Διάλεξη 1 / Διάλεξη 1 / Εκκλησιαστικό Δίκαιο

Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Υπόσχεσθαι, αδερφή μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσαν. Ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσαν. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στα πλαίσια του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτέρου Έτους, θα...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Κυριαζόπουλος Κυριάκος (Επίκουρος Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Νομικής / Εκκλησιαστικό Δίκαιο ΙΙΙ (Μεταπτυχιακό)
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=da81e601
Απομαγνητοφώνηση
Εκκλησιαστικό Δίκαιο: Υπόσχεσθαι, αδερφή μου, ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσαν. Ευχαριστούμε πολύ και ευχαριστούμε όλους εσάς που μας ευχαριστούσαν. Γεια σας, αγαπητές φίλες και φίλοι. Στα πλαίσια του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτέρου Έτους, θα έχουμε σαν γενική θεματική τις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων ή και κοινοτήτων μη πιστευόντων στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με παράδοση κατά πλειονότητα καθολική, πρωτεσταντική ή μικτή. Καθολικό-πρωτεσταντική. Στις χώρες αυτές της ΕΕ, το σύστημα σχέσεων κράτους θρησκευμάτων το οποίο επικρατεί είναι το σύστημα του χωρισμού σε όλες, πλην, της Γαλλίας, όπου επικρατεί το σύστημα του χωρισμού με λαϊκό χαρακτήρα του κράτους. Δηλαδή το σύστημα της θετικής κρατικής κοσμικότητας του κράτους ή αλλιώς τα λαϊκ. Στις υπόλοιπες χώρες αυτής της κατηγορίας, το σύστημα σχέσεων είναι χωρισμός με πολυθρησκευτικότητα του κράτους. Πολυθρησκευτικότητα του κράτους σημαίνει ότι το κράτος έχει εκτεταμένη συνεργασία με ορισμένα θρησκεύματα, τα οποία το ίδιο επιλέγει είτε με βάση νομικά κριτήρια είτε χωρίς νομικά κριτήρια, δηλαδή με αφθαίρετη κυβερνητική απόφαση. Στην αρχή για τον διαλέξιο του μεταπτυχιακού του δευτέρου έτους θα κάνουμε μια σύντομη επισκόπηση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του συστήματος του χωρισμού με πολυθρησκευτικότητα του κράτους στην αρχή και του συστήματος του χωρισμού με λαϊκό κράτος, εττά λαϊκ της Γαλλίας στη συνέχεια, που αποτελεί μία ατομική περίπτωση. Οι χώρες με πολυθρησκευτικότητα του κράτους, χωρισμός με πολυθρησκευτικότητα μπορούν να αναγνωρίζουν μία ή περισσότερες θρησκείες σε συνταγματικό επίπεδο ή σε γενικό νομοθετικό επίπεδο ή μπορούν να μην αναγνωρίζουν καθόλου κανένα από τα θρησκεύματα ειδικά. Χώρες που αναγνωρίζουν σε συνταγματικό επίπεδο ένα ή περισσότερα θρησκεύματα είναι η Κύπρος, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Λιθουανία. Βέβαια η Κύπρος, αν και μέλος Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θα ανήκει στην κατηγορία των χωρών της σχέσης κράτους θρησκευμάτων, των οποίων εξετάζομαι στην παρούσα σειρά διαλέξεων του μεταπτυχιακού του Εκκλησιαστικού Δικαίου του Δευτέρου έτους, διότι η Κύπρος δεν ανήκει στην πρωτεσταντική ή την