ΜΙΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ 11η ομιλία /

: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Κυρίες και κύριοι καλημέρα παρακαλώ περάστε διότι προσπαθούμε να τερουμε το Ακαδημαϊκών Θεαταρτών Καλωσορίζομαι όλους εσάς Θέλω να καραδοσιαστώ ιδιαίτερα τον κύριο Γιώργο Καρά, ο οποίος έχει τα...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: ΔΗΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 2017
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=ISQwYoPVTWM&list=PLITunReLRSuT9t2owFcyBY_GuvoPHqUiI
Απομαγνητοφώνηση
: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Κυρίες και κύριοι καλημέρα παρακαλώ περάστε διότι προσπαθούμε να τερουμε το Ακαδημαϊκών Θεαταρτών Καλωσορίζομαι όλους εσάς Θέλω να καραδοσιαστώ ιδιαίτερα τον κύριο Γιώργο Καρά, ο οποίος έχει τα πρεσβεία μεταξύ του ακροατήριου μας. Η εποχή για την οποία μιλάμε δεν του είναι καθόλου μακρινή. Τον κύριο Μιχάλη Ταρουδάκη, πρώην πρίτανη του Πανεπιστημίου Κρήτης, την κυρία Μαρία Κουδουμνάκη, εφέτη, τον κύριο Δημήτρη Σαρή, πρώην ομάρχη Ιρακλίου, την κυρία Λούλα Μεταξά, γνωστή για την προσφορά της στα Κοινά του Ιρακλίου και όλους εσάς, έναν προς έναν, να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας. Σήμερα θα συντονίσει ο κύριος Μιχάλης Αγριόγιανος, ο οποίος είναι μηχανολόγος-ελεκτρολόγος, ειδικευμένος σε θέματα ήπιων μορφών ενέργειας και ένα από τα πιο δραστήρια μέλη της Ιράκλιας Πρωτοβουλίας. Μιχάλη, έχεις το λόγο. Κυρίες και κύριοι, εκ μέρους της Ιράκλιας Πρωτοβουλίας, σας καλωσορίζω στη σημερινή μας ομιλία, η οποία διοργανώνεται στα πλαίσια του νέου κύκλου ομιλιών με το γενικό τίτλο «Ο Μύτος της Αριάδνης, ξετυλίγοντας την ιστορία της πόλης του Ιρακλίου». Σήμερα, μάλιστα, θα έχουμε δύο μιλυτές, τους οποίους σας ονομάζω κατά αλφαβητική σειρά. Είναι ο κύριος Δρακάκης Μανώλης, διδάκτορα ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και ο κύριος Σιδηρόπουλος Κλεάνθης, αρχαιολόγος, νομισματολόγος στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιρακλίου. Θα μιλήσουμε θέμα τα γυρίσματα των καιρών, έμποροι και καραβοκύριδες στο Ιράκλειο κατά τη διάρκεια του 1878 έως 1913. Είναι μια σχετικά μικρή χρονική περίοδος, 35 έτη, για την οποία, όμως, αναμένουμε σημαντικές πληροφορίες. Τώρα για τους σημερινούς ομιλητές μας θα ήθελα να σας πω πολλά, όμως αυτό το προνόμιο το έχει αναλάβει ο κύριος Νικολακάκης Γιώργος, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστημίου Κρήτης, τον οποίο και καλώς στο βήμα. Κύριε Νικολακάκη. Κυρίες και κύριοι, είναι πράγματι προνόμιο και τιμή για μένα έτσι να παρουσιάσω, έστω συνοπτικά, δυο εκλεκτούς φίλους, δυο άνθρωπους που τους ξέρω εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Και οι δύο είναι Ιρακλειώτες κατεπιλογή. Ο Μέν Μανώλης Δρακάκης είναι Χανιώτης, γεννήθηκε στα Χανιά, αλλά ζει πολλά χρόνια στο Ιρακλειο. Και ο Κλεάνθης Σιδηρόπλος στις Σέρες, έτσι θα έλεγα ότι είναι περισσότερο Ιρακλειώτες ακόμα και από εμάς. Και οι δυο επίσης έχουν κάτι κοινό. Και δυο σπούδασαν στο Πανεπιστημίου Κρήτης και αποφάσισαν να στρέψουν τα ενδιαφέροντά τους, κυρίως στον κρητικό χώρο. Αρχίζω κι εγώ με αλφαβητική σειρά. Ο Μανώλης ο Δρακάκης είναι διδάκτος ιστορίας της εκπαίδευσης, ιστορικός, αρχιονόμος. Εργάστηκε σαν ερευνητής στα κρατικά αρχεία της Βενετίας και στο ιστορικό αρχείο Κυθήρων. Υπηρέτησε επίσης για 23 συναπτά έτη σαν προϊστάμενος των Γενικών Αρχείων του Κράτους στο Ιράκλιο και είναι από τους ανθρώπους που συνέβαλαν ούτως ώστε το αρχείο αυτό να αποκτήσει πραγματικά μορφή. Επίσης, διδάσκει σήμερα, εκτός από τη δουλειά του στη Μέση Εκπαίδευση και στο πρόγραμμα Παιδαγωγική και Διδακτική Επάρκεια του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει δημοσιεύσει πάρα πολλά άρθρα για τη Μεσεωνική και την νεότερη ιστορία της Κρήτης, των Κηθείρων επίσης, κυρίως παρουσιάζοντας και σχολιάζοντας τις πηγές και τα πρωτότυπα έγγραφα. Ο Κλεάνθισος Ιδηρόπολος είναι αρχαιολόγος και νομισματολόγος, υπηρετή σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιρακλίου. Έχει συμμετάσχει σε πάρα πολλές ανασκαφές στη Νότιο Ελλάδα και την Κρήτη, σε αναστηλώσεις επίσης. Και οι κύριες εργασίες του, οι ανασκαφικές, πολύχρονες θα έλεγα, και εκεί το γνώρισα και εγώ, σαν αρχαιολόγος στην ανασκαφή της αρχαίας ελεύθερνας του Πρυνέ, όπως λέγαμε τότε, κάτω από τις οδηγίες του αρχαιολόγου του κυρίου Θέμελη και επίσης μεγάλο μέρος, τις δράσεις του, το αφιέρωσε στην εξαιρετική ανασκαφή της αρχαίας Μεσίνης και ίσως είναι από τους ανθρώπους που θα μπορούσε να μιλήσει για την αρχαία Μεσίνη, μια πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ανασκαφή στην Ελλάδα, λόγω και της έκτασης και της σημασίας που έχει. Ο ίδιος ειδικεύεται επίσης στη μελέτη της νομισματικής, που συνδέεται, όπως καταλαβαίνετε, και με την οικονομική ιστορία από τους αρχαϊκούς ως τους νεότερους χρόνους. Θα λέγα ότι οι δύο άνθρωποι δεν συναντιώνται τυχαία εδώ, σε αυτήν την κοινή παρουσίαση. Και έτσι δεν θα αναφέρω το έργο του κάθε ενός ξεχωριστά, αλλά θα αναφέρω περισσότερο τις κοινές τους εργασίες που δείχνουν και τη συνάφεια, αλλά και την κουλτούρα συνεργασίας που ανέπτυξαν δουλεύοντας μαζί όλα αυτά τα χρόνια. Ο Μανώλης ο Δρακάχης και ο Κλιάθισος ο Σιδρόπλος παρουσίασαν μια εργασία τους κατρίνια ρεάλια, τζεκίνια ντιγιού στο ΠΕΣΟ, νομισματικές παρεμβάσεις και αγορέα πρακτικής στην Κρήτη των αρχών του 17ου αιώνα, εργασία που υπάρχει στα πρακτικά του Διεθνούς Κρυτολογικού Συνεδρίου του 2004. Οι ίδιοι επίσης συγγραφείς συμμετείχαν στο πρόγραμμα Interreg 3, Ελλάδα-Κύπρος, σε ένα ευρύτερο έργο με τίτλο «Διερεύνηση και παραγωγή υλικού προβολής των κοινών πολιτιστικών στοιχείων της αναγέννησης μεταξύ Κρήτης και Κύπρου». Είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα που υποστηρίχθηκε από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνα στον Οργανισμό Ανάπτυξης Σιτίας, τον τότε Δήμο Λεύκης Σιτίας και υπάρχει αναρτημένο στο διαδίκτυο. Επίσης, κοινή εργασία είναι η εργασία με τίτλο «Αρχαιακά τεκμήρια έβρεσης της αυρώς» από τη Βενετοκρατούμενη Κρήτη. Είναι εργασία η οποία εκφωνήθηκε στο 28ο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης το 2008. Επίσης, η εργασία τους «Η ζωή ενάστη» το «Ιράκλειο στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας και του Μεσοπολέμου». Υποέκδοση από την Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών και το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης. Η εργασία τους επίσης διαβάζοντας το «Δημογραφικό Μοσαϊκό του Ιρακλείου» 1878-1913, θέμα που έχει συνάφια και με τη σημερινή ομιλία, που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 100 χρόνα της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα το 2013. Επίσης, η εργασία που συγγράφουν οι ίδιοι μαζί με τον κύριο Γεωργιάδη, τον Μηνά Γεωργιάδη, με τίτλο «Μουσική Παιδεία στο Ιράκλειο των Μεταβάσεων των Αρχών του 20ου αιώνα», μια πρώτη προσέγγιση που παρουσιάστηκε στο Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο «Ιαστική Μουσική στην Κρήτη υπό την Κρητική Πολιτεία μέχρι και την Ανταλλαγή των Πληθυσμών και της Σχέσης των Δύο Κοινοτήτων», το παρουσιάστηκε στο Ιράκλειο το 2014. Επίσης, τελευταία η αυτοτελής μελέτη Μανώλης Δρακάκης, στην οποία συμμετείχαν ο Κλειάνθος Σιδηρόπουλος και η κυρία Χριστίνιδου, με αρχείο δημοσθένη Στεφανίδη, ιστορίας προσώπων τεκμήρια 1785-1869, πρώτος τόμος Ιράκλειο 2006. Θα λέγα από μένα ότι και τα μελετητικά ενδιαφέροντα τους επιτρέπουν έτσι να συνθέτουν, όπως βλέπετε, από την παρουσίαση αυτής της εργασίας. Και πιστεύω ότι και με τη σημερινή τους πολύ ενδιαφέροντα παρουσία για μια πολύ σημαντική περίοδο, θα μας αποζημιώσει. Ευχαριστώ. Παρακαλώ τους χείριους Δρακάκη και Σιδηρόπουλος στο βήμα. Καλησπέρα. Κυρίες και κύριοι, για τους τακτικούς Σαβατιάτικους αγώνες με αντίπαλο, την ομάδα της ημιμάθειάς μας για την τοπική ιστορία, είμαστε όλοι εγγνώμενες στην Ιράκλεια Πρωτοβουλία. Στον προπονητή της, η Ιράκλεια Πρωτοβουλία, η οποία είναι η πιο σημαντική της κυριακής ιστορίας, η οποία είναι η πιο σημαντική της κυριακής ιστορίας, η οποία είναι η πιο σημαντική της κυριακής ιστορίας, στον προπονητή της, κύριο Μανώλη Βασιλάκη, εκφράζουμε ευχαριστίες γιατί μας συμπεριέλαβε στο ρώστερ των ομιλητών. Τέλος, χρωστάμε χάρη στον φίλο καθηγητή Γιώργο Νικολακάκη για την πετυχημένη προθέρμαση της εκδήλωσης και βεβαίες σας για τα φιλοπερίεργα βλέμματα. Οι ερευνητικές μας εκστρατείες, κοντά δύο δεκαετίες τώρα, στις επικυλώνυμα αρχιακά τεκμήρια της Βικελέας Βιβλιοθήκης του Ιστορικού