσπίστηκε με τον κανονισμό του 1934 επί Πατριαρχίας Μελετήου του Δευτέρου. Το Magendorff μάλλον δεν είναι ακριβής όταν υποστηρίζει ότι οι εθυμικές εξουσίες που αναγνωρίστηκαν από τον κανόνα 6 της 1ης Οικουμενικής Συνόδου στους επισκόπους της Ρώμης και της Αλεξάνδριας συνιστούν εξαιρέσεις στους κανόνες 34 των Αποστόλων και τέταρτο της 1ης Οικουμενικής Συνόδου, δηλαδή στην Αυτοκέφαλη Μητροπολιτική Οργάνωση. Οι υπερμητροπολιτικές μοναρχικές δομές της Ρώμης και της Αλεξάνδριας, καθώς και οι μητροπολιτικοσυνοδικές δομές των άλλων ανατολικών πολιτιακών διοικήσεων φαίνονται ότι ανήκουν εξίσου στις κανονικές παραδόσεις της Εκκλησίας κατά την 1η Οικουμενική Σύνοδο. Εξάλλου, η Ρώμη και η Αλεξάνδρια ήταν οι δύο πρώτες έδρες της Αρχαίας Εκκλησίας. Η εξουσία των εξάρχων, δηλαδή των επισκόπων που είχαν τις έδρες τους στις πρωτεύουσες των πολιτιακών διοικήσεων, ήταν κυρίως δικαστική. Κανόνες 9 και 17 της 4ης Οικουμενικής Συνόδου. Δεν εκτινόταν, όμως, στο δικαίωμα χειροτονίας με την προηγουμένως αναφερθήσα έννοια των μητροπολιτών ή των επισκόπων των πολιτιακών διοικήσεών τους σύμφωνα με τον κανόνα 2ης Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου. Ο κανόνας 2ης Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει «Τους υπερδοίκησιν επισκόπους ταις υπερορίης Εκκλησίες μη επιένε, μη δέσιν χέην τας Εκκλησίας, αλλά κατά τους κανόνας των μεν Αλεξανδρίας Επίσκοπων, ταιν Αιγύπτο μόνο Οικονομήν, τους δέ της Ανατολής Επισκόπους, την Ανατολήν μόνον Διηκήν, φυλατωμένων των εν της κανόσης της κατανίκιαν Πρεσβείων τι αντιοχέων Εκκλησία και τους της Ασιανής Διοικήσιος Επισκόπους, τα κατα την Ασιανήν μόνον Διοικήν και τους της Πονδικής τα της Πονδικής μόνον και τους της Θράκης τα της Θρακικής μόνον Οικονομήν. Ακλή τους δε Επισκόπους υπερδοίκησιν μη επιβαίνειν Επιχειροτονία ήτις ειν' άλλες οικονομίες Εκκλησιαστικές, φυλατωμένου δε του προγεγραμμένου περυ των Διοικήσιων κανόνως, εύδειλον ως τα καθεκά στην επαρχίαν ή της επαρχίας σύνοδος Διοικήσι, κατά τα εν νικέα ορισμένα τας δέεν της βαρβαρικής έθνεσιν του Θεού Εκκλησίες, οικονομίστεχροι καθίσασαν συνήθειαν των πατέρων. Κατά μίμησιν της υπέρ μητροπολιτικής μοναρχικής δομής της Αλεξανδρίας, οι εξαρχικές έδραες της Αντιόχειας και της Κωνσταντινουπόλεως αναπτύχθηκαν στα αντίστοιχα πατριαρχεία. Οι δομές τους δεν είναι μοναρχικές, αλλά πατριαρχικοσυνοδικές, διότι η οργάνωσή τους θεμελιώθηκε στη βάση των συνοδικών κανόνων που αφορούν τη μητροπολιτικοσυνοδική δομή και οι οποίοι εφαρμόστηκαν αναλογικά. Κατά συνέπεια, οι μητροπολίτες έχασαν τις αυτοκεφαλίες τους και υπήχθησαν στους πατριάρχες. Και οι σύνοδοι των επαρχιών έχασαν την αρμοδιότητά τους να εκλέγουν και να χειροτονούν με την κανονική έννοια τους μητροπολίτες. Η