καθολική ή την μικτή πρωτεσταντικό-καθολική παραδόσεις. Σε αυτά λοιπόν τα συστήματα των σχέσεων κράτους θρησκευμάτων με πολιθεσκευτικότητα του κράτους, οι σχέσεις κράτους θρησκευμάτων ρυθμίζονται είτε από τη νομοθεσία είτε με συμβάσεις. Οι συμφωνίες τις οποίες αυτά τα κράτη έχουν μόνο εκείνες οι οποίες συνάπτονται με την Αγία Έδρα εμπίπτουν στο διεθνές δίκαιο, διότι η Αγία Έδρα, η οποία είναι κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας όπως και το κράτος του Δατικανού, έχουν νομική προσωπικότητα δημοσίου διεθνούς δικαίου όπως και τα κράτη. Κι επομένως η Αγία Έδρα συνάπτει διεθνείς συμφωνίες με τα κράτη, ενώ οι άλλες συμφωνίες ή άλλες συμβάσεις μεταξύ ενός κράτους και ενός θρησκεύματος διαφορετικού από την Καθολική Εκκλησία ή με την Καθολική Εκκλησία αλλά σε επίπεδο κατώτερο της Αγίας Έδρας, εμπίπτουν στο τομέα του εσωτερικού κρατικού δικαίου και ως προς την φύση τους υποστηρίζονται διάφορες απόψεις στην επιστήμη αν είναι δημοσίου δικαίου, εσωτερικού δημοσίου δικαίου ή αν είναι μικτού, sui generis, δικαίου. Ποια είναι τώρα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συστήματος σχέσεων κράτους θρησκευμάτων του χωρισμού με πολυθρησκευτικότητα του κράτους. Πρώτη αρχή, χωρισμός κράτους θρησκευμάτων ή κοινοτήτων μη πιστευόντων. Δεύτερη αρχή, η αρχή της πολυθρησκευτικότητας του κράτους, δηλαδή της εκτεταμένης συνεργασίας του κράτους με ορισμένα θρησκεύματα τα οποία το κράτος επιλέγει, είτε όπως είπαμε με νομικά κριτήρια είτε χωρισνομικά κριτήρια και η εκτεταμένη συνεργασία του κράτους με τα θρησκεύματα σημαίνει εκτεταμένη παροχή προνομίων, δηλαδή θρησκευτικών δικαιωμάτων τα οποία παρέχονται από το κράτος πέραν των αναγνωριζόμενων από το διεθνές δίκαιο και από το σταγματικό δίκαιο θρησκευτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τρίτη αρχή των σχέσεων κράτους-σχευμάτων χωρισμού πολυθρησκευτικότητα του κράτους, η βαθμία ισότητα, δηλαδή η σχετική ανισότητα μέσω της διαφοροποίησης των νομικών καθεστώτων των διαφόρων θρησκευμάτων. Δηλαδή σε αυτή την κατηγορία χωρών χωρισμός με πολυθρησκευτικότητα του κράτους δεν έχουμε μία ερμηνεία της έννοιας θρησκευτικής ισότητας, η οποία ανατείνει προς την απόλυτη ισότητα. Αλλά έχουμε μία ερμηνεία σχετικής ισότητας, αφού για κοινωνιολογικούς λόγους, αλλά όχι για θρησκευτικούς λόγους, προβλέπεται διαφορετική μεταχείριση των θρησκευμάτων, δηλαδή διαφορετικά νομικά καθεστώτα για τα θρησκεύματα. Τέτατη αρχή των σχέσεων κράτους θρησκευμάτων, η αρχή της ευμενούς ουδετερότητας του κράτους. Και πέμπτη η αρχή των σχέσεων κράτων θρησκευμάτων, η αρχή της θρησκευτικής αυτονομίας. Θρησκευτική αυτονομία σημαίνει το δικαίωμα των εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων και των κοινοτήτων των μη πιστευόντων να ρυθμίζουν νομοθετικά τις εσωτερικές σχέσεις του οικείου θρησκεύματος ή κοινότητας μη πιστευόντων με τα δικά τους νομοθετικά όργανα. Ενώ απαγορεύεται το κράτος να παρεμβαίνει στη ρύθμιση των