Διάλεξη 15: Στο τελευταίο μας μάθημα, στη σειρά αυτή των διαλέξων σχετικά με την οικολογία και την πιθανή αξιοποίηση εργοκημένων μέσα στη συζήτηση περί οικολογίας ή στην ανάπτυξη τέλος πάντων μιας υποθεολογικής πρότασης από πλευράς οφόδοξης βιβλικής εμιακτικής, θα ψηλοποιήσουμε πολύ όσα είπαμε στα προηγούμενά μας μαθήματα θα αθέσουμε ξανά ορισμένες προβληματικές, θα δούμε τα υπέρ και τα κατά της σχετικομέντης μεθόδου δηλαδή θα τα εξορρογήσουμε στο μέτρο πλήρυγματο έτσι ώστε να μπορέσουμε κλείνοντας να έχουμε μια γενική εικόνα του μαθήματος και φυσικά το συνοδευτικό υλικό που υπάρχει στα μαθήματα και οι ασκήσεις όλα αυτά που βοηθούν και πιστεύω ότι βοηγήθησαν και θα βοηθήσουν όποιον θέλει να ασχοληθεί περαιτέρω και να εμβαθύνει σε όσα πήγαινε σε αυτά τα μαθήματα. Στο τελευταίο μας λοιπόν μάθημα θα δούμε έτσι συνολικά και συγκεντρωτικά όλα όσα είπαμε περί οικολογίας, βιβλικής θεωργίας και τις σχέσεις της με τον κόσμο και είναι πολύ σημαντικό έτσι να τα βάλουμε σε μία σειρά ξανά όλα όσα είπαμε να δούμε ξανά δηλαδή αν εφελεί, αν έχει κάποιο νόημα μια τέτοια εμπισκόλυση, αν έχει να μας πει κάτι το εμβουλικό κείμενο, αν υπάρχει όντως κάτι μέσα στο εμβουλικό κείμενο το οποίο πραγματικά μπορεί να προάγει ένα θεωργικό λόγο και ένα νέο ήθος ο μελών της εκκλησίας να είναι φιλικό προς το κορυφάλλον και ούτε κάτι ξέσμα. Είπαμε στα πρώτα μας μαθήματα και όλα και το επανελάβαμε σε πολλά μαθήματα, άλλωστε αυτό ήταν και ο άξομας της προβληματικής, ότι ο χριστιανισμός εισήλθε σε αυτή την περίοδο της οικολογικής ανησυχίας ως κατηγορούμενος και αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Γιατί αυτό οπωσδήποτε δημιουργεί ένα εξαιρετικά μεγάλο βάρος και μια εξαιρετικά μεγάλη ευθύνη, αλλά και πως να πούμε έτσι σηματοδοτή και δίνει και το στήμα της συζήτησης η οποία γίνεται μέσα στο πλαίσιο πλώνα της ιθεολογίας όσον αφορά το οικολογικό ζήτημα. Εισέρχεται λοιπόν σε αυτή την περίοδο που είναι μια περίοδος που αρχίζει λίγο πολύ από την δεκαετία του αξίδου του προηγούμενου αιώνα, εισέρχεται λοιπόν ο χρησιμισμός ως κατηγορούμενος κατά κάποιον τρόπο με την έννοια δηλαδή ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει μια διπλή κριτική. Μια διπλή κριτική η οποία θα λέγαμε ότι διατυπώθηκε με μεγάλη σαφήνια και με πολύ έτσι κέρριο τρόπο σε εκείνο το περίφημο άρθρο του Λι Γουάιτ Τζούνιορ, Λι Τάουμς, ο οποίος έρθε ακριβώς επί τάποτως στο ζήτημα και αναζήτησε τις ρίζες του οικολογικού προβλήματος και αυτές τις ρίζες τις εντόπισε μέσα στον ιδρυθμιστικό πολιτισμό και κυρίως τον τρόπο που εμεινεύστηκε το βιβλικό κείμενο ή στα μοντέλα που τέλος πάντων πρόβαλε το βιβλικό κείμενο τις σχέσεις των ανθρώπων με την υπόλοιπη δημιουργία. Έτσι λοιπόν αυτή η κριτική ουσιαστικά έτσι σχηματικά για να δημιούν, γιατί οπωσδήποτε είχε και πάρα πολλές επιπλέον παραλλαγές και επιπλέον εμφάσεις σε άλλα σημεία εντοπίζεται σε δύο βασικά σημεία. Το ένα είναι ότι ο χριστιανισμός δεν κατόφευσε να αναχετίσει την παράλογη και επιθετική στάση του δυτικού λεγόμενου κόσμου απέλευσης στο περιβάλλον. Αυτή ήταν και η διαπίστοση ήδη των πρώτων μελετών στον προηγούμενο αιώνα ότι ο δυτικός κυρίως κόσμος έδειξε μια εξαιρετικά επιθετική συμπεριφορά απέναντι στο περιβάλλον. Και ενώ θα περνεί κανείς τον χριστιανισμό κατά κάποιο τρόπο να αντισταθεί μάλλον σε αυτήν την κατάσταση, ο χριστιανισμός, σύμφωνα με αυτήν την κριτική, δεν κατάφευε να αναχετίσει αυτήν την επίθεση και φυσικά αυτό ίδιο είχε ολέθρες αποτελέσματα. Και όχι μόνο αυτό, και αυτό είναι το δεύτερο σημείο, φαίνεται όχι απλώς ότι δεν την αναχέτισε, δεν κατάφευε να αναχετίσει, αλλά μάλλον και τη στήριξε όλη αυτήν την συμπεριφορά ιδεολογικά. Προσέφερε, δηλαδή, στους εκπραστές αυτής της ιδεολογίας, εκείνα τα επιχειρήματα, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη συμπεριφορά τους απέναντι στο περιβάλλον, αυτή δηλαδή τη συμπεριφορά κατάχρησης και υποδούλωσης του περιβάλλοντος. Αυτό που αποτελεί το κύριο σημείο κριτικής σε όλες αυτές τις συζητήσεις, είτε δηλώνεται σαφώς είτε υπονολείται, είναι ο ανθρωποκεντρισμός ο οποίος χαρακτηρίζει το βιβλικό κείμενο αλλά και η ανθρωποκεντρική ερμηνεία του βιβλικού κείμενου. Δηλαδή, δεν είναι μόνο ότι όντως τα κείμενα έχουν έναν ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, κάτι το οποίο πολλές φορές σημειώθηκε σε τέτοιες κριτικές μελέτες, αλλά πολύ περισσότερο τα κείμενα αυτά ερμηνεύτηκαν πάρα πολλές φορές με αυτή την ανθρωποκεντρική λογική. Επαλλελειμμένα μέσα στους χριστιανικούς κύκλους συνηθισμένο θέμα σε χριστιανικά κελίγματα υπήρξε το μότο ότι ο άνθρωπος είναι η κορονίδα της δημογείας, το ανώτερο πλάσμα της δημογείας, εκείνος ο οποίος στέκεται κατά κάποιον τρόπο πάνω από όλη τη δημιουργία και κάποιες φορές και λίγο απ' έξω από την πόλη τη δημιουργία, διαφοροποιείται από αυτήν διότι διαθέτει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά, τα οποία τον αυτιστούν ανώτερο, και το ανώτερο σφέρα γεννά και δικαιολογεί μετά πολύ εύκολα τη λογική της υποδούλωσης όλων των υπολοιπών όντων και της καταδυνάστασης. Η αθροποκεντρική αυτή η ερμηνεία βέβαια την εντοπίζουμε σε πάρα πολλά σημεία του ιστορίας μάλλον του δημογεικού κοινένου, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την ιστορία της δημιουργίας, όπου εκεί γνωρίζουμε όλοι και θυμόμαστε από τα πρώτα μαθήματα και όλους το είπαμε, ότι εκείνο το περίφημο αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και κατακριεύσετε τί γίνει κατανοήθηκε μία λογική υποδούλωσης και καταδυνάστασης του υπόλοιπου κόσμου για χάρη του ανθρώπου και των συμφερόντων. Αυτό ήταν το ένα, το δεύτερο ήταν σαφώς αυτό που είπαμε περί Αδάμ, η αφήγηση, η γλυκή αφήγηση για τον Αδάμ, όπου ο Αδάμ παρουσιάζεται ως η κορονίδα όπως είπαμε στις δημιουργίες, ο Αδάμ ως άνθρωπος έτσι, ως η έννοια του ανθρώπου, ως το σύμβολο, ο πρόσωπος ανθρώπου, ως ένα ανώτερο από τα υπόλοιπα δημιουργήματα όν, το οποίο μάλιστα μέσα στις πρώτες σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης παρουσιάζεται πολλές φορές να έχει ένα τέτοιο ρόλο που να θυμίζει το ρόλο του δημιουργού του. Ας θυμίσω εδώ χαρακτηριστικά τον Αδάμ, ο οποίος στέκεται και περνούν όλα τα ζώα από μπροστά του και τα δίνει ονόματα, η ιστορία η οποία πολλές φορές ερμηνεύτηκε ως κυριαρχική, μάλλον ως ιστορία η οποία δικαιολογεί μία κυριαρχική στον ανθρώπου απέναντι στην υπόλοιπη δημιουργία, αφού αυτός είναι που δίνει το όνομα στα ζώα και αυτός αποφασίζει ότι τα υπόλοιπα ζώα δεν ταιριάζουν με εκείνον. Φυσικά υποβαθμίζεται εδώ η συνέχεια της ιστορίας που είναι ακριβώς ότι λέγεται όλο αυτό για να δικαιολογήσει μετά το γιατί ο Θεός δημιουργήσε τη γυναίκα. Όπως επειδή όλα τα δημιουργήματα δεν μοιάζουν τον Αδάμ και θα μπορούσαν ποτέ να του δημιουργήσουν την αίσθηση της οικειότητας από όλες τις οικειότητες