Μουσείου και φυσικά των ΓΑΚ Ιρακλίου και Χανίων, αρχεία που αφορούν το Ιράκλειο της περίοδου 1863-1913, διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο δράσης σε γενικές γραμμές σταθερό αλλά και φιλόδοξο στα όρια του ανέφυγκτο. Μέσα από τα εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα και συμπληρωματικά από τον τύπο της εποχής να καταγράψουμε με όλες τις δυνατές λεπτομέρειες την πόλη αυτή, από το πολεοδομικό της Κέλυφος ως τη δημογραφία της, την οικονομία και την ιδεολογία των διαφορετικών κοινωνικών, εθνωτικών και θρησκευτικών υποομάδων της, ως την τετριμένη καθημερινότητα του καφενέ, του λιμανιού και του οίκου. Να δούμε μέσα απ' τα παράθυρα τα κάδαρα στους τείχους, τα βιβλία των παιδιών, το μαγέρα μας στο τζάκι, τις τιμές στην αγορά, τα κουφέτα στο ζαχαροπλαστείο, τους συντέκνους στα βιβλία των βαπτίσεων, το νεοκλασικό, το κονάκι, το μονοσπίτο, όσο και το πορνείο, το τσαγγάρικο και το φούρνο. Να δούμε τον Αστό, τον αρχοντοχωριάτη, τον φτωχοδιάβολο προλετάριο, τον Ραδάμανθι και τον Μανολιό, τον Σαμίμπεη και τον Χασσάν, τον Αρμένιο Άζαρια και τον Εβραίο Αβραάμ και τις θηλυκές τους βέβαια βέρσια μου. Μια ολιστική προσέγγιση της ιστορίας του άστεος, που δεν θα περιορίζεται σε μία μόνο πλευρά της ανθρώπινης δράσης, όσο ενδιαφέρουσα, εντυπωσιακή, πιασάρικη, κατά το κοινός λεγόμενο, κι αν είναι. Να παρακολουθήσω με τις ατομικές πορείες, όσο και τις συλλογικές, στον χρονικό βάθος μισού αιώνα. 1863-1913 είναι τα όριά μας, αρχικά. Από τις παραμονές της Μεγάλης Επανάστασης του 1866 ως την Πολυπόθετη Ένωση, δηλαδή. Με όλες τις πολιτικές, πολιτιακές και τις μεαυτές συνδεόμενες οικονομικές και άλλες ανακατατάξεις. Ήδη σε επιμέρους κείμενα που βρήκαν τον δρόμο του Γουτεμβέργιου ή άλλα που περιμένουν στον πάνκον του, καταθέσαμε υλικό αναλυτικό και συνθετικό στην κατεύθυνση που μόλις περιγράψαμε. Ένα συμπαγίστο όμως για την ονοματολογία και τη δημογραφία του Μεγάλου Κάστρου, φιλομετρά την υπομονή μας πριν την ολοκλήρωσή του, μέσα στον επόμενο, ελπίζουμε, χρόνο. Δείγμα του τρόπου δουλειάς, η αφίσα της σημερινής ομιλίας. Ίσως δεν την προσέξατε όλοι. Όλοι αναγνωρίζουμε το μικρό λιμάνι του Ηρακλείου βενετικής σύνθεσης, αλλά με τις ίδιες, παγιωμένες το χρόνο, περιορισμένες δυνατότητες και στην Τουρκοκρατία και μετά. Όμως, εδώ... Όμως, εδώ, στις 6 του Μάη του 1781, ο Μουσταφά Εφένεδης Χαίρε Μετάκης, έμπορος και εργολάβος, αναμβάνει να κατασκευάσει μια αποβάθμιση σκάλου εντός του λιμάνιου και απένοντι του τελονίου, εις το μέρος, εάν θα υπάρχει και σήμερον εκλήθων ασβέστου και θυραϊκού χώματος, διαγρώσια 14.845. Και κατά το σχέδιο του αρχιτέκτοντος Ισαάκ Εφένεδης. Εκεί, εδώ, σε αυτό το άλμβος, τα σχέδια του Κώστα Τσαντιράκη για κατασκευή ξύλινης αποβάρθας επιβατών στα 1905, έναντι 1400 ραχμών. Και παραπέρα, την 1η του Δεκέμβρη του 1911, το δημόσιο να ενοικιάζει εις τον Ενδουάργο Ρόζενμπουχ τον μεγάλο κούλε εκείμενον παρατολιμμένα Ιρακλίου, διαχρονικών διάστημα ενός έτους, αντί μηνύεο μισθόματος δραχών 30. Ένας σημαίνων μέλος της φραγκολευαντίνικης κοινότητας του Ιρακλίου, έμπορος και υποπρόξενος της Γαλλίας, χρησιμοποιεί το μνημείο, τον κούλε, ως εμπορική αποθήκη. Ανατριχάζει ο αρχαιολόγος μέσα μου. Αν εστιάσσουμε στα ονόματα των δύο μικρών πλειαρείων της φωτογραφίας, που αχνοφαίνονται. Εδώ. Θα διαβάσετε μαζί μας Κρήτη αριστερά και νέα τείχη. Μες στις εκατοντάδες των αποδείξεων του σκαλιάτικου φόρου, όπου καταγράφονταν τα αγκυροβολημένα πλεούμενα στο λιμάνι, το φορτίο τους και το δημοτικό τέλος που τους αναλογούσε, στις 26-12 του 1906, το βλέπετε, τα βρίσκει ο ταμείας του λιμανιού να πληρώνουν 0,40 της δραχμής. Αμφώτερα χωριτικότητας τεσσάρων τόνων με ένα ιστείο. Το πρώτο, Κρήτη. Υπόλογος, καπετάνιος και ιδιοκτήτης του, Μιχαήλ Γραμματικάκης του Μηνά. Αριθμός δυνατολογίου 11945, αριθμός εκλογικού καταλόγου ΓΑΜΑ909, έτος γεννήσεως 1865, σύζυβος Αργυρή, έτος γεννήσεως 1870, τέκνα μηνάς 1891, αριθμός Μητρώου Αρένων 1601 και Ιωάννης 1901. Αυτός που βαφτίστηκε στις 21 Δευτέριο του 1901, από τον παπά Τίτο Φακιολάκη, μπορώ να σας πω και πόσο κόστισε, στον Άγιο Μηνά, με ανάδοχο τη Σοφία Γιαλεράκη. Αγράμματος. Επάνκελμα ναυτικός, αργότερα πλίαρχος. Πρώτα του Αγίου Μηνά, με τον ΑΖ 7, 49 αφήξεις το 1901, αργότερα του Κρήτη. Το σπίτι του, χωρίς τρεχούμενο νερό, στον αριθμό 23 της Τρίτης Οδού, σήμερα ονομαζόμενη Επιμενίδου. Φορολογική τάξη, δεύτερη, με ανώτερη την έκτη. Σε συμβόλαιο της 6ης Φεβρουαρίου του 1889, διαβάζουμε, ο Νικολός Χαραλάμβουζ και ο Μιχαήλ Γραμματικάλις, ναυτικοί, κάτοικοι της πόλης Ιρακλίου, εδείλωσαν ότι θεωρούσαν εναγκαίων, χάρη της αληθίας, είναι να καταθέσουσαν ότι παραλυφθέντες υπό του πουλιάρκου Αντωνίου Τσιρίγου εκ θήρας, ομένος οδηγός ο δεδεύτερος ως ναύτης, μετέβησαν καταξιδεύθενται στη Σπιναλόγγκα, με το πλοίο του Άγιος Μηνάς. Οπότε, εφορτώθη για Κωνόπετρας, υπό το φορτοτού Γεωργίου Κόρπη, κατοίκου Ιρακλίου, διαμασαλία, και αφού προσήγγισαν εις αντίπανο και κήμολον, κατέπλευσαν εις μασαλία, ότι ο πλήαρχος παρέδειχε εκ του βορτίου εις τον παραλίτη του του το πλείστον αυτού, χωρίς να του παραδώσει όμως όλον, όπως ήτο διατεταγμένος, κι ότι μέρος του φορτίου εκκράτησε εν το πλοίο και απέπλευσεν εκ μασαλίας μεσούντος του Δεκεμβρίου, και μετά περιστροφάς στυνάς, ένα κακακογερίας, έφτασεν εις Ρέθυμνον, όπου αυτοί, οι δηλούντες, απεβιβάστησαν και επανήλθαν εις Ιράκλειον. Το δεύτερο πλειάριο, νέα τύχη. Καπετάνιος Γεώριος Καραϊμφίλης του Εμανουήλ και της Εργίνας του Διακοφιλίπου. Αριθμός δημοτωλογίου 3695, αριθμός καταλόγου εκλογικού K392. Τος γεννήσεως 1895, σύζυβος Ελένη, έτος γεννής 1874, τα τέκνα Πελιά, Εμανουήλ, Βασίλειος. Πληρεξίσιο της 9ης 1281, μαρτυρά ότι και ο πατέρας του ήταν επίσης ναυτικός, υπήκος Έλλην, αν και καταγόμενος από την Τούρκο κρατούμενη Κάσο και κάτοικος Ιρακλείου. Μέρος της οικογένειάς του, παρέμεινε στο νησί καταγωγής, αλλά μεταστέγασε την αυτοσύνη του σε ελεύθερα εδάφη, εξού η ελληνική επίκοό της, και κατέληξε να εγκατασταθεί στην Κρήτη. Το σπίτι του, επίσης χωρίς τρεχούμενο νερό, στον αριθμό 67, της οδού 184, σημερινής οδού Κυδωνίας. Οικονομική κλάση πρώτη, η κατότατη. Πλήαρχος του καραβιού Αγία Μαρκέλλα, 4 τόνων, ως το Δεκέμβριο του 1901, 22 αφήξεις τη χρονιά αυτή, και μετά από ένα εξάμπινο κενό, ξαναξεκινά με τη νέα τύχη που βλέπουμε στη φωτογραφία, στην ίδια συχνότητα. Αγράμματος, επίσης. Λοιπόν, από τη φωτογραφία του λιμανιού, στον κούλε και στις αποβάθρες, στο σπίτι του καπετάνιου, στην καταγωγή, στα παιδιά, στη στρατηγική της κουμπαριάς, στην ώψη και στο έχει του, στα πράγματα και στις ιδέες, στην ιστορία του ανθρώπου, και μέσα από αυτήν, στην ιστορία της πόλης. Έτσι, φίλες και φίλοι, εννοούμε αυτό που ανέφερα στην αρχή, ολιστική προσέγγιση της ιρακλειώτικης ιστορίας, η οποία προφανώς δεν χωράει σε αυτή τη διάλεξη. Όμως, κάτω από ένα τίτλο ομιλίας για το αστικό εμπόριο και την αυτιλεία, μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί ένα ουσιώδες κομμάτι της. Στην αμφίδρομη οικονομικής σχέσης ανάμεσα στο αλληλένδετο τρίδιμο ύπεθρος πόλη-έξω-κόσμος, εισαγωγές και εξαγωγές, από και προς, όπου βέβαια το Άστι, εκτός από τη διαχείριση των καθελογής προϊόντων, καταναλώνει μέρος και των δύο εμπορευματικών ροών τους πριν και μετά τη μεταποίησή τους στις βιοτεχνίες ιδιομηχανίες του. Στο επίπεδο της δημογραφίας των επαγγελμάτων, το Μεγάλο Κάστρο συνησφέρει εκτός από τους εμπόρους όλα τα εφαπτόμενα επιτυδεύματα. Μεσίτες, βιομηχανίες, βιοτέχνες, με εμπορικούς προσανατολισμούς και ναυτικοί. Οι αριθμοί και υποσοστώσεις δίνουν την εικόνα της διαφάνειας. 