εσωτερικών ζητημάτων, των θρησκευμάτων ή των κοινοτήτων μη πιστευόντων. Το Δέλγιο προστατεύει θεσμικά τη θρησκευτική ελευθερία εκείνων που δεν έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις. Η βαθμία ισότητα, δηλαδή η σχετική ανισότητα μεταξύ των θρησκευμάτων στις χώρες αυτής της κατηγορίας βασίζεται στην ιδέα ότι η διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά θρησκευτική διάκριση εάν βασίζεται σε αντικειμενικούς και εύλογους λόγους, σε αντικειμενική και εύλογη αιτιολογία. Δηλαδή εάν βασίζεται σε αντικειμενικούς και εύλογους λόγους και αναφέρεται μόνο σε κοινωνικές και όχι σε θρησκευτικές διαφορές. Ο νόμος για τη θρησκευτική ελευθερία της Πορτογαλίας του 2000 επεκτείνει και είναι η μοναδική περίπτωση αυτής στην Ευρώπη αξιοσημείωτη επεκτείνει τα προνόμια τα οποία η Πορτογαλία παραχώρησε στην Καθολική Εκκλησία με τον Κογκορδάτο με την Αγία Έδρα του 1940 στις άλλες καταχωρημένες θρησκευτικές κοινότητες στην ίδια χώρα. Υπάρχει μια διάκριση μεταξύ των καταχωρημένων και των μη καταχωρημένων θρησκευτικών οργανισμών στις χώρες τις οποίες εξετάζομαι ως προς τις σχέσεις κράτους θρησκευμάτων. Οι καταχωρημένες μπορεί να είναι καταχωρημένες είτε δυνάμι ενός νόμου είτε δυνάμι του δικαιώματος του συνεταιρίζεστε με βάση ένα νόμο για τα θρησκεύματα. Η Αυστρία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Λετωνία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Ισπανία έχουν νόμους για την καταχώρηση των θρησκευμάτων. Αυτή η διάκριση μεταξύ καταχωρημένων θα πει αυτών που έχουν νομική προσωπικότητα. Η διάκριση μεταξύ καταχωρημένων και μη καταχωρημένων θρησκευτικών οργανισμών βρίσκεται σε όλες τις χώρες αυτής της κατηγορίας. Οι συνέπειες αυτής της διάκρισης δεν περιοριζόμαστε μόνο στο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθε των θρησκευτικών ομάδων, αλλά εξαιτίας αυτού του δικαιώματος σχετίζονται με τη χωρίγηση θρησκευτικών δικαιωμάτων και προνομίων. Ως νοστον σύμφωρο με τα διεθνή standards για τα θρησκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα δεν θα πρέπει να υπάρχει διάκριση στη μεταχείριση μεταξύ καταχωρημένων και μη καταχωρημένων θρησκευμάτων. Βέβαια αυτό σχετίζεται περισσότερο με τα θρησκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα, τα αναγνωρισμένα από το Διεθνές και το Συνταγματικό Δίκιο. Όσον όμως αφορά τη χωρίγηση προνομίων, μπορεί να αντίθεται το ζήτημα της καταχώρησης, δηλαδή της απόκτησης νομικής προσωπικότητας προκειμένου να χωριγηθούν στα θρησκεύματα προνόμια, δηλαδή τα επιπλέον θρησκευτικά δικαιώματα τα οποία χωριγούνται από το κράτος πέραν των θρησκευτικών ανθρωπινών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το Διεθνές και το Συνταγματικό Δίκαιο και μπορεί να απαιτεί ένας νόμος κρατικός για τη χωρίγηση αυτών των προνομίων, ακόμη και την υπαγωγή σε κάποιον νομικό ορισμό της θρησκείας ο οποίος να μη προκαλεί τις σκεφτικές διακρίσεις. Βέβαια με την φιλελεύτηρη αντιλήψη των ανθρωπινων