και να διηγήσουν στη συντροφιά, στη συντροφικότητα, όπου ακριβώς δημιουργεί τη γυναίκα. Μια ιστορία βέβαια που αν δεν διαβάζει κανείς έτσι οπωσδήποτε καταρρίπτει άλλες λογικές, πατριαρχικές όπου εκείνες ο άνθρωπος, ο άντρας είναι ανώτερος από τη γυναίκα. Μια τέτοια ιστορία βλέπετε αποσπασματικά κατανοείται αυτή η ιστορία με αποτέλεσμα να δικαιολογούνται σε κάθε περίπτωση δομές εξουσίας και καταδυνάστασης. Ο ανθρωποκαιρισμός λοιπόν του κειμένου, υπήρξε εξ αρχής ένα σημείο το οποίο ενδοπίστηκε, όπως είπα, στις κριτικές μελέτες περί των αιτιών του οικολογικού πρόβληματος. Είπαμε μάλιστα και από τα πρώτα μαθήματα ότι από την πρώτη στιγμή έγινε κατανοητό και τονίστηκε ότι το οικονομικό ζήτημα δεν είναι ένα ζήτημα μόνο οικονομικό ή πολιτικό. Σαφώς έχει οικονομικές παραμέτρους, έχει οικονομικές αιτίες, σαφώς έχει πολιτικές παραμέτρους και αιτίες, αλλά στην ουσία του η οικολογική κρίση είναι μια κρίση πολιτισμού, γιατί ακριβώς είναι και μια κρίση αξιών και γιατί ουσιαστικά και πρώτη στα έχει ένα ιδεολογικό υπόμεθρο και ξεκινά από τη σχέση του ανθρώπου με την υπόλοιπη δημιουργία. Δηλαδή ουσιαστικά το οικολογικό πρόβλημα είναι πρόβλημα σχέσεων σε όσα ένα σημείο. Και επομένως από την πρώτη στιγμή ήταν φυσικό να εντοπιστεί αυτή η ανθρωποκεντρική λογική, η οποία υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο τρόπο κατανοήσης των ανθρώπινων σχέσεων και η οποία δικαιολογημένα θεωρήθηκε προβληματική από όσους ασκείσαν αυτή την κριτική απέναντι στον χριστιανισμό και απέναντι σε κάθε θρησκεία που προήγαγε ένα τέτοιο ανθρωποκεντρικό, γιατί φυσικά υπάρχουν και άλλα θρησκευτικά ασκείες, οι οποίες κατά καιρούς έχουν αντιμετωπίσει την ίδια κριτική. Και ένα άλλο σημείο που πρέπει να συζητήσουμε όσον αφορά το οικολογικό πρόβλημα είναι μια άλλη παρατήρηση, μια άλλη κριτική διαπίστοση, η οποία συχνά γράφτηκε τόσο από θεολόγους αλλά και από φύραθον συγγραφείς διανοητές ότι με το πέρασμα του χρόνου ο χριστιανισμός αρχίζει να εμφανίζει μία τάση από μάκρηση από την αισχατολογική του προοπτική και δίνει μία μεγαλύτερη έμφαση στο μυστικισμό ως έκφραση της ανθρώπινης εμπειρίας συνάντηση με τον Θεό. Ενώ δηλαδή στις παλαιότερες εποχές αυτό το οποίο προήγαγε αυτή τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό που ήταν η σχέση του με την υπόλοιπη δημιουργία και με τους συνανθρώπους του, με το πέρασμα του χρόνου παρατηρείται μία εξατομίκευση αυτής της εμπειρίας και μία εσωτερική είκευση και μία θα λέγαμε ιδιαίτερη έμφαση και σκροφή προς τον μυστικισμό. Ο Οσκαρ Κούλμα μιλώντας για αυτά τα πράγματα, δηλαδή σε μια διαφορετική συνάθεια, λέει ακριβώς ότι με το πέρασμα του χρόνου που παρατηρείται στον χωριανικό χώρο μία περιθωριοποίηση της οριζόντιας διάστασης των ανθρώπινων σχέσεων τονίζεται περισσότερο η κάθετη διάσταση και μάλιστα σε ένα καθαρά εξατομικεμένο επίπεδο τονίζεται και προκρίνεται η εξατομίκευση αυτής της εμπειρίας και σιγά σιγά αρχίζουν και εισέρχονται μέσα στο χώρο της χριστιανικής διανόησης και της χριστιανικής πρακτικής πλατωνικά στοιχεία. Αυτή η διαπίεστος είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και φυσικά δεν είναι άδικη. Πραγματικά σε πολλές περιπτώσεις αυτό που τονίζεται περισσότερο είναι η μυστικιστική διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας και της αποφύσης του λατρεώμαλου με το Θεό. Τονίζεται ακριβώς η ανάγκη εσωτερήκλησης και θα θέλαμε πολύ απλό παράδειγμα. Το που συνδέεται με όσα είπαμε είχαμε δει παίρνοντας τα Ευαγγέλια μάλιστα εκείνη την ωραία διδασκευεία του Ιησού για τα πουλιά του ουρανού και τα κρίνα του αγρού και την παρομοίωση της Βασιλείας του Θεού ή τη σύνδεση του ανθρώπου του Θεού με αυτά τα ζώα και αυτά τα φυτά. Και μάλιστα εκεί το κείμενο παρουσίαζε αυτά ως παράδειγμα προσμήμηση και ως δάσκελον ουσιαστικά του ανθρώπου. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον διότι αυτό αμέσως αλλά και εκεί μετρίαζε καταπολή τον ανθρωποτιακοισμό που δείχνει πως δίποτε διακρίνει το ανθρώπινο κείμενο γιατί ακριβώς στη θέση του δασκάλου στη θέση αυτού δηλαδή που αποτελεί υπόδειγμα και πρότυπο δεν τίθεται ο άνθρωπος αλλά τίθεται οι δύο πρόσωποι της υπόλοιπης δημιουργίας, τα πουλιά, του γανού και τα ταπεινάκια σύμματα λονδάκια ενός οραφιού. Αυτό δημιουργεί πως δίποτε μπορεί να κατανοηθεί μέσα στη λογική μιας οριζόντιας διάστασης των ανθρώπινων σχέσεων αφού εκεί ο άνθρωπος κατανοείται σε σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία. Μία τέτοια εμπειρία σιγά σιγά υποβαθμίζεται στους επόμενους αιώνες και σιγά σιγά σε διάφορους φάσεις και ιδιαίτερα στην εποχή μας τονίζεται το μυστικιστικός χαρακτήρας, τονίζεται η εσωτερική εμπειρία και κυρίως η κάθε την πρόσωπο-πρόσωπο διάσταση της σχέσης με τον Θεό. Για παράδειγμα, στη συνοπτική παράδοση ο Ιησούς εμφανίζεται να λέει ότι η Βασιλεία των Ουρανών εν δώσει μόνο εστί. Όταν του τίθεται το ερώτημα πού είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού και το συνδέω αυτό με το παράδειγμα που είπα πριν από τον Βαθθέο 6 για τα χρονά του αγρού και τα πουλιά του ουρανού, όπου και εκεί πάλι το θέμα ήταν η Βασιλεία και ποιος είναι μέλος της Βασιλείας του Θεού. Ο Ιησούς λοιπόν μιλώντας για τη Βασιλεία του Θεού λέει ότι η Βασιλεία του Θεού εν δώσει μόνο εστί. Υπάρχουν δύο τάσεις στην ερμηνεία. Είναι προφανές από το κείμενο της συναφείας και τον τρόπο γενικότερα που παρουσιάζεται η Βασιλεία του Θεού μέσα στη συνοπτική παράδοση ότι η Βασιλεία του Θεού κατανοείται σε μια ευζόντια διάσταση και όχι μόνο σε κάθε τι και πρόσωπο-πρόσωπο με τον Θεό διάσταση αλλά κατανοείται πάντοτε αυτή η συνάντηση του με τον Θεό μέσα από τους συνανθρώπους είτε αυτοί είναι τα μέλη της κοινότητας είτε είναι ο κόσμος γενικότερα. Αυτή η ερμηνεία ότι η Βασιλεία του Θεού είναι ανάμεσά μας δηλαδή έχει να κάνει με την κοινωτική εμπειρία, εγκαταλείπεται σιγά-σιγά ιδιαίτερα στην ασκητική μοναχική παράδοση και όχι μοναχική και τονίζεται περισσότερο η εσωτερική διάσταση της Βασιλείας ώστε πλέον να προτιμάται η μετάφραση στο περίφυμο αυτό χωρίο ότι η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας. Εδώ βλέπουμε μια εσωτερή κεφσικλάβη της Βασιλείας όπου η Βασιλεία του Θεού χάνει πλέον τον οριζόντιο χαρακτήρα της κοινωνικής διάσταση, πάβει να είναι κάτι το οποίο ορίζεται και προσδιορίζεται από τέτοια ποιότητα από τη σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία και γίνεται μια καθαρά προσωπική υπόθεση. Αυτή λοιπόν είναι η έμφαση στον ιστοιτισμό, αυτή η έμφαση στην εσωτερή κεύση της εμπορίας και η απομάκρυση σταδιακή βέβαια και ανεπέστηκε καταρχάς αλλά πολύ σημαντική στη συνέχεια απομάκρυση από την υπόλοιπη δημιουργία είτε αυτή είναι οι συνάνθρωποι είτε είναι τα υπόλοιπα δημιουργήματα, τα συνδηλουργήματα θεωρήθηκε, λειτουρήθηκε από πολλούς στοχαστές, κυρίως θεολόγους, αλλά είπα όχι μόνο ως μία βασική αιτία για το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουμε σήμερα. Είναι αναφυσβήτητο και νομίζω ότι η συζήτηση που κάναμε των κοιμένων στα προηγούμενα μαθήματα νομίζω ότι το ανέδειξε με μεγάλη εισαθήνια τα κείμενά μας είναι όντως ανθρωποκεντρικά. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το αφησλητήσει κανείς δεν μπορεί να αγνοθεί ότι το βασικό κέντρο ότως μία να φοράς αν θέλετε τον κοιμένο μας, τον κοιμό των κοιμένων είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Άνθρωποι τα έλωψαν και ανθρώπους αφορούν πρώτη στα και αυτός ο ανθρωποκεντρισμός ξεκινάει από μία γενικότερη κοσμοθεωρία και βιοθεωρία της εποχής και των ανθρώπων της εποχής στην οποία γράφονται αυτά τα κείμενα. Δηλαδή το βιβλικό κείμενο για να το πούμε απλά προϋποθέτει ένα κοσμοίδελο που είναι σαφός ανθρωποκεντρικό. Είναι σαφός ανθρωποκεντρικό και κατά συνέπεια ότι γράφεται μέσα σε αυτό πρέπει να κατανοηθεί με βάση αυτή την προϋπόθεση και ειπ' αυτό το πρίσμα. Επομένως δεν θα είχε κανέναν λόγω να συζητήσουμε κάτι μόνο και να αρνηθούμε μάλλον απλά αυτόν τον ανθρωποκεντρισμό, διότι αυτό θα σημαίνει ότι αρθήματοι φιλούμε, θα σημαίνει ότι αγνοούμε την πραγματικότητα όπου η πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο, παρακολουμπώσαμε το πράγμα το οποίο έθεσα πριν. Αυτό βέβαια σημαίνει και κάτι άλλο. Έξηγηθη και κάπως θα λέγαμε και πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες. Πέρα από το κοσμοίδελο, το οποίο είναι μια σαφής προϋπόθεση, με την οποία γνωρίζουμε πάλι την υπόψη μας που θα συζητάμε από το βιβλικό κείμενο, ο ανθρωποκεντρισμός του βιβλικού κειμένου έχει έναν εγγενή χαρακτήρα. Δηλαδή, ήταν, ας το πούμε έτσι, εκ προημίου δεδομένου ότι τα κείμενά μας θα ήταν ανθρωποκεντρικά, ότι το κοσμοίδελο το οποίο προβάλλουν είναι ανθρωποκεντρικό, γιατί ο άνθρωπος είναι που δημιουργεί και επομένως είναι εκείνος ο οποίος με την δημιουργία του και με ό,τι κάνει, είναι εκείνος που θα κακληθεί στο τέλος να επιλύσει και τα προβλήματα τα οποία δημιουργεί εξαιτίας ακριβώς του γεγονότους ότι αυτός είναι που δημιουργεί και αυτός είναι που ενεργεί και αναλαμβάνει δράση μέσα στον κόσμο. Δηλαδή, πρέπει όχι μόνο να συνειδητοποιήσουμε τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα των ελληνικών κειμένων, το οποίο είναι κάτι ξεκάθαρο και είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε και δεν έχει κανέναν λόγο να το αντιμετωπίσουμε αυτό, καν αντίας μπορεί να λειτουργήσει με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο, θα δούμε στη συνέχεια, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εκ προημίου ο ανθρωποκεντρισμός είναι κομμάτι της ανθρώπινης ζωής, τώρα το πόσο άνθρωπος θα είναι, τι πλειότητα θα έχει, τι περιερχόμενο θα έχει, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αυτό είναι κάτι που έχει να κάνει με την ορίμαση και την πρόοδο της ανθρωπότητας, έχει να κάνει με θρησκευτικές, ιδεολογικές, κοπτικές, οικονομικές προϋποθέσεις, με πάρα πολλές προϋποθέσεις, είναι ένα πολιτισμικό θα λέγαμε, έχει πολιτισμικές προϋποθέσεις επίσης και επομένως είναι κάτι άλλο. Στην πρώτη φάση αυτό πρέπει όλοι να διαπιστώσουμε και να συνειδητοποιήσουμε διότι ακριβώς ο ανθρωποκεντρισμός έχει εγγενή χαρακτήρα μέσα στην ανθρωπινή ιστορία, μέσα στον κόσμο. Το τρίτο βέβαιο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ναι, το ουδικό κείμενο είναι ανθρωποκεντρικό, ναι, ο ανθρωποκεντρισμός είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το προποιήθουμε, δεν μπορούμε να το πεμβολίσουμε από τη ζωή μας, από το πραγμάτι των όλα τα πράγματα που τα θεωρούμε μέσα από το δικό μας πρίσμα και έχοντας εμάς τον άνθρωπο δηλαδή ως σημείο ανθρωπάς. Όμως υπάρχει δυνατότητα μετριασμού αυτού του ανθρωποκεντρισμού, υπάρχει δυνατότητα δηλαδή θεώρησής του κάτω από μια πολύ διαφορετική προοπτική, υπάρχει δυνατότητα σχετικοποίησης αυτού του ανθρωποκεντρισμού κυρίως μέσα από συγκεκριμένες ας το πούμε έτσι θεωρήσεις και στάσεις ζωής. Κυρίως δηλαδή μέσα από τον τονισμό του ρόλου του ανθρώπου στην καταλλαγή και κυρίως μέσα από τον τονισμό της αλληλεξάρτησης της δημιουργίας. Δηλαδή θεωρώ ότι μπορεί να μετριαστεί αυτός ο ανθρωποκεντρισμός εάν τονίσουμε ιδιαίτερα για να αρχίσει να υπάρχει αυτή η αισθησία και αυτός ο τονισμός στο ρόλο που πρέπει να έχει ο άνθρωπος μέσα στην δημιουργία και να ζητήσουμε τον πραγματικό του ρόλο όπου εκεί θα πρέπει να υιοθετήσουμε μοντέλα λιγότερο ανθρωποκεντρικά ή αν θέλετε επιθετικά ανθρωποκεντρικά ή ανθρωπομονιστικά δηλαδή το λόγο του πατριάρχου και το ρόλο που παίζει ο άνθρωπος όχι μόνο μέσα στην δημιουργία αλλά το ρόλο που διαδραματίζει ο άνθρωπος στην ιστορία της οποίας είναι αποτυχημένη αρχή και στο επιτυχές τέλος της. Στο ρόλο δηλαδή που μπορεί να παίξει ο άνθρωπος στην ιστορία καταλλαγής του κόσμου με τον δημιουργό της και εδώ θα παραπέμψω σε κείμενα που είδαμε και θα πω εφαρθώς αυτά συνδεμαστεί συνέχεια και δεύτερο να τονιστεί ιδιαίτερα η ανηλεξάρτηση που πρέπει να υπάρχει μέσα σε όλη τη δημιουργία. Έτσι και παράδειγμα όταν μιλήσαμε για τον Ματθαίος 6 και είπαμε για την ωραία αυτή την διδασκαλία για τα φυτά και για τα πουλιά εκεί όμως αυτό που μπορεί να αναλήξει κανείς και να τονίσει μετριάζοντας τον πιθανό ανθρωποκεντρισμό του κειμένου είναι ακριβώς την αλληλεξάρτηση που υπάρχει μεταξύ των όντων μέσα στη δημιουργία αφού ο άνθρωπος γίνεται ο μαθητής και τα πουλιά γίνονται θα λέγαμε οι δάσκαλοι του ανθρώπου ή αυτή την αλληλεξάρτηση ήταν επανειλημμένα και σε άλλα σημεία αλλά κυρίως αυτό που ήταν μέσα στο βιβλικό κείμενο είναι κυρίως τα κοινοδιοτικά με τα οποία σχοληθήκαμε είναι θα λέγαμε η αλληλεξάρτηση ανθρώπου και υπόλοιπης δημιουργίας και κυρίως ο σημαντικός ρόλος που παίζει ο άνθρωπος μέσα στην ιστορία της οικειρίας στην ιστορία δηλαδή όπως είπα της συμφιλίουσης του ανθρώπου με την υπόλοιπη δημιουργία με πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα το κείμενο μας από την τροζωμένος χώρο από εκεί φαίνεται ξεκάθαρα ότι η φύση στενάζει και συνορρύνει και περιμένει ακριβώς με αποκαρατρικία με λαχτάρα με προσμονή τη στιγμή που οι ήτου φωτός τα παιδιά του Θεού δηλαδή θα πάρουν τη γενναία απόφαση και θα στραφούν προς το Θεό οι άνθρωποι δηλαδή και θα εξαρτάται πλέον από αυτούς τους ανθρώπους ή στο χαρακτηριστικό ήλιο από την Προσκομασαΐση επιστολή όπου εκεί χρειάζεται και η ελληξάρτηση όλων των πάντων όπως εκεί χρησιμοποιήθηκε ο όρος αλλά και η αναφορά όλων στον Ιησού Χριστό αφού τα πάντα εκεί έχουν ως κεφαλή τον ίδιο τον Ιησού Χριστό όχι μόνο η εκκλησία, όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά τα πάντα ή ακόμη σε κείμενα όπως από τον Λουκά με τις πέτρες οι οποίες θα καμβάσουν και θα καλέσουν τους ανθρώπους σε μετάνοια γιατί θα ομολογήσουν εκείνες