250 έμποροι, στους οποίους αντιστοιχούν άλλοι τόσοι μεταπράτες και λιγότερο από 100 ναυτικοί. Μάλιστα, οι τελευταίοι είναι από άποψη καταγωγής 60% μουσουλμάνι και οι υπόλοιποι μόνο κατά το ίμισι χριστιανοί κριτικοί. Με ισχυρή την κασιώτικη και γενικότερα την ισχυώτικη παρουσία. Στους μεσίτες ξεχωρίζουν οι Φραγκολευαντίνοι. Φραγκολευαντίνοι ως μεσίτες ή ναύλο-μεσίτες. Όπως οι Κόρπυδες. Εδώ βλέπετε έναν από τους κόρπους της οικογενείας την εποχή για την οποία μιλάμε. Η οικογένεια Ρόζενμπους, ο Εδωάρδος Μπο. Και κατόπιν η μόνη γυναίκα στο ευρύτερο επαγγελματικό χώρο, η δυναμική Αντονιέτα Κωβάσεβιτς. Πενήνταχρονη, καημένη μόλις χείρα του Εδωάρδου Μπο, ναυλο-μεσίτρια, δηλώνει. Την βλέπετε εδώ, τώρα όπως του λέγει, υπογράφει στην απόδειξη των σκαλιάτικων για τα πλεούμενα Τζέζου, ΕΜΑΡΙΑ και Αγγέλικα, βλέπετε δύο καράβια, που μόλις, στις 26 του 2013, εγκυροβόλησαν μπροστά στο Τελονίο. Ακόμη και αν διευκρινίσουμε ότι ως έμπορους στη συγκεκριμένη διάλεξη εννοούμε μόνο και αποκλειστικά τους χοντρέμπορους, πάλι η αναλογία στο σύνολο του ενεργού πληθυσμού είναι αρκετά χαμηλή. Στην Καστερινή επαγγελματική κατανομή πλεονάζουν οι τεχνίτες, από τσανκάριδες και τερζίδες ως τροχιστές και κοσκυνάδες, οι έμποροι λιανικοίς με μια ευρύτερη γάμμα εξειδίκευσης, από νερουλάδες και πλακουντοποιούς ως κοσμιμαδοπόλες και οι επαγγελματίες της κόλυς, καφεντζίδες, ηνοπόλες και τα συννεφή. Και φυσικά το προελταριάτο των εργατών, αχθοφόρων, των υπηρετών και των αέργων. Εκείνο όμως που δείχνει σαφέστατα τη μετάλλαξη από τη βενετική οικονομική εξωστρέφεια και το φεβλίο των παλιών αστών της Κάντια στο το κροκατούμενο κάστρο είναι το ασήμαντο ποσοστό των επαγγερμάτων της θάλασσας και ειδικά των καραβομαραγκών. Χαρακτηριστικό ότι στα πέντε έξι όνοματα που απαντήσαμε η δίκαιυση αναφέρεται συχνότερα ως απλός καλαφάτης και σπάνια ναυπηγός, κάποιοι από τους οποίους βέβαια ασκολούνταν κι ως βαρελοποί για να κερδίσουν τον επίουσιον σταθερά πάντως στην κατώτερη οικονομική κλάση της δημοτικής φορολόγηνης. Ιρωνία. Σε μια πόλη με τις συστηχίες των αρσενάλιων, αντίκοι, νουόβοι, νουοβίσιμοι, παγί, νέοι, νεότεροι, μεταμορφωμένον σε άχαρες ανοιχτές αποθήκες και εκεί, και επιβεβαιωτικό αυτού, η μία και μοναδική σύμβαση ναυπήγησης στις αρχές του 1879. Μιας γαλέρας της Μαυρούκας, από το μηνά πατεράκι για τον καπετάνιο Βουσέιν το Σουνάκι. Μιας μοναδική σύμβασης που υλοποιήθηκε στα Χανιά και όχι στο Ευράκλειο και όπου ο τεχνίτης δηλώνεται κάτοικος Χανίων και λεβοκατασκευαστής. Η αστική δευτερογενής οικονομία του τεχνίτη, του υπαλλήλου, του εμπόρου αντιδιαστέλεται με την αγροκτινοτροφική της Ιρακλειώτικης υπέθρου που είχε οικονομικό ιδανικό την αφτάρκεια μέσω της αυτοκατανάλωσης. Έτινε δηλαδή να παράγει ό,τι χρειάζεται για να συντηρηθεί και να καταναλώνει όσα έφερνε από τον αγρό και τον μητάτο ή κατασκεύαζε στον αργαλειό και την εργαστηριακή γωνιά. Το ισοζύγιο όμως αυτό σπάνια την εποχή του ενδιαφέροντος μας κλείνει ομαλά. Οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες πλεονάσματος που θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί στο δρόμο του εμπορίου για να καλύψει το έλλειμμα των δημητριακών, την ανάγκη επένδυσης σε ζωικό κεφάλαιο, τα κόστι προϊόντων μεταποίησης στην καλλιέργεια, στον οικοκαιριό, στην μπρύκα και τα φορολογικά βάρη βέβαια, ωθούν την ύπεθρο σταδιακά στους αναγκαστικούς πληστηριασμούς γης και απότερα στην υπερχρέωση. Το σύστημα των προαγορών γεωργικών προϊόντων ως μορφή δανεισμού στάθηκε ο παλιός δοκιμασμένος τρόπος για την εμπαρρευματοποίηση της παραγωγής με τους χειρότερους όρους για τον αγρότη ή τον κτυνοτρόφο. Αναρρίθμητα συμβόλαια τεκμιριώνουν το εύρος, την ποικιλία και κυρίως τη συχνότητα του φαινομένου που διαπλέκει τον εμπερρικό κόσμο της πόλης με τα χωριά. Ανεπεξέργαστη καρπή, σπάνια σιτάρι, συχνότερα κριθάρι της Μεσαράς, μήλα και αχλάδια λασιθίου, βρώσιμα σταφύλια από τα πεζοκούναβα, κίτρα από την πεδιάδα, μυγδαλόπισκα με ραμπέλου, πίτικας για τα βυρσοδευσία από τη Βιάνο, μικρές ποσότητες άλλων περιοδεδών, νεράτζια, λεμόνια, πορτακάλια, χαρούπια μέχρι λούπινα, κερί και μέλι ή απλά φωτόξυλα για τον τζάκι της τροφοπαρασκευής, το καζάνι του χαμάμ και την αχόρταγη φωτιά των σαπονοποιείων του Μεγάλου Κάστρου. Υποσχέσεις για ζώα σφαγής σε καθορισμένο χρόνο και αποκλειστική προμήθεια γαλακτοκομικών. Συνηθέστερα, όμως, αντικείμενα προαγοράς ήταν το λάδι, το κρασί ξίδι και η σταφίδα, τα δέρματα και τα ξυλοκάρβουνα, στα οποίαν υπήρχε οπωσδήποτε και η επένδυση της πρώτης μεταποίησης στο αλετροβουδιό, στο πατητήρι, στην οψυγιά, όσο παράλληλα και το κόστος των βαρελιών των εργατικών, η ανάγκη των χώρων αποθήκευσης και το ρίσκο της ποιοτικής αποτυχίας. Οι όροι επέτρεπαν στον αγρότη μια πρωιμή ρευστοποίηση της οδιάς που απήχε μήνες μακριά. Στον έμπορο εξασφάλιζε επαρκή κυκλοεργασιών και τοκογοληφική επένδυση του κεφαλαίου του βεβαίως. Γιατί στους κανόνες συμπεριλαμβάνεται η ανοιχτή κοστολόγηση κατά την τρέχουσαν τιμήν της αγοράς και μάλιστα μικρότερη κατά ένα ποσό που οριζόταν από το θεμητό 7% ως το εξοδοτικό 25% της όποιας τιμής. Λένε τα συμβόλια τόσο μίον 5 έως 20 παράδες παραδείγματος χάρη για το κίτρο με τελική τιμή γύρω στα 4 γρόσια. Μίον 5 παράδες στα σταφύλια των 25 παράδων και ούτω καθεξής. Και ήταν αυτό το μίον τόσο μεγαλύτερο όσο απείχει η εξόφλυση από την παράδοση του προϊόντος όσο μεγαλύτερη ήταν η ανάγκη και το αφερέγγιο του δανειζόμενου. Αξιοπαρατείρεται η απόκλειση στις προαγορές χαρουπιών. Δεν ξέρω γιατί συμβάσεις για προαγορές χαρουπιών όχι από έναν αλλά από δύο έως έξι παραγωγούς, οι οποίοι βέβαια χρεώνονταν αλληλεγγύως. Δεν πλήρωνε ένας, πλήρωναν οι υπόλοιποι. Χωρίς βέβαια να μείνουν αμάρτηρες και ευθείες συναλλαγές άμεσης ρευστοποίησης με τον αγρό της σε ρόλο μεταφορέα ή με την παρέμβαση περιφερόμενων στα χωριά αστών και μη μεσιτών, φυσικά με το αζημίωτα. Ευπωρότεροι αγρότες, χωρίς επικρεμάμενη σπάθη χρεών, συναντούν συμφερότερες συμφωνίες εφήμερων συνήθως αιτήσιων, εταιριών εκμετάλλευσης της σοδιάς τους με εινέμπορους ή λαδέμπορους της πόλης επεκτείνοντας τον κύκλο και σε υποπροϊόντα όπως η Ρακή, η Νολάσπη και η Φέτσα, κερδίζοντας έτσι την υπεραξία της μεταποίησης εν μέρη και της εμπορίας, απαλλαγμένη από μεσιτικά και αβάσταχτους τόκους. Το Ηράκλειο ως το μεγαλύτερο εξαγωγικό κέντρο του νησιού λειτουργούσε εκείνη την εποχή συνάμα και τυρουμένον των αναλογιών όπως σήμερα το city του Λονδίνου. Μεγάλες οικονομικές συμφωνίες με εμπόρους κομμοπόλεων όπως η Σιτία, η Ιεράπετρα ή η Μύρες μεταγγίζουν προς εξαγωγήν τεράστιες ποσότητες λαδιού, κίτρων, χαρουπιών και άλλων αγροτικών προϊόντων, δερμάτων και τυριού σπανίωτερα. Ή τα εξήγγαν απευθείας προς όλες τις κατευθύνσεις του ανεμοδίκτη από τις επαρχιακές αποθήκες τους με ηρακλειώτικα όμως κεφάλαια κίνησης, καστινογιάνιδων, ανεμογιάνιδων, καλοκαιρινών, περίδιδων και άλλων μετρημένων στα δάχτυλα των χεριών. Ή ακόμα πιο προωθυμένα στο παράδειγμα του Ναυλοσύμφωνο της Δευτέρας Νοεμβρίου του 1892, στο οποίο ο Γεώργιος Αντωνίου, μήκρητικος πλήαρχος αλλά κάτικος Ιρακλίου, που ναυλώνει το πλοίο του τύπου λόβα με σημαία αθωμανική ονομωτή Αγγέλικα 66 τόνων στον Στήλιανό Χασά, συντοπίτη του έμπορο, για να μεταφέρει από το Κουσάνταση στην Τεργέστη, 1.700 καντά Ιασίκα, Κωνσταντινούπολης, για 10.000 περίπου γρόσια. Παράλληλα, καστρινά δίκτυα εμπόρων με θυγατρικά καταστήματα στα χέρια εξέμματος συγγενών και συντέκνων, με αποθήκες και εξοπλισμό σε κόμβικά σημεία του νησιού, ελέγχουν την πλειονότητα της εξαγόγημης παραγωγής και βέβαια, ελέγχουν τις τιμές. Αυτός ο έλεγχος παίρνει κάποτε τη μορφή αυτού που στα σημερινά θελτία ειδήσων ονομάζεται καρτέλ. Ομοειδείς δηλαδή εταιρίες, πίσω από την πλάτη της αγοράς και του νόμου, προσυμφωνούν τους κανόνες διάθεσης και προπάντων τις τιμές πώλησης και τα ποσοστακέρδους, τόσο σε εξαγόγημα, όσο και σε εισαγόγημα προϊόντα. Και τα παραδείγματα είναι πολλά. Μανώλη. Είναι πολλά τα παραδείγματα. Την 1η του Ιούλου του 1887, οι 26 μεγαλύτεροι νέμποροι της πόλης, επειδή ήταν αζήτητα τα καρασιά από το εξωτερικό και συνάκολουθα η τιμή τους ήδη χαμηλή, ή να προλάβωση επικοιμένας ζημίας ως εκ το ανταγωνισμού των ινιοκατασκευαστών κατά της αγοράς των σταφυλών, συμφώνησαν για τη σωδιά της χρονιάς εκείνης. Πρώτο, η τιμή των μαύρων σταφυλιών παντός ήδου να μην είναι παραπάνω από 18 παράδες φινοκά. Δεύτερο, αντίστοιχα, τα άσπρα σταφύλια όχι παραπάνω από 14 παράδες φινοκά. Ούτε τρίτα πρόσωπα για λογαρισμό των εμπόρων να μπορούν να αγοράσουν, να αποδικεύσουν, να πατήσουν ή να καταχειβάσουν κρασιά με τιμές ψηλότερες από αυτές που ήδη συμφωνήθηκαν. Κανείς επίσης να μην μπορεί να προσφέρει κανενός είδους οικονομική ευκολία στους πολιτές σταφυλιών, όπως, λόγω χάρη, η πληρωμή των ζυγιστικών ή των μεταφορικών. Κανείς να μην μπορεί να αγοράσει καταποκοπήν την παραγωγή σταφυλιών. Αν αγοράς επιπιστώση, να αγοράζει πάντα με τις ίδιες τιμές και όχι παραπάνω. Και με τόκο, όχι πάνω από 15%. Μάλιστα, και είναι σημαντικό, ότι τα σχετικά συμβόλια αγοράς επιπιστώση θα έπρεπε να τα κάνουν μόνο σε δύο συγκεκριμένους, τους μεγαλύτερους συμβολιογράφους του Μεγάλου Κάστρου. Τον Εμμαλούλη Ξαχουδίδη και τον Νικόλαο Ξενάκη από το Βενεράτο. Στις εισαγωγές, αντίστοιχα. Συμφωνία της 3ης Απριλίου 1884. Οι τέσσερις βασικοί έμποροι αμπελουργικού θεαφιού στο Ιράκλειο, που κατέχουν εκείνη τη χρονική στιγμή αθροιστικά 8.000 περίπου σάκους πενητά κιλούς θεαφιού, δηλαδή πάνω από 400 τόνους, συμφωνούν. Μανώλη. Συμφωνούν. Σενοήθησαν