δικαιωμάτων θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ακόμη και για τα προνόμια δεν θα πρέπει να υπάρχει διάκριση μεταξύ καταχωρημένων και μη καταχωρημένων θρησκευμάτων. Με την κοινοτιστική αντίληψη των ανθρωπινων δικαιωμάτων, δηλαδή την άλλη αντίληψη, την διαφορετική από την φιλελεύθερη. Η φιλελεύθερη ως γνωστόν είναι ατομικιστική αντίληψη, δηλαδή εξετάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα από πλευράς ατόμου. Η κοινοτιστική βεβαίως εξετάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα από πλευράς ατόμου, αλλά στα πλαίσια της κοινωνίας. Από την κοινοτιστική λοιπόν αντιλήψη θα μπορούσε να απαιτείται ένας νομικός ορισμός της θρησκείας για την χορίγηση προνομίων ή ακόμα θα μπορούσε να ζητείτε και η καταχώρηση των θρησκευμάτων, αν και εδώ θα είχε αντίληψη η φιλελεύθερη αντίληψη των ανθρωπινων δικαιωμάτων ως προς το ζήτημα της καταχώρησης για την απόκτηση προνομίων από τα θρησκεύματα. Διότι σύμφωνα με τα διευθυνιστάντα σας γνωστών, τα ισκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να καθίστανται αντικείμενο απόλαυσης από τα θρησκεύματα, είτε εντάσσονται στα ισκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα τα αναγνωρισμένα από το διεθνές και από το αμαρτικό δίκαιο, είτε τα ισκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν προνόμια που χωρηγούνται πέραν πέραν των θρησκευτικών ανθρωπινων δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το διεθνές και το συνταγματικό δίκαιο. Μια δεύτερη διάκριση μεταξύ των θρησκευμάτων στις χώρες με το σύστημα του χωρισμού και πολυθρησκευτικότητα του κράτους ανακύπτει από την καθιέρωση πολιοεπίπεδων δομών νομικών καθεστώτων των θρησκευτικών κοινοτήτων. Τέτοιες πολιοεπίπεδες δομές βασίζονται είτε στο νομικό χαρακτήρα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου όπως στη Γερμανία, είτε στην επίσημη αναγνώριση όπως στην Αυτρία ή το Βέλγιο, είτε στον ιστορικό χαρακτήρα όπως στην Ουγγαρία, είτε στον παραδοσιακό χαρακτήρα όπως τη Λετωνία των συγκεκριμένων εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων. Σε ένα πρόσφατο νόμο η Αυστρία εισήγαγε το καθεστώς των καταχωρημένων θρησκευτικών κοινοτήτων που είναι ένα καθεστώς ενδιάμεσο μεταξύ των αναγνωρισμένων και των μη αναγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων. Η Τσεχία και η Λετωνία έχουν σχεδιάσει τα καθεστώτα τους σύμφωνα με το αστριακό μοντέλο. Η επίσημη αναγνώριση των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Αυστρία, το Βέλγιο και τη Λιθουανία θεσπίζεται με νόμο. Αυτό είναι ασυμβίβαστο με την ισότητα των θρησκευμάτων, διότι μερικά θρησκεύματα δεν έχουν δικαίωμα στην επίσημη αναγνώριση. Παρά το ότι η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που προβλέπονται από το νόμο στην Αυστρία, στη Λιθουανία ή αναπτύσσονται μέσω διοικητικής και νομοθετικής πρακτικής στο Βέλγιο. Ομοίως, άνοιση πρόσβαση σε ανώτερα καθεστώτα, νομικά καθεστώτα για τα θρησκεύματα, υπάρχει σε άλλες