τον δημιουργό Θεό ή ανθρώπινε από τη συντομιλία του στον Λουκού στις πράξεις να είναι αρκετά αφήσιμος ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται αυτή η αλληλεξάρτηση και η σημασία της παρουσίας του ανθρώπου μέσα στον κόσμο αλλά δεν πάθει να είναι παρούσα και στα διάφορα άλλα κείμενα τα οποία συζητήσαμε στη διάρκεια αυτού των δεκατριών μαθημάτων που μένως υπάρχει μια δυνατότητα θα λέγαμε ως ένα σημείο να μετριάσουμε αυτόν τον ανθρωποκαιδρισμό που σαφώς εντοπίζουν μέσα στα διπλικά μας κείμενα θα το μετριάσουμε σαφώς λαμβάνοντας υπόψη το κοσμοίδωλο της εποχής, δεν ισχύει σήμερα αυτό το κοσμοίδωλο επομένως θα το δούμε με πολύ διαφορετικές βοήθειες και από την άλλη μεριά δεν μπορεί να ισχύσει αυτός ο ανθρωποκαιδρισμός γιατί ακριβώς ο ρόλος του ανθρώπου έτσι όπως αναδεικνύεται μέσα στα διπλικά κείμενα δεν είναι ο ρόλος του εγκυμάστη, δεν είναι ο ρόλος του εκμεταλλευτή, αν είναι ο ρόλος του συνοδηπώρου με την υπόλοιπη δημιουργία και κατά κάποιον τρόπο του οφηλέτη και του υπεύθυμου θα λέγαμε για την υπολογία και την έγκραση που θα έχει μέσα στην ισχυρία αυτή η περιπέτεια των σχέσεων που θέλουμε με την υπόλοιπη δημιουργία. Βέβαια, εκτός από το ανθρωποκαιδρισμό, είπαμε ότι ένα δεύτερο σημείο το οποίο τονίστηκε ιδιαίτερα ήταν η εσκατολογική προαρτική των κειμένων μας και μερικές φορές ριξικέλευτη εξατολογία την οποία υιοθετούν οι διπλικοί συγγραφείς. Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια μικρή διάκριση ανάωσης αυτού που λέμε εσκατολογία και αυτό που λέμε αποκαλυπτική. Είναι χρήσιμο να την κάνουμε αυτή τη διάκριση γιατί θα δούμε ότι μπορεί να μας βοηθήσει στον τρόπο που μετά θα διαχειριστούμε το υλικό που έχουμε και θα δούμε και θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να επιλέξουμε να κάνουμε μάλλον κάποιες εμπνευστικές επιλογές, οι οποίοι μπορούν πιθανώς να προάγουν τον θεολογικό μας διάλογο. Όταν λέμε εσκατολογία, ένας όσος ιδιαίτερα αγαπητός και ιδιαίτερα, πολύ συζητημένος τα λέγαμε αλλά θα έλεγα και παρεξηλειωμένος, όταν λέμε εσκατολογία ουσιαστικά όλες εκείνες τις δασκαλίες της σκεφτικών συστημάτων, ενώ στο περίπτωσό μας μιλάμε για τον λιμνωδεσμό και τον αρχαίο λογοπιστενισμό κυρίως, όλες λοιπόν αυτές τις δασκαλίες για το μέλλον των ανθρώπων και του κόσμου, δηλαδή τον θάλατο, την αμάσταση, την κρίση, την αιώνια ζωή, τον παράδεισο και την κόλαση. Είναι δηλαδή μια έννοια ομπρέλα η εσκατολογία κάτω από την οποία χωράνε όλα αυτά τα οποία τώρα περίεργε. Και σε κάθε περίπτωση όπως λέει ήδη και ο όρος, τα έσκατα αφορούν το τέλος. Αφορούν δηλαδή είναι ο λόγος περί του τέλους, όπως τα περί της δημιουργίας αφορούν την αρχή. Γι' αυτό μιλάμε για πρωτολογία και για εσκατολογία στη λόσα της θεολογίας. Η Αποκαλυπτική τώρα ουσιαστικά αποτελεί ένα τμήμα αυτής της εσκατολογίας. Δηλαδή είναι μία από τις έννοιες που υπάρχουν κάτω από την ομπρέλα της εσκατολογίας και είναι ενδιαφέρον να καταλάβουμε ότι η Αποκαλυπτική ουσιαστικά είναι ένα είδος αφηγηματικής θεολογίας. Όπου πρώτον, ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως χώρος κυριαρχίας του κακού και προσεωνής κατοχής από το σατανά και όπου οι άνθρωποι βιώνουν την καταπίεση του κόσμου, είτε από τις αδύθες δυνάμεις. Δεύτερον, αυτός ο κόσμος θα καταστραφεί σύντομα από τον Θεό και θα αντικαταστραφεί από έναν νέο κόσμο, ο οποίος θα είναι τέλειος και ο οποίος θα ομοιάζει με την αρχική Εδέα. Ουσιαστικά, και εδώ η εσκατολογία, όπως εκφέρεται αυτή μέσα στην Αποκαλυπτική, παραπέμπει στην αρχή. Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε υπόψη μας πάντοτε ότι αρχή και τέλος μέσα στην ομιλική ιστορία συνδέονται άριπτα. Η Αποκαλυπτική λοιπόν είναι μια πολύ συγκεκριμένη, μα πάρα πολύ συγκεκριμένη μορφή εσκατολογίας για αυτόν τον λόγο κιόλας πολύ συχνά οι Ιητικοί κάνουν μια διάθεση ανάμεσα σε αυτό που λέμε Προφητική Εσκατολογία και Αποκαλυπτική Ασκατολογία. Και με το τέλος Προφητική Εσκατολογία εννοούν το λόγο περί του τέλους, όπως αυτός εκφέρεται μέσα στις Προφητείες της Παλαιάς και της Κανονιστραφικής. Και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα η Προφητική Εσκατολογία διότι μπορεί να μας βοηθήσει στην προκειμένη περίπτωση στην συζήτησή μας περί οικολογικού περιεχομένου ή οικολογικής υποδεώτης και σημασίας κάποιου ομιλικού οικημένου. Γιατί, διότι αν συγκρίνουμε τα κείμενά μας αυτά που θεωρούμε Προφητικά και αυτά που θεωρούμε αποκαλυπτικά, θα δούμε ότι στην Προφητική Εσκατολογία ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η εγκόσμη εσκατολογία. Δηλαδή αυτό το τέλος του κόσμου, όποιος και αν είναι αυτό, έχει ήδη αρχίσει μέσα στον Προφητικό κοινό, είναι ήδη παρόν. Το τέλος βέβαια ως τέλος οριστικό εγγίζει, είναι κοντά, ουσιαστικά ήδη τα έσκατα έχουν εισέλθει μέσα στην βαρούσα κατάσταση. Γι' αυτό και το κύρινο του Ιησού για την Βασιλεία του Θεού είναι κατεξοχή προφητικό. Δηλαδή, βρίσκεστε στην ίδια γραμμή θα λέγαμε παράδοση, ιστρονικής παράδοσης που βρίσκονται για τα κείμενα των προφητών, διότι εισάγει την έννοια της Βασιλείας ως ήδη παρούσα και ως ερχόμενη. Δηλαδή, ως ήδη εδώ και όχι ολοκληρωμένη, ως μία πορεία πραγμάτουσης, αλλά η οποία ήδη η πρόευσή της γίνεται εδώ και τώρα. Ο Μένος μιλάει για μία εγκόσμια εσχατολογία, το όραμα της Βασιλείας, ενώ με το πριν το είδαμε κιόλας συζητώντας κάποια κείμενα από τα συνοπτικά μας Ευαγγέλια. Αντίθετα, στην αποκαλυπτική εσχατολογία, η εσχατολογία καπονοείται σε ένα υπερβατικό επίπεδο. Σε πολύ πρακτική βάση, το είπαμε και σε προηγούμενα μαθήματα, τα έσχατα ουσιαστικά θα έρθουν μετά το τέλος του χρόνου και του παρόνου κόσμου. Είναι κάτι, δηλαδή, το οποίο θα λάβει η χώρα μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Είναι κάτι που θα θέλει μόνο να έχει ήδη αρχή, αλλά στην αποκαλυπτική υπάρχουν τα συνάγκρια ότι έρχεται, είναι προφανώς κοντά, αλλά δεν είναι κάτι χαρακτηριστικό του παρόντος κόσμου, αλλά ουσιαστικά θα έρθει όταν θα έχουν τελειώσει τα πάντα. Όταν, δηλαδή, θα έχει καταλυφθεί αυτός ο κόσμος, τότε θα έρθει αυτό που λέμε ένδοξο τέλος, τα έσχατα. Επομένως υπάρχει μια πρώτη μας συγκυριαφοροποίηση και θα δούμε στη συνέχεια τι σημασία μπορεί να έχει αυτό για την οικονομική μας εζήτηση. Το δεύτερο, που πολύ συμβάλει και αυτό στη συζήτησή μας, είναι ότι στην προφητική αισχατουλογία το τέλος είναι ανοιχτό. Ναι μεν υπάρχει η εξαγγελία του πώς θα είναι τελικά τα πράγματα, και ναι μεν έχει αρχίσει τώρα και όλες εδώ και τώρα αυτό το τέλος, όμως το πώς τελικά θα εξελιχθούν τα πράγματα δεν είναι απόλυτα βέβο. Και αυτό γιατί εξαρτάται από τις ανθρώπινες επιλογές. Εξαρτάται δηλαδή από τις επιλογές θα πρέπει να κάνει ο άνθρωπος σε κάποια δεδομένη σχολική στιγμή, έτσι ώστε είτε να πραγματώσει αυτό το όραμα είτε να το ακυρώσει, είτε να το οδηγήσει στη μία ή στην άλλη πορεία και επίσης οι δικές του