λοιπόν και αποφάσισαν προς εποφελή πόληση του εμπορέματος, όπως από σήμερον πολλώσιν εις την οριστήσα παρ' αυτών τιμήν. Έκαστον δηλαδή σάκων προς 47 γρόσκια προς τους εντός της πόλειος αγοραστάς χοντρικός και προς τους χορικούς εκτός της πόλειος λιανικός προς 47.5 γρόσκια. Ό,τι επίσης, εάν εν τω μέλλον τη βλέπω εσύ ότι δύναται να ορίσουσι άλλοι τιμήν του προκειμένου εμπορέματος, είτε ανωτέρα είτε κατωτέρα, δύναται να το πράγκουσι, αλλά εξυνενοήσιος όλων. Ό,τι επίσης μετά το πέρας της εποχής της εξοδεάσεως τουτιού του εμπορέματος, είτε κατά τον προσεχήν Ιούλιο, εάν μένωσι απόλυτη σάκη, να τους μοιράζωσι ακριβοδικαίως μεταξύ τους. Χειραγώγηση της αγοράς, ή μου φαίνεται... Και στη βιοτεχνία. Ναι, και στη βιοτεχνία. Στις 1929, λοιπόν, του Κουτσοφλέβαρου, που δεν ήταν Κουτσοφλέβαρος, το 1889, οι 12 μεγαλύτεροι δερματέμποροι της πόλης, 26 νέμποροι είχαμε δει, 12 μεγαλύτερους δερματέμποροι σε αυτή την πράξη, αποφάσισαν, όπως εκκλείψει ο συναγωνισμός εις τας υπό αυτόν γενωμένας εντεύθεν αγοράς, των διαφόρων πετσών και τομαριών, το παρακάτω. Πρώτον, εκτός της πόλης Ιλακρίου μπορούν να εμπορεύονται πετσά και τομάρια ελεύθερα. Εντός, όμως, της πόλης, και εφόσον υπάρχουν πετσά και τομάρια, θα πρέπει να αγοράζονται από αυτά, από τα διαθέσιμα εντός της πόλης, προσπόλησης σε τιμή, σε ποσότητα και σε είδος, που θα προκύπτει ύστερα από συμφωνία όλων των παραπάνων συμβαλόμενων μερών. Την ίδια στιγμή, η οικοτεχνία και η περιορισμένη βιοτεχνία της υπέθρου, λίγα είδη και μικρές ποσότητες μπορούσε να προωθήσει στο άστιο. Γνωρίζουμε παραδείγματα ειδών ροχισμού από οικιακούς αργαλιούς, αγγεία θραψανιώτικα, οικοδομικές ανίδες φακίων, κεραμίδια αρχανών, ασβέστη τηλίσου κεντίας, πελέκια ρογδιάς, ακόνια ελούντας και γύψο σιτίας. Το Ηράκλειο, με τις περισσότερο από 20.000 ψυχές του, καταναλώνει μέρος αυτών των ποσοτήτων, βρώσιμων και μη, αναδιανέμει μέρος τους σε άλλες πόλεις της Κρήτης, ανεπεξέργαστα, παραδείγματος άλλης, στέλνοντας μαλεβυζιώτικο κρασί στα Χανιά ή μεραμπελιώτικη αμυγδαλόψυχα στο Ρέθνηνο, ή μεταποιημένο στις βιοτεχνίες του, όπως το λάδι σε σαπούνι, τα ακατέργαστα δέρματα σε υποδήματα μέσω ταμπακαριών και παπουτσίδων, μετατρέποντας τον καπνό σε τσιγάρα, το ξύλο σε εντόπια έπιπλα. Κατά δεύτερο λόγο, τα πρωθεί από το στενόχορο λιμάνι του σε σκάλες κατά σειρά συχνότητας της Ευρώπης, της Αφρικής, της Ασίας, ακόμα και της Αμερικής, στο εξεταζόμενο διάστημα. Πριν ανοίξουμε το λογαριασμό του δευτέρου, του εξωκρετικού, του εξωστρεφούς, θα λέγαμε, σκέλους του εμπορίου, καλό είναι να κλείσουμε εκείνο μεταξύ πόλης και χώρας και ενδοχώρας, ή πόλης και άλλων προορισμών της ίδιας, της Κρήτης. Ένα αναβλωσήμφωνο στις 8 του Οκτωβρίου του 1892, περιγράφει θα λέγει κανείς «τακτική αιώνων». Ο Ιωάννης Διανευτάκης, εμπορευόμενος κτηματίας, κάτοικος πιτσιδίου εμπειριοτήσεις, ναυλώνει το καράβι Αγία Κατερίνη, του σαντορινιού Γιώργη Μανάλη για τη διαδρομή Ιράκλειο-Αγία Γαλήνη και αντιστρόφος. Από την εκκίνηση θα φόρτωνε ξυλία, διάφορα επικιακά και πύληνα γαλλικά τσουκάλια. Θα μεσανκυρούσε στην Ιερά Πετρά για να προσθέσει 300 σταμιά, προφανώς παραγωγής των Αγιοπλιαστών του Κεντριού. Τα ξεφότωλες σταμάταλλα, ταξιδέμοντας μετά άδειο ως την Αγία Γαλήνη, για να φροντώσει πάλι για ελλογραφισμό, όμως, ενός άλλου. Διομαλώνει Σφακιανάκη, Ιρακλειώτη εμπόρου, 200 καντάρια χαρούπι και 6.000 οκάδες βρώμι προς το λιμάνι της εκκίνησης. Το Μεγάλο Κάστιο. Το συμβόλιο αυτό δείχνει για μένα την κατοπλοία, βγαλμένη ακέραια, παγωμένη στους αιώνες. Τα ίδια ακριβώς, ίσως και από τα Μηνοϊκά χρόνια. Σίγουρα από τη Ρωμακρατία. Το ίδιο ακριβώς, οι ίδιες διαδρομές. Μόνο τα νόμματα αλλάζουν. Το Μεγάλο Αστικό Κέντρο διανέμει περιπλέοντας την Ανατολική Κρήτη ό,τι κατέχει από τον έξω κόσμο, φορτώνοντας στα Μεσόστρατα ό,τι μπορεί και επιστρέφοντας ισάγει πρωτογυλήγια εξαγωγή. Ανάλογα από τα Μιευμένα παραδείγματα, αναφέρονται σε ακτοπλοικές διαδρομές ως τη Βιάνο και τους καλούς λιμένες, μέσω Σιτίας και Ιερά Μπαταράς πάντα, διασπείροντας εισαγόμενα και εντόπια βιοτεχνικά προϊόντα, επιστρέφοντας πίτικα, ξυλοκάρβουνα ή χαρούπια και λάδι. Τα δεκάδες αστικά εργαστήρια, με τον περιορισμένο κύκλο εργασιών τους, το δέρμα ή το ύφωσμα ή το μέταλο, σπάνια ξέφευγαν από το λιανό εμπόριο με ασθούς και χωρικούς στο πελατολογείο τους. Αξιοβνημώνευτες εξαιρέσεις ενδεικτικά η Εταιρεία του Εμπόρου Πέτρου Κόρπη και του Ραύτη Μαούλη Καπητσάκη, που με τα λόγια του εγγράφου ιδρύεται σκοπούσα την επίπαραγγελία κατασκευή και πώληση ευρωπαϊκών ενδυμάτων, καθώς και την εμπορία των λεγόμενων σήμερα αξεσουάρ, καπέλων, κομβίων και τα λοιπά, ή των υποδηματοποιών, των εικονοδάκιδων, που συστήνουν στα 1900 εκεί, όταν γυρίζει ο τροχός του αιώνα και όταν είμαστε πια αλεύθεροι, συστήνουν εταιρεία προς κατασκευή και εμπορία υποδημάτων και των διαφόρων πετσών, δερμάτων και άλλων εμπορευσίμων ειδών της υποδηματοποίας, της τέχνης τους. Μαζικότερες παραγωγές, βιοτεχνικές ή πρωτοβιομηχανικές, με εμπορική διάσταση, αναγνωρίζουμε από παλιά σε σαπανοποιείες, όπως του Φιόρου, του Λιατιψαδέ, των Καλοκαιρινών, του Τσαλικάκη και άλλων, στον όψιμο 19ο αιώνα. Συμπληρώνονται από πυρινελουργία και αναφύονται τα ινοποιεία, όπως αυτό της εταιρείας Κνωσός, αργότερα Θεστός, τον Ξενάκη Λανά. Στο Μέταλο, τα δύο συνδυρουργεία του Στασάνη Ραθυμιωτάκη και του Μιχαήλ Αλεξίου γεμίζουν την Ανατολική Κρήτη με ελαιοποιεστήρια δικής τους κατασκευής. Ομοίως εργαστήρια καμπανών, όπως τον Μαρινάκηδον και τον Τζορτζακάκη, ανανεώνουν σε δεκάδες παραδείγματα τις φωνές των ναών στα χωριά του νησιού. Ανεκδοτολογικά, ας προσθέσουμε και τους Τούρκους μαχαιροποιούς που δέχονται να ετοιμάσουν άλλως 800, άλλως περισσότερα μαχαίρια για χριστιανό μεταβράτι ή για ομοεθνίτους έμπορο, σε συμβόλια που έχουμε συναντήσει. Όψιμα στην Τουρκοκρατία και υπερεντατικά κατόπινα αναπτύσσεται η παραγωγή κεραμμυδιών και τούβλων στο Μεγάλο Κάστρο, αφού για χρόνια κάλυπται με μεγάλη φιδό και σε υψηλές τιμές σε γαλλικά και αδρυατικά προϊόντα του είδους την προχειρότητα του βαλκανικού τσατμά και της λεπίδας στην οικοδομική. Κατασκευή και εμπορία συναιδεμένα στο παλιότερο σχετικό συμβόλιο Μυκτού Εθνικά Συνετερισμού την άνοιξη του 1896 στον κήπο του Τεκέ του Μασταμπά προέβλεπε κατά την διαφήμιση «Τούβλα καλής της ποιότητος, μια μισή φορά σαν τα γαλλικά και σχεδόν 100% ευθυνότερα των εισαγωμένων», λέει η διαφήμιση. Βλέπετε τα δείγματά τους με ανάγλυφη τη δίγλωση επειγραφή πάνω στην Παλαιοεραβική Καντιγέ Μασταμπά και από κάτω Ιράκλειον. Κατά το καταστατικό με 300.000 κομμάτια σχεδιαζόμενη αιτήσια παραγωγή θα πρέπει να γέμισαν τον ομό Τούβλα. Η κατοπινή αντίστοιχη παραγωγή από ομοτέχνους τους εκφράζεται σε αυτή τη διαφάνεια που βλέπετε. Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας διευρύνεται ακόμα περισσότερο. Ακόμα περισσότερο η παραγωγή και η εμπορία βέβαια. Ενδεικτικά παραθέτουμε σχέδιο του ατμοκίνητου εργοστασίου ιδιοκτησίας Ασλάν και Ζυρόπουλου στη θέση Λαγκαδιά του Κατσαμπά όπου οικοδόμησαν εργοστάσια με βάση το συμβόλαιο κεραμμοποιείας και πληθοποιείας θέντες εναυτότα αναγκαία μηχανήματα αναγύροντες κλιβάνους, στεγνοτήρια δεξαμενάς και λοιπά χρήσιμα προς κανονικήν λειτουργίαν του. Στον ίδιο χώρο ο Μητυλινιός εργοστάσιαρχης και η διάδοχή τους σύντομα πριν την Ένωση θα αποκτούσαν και ισχυρούς ομοτέχνους και ανταγωνιστές. Δουβατέλης, Σφακιανάκης και άλλοι. Στρέφοντας τώρα την πλώρη προς την έξοδο του λιμανιού για να ανασυνθέσουμε τους γεωγραφικούς προορισμούς των εξαγόγημων κρητικών αγροτοκτινοτροφικών και βιαιοτεχνικών καρπών, το είδος, την ποικιλία και τις ποσότητες καταθέτουμε αρχικά αυτών των χάρτη. Πρόκειται για το προσθετικό αποτέλεσμα των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν από ναυλοσύμφωνα και εμπορικές συμφορμόνιες στα συμβολογραφικά αρχεία, από τις αναχωρήσεις καραβιών στις καστρινές εφημερίδες, τις βεβαιώσεις εξαγωγής του αρχείου του Δήμου και λιγότερο στυριγμένος σε εξορραϊστικές συχνά προξενικές εκθέσεις. Από δυτικά προς τα Αντολικά και από βορρά προς νότο, βασικό ακραίο λιμάνι είναι η Μασαλία, όπου από την πρώην ημιτουργοκρατία ήδη έφτανε κρητικό λάδι για τις γαλλικές σαπανοποιείες. Τα χρόνια 1878-1913 που μας ενδιαφέρουν, δέχεται ακόμη κρασιά, σταφίδα, χαρούπια, δέρματα, κίτρα και ακονοπέτρες σε λούντας. Μικρόγραφία της ήταν η Αντίπ, που θα τη μάθουμε μετά με τον Καζαντζάκη, για την οποίαν τα κρητικά χαρούπια ανταλλάσσονταν με πύληνα τσουκάλια, η Νίκια, η Μάλτα ως σημείο μεταφόρφωτωσης κρασιών και υποπροϊόντων του, δερμάτων κλπ. Σε