αρμοδιότητα της εκλογής των μετροπολιτών μεταβιβάστηκε στην Πατριαρχική Σύνοδο των Μητροπολιτών και το δικαίωμα της χειροτονίας με αυτή την έννοια στους πατριάρχες. Ο Κανόνας 28 της 4ης Οικουμενικής Συνόδου θέσπισε το δικαίωμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να χειροτονεί με την προναφερθήσα έννοια τους μητροπολίτες των πολιτιακών διοικίσεων του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης κατόπιν της εκλογής του τυπροσώπου των υποψηφίων από την Πατριαρχική Σύνοδο. Συγκεκριμένα, ο Κανόνας 28 της 4ης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει «και ώστε τους της Ποντικής και της Ασιανής και της Θρακικής διοικίσεως Μητροπολίτας μόνους, έτι δε, και τους εν της βαρβαρικής επισκόπους των προηρημένων διοικίσεων, χειροτονήστε υπό του προηρημένου Αγιωτάτου Θρόνου της Κατ' Κωνσταντινούπολην, Αγιωτά της Εκκλησίας, δηλαδή εκάστου Μητροπολίτου των προηρημένων διοικίσεων, μέτα των της Επαρχίας Επισκόπων, χειροτονούντος τους της Επαρχίας Επισκόπους, καθώς θυστείς κανόσι διοικώρευτε, χειροτονήστε δε καθώς ήρεται τους Μητροπολίτας των προηρημένων διοικίσεων παρά του Κωνσταντινουπόλαιος Αρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά το έθος γίνωμένων και επ' αυτών αναφερωμένων. Ο Ζωναράς εξηγεί ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλαιος είναι υποχρεωμένος να επιλέξει έναν από τους τρεις υποψηφίους που περιλαμβάνονται στο τριπρόσωπο που έχει προηγουμένως ψηφιστεί από την Πατριαρχική Σύνοδο και συγκεκριμένα αναφέρει ο Ζωναράς σύνταμα θείων και ειρών κανόνων τόμος δεύτερος σελίδες 282-283, ίνα δε μη τη αυθεντία του Κωνσταντινουπόλαιος νομισθός συνηθεί, οι πατέρες εκείνοι το παν της χειροτονίας ανατιθένε, ώστε επί εκείνων επί ταις χειροτονίες κατ' εξουσίαν αβούλεται, προσέθεντο χειροτονίστε παρ' αυτού τους Μητροπολίτας συμφώνων ψηφισμάτων γινωμένων και επ' αυτόν αναφερωμένων μόνον ουχοί του το λέγονταις, ότι ούχος βούλεται ο Κωνσταντινουπόλαιος χειροτονήσει Μητροπολίτας, αλλά επ' αυτόν Σύνοδος τα ψήφους πίησεται. Και εφούς αν οι ψηφιζόμενοι συμφωνήσουσιν, εξ' εκείνων χειροτονήσει, αναφερωμένων των ψηφισμάτων προς αυτών. Αυτός ο κανόνας ρητά διατηρεί ακέραιο το σύστημα αναδείξεως των Επισκόπων της Επαρχίας από τον Μητροπολίτη και τη Σύνοδο της Επαρχίας. Με σύγχρονη ορθόδοξη ορολογία κανονικού δικαίου, η Μητροπολιτικοσυνοδική Δομή που τροποποιήθηκε από τον κανόνα 28 της 4ης Οικουμενικής Συνόδου καλείται Αυτόνομη Εκκλησία. Ο Ορτίθ Δε Ουρμπίνα γράφει ότι δεν είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε τι θα μπορούσε να συνίσταται η ακολουθία της τιμής του Επισκόπου Γερουσολίμων μετά τον Μητροπολίτη της Κεσαρίας Παλιστίνης που θεσπίστηκε από τον κανόνα 7 της 1ης Οικουμενικής Συνόδου. Η