επιλογές είναι αυτές που θα ορίσουν το περιεχόμενο και την ποιότητα αυτού του τέλους. Στην αποκαλυπτική εξατολογία όμως όμως είναι πολύ διαφορετική λογική. Υπάρχει μια ιστορική θα λέγαμε αιτιοκρατία, το ένα γεννάει το άλλο. Είναι πολύ χαρακτηριστικό στα αποκαλυπτικά και είναι από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του φιλολογικού είδους όπως το περιεχόμενο ή αιτιοκρατία τους. Οτι ορίται δηλαδή πάντοτε ότι όλα έχουν έναν λόγο και ότι ο λόγος αυτός δικαιολογεί σε κάθε περίπτωση αυτό που θα έρθει στο τέλος. Δηλαδή ο λόγος συγγνώμης είναι ακριβώς από το τέλος. Ακριβώς επειδή υπάρχει το τέλος έτσι ουσιαστικά υπάρχει μία θα λέγαμε θεώρηση προς τα πίσω από το μέλλον προς εμάς όπου προσπαθούμε να εξηγήσουμε τα όσα συμβαίνουν σήμερα ακριβώς επειδή θα έχει το τέλος. Θα θυμίσω εδώ ως καρακτηριστική ακραία μορφή αποκαλυπτικής εξατολογίας σε αυτές τις ομάδες κυρίως όπως είπαμε στις συγκεκριμένες πολιτείες αλλά όχι μόνο οι οποίες βλέπουν κάθε περιβαλλοντική καταστροφή ως ένα προμήνυμα ως μια προετοιμασία του ανάγκλημα και ένα προανάκκωσμα του τέλου στο οποίο βέβαια είναι κάτι του ευκαιών, κάτι του επιθυμητών και γι' αυτό και κάθε καταστροφή περιβαλλοντική κατανοείται και αντιγράφει ως κάτι θετικό. Αυτοί οι δύο διαφορετικοί τρόποι μπορούμε να καταλάβουμε και με αυτό που είπα τώρα τελευταία μπορούμε να καταλάβουμε ότι έχουν κάποια σημασία θα λέγαμε οικολογικής φύσης. Με ποια έννοια δηλαδή όταν θεωρείται ότι η εξατολογία αρχίζει μέσα στον κόσμο αυτός αφούς δίνει στον κόσμος όπως το γνωρίζει αυτός και όπως τον διεκόνει ο άνθρωπος μια ιδιαίτερη σημαντικότητα. Είπαμε ήδη και στο κείμενο των πράξεων που συζητούσαμε ότι η γη γίνεται ο χώρος όπου εκδηλώνονται οι ανθρώποι νεσσατικείες, οι άνθρωποι και οι υπόλοιποι δημιουργοί φίσταται την υποδούλωση από τα άλλα ισχυρότερα μέλη και από τους άλλους ισχυρότερους κατοίκους σε αυτόν τον κόσμο. Από την άλλη μεριά όμως είναι το υποπόδιο των προβλήτων του Θεού. Είναι εκεί που βρίσκεται τα στήριγμα του ο Θρόνος του Θεού σύμφωνα αυτή την ειδική παράσταση. Είναι και ο χώρος όπου λαμβάνει η χώρα ισοκυρία. Είναι εκεί όπου θα εξακουθεί το Ευαγγέλιο μέχρι τα άκρα αυτής της λύσης. Και ας θυμηθούν επίσης την ομορφιστορία με τις ποιμένες που είδαν σε κάποια από τα θύματα μας και την εξαγγελία σε αυτούς της γέννησης του Ιησού, της συμμετοχής όλης της φύσης σε αυτό το θετικό μήνυμα. Σε αυτό το σωτηριώδες γεγονός. Και επομένως θα λέγαμε το γεγονός, αυτό δεν είναι σαφώς από μία άψη προϋποθέτει μία προφητική αισχατολογία, προϋποθέτει ακριβώς μία εγκόσμια αισχατολογία. Δίθετα, το να τοποθετήσει κανείς το τέλος εκτός αυτού του κόσμου, αυτό μας δημιουργεί αρκετά προβλήματα. Προβλήματα τα οποία τα αντιμετωπίσαμε όταν συζητούσανε τα αμυγόσα αποκαλυπτικά μας κύναινα. Ή κύναινα τελος πάντων από την Αποκαλύτερα που είχαν αποκαλυπτικά στοιχεία, όπως ήταν στην Β, πέτρι του κεφάλου ή στην Αποκάλυψη. Εκεί έπρεπε να πάρουμε μία, θα λέγαμε, απόφαση ερμηνευτική και να αποφασίσουμε αν αυτό το καινούριο, το οποίο έρχεται ως κατάσταση μεγάλο τέλος, είναι κάτι εντελώς καινούριο ή αν προϋποθέτει ακριβώς τον προγούμενο κόσμο και αν ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταμορφωμένος ο προγούμενος κόσμος. Αυτή η απόφαση είναι πολύ σημαντική, όπως είχαμε πει, για την οικολογική μας συζήτηση και εκεί είχα προσωπικά προτείνει να υιοθετήσουμε τον μοντέλο ενός μεταμορφωμένου κόσμου, στον οποίο ακριβώς εφανερώνεται η δόξα του χεού, κάτι δηλαδή που διέσωζε την αξία, θα λέγαμε, και τη σπουδαιότητα του κόσμου και δεν τον καθίστησαν ουσιαστικά ως αναγνώσιμο και επομένως ως κάτι το οποίο δεν είχε σπουδαιότητα και αξία. Όμως, εκεί η απόφαση που πήραν οι εργαλευτικοί, είχε σαν σκοπό, έλαβαν υπόψη, έβλεπε πιο ολιστικά θα λέγαμε, το βιβλικό κείμενο και έλαβαν υπόψη της, ακριβώς και όλα τα υπόυπα κείμενα μέσα στην Καινή Διαθήκη, τα οποία μιλάνε για αυτήν την εγκόσμια αισχατολογία και όλα εκείνα τα κείμενα τα οποία κάνουν λόγο για βασιλεία του Θεού ως μία παρούσα πατάσταση ή για αιώνια ζωή ως μία παρούσα πατάσταση του καθαξής. Και από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι το τέλος της ιστορίας παραμένει ανοιχτό, αυτό δίνει, δημιουργεί μια ευθύνη στα μέλη της εκκλησίας, διότι είναι η δική τους απόφαση εκείνη που θα καθορίσει το τέλος, κάτι που πολύ ολούφα το αφήνει να ενοχθεί και το να δεικνύει με το πιο πραγματικά ενεργή τρόπο το ρεμούσακο. Μία ιστορική αιτιοκρατία, μία δηλαδή λογική, ότι όλα τα πράγματα βαίνουν όπως βαίνουν, διότι υπάρχει ένας λόγος ανεξάρτητος από την θέληση του ανθρώπου και ανεπιρέαστος από οποιασδήποτε ανθρώπινη στιγμή, δημιουργεί πιο εύκολα το αίσθημα στον άνθρωπο τη μαγδιδιάθεση αιτιολόγησης και νομοποιήσεις οποιασδήποτε αυθαίρετη χρήση της υπόλοιπης δημιουργίας προς όφωνος του ειδικού του ανθρώπου, διότι απλά εφόσον υπάρχει μια αιτιότητα, η οποία μας βγάζει ουσιαστικά έξω από το χώρο των ανοφάσεων, οτιδήποτε συμβαίνει μέσα στον κόσμο, έχει τη λογική του, η οποία ουσιαστικά είναι καλή, διότι οδηγεί σε ένα τέλος και επομένως μπορεί εύκολα να αντικαιολογήσει, μπορεί εύκολα να ενοιχτεί, μια οικολογική τεραστροφή, μια αρνητική στάση επένδυση στο περιβάλλον, αφού λίγο πολύ δεν εμπίπτει μέσα στον χώρο του ανθρώπου. Απλά, εφόσον άνθρωπος δεν μπορεί να επηρεάσει αυτό, δεύτερον, εφόσον αυτό μπορεί να αποτελεί σημάδι του κόσμου που έρχεται, είναι κάτι καλό σε πολλές γεμιτώσεις ή τουλάχιστον είναι κάτι αδιάφορο. Σε αυτήν, λοιπόν, τη σύγκριση, αυτό που μπορούμε να πούμε και αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη μας, είναι, και το έχουμε πει στα τελευταία μας μαθήματα, ιδιαίτερα μιλώντας για την αποκάλυψη, είναι ότι θα πρέπει και στη ΒΤΕ, θα πρέπει και σε αυτά τα αποκαλυπτικά κείμενα, αυτά που έχουμε αυτήν την ιστορική ατλιοκρατία ή αυτήν την πραγματική ασχατολογία που όντως το εντοπίσαμε μέσα στα κείμενά μας εμπονείς, ακόμα και εκεί θα πρέπει όλες αυτές τις εικόνες της καταστροφής να τις κατανοήσουν μέσα από μία λογική της μεταφοράς. Δηλαδή, να συντοπίσουμε τη μεταφορική γλώσσα του κειμένου, ακριβώς όπως το ίδιο κάναμε και την ανθρωπομοφική, τις ανθρωποφωρικές παραστάσεις, ακριβώς όπως έτσι κάναμε, κατάφερε η θεολογία μέσα από πολλές δημόσεις βέβαια και πολλές συζητήσεις να κάνει για τις αφηγήσεις της βίβλου όσον αφορά την αρχή του βιβλίου. Όταν εκείνοι αποφασίσαμε ότι η ιστορία της δημιουργίας δεν θα πρέπει να κατανοηθεί κυρολεκτικά, αλλά θα πρέπει να κατανοηθεί μέσα σε μία λογική, μέσα σε πλαίσιο μεταφορικής γλώσσας, η οποία όμως έχει ένα βαθύτερο περιεχόμενο και αφορά στη σχέση του ανθρώπου με τη δημιουργία αλλά και προς το πώς τον πω η πολυμιουργία, που λοιπόν θα πρέπει να γίνει και στην περίπτωση των κειμένων εκείνων που μιλάνε για το τέλος με έντονες εικόνες, εξαιρετικά ζωφερές και