ιταλικό έδωφος η Γένοβα, η Σικελία αόριστα στα συμβόλια ή ενίωτε η Μεσίνα ακριβέστερα και τα βασικότερα λιμάνια της Ανδρυατικής, όπου πυκνότατες οι επαφές με το κεντρικό λιμάνι της Στεργέστης, την κύρια έξοδο της Αυστροουγγαρίας στη Μεσόγειο. Εδώ φτάνουν κρητικά εξαγόγημα για να ανταλλαχθούν με βιοτεχνικά και βιομηχανικά προϊόντα της κεντρικής Ευρώπης. Μηχανές, χημικά χρώματα, φαρμακευτικές πρωτεσύλες, υφάσματα από την Προσία, χαρτικά και χημικά από την Κολωνία, οικοδομίσιμη ξυλία, γυαλικά, βιενέζικα έπιλικα, που θα τα ξαναβρούμε στα Καστρινάπρικων σύμφωνα των Ευπόρων, όλα φορτία τόσο των νακτικών ατμοπλίων προς την Ανατολή, όσο και με μονομένων ιστιωφόρων. Τεργέστη, έδρα χρηματιστικών και ασφαλιστικών εταιριών με μακρύ χέρι ως το Ιράκλιο τουλάχιστον και έδρα επίσης μιας ακμάζουσας ελληνικής παρικίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν, όχι τυχαία, και μετρημένοι Ιρακλιώτες. Παρακολουθώντας την ακτογραμμή, το Δειράχειο χρησιμεύε ως τόπο εξαγωγής για μηλόπετρες και φωτόξυλα, σε μετρημένα αναβλοσυφωνητικά, η Κέρκυρα, η Σαγιάδα απέναντι από αυτήν, στην Υπειρωτική ακτή, η Θεσσαλονίκη ως τόπος εξαγωγής σταργιού για την μονίμως ελληματική σε Δημητριακά Κρήτη, το Άγιον Όρος που εξήγη εξυλία στο Ιράκλειο, επίσης, αραιότερη η σύνδεση με τα υπόλοιπα λιμάνια, που σημειώνονται στο χάρτη, έως την Κωνσταντινούπολη φυσικά, και όλα τα λιμάνια στον γεωγραφικό της περίγυρο, που ακόμα και μετά την άβεξη του πρίγκιπα συνέχιζαν να απορροφούν Ιρακλιώτικη παραγωγή κάθε είδους, από λούπινα και μήλα λασιθείου, έως μεγάλες ποσότητες σαπουνιού και κρασιού. Βέβαια, απ' τα ίδια αγκυροβόλια εξάγονται ομοίως ποικίλα είδη διατροφής, ενώ λειτουργούσαν παράλληλα και ως σταθμή μεταφορτωσης. Βλέπετε ακόμη τη σύνδεση με τα πιο κέρια λιμάνια του Ευξύνου, έως τα βορειότερα της Οδυσσού και του Ταϊγανίου, όπως λέγεται στα έγγραφα σήμερα, ονομάζεται Ταγκαροκ. Ιρακλιώτος έμποροι στέλνουν εκεί λάδι, κρασί, χαρούπια, κίτρα, σαπούνια και σταφίδα, συχνά χωρίς ενδιάμεσο προορισμό, σε μια περιοχή όπως γνωστόν οι ελληνικές παρικίες νέμονταν σημαντικότατο κομμάτι του εμπορίου δημητριακών, ξυλίας, παστών και χαβιαριού, και της μεταφορικής τους ναυσιπλογίας, επίσης, είχε κομμάτι η ελληνική πλειοκτησία. Έχουμε από τα ΜΕΕΣΕ μια σύμπραξη ενός μεμονωμένου τραπεζούντιου και ενός Ιρακλιώτης, από οποίους, στα 1905, επίσης. Το Μεγάλο Κάστρο, ως τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά ανέλπιστα και στα χρόνια της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, βλέπει εμπορικά, με εξαιρετικά μεγάλη πυκνότητα, προς τη Μικρά Ασία. Το επιβάλλει άλλωστε και η Γεωγραφία. Όλα σχεδόν τα λιμάνια της Μικράς Ασίας, μεγάλα και μικρά, από τα Δαρδανέλια ως την Μιερσίνα της Καραμανίας, αντίκρισαν κριτικά πανιά ή καλύτερα κριτικά προϊόντα, αν και η εντύπωσή μας είναι ότι στα χρόνια αυτά το Ισοζύγιο γέρνει επί υπέρ του οικονομικά ισχυρότερου της εποχής. Έχουμε εισαγωγές από άχυρα, αστείο και να τα ακούει κανείς, το είδα γραμμένο όμως και πιστέψτε με, και ξύλα, ως ζώα σφαγής και μεταφοράς, δημητριακά και βέβαια απυκιακά. Κεντρικός ο ρόλος της Μύρνης, όχι μόνο ως σκάλα γεωργικών, αλλά κυρίως βιομηχανικών προϊόντων, τοπικών ή από μεταφόρτωση της Ευρώπης, καθώς η πόλη είχε εξαιρετικά πυκνό δίκτυο σύνδεση με τη Δύση και με το Ιράκλειο. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι οι οικογένειες των υπερδραστήριων εμπορικά Φραγκολευαντίνων και δευτερευόντως των Αρμενίων της Μύρνης είχαν κλάδους στο Ιράκλειο, καλλιεργώντας συνακόλουθα στενές οικονομικές σχέσεις. Ούτε είναι τυχαία η πληθυσμιακή όσμωση με Έλληνες του Ιρακλείου, αναφέρον το παράδειγμα του Πανανού Θεοδουλάκη, των Λαδάδων και άλλων που ίσως σας είναι λιγότερο γνωστοί. Ναυλοσύφωνα λοιπόν παλαιού αχτοπλοϊκού τύπου με κεφάλια καστρινά και συχνά γιοπελαγίτες ή Κριτικούς, Χριστιανούς ή Μουσουλμάνους ναυτικούς και πλεούμενα κάθε είδους και δυνατότητας οργώνουν τη βολικότερη θάλασσα για την Κρήτη, το Αιγαίο, φορτώνοντας ετερόκλητες πραγμάθειες ό,τι βολικότερο από το Κριτικό έδαφος στη δεδομένη στιγμή και βγαίνουν στανοιχτά με την υπόσχεση να πουλήσουν όπου κι όσο ωσυφερότερα γίνεται και να επιστρέψουν με ευπόλοιτα είδη. Η συνεχισμένη αχτίνα τους ορίζεται από τις Χικλάδες, την Πόλη, τα παράλια της Ιωνίας ως Νότια, τη Ρόδο και την Κάσω. Στο χώρο αυτό κομικός ο ρόλος της Ερμούπολης, κάτι αντίστοιχο με εκείνον της Μύρνης, αργότερα και σε πολύ μικρότερο βαθμό και του Πειραιά, από όπου ο λιθάργυρος του Λαβρίου για τους τραψανιώδες αγγεοπλάστες, το κάρβουνο των κυγγενικών εργαστηρίων, τα έναπνευματόδι και άλλα. Η Κύπρος εξάγει στην Πόλη συνήθως κριθάρι. Ακόμα ανατολικότερα με την Συρία και τον Λίβανο εμπορεύεται το Ιράκλειο, κουκούλια και σπόρο μεταξύ, όσο και του Μπεκί με Πέρσες εμπόρους. Τόσο, ώστε κάποιοι εγκαθιστούν αντιπροσώπους εδώ. Εντυπωσιάζουν παραδείγματα όπως η σχετική εμπορική συνεργασία, στα 1908, του Μωυσή Παμπούδη, πολιτογραφημένου Ιρακλιώτη, με καταγή, όμως, από την κείο της Προποντίδας, με τον Αλκ Μαρούν, έναν άραβα μαρονίτη, χριστιανό μάλλον, για κουκούλια, για μετάξη. Ο Αλκ Μαρούν, κάτοικος Λιβάν. Ο γεωγραφικός κύκλος κλείνει με την Αφρική. Στα βορειότερα παράλια της, η Αλεξάνδρια. Ήταν το λιμάνι και ο προορισμός για Πάμπολλα, τα περισσότερα από οπουδήποτε αλλού, καστρινά εμπορικά ταξίδια. Εξάγονται εκεί αφηδώς τα φύλλια, κρασί, λάδι έως και άλογα. Ισάγονται απολατρώνια για την σαπονοπία και λουλάκι για τη βάφικη έως διαμάντια, ρολόγια και τεχνογνωσία. Η ισπουδαιότητα της οικονομικής σχέσης προδίδεται από τον αριθμό των Ιρακλειωτών, που ως εμπορικοί αντιπρόσωποι των εδώ οικογενειακών τους επιχειρήσεων πρώτης κλάσης, όπως του Τουπογιάννη, του Γερονιμάκη και άλλων, εγκαθίστανται εκεί και διαχειρίζονται όσα αύθονα το Ιρακλειο έχει να στείλει, με εξαιρετικές προοπτικές κέρδους στην Αίγυπτο. Μάι του 1911, τρεις Μουσουλμάνοι, κριτικοί, έμποροι, ο ένας Χανιώτης, οι δυο Ιρακλειώτες, αποφασίζουν την ίδρυση εμπορικής εταιρείας με έδρα την Αλεξάνδρια και καταστατικό σκοπό το αυτονόητο, την αγορά και εξαγωγή διαφόρων εμπορευμάτων προς μεταπόληση επί σκοπό κέρδους. 1911, Μουσουλμάνοι, για να καταρρίπτουν κάποιοι μύθοι. Κατά τα λοιπά, με δημητριακά έσωσε η Κυριναϊκή από Σιτοδία στην ελληνιστική Κρήτη ούκο λίγες φορές, μεγάλες ποσότητες κριθαριού, βρώμεις και άχειρων για τα ζωντανά έκαναν την ίδια ακριβώς διαδρομή, μόνο που τις ελληνικές αμπικίες αντικατέστησαν η Δέρνα, η Βενκάζη και η Μισράτα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα καράβια πήγαιναν ως εκεί άδεια. Για να απομηθοποιήσουμε, ίσως, αυτήν την κινητικότητα που παρουσιάζαμε λίγο γλαφυρά προηγουμένως, παρατηρήστε τα στατιστικά που ακολουθούν. Σ' αυτό το πρώτο, αποδίδονται οι κατάπληοι στο Ιρακλειώτικο λιμάνι κατά την χωριτικότητα των πλεουμένων. Είναι σαφέστατο ότι οι μεταφορικές δυνατότητες της πλειονότητας των καραβιών ήταν περιορισμένες. Πλεούμουνα μέχρι δέκα τόνων, ένα είδος θαλάσσιας ταλίκας, θα έλεγα. Είναι οι συχνότεροι επισκέπτες με τεράστια μείωση των ποσοστών αντιστρέφως ανάλογο του τονάζ. Ως προς τη σημαία, δηλαδή ως προς την προέλευση, εύκολα τεκμέρανται επίσης το αναμενόμενο ότι δηλαδή αυτά τα μικρά πλοία ανήκουν σε κρίτες κατά κυριολόγου. Αξιοπαρατήρητη η αντοχή του δικτύου με την εχθρική πλέον στα χρόνια αυτά οθωμανική Τουρκία. Οι δρόμοι του εμπορίου που είναι δρόμοι της ναυτιλίας και αντιστρόφως άντεχαν ακόμη παρά την πολιτική αλλαγή. Οι κατοποινοί πόλεμοι, βέβαια, θα τα αλλάξουν και αυτά. Το ποσοστό των πλοίων από τη μητροπολιτική Ελλάδα μοιάζει ελαφρά αυξημένο σε σχέση με την Τουρκοκρατία. Το περιορισμένο ενδιαφέρον των Κρητών για τη θάλασσα. Είχαν φέρει στο Ιράκλιο από παλιά και τον καπετάν Λεμό από τις Ινούσες, και Ιγινήτες και Γαλαξιδιώτες και πολλούς αιγιοπελοαγίτες Καραβοκυραίος, φυσικά για ταξίδια μακρινά που δεν συμπεριλάμβαναν αναγκαστικά ελεύθερους ελληνικούς προορισμούς, από την Αντίπ για Τσικάλια, ως την Αλεξάνδρια με λάδι, και από τη Βεγγάζη για Κριθάρη ως την Βραήλα με χαρούμπι και σταφίδες. Το μεταφορικό φορτίο των ιστιοπλοϊκών πολλαπλασίασαν τα ατμόπλια, που κατά καιρούς δοκίμασαν την τύχη τους, επιδοτούμενα από τις εκάστοτε αρχές στο μάλλον αφιλόξενο γι' αυτά λιμάνι της πόλης, και ενώ αφιλόξενο λογομεγέθος. Ατμοπλοϊκές εταιρίες όπως ο αυστριακός Λόιδ, η πανελλήνιος ατμοπλοϊκή, ο Πανταλέων, τα Λιάννης και άλλες, ακόμη και η εταιρία Αλεπουδέλης και Σφακιαννάκης, στην εφήμερη κριτική προσπάθεια ατμοκίνη της ακτοπλοίας, λίγο πριν την αυτονομία, στο σύντομο χρόνο που άντεξε, πριν αποσαράξει