έδωμη πράξη 4ης Οικουμενικής Συνόδου επικύρωσε τη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Ανδιοχίας και του Επισκόπου Γερουσολίμων με την οποία στον τελευταίο Επίσκοπο δηλαδή Γερουσολίμων είχαν παραχωρηθεί 3 Παλιστίνες δηλαδή οι επαρχίες της Κεσαρίας, της Κίθοπόλεως και της Πέτρας οι οποίες προηγουμένως ανήκαν στη δικαιοδοσία του Ανδιοχίας. Κατ' εξαίρεση της υπέρ Μητροπολιτικής Συνοδικής Οργανώσεως, η οποία αποκρισταλώθηκε αργότερα στα Πατριαρχεία, οι κανόνες 8 της 3ης Οικουμενικής Συνόδου και 39 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου αναγνώρισαν το αρχαίο έθιμο της αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Κύπρου. Διεκριμένα, ο κανόνας 8 της 3ης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει «Έξουσή το ανεπηρέαστον και αβίαστον ή των Αγίων Εκκλησιών, των κατά την Κύπρον προεστότες, κατά τους κανόνας των οσίων Πατέρων και την αρχαίαν συνήθειαν, δι' αυτόν τα σχειροτονίας των ευλαβεστάτων Επισκόπων ποιούμενοι». Ο κανόνας 39 της 5ης Οικουμενικής Συνόδου ορίζει «Ακενοτόμητα διαφυλαχθήναι τάπαρα των ενεφέσω συνελθόντων θεοφόρων Πατέρων το θρόνο του προγεγραμμένου Ανδρός παρασκεθέντα προνόμια, ώστε την νέαν Ιουστινιανούπολην το δίκιο νέχιν της Κωνσταντινουπόλεως και υπό των οικίων Επισκόπων χειροτονίστε κατά την αρχαίαν συνήθειαν». Ο κανόνας 36 της 5ης Οικουμενικής Συνόδου αναγνώρισε τη σειρά των Μπρεσβείων των Πατριαρχών Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρίας, Αντιοχίας και Ιεροσολύμων. Οι Μητροπολίτες ή και οι Επίσκοποι υπάγονται στη δικαιοδοσία του οικίου Πατριάρχη, διότι σύμφωνα με τον Βαλσαμώνα στον Πατριάρχη ανήκει το δικαίωμα των χειροτονιών τους με την προαναφερθήσα έννοια. Συγκεκριμένα ο Βαλσαμώνας αναφέρει «Από γάρ των θείων κανόνων ούτε Μητροπολίτη, ούτε Αρχιεπισκόπο, ούτε Επισκόπο ενωρίε δόθη, αλλά τους πέντε Πατριάρχες, τις πέντε Πατριάρχες απενεμήθησαν εενωρίε των τεσσάρων κλειμάτων της οικουμένης, όθεν και ως έχοντες δίκαια χειροτονιών, εις τα αφοριστή σας αυτής διοικήσεις». Ο κανόνας 3 της 2ης Οικουμενικής Συνόδου απένει με τα Πρεσβεία Τιμής στον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, μετά τον Επίσκοπο Ρώμης, δια το είναι αυτήν νέαν Ρώμην. Ο κανόνας 28 της 4ης Οικουμενικής Συνόδου απένει με στο θρόνο της νέας Ρώμης Κωνσταντινουπόλεως τα ίσα Πρεσβεία με το θρόνο της Πρεσβητέρας Ρώμης, ευλόγως κρίναντες την βασιλεία και συγκλήτο τιμηθείσαν πόλιν και των ίσων απολάβουσαν Πρεσβείων την Πρεσβητέρα Ρώμη και εν της εκκλησιαστικής ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέρα μετεκείνην υπάρχουσαν. Το σημείο αυτό τελείωσε η ένατη διάλεξη του συγκριτικού εκκλησιαστικού δικαίου του Δευτέρου Εξαμήνου. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.