τρομακτικές. Ίσως, λοιπόν, η πρόταση η οποία γίνεται εδώ και είναι και στα προοριμμένα, θα έπρεπε σε αυτές τις περιπτώσεις να κατανοηθούν όλες αυτές οι ιστορίες ως μεταφορικές εικόνες, οι οποίες δηλώνουν ακριβώς στο τέλος μιας άσχημης φάσης, να λέγαμε, της ανθρώπινης ιστορίας, μιας περιόδου καταδυνάστευσης, αδικίας. Και ο νέος κόσμος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αφορά τόσο στο αν θα είναι ο προηγούμενος κόσμος, να είναι κάτι καινούργιο, αλλά αφορά κυρίως την ποιότητα αυτού του νέου κόσμου, ο οποίος δεν θα έχει καμία σχέση με την προηγούμενη άδικη κατάσταση. Το δεύτερο είναι ότι σε μια τέτοια περίπτωση και με τη σύνδεση που κάναμε μεταξύ ασχατωλωγίας και πρωτολογίας, θα ήταν περισσότερο ωφέλημο και βοηθητικό σε μια τέτοια συζήτηση, να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο στην ολότητά του. Δηλαδή να δούμε τη δημιουργία, όπως είπαμε και σε προηγούμενο μάθημα, ως το χώρο πραγματοποίησης της δημιουργίας και εκδήλωσης όχι μόνο των δημιουργικών δυνάμεων του Θεού αλλά και των σωτηριοδών του δυνάμεων. Δηλαδή να δούμε τη δημιουργία όσον αποδέχτη αυτών των σωτηριοδών ενεργίων του Θεού και όχι απλά των δημιουργικών ενεργίων του Θεού, οι οποίοι φυσικά δεν υπάρχουν συνεχώς μέσα στην ιστορία και μέσα στον κόσμο, σύμφωνα με την οθοδόξη θεολογία. Επομένως η αντιμετώπιση του κόσμου ως μία ολότητα, όπου εκεί ο Θεός δημιουργεί αλλά και ο Θεός σώζει και αυτόν τον κόσμο ο Θεός δημιουργεί αλλά και αυτόν τον κόσμου σώζει, θα μας βοηθήσει να απεκλοβιστούμε από αυτό το άγχος που μας δημιουργεί ακριβώς η λογική της αποκαλυπτικής, όταν την καταλαβαίνουμε βέβαια ως μία καταγράμμα, όταν την καταλαβαίνουμε βέβαια εφ' την αφήγηση κυριολεκτικά. Στα μαθήματα λοιπόν που κάναμε σε όλη αυτή τη σειρά των μαθημάτων, είχαμε την ευκαιρία να δούμε κείμενα, είτε περισσότερο εύκολα θα λέγαμε εμπεριμελητικά, είτε περισσότερο δύσκολα, κείμενα τα οποία μας οδηγήσαν στη τελευταία πορεία, κείμενα τα οποία ίσως ευκολότερα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε τέτοιες συζητήσεις, περί οικολογίας και στάσης δημιουργίας. Και μας έδωσαν υπομονές αυτές οι αναλύσεις που κάναμε με βάση τα οικολογικά και θεολογικά κριτήρια που είχε προτείνει η σχολή του Exeter. Μας έδωσαν λοιπόν τη δυνατότητα να δούμε ποιες είναι οι δυνατότητες αυτές της εμμυνηευτικής μεθόδου, είπαμε και στα πρώτα μαθήματα, τι είναι η εμμυνηευτική μέθοδος ως κριτική μέθοδος. Είναι μια μέθοδος η οποία ακόμα βρίσκεται στη γενέση της με την έννοια δηλαδή ότι συνεχώς επαναπροσαρμόζεται, επαναποσδιορίζεται. Θα λέγαμε περισσότερο είναι μια περισσότερο ολιστική προσέγγιση του κειμένου από ό,τι άλλες η μέθοδοι. Είπαμε και όλες ότι προέρχεται από τους πόλπους της φεμινιστικής θεολογικής... και γι'αυτό διωθήκε πάρα πολλές από τις αρχές της φεμινιστικής εμμυνίας. Και ο λόγος που ανατρέξανε σε αυτήν την οικονομική εμμυνία, ο λόγος δηλαδή που θέλω να γίνεται αυτή τη συζήτηση μεγάλη και αναπτύχθηκε και αναπτύστηκε συνεχώς και αναπτύστηκε και εξελίσσεται αυτή η εμμυνία, είναι γιατί ακριβώς το βιβλικό κείμενο αποτελεί η αναφυσβήτητα το κέντρο της εκκλησιαστικής κοινότητας. Καμία εκκλησιαστική κοινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Αγία Γραφείο σημεία αναφοράς, είτε στη λογική που την έχει η Πρωθυσταντική Εκκλησία ως μοναδική αφεδία σε όλα σκληρτούρα, είτε στο τρόπο που την κατανοεί η ορθόδοξη εμμυρυτική παράδοση ως αναπόσπαστη κομμάτι της εκκλησιαστικής παράδοσης και ως εκφραστή της εκφραστή της εκκλησιαστικής εμπειρίες. Είτε έτσι είτε αλλιώς, είτε δεχθούμε την απόλυτη αφεδία της, είτε δεχθούμε τη μετριασμένη τοποθέτηση της ορθόδοξης εμπειρίες, σε κάθε περίπτωση η βίβλος η Αγία Γραφείο είναι το κέντρο της ανθρώπινης ζωής, το κέντρο της ζωής μάλλον, αλήθρα του μέλλον της εκκλησίας και των σημείων αφοράς τους. Και αυτό οπωσδήποτε μας οδηγεί στην απόφαση να ασχοληθούμε με το βιβλικό κείμενο ως μία από τις πηγές που ενδεχομένως θα μπορούσαν να μας δώσουν ιδέες, θα μπορούσαν να μας δώσουν δυνάσματα, θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν στο να επαναθεωρήσουν και να επανακτηνήσουν τις σχέσεις των ανθρώπων με το περιβάλλον. Άλλωστε και ο Λιγ Βουάι ήταν, αλλά και άλλοι κρετικοί, να φέρω αυτών των χαρακτηριστικών, ο οποίος ετόπιζε αυτή την προβληματική την οποία δημιουργούσε το βιβλικό κείμενο, ήταν ο ίδιος ο οποίος προτείνει στο τέλος του αυτού ότι δεν θα ήθελε, δεν νομίζει μάλλον ότι είναι η λύση να περιμπολίσει κανείς το βιβλικό κείμενο ή να κατά κάποιον τρόπο να περιορίσει την σημασία του ή να το καταργήσει από κείμενο της κοινότητας, αλλά αντίθετα θεωρεί ότι είναι ουσιαστική σημασίας αυτό το κείμενο να επανερμηνευθεί, να το ξαναδιαβάσουμε κάτω από το πρίσμα αυτής της είδος προβληματικής για το περιβάλλον και να προσπαθήσουμε να δείξουμε εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να καλλιεργήσουν ένα τέτοιο ήθος ανθρώπων οι οποίοι θα ήτανε αιφηλικοί στο περιβάλλον. Θα ήτανε ένα σεβασμό δηλαδή προς το περιβάλλον και θα αναγνώριζαν την αξία. Η οικολογική εμμοινία ξεκινάει από αυτήν την βεβαιότητα και από αυτήν την διαπίστωση της κουδεότητας και της κεντρικής θέσης που καταλαμβάνει το διβλικό κείμενο μέσα στη ζωή της και στην πράξη της εκκλησίας και σαν σκοπό έχει να αναδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία, όλα εκείνα τα θεωρηγικά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να συμβάλουν σε αυτήν την, όπου είπα πιο πριν, αναθεώρηση των σχέσεων ανθρώπων και περιβάλλον. Αυτός είναι ο στόχος της οικολογικής εμμοινίας και αυτός πρέπει να είναι. Δεν είναι ο στόχος της απολογιτικός, δεν είναι ο στόχος της διοδοτικός, του διβλικού κειμένου, αλλά ο στόχος της είναι καθαρά θεωρηγικός και η προοπτική της είναι εκκλησιολογική, καθώς αυτό που την ενδιαφέρει είναι να δει κατά πόσο αυτά τα κειμένα μπορούν να μεσβοληθήσουν στην καλλιέργεια ενός τέτοιου φινικού, θα λέγαμε, όπως θα περιβάλλουν, ήθους. Και επιπλέον, η σπουδότητα αυτής της μεθόδου έγινε επί το γεγονός ότι, όπως είπα, δεν είναι ότι μας δίνει κάποια επιχειρήματα συγκεκριμένα, πρακτικά επίχεια, για την ομοφιά της δημιουργίας ή γιατί, εναντίον οποιασδήποτε οικολογικής καταστροφής, αλλά, πολύ περισσότερο, παρέχει το θεολογικό πλαίσιο και το θεολογικό υπόβαθρο για την κατανόηση του οικολογικού προβλήματος ως προβλήματος σχέση. Λοιπόν, να έρχεται, το είπαμε και πανείνα, να σημαίνω στο μάθημα, ότι εξ αρχής τονίστηκε αυτή η διάσταση του προβλήματος, ότι το οικολογικό πρόβλημα δεν είναι απλά ένα πρόβλημα οικονομικό, ένα πρόβλημα υποβούλος, αν θέλετε, και οικονομικής ειδημετάλλευσης του περιβάλλοντος, αλλά, για πρώτη στα κυκίδια, ένα πρόβλημα σχέση του ανθρώπου με την υπόλοιπη δημιουργία, καθώς ο άνθρωπος αντιλαμβάνει το ρόλο του και βγήκε το ρόλο του με τέτοιο τρόπο που οδήγησε τελικά σ' αυτά τα προβλήματα που έχουμε σήμερα. Αυτό με βεσημένει ότι, όπως όλες οι μέθοδοι, και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, όταν έχουμε πάνω την υπόψη, όταν μερατούμε, είναι ότι όλες οι μέθοδοι αποτελούνται χρήσιμα εργαλεία, δεν είναι όμως το τέλος, ούτε το απόλυτο εργαλείο, ούτε το απόλυτο μέσο, για να δείξουμε μέσα το δημιουργικό κείμενο αυτά τα οποία χρειαζόμαστε και αποτελούν σημαντικά στην υγεία για την κάθε γενιά των μελών της εκκλησιαστικής κοινότητας. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να διαπιστώνουμε κάθε φορά και να έχουμε πλήρη συμβουλήση δύο της κάθε ενδυνευτικής μεθόδου και στην βουλτιμένη περιπτώση και της οικολογικής εμπνείας. Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι, και σε συνέχεια όσον είπα πιο πριν για το θεολογικό πλαίσιο, είναι ότι, ναι, εντάξει, μπορεί να μας προσφέρει, θα λέγαμε, το θεολογικό πλαίσιο ή υπόβαθρο, ιδεολογικό υπόβαθρο, αυτής του φιλικού, προς το περιβάλλον θεολογικού λόγου, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε καμία περίπτωση για την αιτιολόγηση πρακτικών φιλικών προς το περιβάλλον. Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να βρούμε μέσα στην Αγία Γραφή, στην Καινή Διαθήκη, έναν οδηγό για το πώς πρέπει να γίνει η ανακύκλωση, αν θα πρέπει να γίνει ή όχι, οι ποιες θεωρούνται καλές πρακτικές από οικολογικής πλευράς ή ποιες όχι. Αυτό είναι αστείο και δεν αφορά σαφό να το υποστερήξουμε και φυσικά δεν αφορά τη θεολογία. Υπάρχουν άλλες επιστήμες ειδικές για να κάνουν ακολουθεί αυτό το έργο. Άρα λοιπόν σαφώς δεν θα πρέπει να μπούμε σε αυτή τη διαδικασία και σε αυτή τη λογική που συχνά γίνεται σε διάφορες πρώτες μεγαλύτερες βιβλέτες, που μέσα ακριβώς σε αυτόν τον υπερβολικό αεθουσιασμό για τη νέα αυτή ερμηνευτική προσέγγιση, διατυπώνουμε τέτοια συμμεράσματα τα οποία φυσικά και αυθαίρετα είναι και αστερίχτα από το κείμενο μας. Το δεύτερο βασικό όριο της οικολογικής ερμηνευτικής είναι η φύση του λοιπουργένου και κυρίως οι πολιτισμικές προϋποθέσεις του. Το γεγονός δηλαδή ότι το κείμενο μας δεν πάει να είναι ανταποκεντρικό και το γεγονός επίσης ότι το κοσμού ειδωλό του είναι εντελώς διαφορετικό. Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να κάνουμε. Το είπαμε επαγγελμένα και σήμερα το έχουμε δείσει σε όλα τα μαθήνα. Και αυτό βέβαια όταν συμμετοποιείται από τον ερμηνευτή μπορεί να λειτουργήσει ας το πούμε έτσι κατά κάποιο τρόπο βοηθητικά ώστε να ξεπεράσει κάποιες ερμηνευτικές δυσκολίες από την άλλη μοσβολιά. Το γεγονός ότι αυτό εμφίσταται ουσιαστικά αποτελεί και ένα από τα όρια αυτής της μεθόδου. Ό,τι και να κάνει αυτή η μέθοδος η μέθοδος αυτή ξεκινάει από μια σύγχρονη πολυματική. Το κείμενό μας όμως γράφτηκε πρώτης και καταρχάς για ανθρώπους μιας άλλης εποχής. Κατέγραψε τη δικιά τους εμπειρία, τις δικές τους αγωνίες, τον δικό του προβληματισμό και επομένως αυτό πάντοτε δημιουργεί μια δυσκολία και δεν είναι μόνο στου τελετριπόθεση εδώ της οικολογίας αλλά είναι ένα γενικότερο ερμηνευτικό αυτό πρόβλημα το οποίο το γνωρίζουν πολύ καλά όσοι ασχολούνται με την ερμηνεία του φιλικού κειμένου. Το τρίτο σημαντικό όριο αυτής της εμπειρίας είναι ο ασχατολογικός χαρακτήρας των κειμένων και κυρίως αυτός ο έντονα αποκαλυπτικός ασχατολογικός λόγος ο οποίος εντοπίζεται σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας κειμένων το οποίο φυσικά μας δημιουργεί αρκετά προβλήματα, τα είπαμε παρηλυνένα τα προβλήματα οπωσδήποτε κατά πολύ αδυνατή τα επιχειρήματά μας και φυσικά μας αναγκάζει να πάρουμε αποφάσεις καθώς βρισκόμαστε μπροστά συχνά σε μία φυσινία του κειμένου, σε μία δυσκολία ερμηνευτική και πρέπει ακριβώς τότε να κάνουμε μία έντονη και σαφή διαπίστωση αυτής της αποκαλυπτικής λογικής του κειμένου και να πάρουμε αποφάσεις ερμηνευτικές όχι αυταίρετες σε κάποια πραγματική αρρήκουση, αλλά αποφάσεις οι οποίες θα λαμβάνουν κόψη τόσο τον κόσμο του κειμένου όσο και εμάς τον δικό μας κόσμο τον κόσμο όλων ειών που είμαστε η αναγκάσταση του βιβλικού κειμένου βέβαια τα όρια αυτά μας οδηγούν και σε μία άλλη διαπίστωση ότι το βιβλικό κείμενο δεν αποτελεί την απόλυτη αυθεντία και δεν μπορεί να απολυτοποιηθεί με άλλα λόγια και αυτό συνδέεται μόρα όσο είπα πριν για κοσμοίδελο και για άλλες εποχές επειδή ακριβώς το κείμενο μας γράφτηκε καταρχάς και πρώτη στιγμή για τους ανθρώπους μες άλλες εποχές και εξυπηρετώντας τις ανάγκες συγκεκριμένων κοινωνίτων που έζησαν μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές ένα αυτό και δεύτερον το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η απόσταση με το σήμερα όπου η προματισμή είναι τελώς διαφορετική θα πρέπει να μας οδηγήσει σε μια ακόμα τέτοια διαπίστωση ότι το βιβλικό κείμενο θέλει ούτε να θεωρθεί ουσιπανάκια ή αν θέλετε το λυσάρι μέσα στο οποίο θα βρούμε την απάντηση σε όλα μας τα προβλήματα είναι αστείο δηλαδή να θεωρούμε ότι το κείμενο της Κυβρικής Διαθήκης θα απαντήσει για θέματα σύγχρονης προβληματικής όπως δείτε το οικολογικό κόσμο αυτό βέβαια δεν ακυρώνει την αξία του οικολογικού κοινένου γιατί όπως είπα καταγράφει την εμπειρία, αποτυπώνει την εμπειρία της κοινότητας με τον Θεό και αυτή η εμπειρία είναι διαχρονική και δεν μπορεί να χάσει την αξία της και τα συνέπεια και μπορεί να αποτελέσει πρότυπο και να υπαγορεύσει και την εμπειρία των ανθρώπων σήμερα από την άλλη μοσμολιά, δεν οδηγεί σε μία αποτοπίηση του βιβλικού κειμένου με τη λογική ότι το βιβλικό μας κείμενο είναι η απάντηση σε όλα τα προβλήματα και επομένως δεν χρειάζεται κανείς να πάει πέρα από αυτό. Αυτό για την ορθόδοξη παράδοση είναι μάλλον αρκετά εύκολο να επιτευχθεί γιατί ακριβώς σε αντίθεση, για παράδειγμα, τόσο και στο νομικά θεωρησμό, όσο και προς το νομικό θεωρησμό, η ορθόδοξη θεωρησμική παράδοση δέχεται ότι η Αγία Γραφή δεν είναι ένα αυτόνομο μέγεθος ανεξάρτω από την υπόλοιπη κλησιαστική παράδοση. Ακριβώς επειδή η Αγία Γραφή κατανοείται ως η καταγραφή της εμπειρίας. Της πρώτης εκκλησιαστικής κοινόμενος. Της εμπειρίας από τη σχέση της με τον ορθόδοκο και της επίτης. Εμπειρία που αποραίει από το γεγονός της σωτηρίας. Όπως αυτό εκφράζεται μέσα από το Σταυρό την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Για αυτό μέσα στην Βιβλία και μέσα στην Ορθόδοξη θεωρηγία πάντοτε η Αγία Γραφή κατανοήθηκε ως οργανικό κομμάτι της εκκλησιαστικής παράδοσης. Δηλαδή είναι ένα κομμάτι της παράδοσης και όχι ένα μέγεθος έξω από αυτήν. Γιατί αυτό τοποθετούσε ίσως σε μία υπερβατική πραγματικότητα και αντί το φυσικά προς την γενικότερη θεώρηση της ορθόδοξης θεωρηγίας. Επιπλέον, όντας ένα κομμάτι της εκκλησιαστικής παράδοσης δεν μπορεί ποτέ να απολυτοποιηθεί. Δεν μπορεί να θεωρηθεί δηλαδή ως το απόλυτον ολίθος, αλλά κατανοείται μέσα σε μία συνεχές, στους συνεχές της εκκλησιαστικής παράδοσης και της εκκλησιαστικής εμπορίας, κάτι