στην άμμο της ιεράπετρας και της απειρίας της. Τα μεγάλα ατμόπλια φέρνουν εκτός από οι πειβάτες το ταχυδρομείο και φορτία, ανταλλάσσοντάς τα με μεταναστευτικά όνειρα για την Αμερική των ευκαιριών, την Αθήνα των σπουδών, τις οικονομικές επενδύσεις των λαδιών της ITAR et Costella για τη Γένοβα, των επίπλων Καρεμφυλάκη για την Κύπρο, των Καρασιών του Τουπογιάννη για την Αλεξάνδρια. Ισπράτοντας την αγριότητα του κριτικού πελάγους, σε ένα βάγιο όπως αυτό του Στίνια της Οθωμανικής Ακτοπλοίας στην Τία, το Φλεβάρι του 1894, ή της Ναβηκατσιών ε Ιταλιάνα, στην αχτή της Τρυπητής, λίγο χρόνια μετά, το 1900, και ούκο λίγων άλλων ιστιωφόρων, ναυτικές τραγωδίες γνωστές από τον τύπο της εποχής, αλλά και από την ανακύκλωση των ηλικτυκών που η τοπική οικονομία δεν άφησε ανεκμετάλευτα. Εδώ, ο έμπορος, ναυτικός, ταχυδρόμος και άλλα πολλά, Στυλιανός Πρατσινάκης, ως εργολάβος διάλυσης, με τη βοήθεια διτών του Στίνια, δέκα χρόνια μετά τον Αβάγιο και παραπέρα ο Μάσιμο Μάνκα, Ηρακλειώτης έμπορος, ναυλομεσίτης, συνέμπορος, κάτω από σελαιοτριβείου και ότι άλλο θέλετε, διαλύει, σε συμφωνία με την Ινταλική Ασφαλιστική του Ατμοπλίου, το κουφάρι του, πίσω από το μικρό κούλε. Το ναυτεμπόριο ζήκε από τις σάρκες του. Οι ασφαλιστικές τερίες της Στεριέστης του Λονδίνου και της Γερμανίας αντιπροσωπεύονται από κριτικούς και ξένους εμπορευόμενους, διπλωμάτες και μεσήτες, όλοι υποσχόμενοι λιγότερα ανήσικα βράδια σε επενδυτές και ξεπληρωμένα ναυτοδάνεια υψηλό κατά τα λαρίσκο. Στο Ιράκλειο, με την τραπεζική πίστη σε έλλειψη ως το πιο δυσαναπλήρωτο χρηματοδοτικό κενό ενός εμπορίου που αναζητά τοκογλυφικά δάνεια στα κομποδέματα πολύφερνης νύφης ή εγκρατούς τεχνίτη ή πολιτικού ή κτηματία και αυτοσχεδιάζει στους στόχους χωρίς εξειδικεύσεις με τον δερματόμπορο σε ένα βρελό σύμφωνο κριθής, τον σύνδερα σε αποστολή κρασιού στην Αίγυπτο και άλλους τέτοιους απίθανους συνδυασμούς, με περιορισμένες συγκριτικά τις δυνατότητες της ενδοχώρας και εξαγωϊκές αντίστοιχες φιλοδοξίες, με ισχνή υπεραξία από τη μεταποίηση και ταλαιπωρημένη βέβαια αγοραστική δύναμη μιας χρεωμένης αγροτιάς. Εν τούτοις, κατά τοπιστικό για το γεωγραφικό έμβρος του τοπικού εμπορίου θεωρούμε τον χάρτη της διαφάνειας, γιατί απεικονίζει τις έδρες εταιριών στις οποίες χρεοκοπημένος στα 1900 υφεσματέμπορος του Ηρακλή οφείλει από 100 έως 5.000 δραχμές και συνολικά 33.000 δραχμές, χρυσές δραχμές, τεράστιο ποσό, σε υφαντουργικά εργοστάσια και εταιρίες κατασκευής σετίμων ενδυμάτων, εσωρούχων και καπέλων από πόλεις που έπρεπε να ψάξουμε στο Google Earth για να τις βρούμε, στην Πρωσία, την Ισπανία, αλλά και σε ελληνικών, ελευαντίνικων, αρμενικών ή εβραίικων συμφερόντων καταστήματα στην Αγγλία, στην Πόλη, στη Σμύρνη και κοντήτερα στην Αθήνα και τα Χανιά. Στα ίδια χρόνια, όμως, Καστρινός Παπουτσής αναλάμβαλε να ετοιμάσει σκαφώνια και παντόφλες από βιδέλο και παντόφλες από σαγρέ, αν μου πει κάποιος τι θα πει αυτό, για τον αντίστροφο ναυτεμπορικό δρόμο. Ο Πολής Χαντζί Παναγιώτης Σταματάκης ανέθεται την ίδια εποχή στον βαρελοποιό Μαυρομάτι την κατασκευή βαρελιών, για μεταφορά κίτρων, μεντόγα ρουμάνικη δηλαδή, και οχτώ σιδερένια τσέρκουλα, κιλογράμμων 250 έκαστων, κατά το έγγραφο. Και οι Γερονουμάκηδες, αντίστοιχα, παράγγελαν σε εξειδικευμένους ξυλουργούς εκατοντάδες κυβωτήδια για την συσκευασία και εξαγωγή σταφίδας. Μια εξαγωγή από ένα στενόχορο λιμάνι, κοντά στην Καζαντζακική ρεαλιστική αφήγηση. Κοίταξε Ζερβάτου, κατά το λιμάνι. Κοίταξε τα καΐκια, τις βάρκες, τη θάλασσα. Ως πέρα ο μόλος βούιζε. Έμποροι, μαρινάροι, βαρκάριδες, χαμάλιδες, βιαζόντουσαν άμεσα σε λαδοβάρελα και κρασοβάρελα και σωρούς από χαρούπια. Πηγαίνουν, ερχόντουσαν και φώναζαν, βλαστιμούσαν, φόρτωναν. Φόρτωναν, ξεφόρτωναν οι αραπάδες. Βιαζόντουσαν πριν τσακίσει ο ήλιος και σφαλίξει η καστρόπορτα. Βιαζόντουσαν να ανετάρουν. Φόβοραζε η θάλασσα, μυρίζε το λιμάνι σαπημένα κίτρα, χαρούπι και κρασόλαβα. Κούσε Ιν Μαυραλάκης που λέγε στα 93 την βρατσέρα Αγία Πελαγία πρώην Τζιχαμί Μπεγγεντή 8 τόνων για 1690 γρόσια. Εκεί, όταν ο κερδός ερμής ξεπερνούσε τον Μοάμεθ και τον Ιαχφέ και διευκόλυνε τη βαβολενία των γλωσσών και των ομισμάτων. Έφερνε στο θαλασσινό καφενείο του Εβραίου Σίμουνα Κωέν τους ανθρώπους της θάλασσας και τους αγωγιάτες τους αστούς στα στενόχορα ευρωπαϊκά τους πανταλόνια και τους βρακοφόρους μεσύτες. Αν θα έπρεπε να καταλήξει κάπου η παρουσίαση της οικονομικής ζωής στην υποεξέταση περίοδο του Ηρακλείου θα τονίζαμε τον έντονο μεταβατικό χαρακτήρα της. Το πρωτογόνος παλιό που εκφράζουν παραδείγματος χάρη είναι προαγορές αγροτικών προϊόντων και ευλοσύμφωνα του ακτοπλωούντος εμπόρου από τη μια και από την άλλη το κενοφανές της διεύνυσης των οριζόντων με εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων από όλων σχεδόν τον κόσμο. Παραδείγματος χάρη στη λίστα των πιστωτών του υφασματέμπορου που σας δείξαμε και οι αποστολές πρωτονιλών προς όλο και μακρύτερες γίνες διαγωνίους. Σας ευχαριστούμε. Πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία μας δώσατε. Συνήθως μετά από κάθε ομιλία έχουμε θεσπίσει τώρα ένα δεύτερο γύρο ερωτήσεων και απαντήσεων, ο οποίος όλο και κάτι καινούριο θα αποδώσει. Δεν ξέρω αν το ακροατήριο έχει ερωτήσεις. Να σηκώσει όποιος έχει ερωτήσεις στο χέρι του, αποκτά προτεραιότητα. Καλημέρα, ευχαριστούμε πάρα πολύ για τις δυο υπέροχες ομιλίες ή τη μία συνδυαστική. Θέλω να ρωτήσω κάτι. Υπήρχε κάποια στιγμή από τον κ. Δρακάκη ότι υπήρξε μια καταστροφή στην εσοδεία, η οποία έκανε τους εμπόρους να συντονιστούν για να κάνουν ένα συγκεκριμένο έγγραφο προστασίας του προϊόντος της ταφύδας ίσως. Όχι, δεν είχε να κάνουμε καταστροφή. Όχι, πρόκειται να είναι αυτό που μας και ονομάζουμε με σημερινούς όπως ένα καρτέλ θα λέμε. Είναι μια συμφωνία και των ενεμπόρων και των δερματεμπόρων και των εμπόρων του Θιαφιού αργότερα να κρατήσουν υπό άμεσο έλεγχο τις τιμές και τη διακίνηση, φυσικά, των βασικών προϊόντων της Κρήτης. Ή των βασικών προϊόντων που εμποριόντουσαν οι ίδιοι, δηλαδή του κρασιού, των δερμάτων, δεν ήταν όλα δικά τους, ήταν και εισαγόμενα, και του Θιαφιού. Ήταν, θα λέγαμε, γραπτά τεκμήρια καρτέλ. Τα οποία, βέβαια, δεν είχαν απόλυτα σύμφωνο το νόμο. Όχι, βέβαια. Ούτε τότε, ούτε σήμερα. Ούτε σήμερα. Επιτρέψα να ρωτήσω αλλιώς. Υπάρχει μια αναφορά στην αναφορά στον Γκρέκο του Καζαντζάκη, νομίζω είναι το κεφάλαιο, η καταστροφή, που μιλάει για την καταστροφή της οδιάς της Σταφρύδας. Υπήρξαν κάποιες ανάλογες περιπτώσεις που να υπάρχει κάποια συμφωνία των εμπόρων μετά από καταστροφή κάποιου εμπορεύματος. Υπάρχουν μαρτυρίες για κάποιες καταστροφές από πυρκαγιά επιχειρήσεων, αλλά εκεί υπήρχε η κάλυψη από τις ασφαλιστικές εταιρίες. Οι πιο συνετοί γερτλιάδες έμποροι είχαν ασφαλίσει το εμπορεύμα τους. Καταστροφή μεγάλη, αλλά για τους αγρότες πρωτίστως, ήταν αυτή της φιλοξύρας στην Γαλλία, που θεώρησαν οι Κρίντες ότι θα μπορούσαν να την εκμεταλλευτούν... Για λίγα χρόνια. Για λίγα χρόνια, αλλά τελικά γύρισε boomerang. Άλλη καταστροφή, τέτοια που μας λέτε δεν γνωρίζουμε. Θεωρούμε ότι η λογοτεχνία, κι ας το ξεπεράσουμε αυτό, για την εποχή με την οποία ασχοληθήκαμε, δεν μπορεί να αποτελεί ιστορική πηγή. Ο Καζιδάκης είναι λογοτεχνία. Έχουμε χιλιάδες έγγραφα. Δεν μπορούμε να αναγώμαστε, αναζητώντας την αλήθεια, την ιστορική αλήθεια, σε λογοτεχνίματα. Είναι λάθος μεθοδολογικό. Το κάνουν και άλλοι. Δεν εννοώ εσάς, μιλάω για ουσιαστικότερα πράγματα. Εσείς θυμάστε μια αναφορά, η οποία όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Να συμπληρώσω. Στις επίσημες πηγές, μιλώντας για την Ενεδοκρατία, αλλά και στον τύπο, από όσο ξέρουμε, της περίοδος που ασχοληθήκαμε περισσότερο τώρα, υπάρχουν αναφορές σε καιρικά φαινόμενα που επηρεάζουν την γεωργική παραγωγή. Αν κατάλαβα την ερώτηση σου, Νίκο, ήταν στο δεύτερο σκέλος της και διόρθωσέ με αν υπάρχουν συμβόλια ή τεκμήρια σε περίπτωση που έγινε κάποια φυσική καταστροφή. Εμπορικά, θα έλεγα, αρχαιονομικά δεν βρέθηκαν ακόμα. Εμπορικά, νομίζω πως η μνώμη του εμπορίου και της οικονομίας, λένε πως αν υπάρχουν καταστροφές φυσικές, δεν ευρούνται και τόσο τα καρτέλ. Ο καθένας βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να κερδίσει περισσότερο. Είτε υπερκοστολογώντας την όποια παραγωγή έχει ισοθεί είτε εισάγοντας παραγωγή και πουλώντας σε πολύ ακριβότερες τιμές. Ο νόμος του εμπορίου επιβάλλει μια συνεργασία στις αντίθετες υπερτώσεις όπως όταν έχουμε υπερπαραγωγή, όταν έχουμε, νομίζω, πτώση των εξαγωγών κτλ. Είναι στοιχειώδες κανόδες του εμπορίου. Ενωνόμαστε όταν οι δυσκολίες είναι πολύ μεγάλες, όταν έχουμε περιθώρια κέρδους ο καθένας για πάνω του. Άλλη ερώτηση. Από περιέργεια θέλω να ρωτήσω το εξής. Είδα στα στατιστικά στοιχεία των πλοίων που έπιασαν το λιμάνι του Ηρακλίου, ότι δεν υπήρχαν καθόλου γαλλικά πλοία την περίοδο στην οποία αναφερθήκατε, ενώ από την άλλη μεριά υπήρχε σημαντική εμπορική επικοινωνία μεταξύ Γαλλίας και Κρήτης. Είδαμε, ας πούμε, ότι υπήρχαν ιταλικά, υπήρχαν αυστριακά, προφανώς επειδή μάλλον αναφερόμαστε στο λιμάνι της Τεριέσης πρέπει εκείνη την εποχή να ήταν υπόαυστριακή κατοχή, δεν υπήρχαν καθόλου γαλλικά πλοία. Αυτό σημαίνει μήπως μονόπλευρη από την πλευρά της Κρήτης εμπορική δραστηριότητα? Υπάρχει κάποια εξήγηση για αυτό? Αυτά τα στατιστικά που δείξαμε αφορούν την εποχή της Κρητικής Πολιτείας. Για την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή 78 με 99, δεν έχουμε ακόμα συγκεντρώσει στατιστικά αξιοποιήσιμα. Οι παρατήσεις είναι ορθοί. Απλώς πρέπει να μην ξεχνάμε ότι άλλο το τι μεταφέρεις και άλλο ποιος το μεταφέρει. Σωστά. Δεν έχουμε γαλλικές αφήξεις, πράγματι, για την περίοδο που δείξαμε. Το μονόπλευρο που λέτε ισχύει σε έναν κάποιο βαθμό, κυρίως γιατί πολλά πλοία έρχονται άδεια και φεύγουν με λάδι ή άλλα προϊόντα. Αλλά το ανάποδο συμβαίνει, εννοώ το να είναι πλήρες στον ταξίδι, η Φίσταται. Θυμάμαι αρκετά παραδείγματα που φέρνουν από τη Μασαλία, σας είπα, μέχρι και τσικάλια. Τσικάλια παραγωγής Αντίπ Μασαλίας, Σέτα, Νίκεας. Δεν είναι τόσο μονόπλευρο όσο δείχνει. Τα καράβια πάντως μπορούσαν να είναι οτιδήποτε. Ήταν με ιταλικό όνομα και πλειοκτησία. Μπορεί να είχαν σημαία Μάλτας, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν ήταν και γαλλικών συμφέροντων. Το Μεραμπέλο δεν είχε κανέναν μεγάλο λιμάνι, δεν είχε καμιά σκάλα. Η Σμηναλόγκα ήδη είχε παρακμάσει. Λίγο μετά έγινε το λεπροκομείο και διαλύθηκε. Όλοι οι Σμηναλογκίτες έχουν έγγραφα που το τεκμηριώνουν ή φύγανε στην Τουρκία ή μετακόμισαν στο Ηράκλειο. Στην Τουρκοκρατία, έχετε δίκιο, ήταν ένα πολύ ισχυρό κέντρο. Ήταν μια εξαιρετική παρουσίαση του τρομερού δυναμισμού της Κρήτης εκείνης της εποχής που όπως και σε όλες τις άλλες μεγάλες εποχές της Κρήτης ήταν βασισμένη στην παραγωγή της και στο βαθμό που η παραγωγή αυτή βέβαια έβρισκε αγορές. Εγώ ήθελα να σας ρωτήσω αν έχετε τελονιακές πληροφορίες για τη διακίνηση αυτή από και προς την Κρήτη, από και προς το Ηράκλειο. Από το αρχείο του Δήμου, υπάρχουν μια σειρά από βεβαιώσεις εξαγωγής που κατανομάζουν ποιος έμπορος, τι εξάγει, πόσο βάρος έχει αυτό και για ποιον προορίζεται με τα αρχικά του. Δεν καλύπτουμε όλο το διάστημα, αλλά είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτικά. Μέχρι και τον εύξυνο πόντο στέλνονται πράγματα από το Ηράκλειο. Δυστυχώς το αρχείο του τελανίου Ηρακλείου, που θα ήταν συγκεκριμένο για εμάς, σώζεται ή τουλάχιστον δεν το βρήκαμε ακόμα. Δεν το βρήκαμε ακόμα. Θα το βρούμε, Μανώλη. Έτσι λίγο να χαλαρώσουμε. Νόμιζε, αγαπητέ Νίκο, πώς θα έλεγες πως η εξαιρετική δυναμική ήταν μια εξαιρετική παρουσίαση των δυναμικών παρουσιαστών, του Κλεάντη περισσότερο και λιγότερο από εμένα. Πήγα να το πάρω πάνω μου, αλλά με έκοψες μετά. Μου λες, του δυναμισμού της πόλης του Ηρακλείου. Άντε να το πάμε στην πόλη του Ηρακλείου, αν και ο Κλεάντης προσπάθησε λίγο να απομοεθοποιήσει τα πράγματα σε πολλά επίπεδα. Πιστεύω, όταν με το καλό διαβάσετε για την εισήγηση αυτή και πιο ίσως εμπλουτισμένη, θα δείτε πως κάποιοι μύθοι που υπονείχτηκε ο Κλεάντης περισσότερο, καταρρίπτονται. Δηλαδή, το τονάζιο των πλοίων, την εθνικότητα των καραβοκύριδων. Θυμάμαι, διαβάζοντας και επεξεραχαζόμενα αυτά τα στοιχεία και διαβάζοντας την ανακοίνωση, πήγαινε πολύ το μυαλό μου σε αυτό το τραγούδι, το πολύ όμορφο που επανέφερε ο Μουντάκης της γραμμού σας στο ακροτήρι, που λέει ως ρεφρέν, πως «θάλασσα λεβεντοπνίχτρα». Εμείς οι Κριτικοί κοινών των χρόνων, και το διαβάσαμε σε σύγκριση με τα χρόνια της Βενετοκρατίας, μάλλον αυτό το μότο είχαμε, «θάλασσα λεβεντοπνίχτρα» και καθόλου στη θάλασσα δεν σημώναμε, δεν βρέχαμε τα πόδια μας. Τέλος πάντων, δεν ξέρω αν υπάρχουν άλλες ερωτήσεις, αλλά αν μου επιτρέπετε, στο τελονίο που λέει ο Κλεάντης, πράγματι κάναμε επιχειρήσεις προ πολλές εξορρομήσεις, βουτιές, αλλά φοβάμαι πως το τελικό χτύπημα, πως και πολλά άλλα αρχεία, το δέχτηκε όταν μεταφέρθηκε από τη βάση του και έγινε το σδόε στην έζηση των καταστάσεων. Από ότι πήγα προσωπικά δύο-τρεις φορές τότε, χωρίς να ανημερωθεί ή χωρίς να πω δεν υπήρχε ακόμα η αρχαιϊκή υπηρεσία εδώ στο Ευράκλειο, καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος. Επίσης, εργοστάσια σημαντικά, εμπόρων, βιομηχάνων, τα ξέρω μόλα, το ότι η τελευταία μαχαιριά δόθηκε με το Αθηνά, όπως ψάξαμε και βρήκαμε τον επειζόντα μέσω Μητυλίνης και μέσω αναπογόνων και συγγενών του Αλεπουδέλη, τον τελευταίο φύλλακα, θα λέμε, του Αθηνά, των τελευταίων επιστάτη του Αθηνά. Είχαμε πληροφορηθεί πως πάνω στη σωφίτα, θα λέγαμε, στο δωματιάκι του ήταν συσσορευμένα τα κατάστιχα, τα εμπορικά του Αθηνά. Αυτά, λέει, μπήκαν σε φορτηγά και πετάχτηκαν όταν το Αθηνά πωλήθηκε ή εκεί στις αρχές της δοκατίας του 90, σταχτέλησαν μόνο στη Μινώνα Λάινις, κάπως έτσι. Αυτές είναι μεγάλες, μεγάλες αστοχίες. Και δεν είναι μόνο αυτό, πού είναι τα κοιτάπια των Καστρινάκηδων, των Βασιλάκηδων, τόσο μεγάλων βιοτεχνών, της στάφιδο εμπόρων στην Εντεριστική. Πού είναι που ψάξανε, πού είναι, των ενώσεων των σταφιδεχνών, να δούμε τι έφευγε, τι ερχόταν κτλ. Είναι δυνατό να μην ξέρουμε τίποτα για το εμπόριο της σταφίδας, πού είναι τα αρχεία. Πού σώζονται, πού είναι. Ας διώξουμε τις φοβίες μας και ας τα συγκεντρώσουμε κάπου, τέλος πάντων. Υπάρχουν τα γενικά αρχεία του κράτους, συνεχίζονται και μετά το δρακάκι. Περνούν μια δύσκολη εποχή, αλλά το χειροκρότημά σας στην προηγούμενη φορά και ίσως και μια αντίληπτη διδρασία σας πιο δυναμική, αύριο θα τα κρατήσουν σε αυτή τη λέλαπα που θέλει να συντρίβει κάθε προσπάθεια διατήρησης της ιστορίας μας γιατί νομίζω σε μια τέτοια φάση βρισκόμαστε τώρα, οικονομικοί όροι πάνω να συντρίψουν κάθε τι στέκει ορθό για να σώσαμε την ιστορία μας. Τώρα, στα αρχεία του Τελονίου, σώζονται τα αρχεία της παλιάς ΥΠΑΚ ή ένα μέρος της υπηρεσίας περιφεραικής νάπτυξης της Κρήτης. Σημαντικόταν τα αρχεία με όλα τα σχέδια, μιας εποχής που ήθελε να αλλάξει την Κρήτη και γύρω στο 1960-1970. Δεν πρέπει ούτε αυτά, τουλάχιστον πρέπει να χαθούν. Αλλά εμείς μην νεκρολογούμε και εμείς σας κουράζουμε περισσότερο. Οι άνθρωποι που διοργανώνουν αυτές τις εκδηλώσεις έχουν την ευαστησία και εμείς όλοι μας να εργαστούμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Κοντολογείς, λοιπόν, να πω ότι θέλω να ευχαριστήσω και εγώ όλους εσάς όταν διάβαζε ο Κλεάντης το κείμενο ή κι εγώ, βλέποντας τις εικόνες που είχε επιμεληθεί ο Κλεάντης στο PowerPoint με τα σαπουναριά, με τα ονόματα των μεγάλων καστρινών βιομηχάνων και εμπόρων, ψυχθυρίζατε. Ψυχθυρίζατε κάτι, κάτι σας θύμησαν. Έτσι δεν είναι, κύριε Βασιλάκη, αγαπείτε Μανώλη. Και αυτό, αν θέλετε, είναι για μας, μετά από 20 και πλέον χρόνια δουλειάς, η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Όπως ανταμοιβή είναι και αυτά που είπε ο Γιώργος ο Νικολακάκης, πως ο ένας από τις Σέρες και ο άλλος από τα Χανιά, αγάπησαν τον Εράγλιο και αγαπούν τον Εράγλιο πιο πολύ από τη γενέση του Αγίου. Συνεχώς θα πρέπει να δίνουμε αποδείξεις, Κλεάντη, μέχρι να πεθάνουμε. Δώσε τον λόγο στους αυστοί που θέλουν να ρωτήσουν. Αλλά από την άλλη, και κλείνω γι' αυτό για να δώσω τον λόγο και να μη φλιαρώ, το δεύτερο κομμάτι στο θέλω να μείνω, είναι σε αυτό που είπε ο Γιώργος ο Νικολακάκης, στην κουλτούρα της συνεργασίας. Και αυτό, με αυτό τελειώνω. Ευχαριστώ λοιπόν όλους εσάς, αλλά και τον Κλεάντη και τη Ρίτσα, για αυτή την κουλτούρα συνεργασίας. Μια ερώτηση ακόμα. Ήθελα να πω δύο λόγια και εγώ σχετικά. Όταν άκουσα τα ονόματα των εμπόρων επί Τουρκοκρατίας στο Ιράχηλιο, θυμήθηκα τον Στυλιανό Χασαδάκη ή Χασάπου τον Έβυσις. Χασά. Χασά τον Έβυσις. Και τα δύο, και τα δύο. Μετά το έκαναν Χασαδάκης. Σ' έναν από τους διούς του που είχε έξι παιδιά, τρία αγόρια και τρία αγόριτσια, ήταν ο Στυλιανός, ο Κωνσταντίνος Στυλιανού Χασαδάκης, ο οποίος έκανε το εμπόριο του δικτά μου τότε. Πότε? Και εργάστηκα και εγώ εκεί ως υπάλληλος του. Πότε? Το 1947-1948. Δε φτάνει χάρη μας. Τότε εργάστηκα εγώ ως υπάλληλος εκεί. Και με συγκίνησε όταν άκουσα τα ονόματα του. Στυλιανός Χασάς. Στυλιανός Χασάς. Συμπέθερος των καπνιστήδων, είναι έμπορος. Πολύ σημαντική προσωπικότητα. Έκανε το εμπόριο του δικτά μου, ο πρώτος που έκανε στην Κρήτη το εμπόριο του δικτά μου. Και το οποίο συνέχισε και μετά. Το 1948-1949 συγκεντρώσαμε μια παρτίδα περίπου 200-300 κιλά, την οποία εξεγάγαμε τότε στην Ελβετία της Λέστερνα. Αυτή η εποχή θα μείνει για τους επόμενους ιστορικούς. Εμείς περιοριζόμαστε μέχρι το 2013. Είναι πολύ ενδιαφέροντα όμως. Άλλη μία ερώτηση η κυρία. Αφού σας ευχαριστήσω για την ωραία μιλία, θέλω να ρωτήσω στην Κρήτη η λέξη λεπίδα. Αν δεν κάνω λάθος, σημαίνει δύο πράγματα. Το σχιστόρισο και το μαχαίρι, την λεπίδα του μαχαιριού. Ο σχιστόρισος από πού έρχονταν? Έχουμε πολύ σχιστόρισος στην Κρήτη. Η λεπίδα εκείνη την εποχή χρησιμοποιούνταν... Είναι ένα είδος αρχώματος που δημιουργεί μια διαφοροχοποίηση. Χρησιμοποιούνταν για να καλύπτονται ταράτσες ως υποκατάστατο, φτεινό υποκατάστατο των κεραμμυδιών. Χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον. Υπάρχουν πάρα πολλά σημεία στην Κρήτη με λεπίδα. Στον τύπο καταγράφονται και τα έχουμε αποταμιεύσει ατυχήματα κατά την εξκαφή λεπίδας γιατί κρεμούσε προφανώς κάποιος υπερκείμενος όγκος και καταπλάκωνε αυτούς που προσπαθούσαν να την εξορίξουν. Ήταν, δηλαδή, ένα είδος ορεικτό χώμα με αυτές τις ιδιότητες που ήταν πολύ εύκολο να το βρουν στην Κρήτη. Δεν χρειαζόταν να εισαχθεί. Αυτό που εισάγονταν ήταν η θηραϊκή γη για τις ανάγκες της οικοδομικής. Όταν πλέον οι Κριτικοί ξανά ανακάλυψαν στον όψιμο 19ο αιώνα την ευχέρεια του κεραμμυδιού, η λεπίδα εγκαταλείπεται σιγά-σιγά. Στον ομο-Ειρακλείου... Και στον ομο-Ειρακλείου, ναι. Η λεπίδα από κεραμμύδια, νομίζω. Σας λέω, είναι η εποχή. Εκεί, γύρω στο 1880 με 1890, αρχίζει σταδιακά εγκατάλεψη, το τοπιστοποιούν και οι φωτογραφίες του Ηρακλείου. Αν τις παρατηρήσετε, χρόνο με το χρόνο αλλάζει αυτό. Στο αρχείο του Δήμου έχουμε συγκεντρώσει δεκάδες παραδείγματα αιτήσεων Ηρακλειωτών που ζητάνε την άδεια από το Δήμο να αντικαταστήσουν τη στέγη που ήταν με λεπίδα σε κεραμμύδια. Και αυτός είναι ο καλύτερος μάρτυρας. Δυστυχώς οι προφορικές μαρτυρίες είναι επισφαλείς, scripta manent. Και στα γραπτά βλέπουμε πράγματα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Μπορούμε να δούμε δηλαδή τις συχνότητες που οι Ηρακλείοτες κάνουν αυτού του είδους τις αλλαγές. Και είναι η επιβεβαίωση της συγκατάληψης του παλαιού τρόπου στέγασης με τον καινούριο που αρχικά ήταν εισαγόμενα γαλλικά και αδριαντικά κεραμμύδια και αρχότερα γίναν τοπικά. Θέλω επίσης να πω ότι από τη Γαλλία και την Αυστρία έκαναν πολλές εισαγωγές accessoire και έπιπλα. Ναι, το αναφέραμε. Τα βρίσκουμε στα μπρικοσύμφωνα. Πολύ σωστά. Είχα ένα μικρό σάλι μιας παλιάς κυρίας που προερχόταν από το Πρεντάν του Παρισιού και ήταν στην αρχή αρχή του 20ου αιώνα. Δυστυχώς δεν υπάρχει, γιατί το έφαγε ο Κωτσίπηδας. Τώρα αυτό ήταν μαχαιριά. Η φωτογραφία του θα ήταν η καλύτερη ανταμοιβή για αυτή την ανακοίνωση. Κρίμα. Άλλες ερωτήσεις δεν υπάρχουν. Έχουμε μία ερώτηση. Κώστε εδώ. Στη Λεπίντα ήθελα να πω ότι στην Είπεθρο, τουλάχιστον, το βίντεο της Πόλης, αλλά στην Είπεθρο... Στην Είπεθρο, η Λεπίντα χρησιμοποιόταν και μέχρι το 1950. Εγώ κατάγομαι από το Αμάρι. Είχαμε δικά μας μικροοριχεία, τοπικά εκεί πέρα, βγάζαμε τη Λεπίντα. Ήταν μια εργασία του Φθινοπόρου. Περνούσαν πολλές εργασίες, θερισμός, σαλονισμός και όλα τα άλλα. Και εκείνη την εποχή, λοιπόν, βγάζαμε τη Λεπίντα και την βάζαμε περιφερειακά στο σπίτι γύρω γύρω. Έλαιωνε με το νερό της βροχής. Και έτσι υπήρχε η αδιαβροχοποίηση του δώματος. Πολύ αργά, στο μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης, ενώ την Ήπεθρο, το κεραμμύδι αντικατέστησε τη Λεπίντα. Και ως προς τα κεραμμύδια έχω να πω ότι η εισαγωγή γινότανε κυρίως από τη Μασαλία. Έχω ακόμα κεραμμύδια του σπιτιού του πατέρα μου, που γράφουνε Μαρσέγι. Ως προς το δανεισμό στην Ήπεθρο υπήρχε ένα σύστημα το οποίο ήταν δολοφονικό, θα μπορούσα να το πω. Ένα σύστημα δανεισμού του λαδιού. Αυτό το σύστημα είχε πάρει το όνομα Τρικούρπο. Τι σήμανε? Ο φτωχός παραγωγός, ο φτωχός οικογενειάρχης το Ιούλιο, το Μάιο δεν είχε λάδι στα γόνα, στο πιθάρι. Πήγαινε στον πλούσιο της περιοχής το λαδά της περιοχής και του έλεγε θέλω λάδι, θα σου δώσω λάδι ένα κουρούπι τώρα και το Νοέμβριο, το Δεκέμβριο θα μου δώσεις τρία. Αυτό ίσχε μέχρι και το 1950 ακόμα η ίξια και καταργήθηκε ύστερα από ισανγγελική παρέμβαση. Ευχαριστώ. Να απαντήσουμε. Για τα κεραμμύδια, όπως το λέει και ο τίτλος μας, μιλάμε για το Ηράκλη αποκλειστικά. Συμπληρωματικό αυτό και χρήσινο που λέτε. Το παρακολουθούμε για το Ηράκλη με κάποια συνέπεια. Προφανώς στην Είπεθρο τα πράγματα γίνονταν πιο αργά. Έχουμε συγκεντρώσει καμιά δεκαπενταριά συμβάσεις κατασκευής κεραμμυδιών από τις αρχάνες, παραδείγοντας, χάνει και απ' αλλού, κεραμμύδια που προορίζονταν για την πόλη. Και προφανώς και για τις αρχάνες. Τα γαλλικά κεραμμύδια, το αναφέραμε, τα μασαλιώτικα. Υπάρχει έναν αυλοσύμφωνο από το Φιούμι, που είναι σημερινή Κροατία, πάλι με κεραμμύδια, και από την Ιταλία. Τα μασαλιώτικα ήταν το πρότυπο, αλλά υπάρχουν και οι τοπικές version που ήταν και φθινότερες. Είδατε και η διαφήμιση το έλεγε, και για τα κεραμμύδια και για τα τούβλα. Για την παραλλαγή των προαγορών σε είδος που αναφέρατε, προφανώς δεν μπορούμε να βρούμε γραπτά κατάλυπα. Η μαρτυρία σας είναι εξαιρετικά χρήσιμη και συμπληρώνει τα γραπτά τεκμήρια που έχουμε συγκεντρώσει εμείς. Ναι, άλλη μία ερώτηση. Όχι, αφού ευχαριστήσω τους εκλεκτούς ομιλητές. Μια διευκρίνηση για το θέμα της λεπίδας. Υπάρχει το συστολιευτικό πέτρο, με το οποίο συνήθως το κυρινδρίζουν πάνω στη στέλη. Ρίχνουν και αλάτι για τα χόρτα. Υπάρχει και το ασβεστολιευτικό, που μοιάζει με λευκό πυλό λαϊτύ που πορσελάνει. Δεν είναι φυσικά. Το οποίο λειτουργούσε με τον τρόπο που ανέφερα κυρίως. Αντί το βάζαμε εκεί που υπήρχαν οι τρύπες και η βροχή μετά έκανε επίπεδη τη στέγη. Και φυσικά συνοδεύονταν πάντα από μια επίστροση με αλάτι που εμπόδιζε το να φυτρώνουν χόρτα επάνω. Αυτό ήταν όπως αδιευκρίνηση. Και μάλλον η εξαγωγή τώρα αφορούσε προφανώς... Όχι εξαγωγή, εκεί ήταν μόνο... Ναι, το λευκό χώμα, το οποίο συχνά είναι εξαιρετικής ποιότητας και βρίσκεται σε ορισμένες μονοπερίοχες, τοποθεσίες. Δεν υπάρχει παντού, γιατί περνάνε χώμα καθαρό παρόλα αυτά. Ο κύριος Ιφάκης. Βλέπω την αφίσχα εδώ. Ναι. Και ήθελα να ρωτήσω, γιατί το βλέπω σαν διαφημιστική... Είναι το εξώφυλλο από το μπλοκ τηλεγραφημάτων της Easter Telegraph. Το κόλλησα στο τέλος, γιατί μιλούσαμε για μεγάλες μακρινές γύνες διαμέτρους που διατρέχει το κρητικό εμπόριο, όπου ο τηλεγράφος έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο. Οπότε το 1871... 1871 ιδρύθηκε το πρώτο, ναι. Το πρώτο, και επειδή το βλέπω σαν διαφημιστικό, λέω, υπήρχε και άλλη εταιρεία. Υπήρχαν ανταγωνιστές, αλλά όχι με έδρα το Ηράκλειο. Όχι με έδρα το Ηράκλειο. Στο Ηράκλειο είχε, ας πούμε, το μονοπόλιο Easter Telegraph. Έχουμε βρει συμβάσεις για την εγκατάσταση των στήλων της σε όλη την Ανατολική Κρήτη, που είναι εξαιρετικά χρήσιμες. Δηλαδή, ήταν και επεκτατική. Απέκτησε βάση στο Ηράκλειο και μετά επεκτάθηκε και στην Πόλη. Υπηρετική Κρήτη δεν είχε? Δεν γνωρίζω. Εντάξει, ευχαριστώ. Άλλες ερωτήσεις δεν υπάρχουν. Ευχαριστώ και ο κύριος Βαρβεράκης. Μια ερώτηση. Είναι γνωστό ότι πριν από το 1906, η τέτοια κεραμμουργία της Χερσόνησο, τώρα μεταξά, υπήρχαν, υπάρχουν στοιχεία για εξαγωγή κεραμμυδιών από την Κρήτη σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Πόσο θυμάμαι, όχι. Όχι, όχι. Πριν το 13 τουλάχιστον. Πριν το 13. Τουλάχιστον πόσο ξέρουμε. Ήταν κυρίως στην τοπική παραγωγή, όσο και να υπήρχαν οι παραδοσιακές μορφές. Είναι σημαντικό πως παρουσιάσαμε ένα μιχτό συμβόλιο ενός μουσουλμάνου και ενός χριστιανού. Δύο. Δύο. Είχαμε, έχουμε και παλαιότερα, αμυγός χριστιανικά. Υπάρχει, όπως είπε και ο Κλιανδύς, μια κινητικότητα όσο και να χρησιμοποιούμε τη λεπίδα. Υπάρχει μια κινητικότητα στο χώρο της κατασκευαστικής αυτοίς, του τομέα αυτού του βλά και κεραμμύδια, διαφέρουσα. Δεν έχουμε δει ακόμα αυτές τις εταιρίες. Χαιρουσόρισο, ακόμα δεν έχουμε εντοπίσει. Και κυρίως εξαγωγές, όπως είπε ο Κώστας. Όλα, είσαι από πατέρα και από οικογένεια συμβιλογραφική, ξέρεις πως τα συμβόλια δεν τελειώνουν ποτέ. Ωραία, ευχαριστούμε. Και δεν σταματούν να μας εκμίσουν. Έτσι δεν είναι, Κατερίνα Φαστιέλλη. Ευχαριστούμε πολύ τους ομιλητές και μέχρι. Ευχαριστούμε και εσάς που μας παρακολουθήσατε και κλείνοντας να σας υπενθυμίσω ότι το επόμενο Σαββάτο, 8 Απριλίου, έχουμε προσεκλειμμένη τη κυρία Ελευθερία Ζέι η οποία θα μας μιλήσει για τις αόρατες πόλεις του Ηρακλείου κατά την κριτική πολιτεία. Ευχαριστούμε πολύ. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα. Καλησπέρα.