που δεν μιώνει την αξία της, απέναντι ας την τονίζει και την αναδεικνύει περισσότερο, αλλά μετριάζει οποιαδήποτε απονοητοποίηση ή φονταμαγιστική αυάγνου σύνθεση. Και μάλιστα, στην Αρθόδοξη Απολογία, η Αγία Γραφή δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ ως καταγράμμα Θεόπνευστη, γιατί μία τέτοια καταγράμμα Θεόπνευστη ουσιαστικά φυλακίζει το Πνεύμα, το Άγιο Πνεύμα το οποίο εμπνεύει το κείμενο και κυρίως εγκλωβίζει την εμπειρία της εκκλησίας σε μία συγκεκριμένη ιστορική εποχή, στην εποχή της καταγραφής των βιβλικών κειμένων και δεν αφήνει περιφόρειο αυτό το, αυτή η Θεοπνευστία να εκφράζεται και μέσα από άλλες πτυχές της εκκλησιαστικής παράδοσης. Καθώς όμως το Άγιο Πνεύμα σ' έφανα με την Αρθόδοξη Θεολογία είναι παρόν σε όλες τις εκφάνσεις της εκκλησιαστικής ζωής, σ' όλες τις φάσεις, τις ιστορικές στιγμές και σ' όλη την ιστορική πορεία του λαού του Θεού, επομένως το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που καθοδηγεί και φροντίζει και εμπνεύει κάθε στιγμή και κάθε έργο γραπτό ή μη αυτής της κοινότητας. Εμπνεύως η μη καταγράμμα Θεοπνευστία μας απαλάσει από το άγχος που μπορεί να μας διβηγούν κείμενα όπως είναι τα αποταλεπτικά κειμένα και μπορεί πιο εύκολα να μας οδηγήσει και πιο απλά και πιο απρόσκοπτα να μας οδηγήσει στην απολογή μίας μεταφορικής γνώσης στην περίπτωση των αποταλεπτικών κειμένων και επίσης μια πιο οδυστική θεόρηση του ειδικού κειμένου. Δεν είναι ένας κατάλογος επιπλέον ηθικών επιταγών, μια σειρά από πρέπει και από μη ή το ειδικό κειμενό, αλλά μάλλον θα λέγαμε και έτσι πρέπει να το καταμορίσουμε, αποτελεί όπως λέει και ο γραφηγητής Τριαλίκος Ματσούκας την εμβάνθηση και την ανάπτυξη της ιστορίας της οδηρίας και θα προσθέσω και τις καταλαβαίες και τις συμφιλίουσες του κόσμου με το δημιουργό του. Ουμένως είναι μια πολύ διαφορετική προσαρμήση, είναι μια πολύ διαφορετική λογική. Κλείνοντας ποια είναι η πρόταση, την οποία μπορούσε κανείς να διαπιτυπώσει στο τέλος ακριβώς αυτών των μαθημάτων και αυτό που σύντομα αυτής της σύντομης ξενάγηση μέσα στον κοινωνικό κείμενο. Και θα πρέπει να σημειώσω ότι σαφώς υπάρχουν πάρα πολλά άλλα κείμενα τα οποία θα μπορούσαν να διαβαστούν με τον ίδιο τρόπο. Θεωρώ ότι δεν μπορούν να διαβαστούν όλα τα βιβλία του με αυτόν τον τρόπο, αλλά διαλέξανε ορισμένα παραδείγματα. Η πρόταση λοιπόν είναι ότι σε μία οικολογική ή εργαλευτική προσέγγιση θα πρέπει να υιοθετήσουμε μία περισσότερο λιστική προσέγγιση στον κοινωνικό κείμενο, να αποφύγουμε την αποσπασματική ανάγνωση τους με μάλιστα με διάθεση απολογιετική, είτε υπέρ είτε κατά το βιβλικό κείμενο, που είναι πάρα πολύ σημαντικό. Θα πρέπει να είναι και ολιστική η θεώρηση του κειμένου μας, αλλά θα πρέπει να είναι και πιο ολιστική η μέθοση, η οποία θα υιοθετήσουμε, είναι αναγκαίο λοιπόν στην προκειμένη περίπτωση να υιοθετήσουμε ένα συγκεκριμένο θεολογικό πρίσμα, αυτό της θεολογικής ανάγνωσης. Είπαμε και σε άλλα μαθήματα, η υποκειμενικότητα από μόνη της φιλάνει μία κακή, αρκεί ο ελληνευτής να έχει υπόξει τα όρια αυτής της προσέγγισης, πρώτον και δεύτερον, να κατανοεί αυτή την υποκειμενικότητα όχι ως μία αυθαίρετη καταστρατείγηση του νοήματος του κειμένου ή υποδούλωση του κειμένου στις επιθυμίες και στις προκειμώδεις του ελληνευτή, αλλά αυτό το θεολογικό πρίσμα λειτουργεί περισσότερο με τη λογική ότι αυτό θα αναδεικνύει και θα πονίζει περισσότερα εκείνα τα στοιχεία μέσα στο κείμενο που μπορούν να βοηθήσουν να προάδουν ένα θεολογικό διάλογο σχετικό με το περιβάλλον χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν θα έχει κανείς πλήρη επίρνωση και τον ορίο ενός τέτοιου πρίσματος. Και επίσης μέσα σε αυτή την προσπάθεια της ελληνευτικής προσέγγισης που περιγράψαμε και σε συνέχεια αυτού που είπα ότι δεν θα είναι αυτή η υποκειμενική ανάνοση αφθαίρετη αλλά θα λαμβάνει υπόψη τόσο το κείμενο όσο και θα είναι ενταρμένη μέσα στο κρισιολογικό πλαίσιο και θα λαμβάνει υπόψη όλη την ιστορία της παράδοσης της ερμηνείας του ελληνικού κειμένου, θα πρέπει σαφώς σε αυτή την ελληνευτική προσέγγιση να αξιοποιηθούν οι σύγχρονες ερμηνευτικές μέρες όπως για παράδειγμα η φεμινιστική θεολογία από την οποία καινήθηκε και όλα η ερμηνευτική ανάγνωση ή η αφηματολογία, την εφαρμόσαμε και όλα στην αφηματολογία μελετώντας το κείμενο της προσδομιούς επουστολής και της υπόσκολασαρής ή κοινωνιολογική ανάλυση και ούτω καθεξής. Και πρώτος θα πρέπει να γίνει μια αξιοποίηση των εργαλείων της ιστορικοκριτικής μεθόδου χωρίς βέβαια και αυτή για τη σειρά της να απορροτοποιείται, αλλά ουσιαστικά να αποκτά μια δυναμική αξία με το συνδυασμό της με πιο σύγχρονες και περισσότερο συγχρονικές αναγνώσεις από το κειμένου. Και τέλος αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι να προάει η Θεομεγέ και να επιδιώξει την ανάπτυξη ενός διαλόγου με άλλους επιστημονικούς ερτόρους και κυρίως με τις φυσικές επιστήμες. Μια συζήτηση που έχει ήδη αρχίσει όσον αφορά τη δημιουργία του κόσμου είναι ανάγκη να συνεχιστεί και προς τη λογική του τέλους του κόσμου. Μια συζήτηση με τη σύγχρονη οικογένεια, καθώς επίσης και με τη σύγχρονη φιλοσοφία. Τέτοιες συζητήσεις μπορούν να δώσουν τα απαραίτητα εργαλεία κατανοησης και να δώσουν απαραίτητη προβληματική στη θεολογία, να αποτελέσουν ενάμσματα και ερεθίσματα στη θεολογία ώστε αυτή να αναζητήσει μέσα στις πληγές της, εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να δώσουν μια απάντηση ή μπορούν να συμβάλουν στην προαγωγή ενός τρέχου διαβόλου. Ουμένως, κλίνοντας, θα πούμε απλά ότι η οικολογική εργαλευτική προσέγγιση είναι εξαιρετικά χρήση, εξαιρετικά ωφέλη, όπως είναι κάθε ανάγνωση του βιβλικού κειμένου. Δεν είναι έξω, δεν θα πρέπει να θεληθεί έξω και από την ορθόδοξη ελληνική εργαλευτική, αλλά ουσιαστικά που υποθέτει αυτό που πολλές φορές και με πολλούς τρόπους τόνισε και η αρχαιότερη εργαλευτική παράδοση και αυτής της αρχαίας εκκλησίας, όπου Πατέρες επανειλημμένα υποστήριξαν με κάθε τρόπο ότι η Αγία Γραφή είναι ένας πολυεπίπεδος, πολύτιμος κρύσταλος που ακριβώς επειδή έχει πολλά επίπεδα μπορεί να προσεγγιστεί από διαφορετικές πλευρές και η κάθε πλευρά να αναδεικνύει ένα διαφορετικό στοιχείο και η κάθε πλευρά να δινύζει με το δικό της τρόπο την ομορφιά αυτού του κειμένου της Αγίας Γραφής και αυτό ακριβώς επιδιώκει και το οικολογικό εμφάνισης, να δείξει αυτή την ομορφιά όσον αφορά το περιβάλλον και τις σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον, να αφήσει να ακουστεί η φωνή της γης έτσι ώστε να την ακούσει ο σύμφωνος άνθρωπος και να προβληματιστεί και να αναδείξει ακριβώς αυτή τη σχέση της εξάρτησης ανθρώπου και υπόλοιπης δημιουργίας, όχι μονάχα όπως είπαμε σε άλλα μαθήματα στην επιτυχία αλλά και στην αποτυχία, την ευθύνη του ανθρώπου για την ευδοκίμηση αυτού του κόσμου αύγους και την ευθύνη του για την καταστροφή του. |