χώρες επίσης μέσω επιλακτικών συμφωνιών μεταξύ των κυβερνήσεων και των θρησκευτικών κοινοτήτων, όπως στην Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Πολωνία. Βέβαια, ώσπου στην Πορτογαλία δεν τίθεται έντονο το ζήτημα, διότι η Πορτογαλία με το νόμο του 2000, όπως προαναπροανέφερα, με το νόμο του 2000 για τη σχετική ελευθερία, επέκτινε τα προνόμια που κορυγεί μέσω του Κοκορδάτου 1940 στην Καθοδική Εκκλησία του Κοκορδάτου, που σύναψε με την Αγία Έδρα, τα επεκτείνει μέσω του νόμου του 2000 και στα υπόλοιπα καταχωρημένα θρησκέμματα. Αντιθέτως, η Γερμανία προβλέπει το δικαίωμα των θρησκευτικών οργανισμών να αποκτούν υπό προϋποθέσεις, το ανώτερο καθεστώς των θρησκευτικών οργανισμών, που είναι εκείνο του δημοσίου δικαίου Σουι Τζένερης. Αυτό το πολυεπίπεδο, αυτή η πολυεπίπεδη δομή καθεστών των θρησκευμάτων, βασίζεται επιπλέον στις συμφωνίες μεταξύ ορισμένων κρατών και της Αγίας Έδρας και στις συμβάσεις τις λεγόμενες θρησκευτικές, που υπογράφονται μεταξύ των κυβερνήσεων και επιμέρους θρησκευτικών κοινοτήτων. Όπως ήδη προανέφερα, το μοναδικό θρίσκεμα που συνάπτει συμβάσεις διεθνούς δικαίου είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά μόνον όταν τη συνάπτει η Αγία Έδρα, η οποία έχει νομική προσωπικότητα δημοσίου διεθνούς δικαίου. Έτσι η Γερμανία έχει ένα κοκορδάτο με την Αγία Έδρα, όπως επίσης και εκκλησιαστικές συμβάσεις με την Ευαγγελική Λουθυρανική Εκκλησία και με άλλες θρησκευτικές κοινότητες, που απολαμβάνουν νομικής προσωπικότητας δημοσίου δικαίου sui generis. Η Ουγγαρία έχει υπογράψει διεθνείς συμφωνίες με την Αγία Έδρα και συμφωνίες με τις τρεις άλλες ιστορικές εκκλησίες της. Η Ιταλία έχει μια συνθήκη με την Αγία Έδρα του Λατερανού του 1929 που τροποποιήθηκε το 1984 με τις συμφωνίες της Βίλα Μαντάμα και οχτώ συμφωνίες με μοιονωτικά θρησκεύματα που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα σύμφωνα με έναν ειδικό νόμο του 1929 για τις θρησκευτικές μειονότητες. Η Ισπανία έχει διεθνεί συμφωνίες με την Αγία Έδρα και τρεις συμφωνίες με μειονωτικά θρησκεύματα τα οποία είναι βαθιά αριζωμένα στην Ισπανική κοινωνία. Η Κροατία, το Ισραήλ, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Πορτογαλία και η Σλοβακία όλες έχουν διεθνεί συμφωνίες με την Αγία Έδρα. Το Λουξεμβούργο και η Σλοβενία έχουν συμφωνίες σε εθνικό επίπεδο με την Καθολική Εκκλησία. Και τώρα περνάμε στο σύστημα του χωρισμού με λαϊκό χαρακτήρα του κράτους, τα λαϊκ, που αποτελεί μια ατομική περίπτωση της Γαλλίας για ιστορικούς λόγους οφειλούμενου στην Γαλλική Επανάσταση. Τα γνωρίσματα, τα χαρακτηριστικά, δηλαδή οι αρχές που διέπουν αυτό το σύστημα χωρισμού με λαϊκό κράτος, είναι οι ίδιες με εκείνες που αφορούν τον χωρισμό με πολιθεσκευτικότητα του κράτους, πλήν της αρχής της πολιθεσκευτικότητας του κράτους, η οποία αντικαθίσταται από την αρχή της λαϊκότητας του κράτους. Αυτή η αρχή της λαϊκότητας επιτρέπει μόνον περιορισμένη συνεργασία του κράτους με όλα τα θρησκεύματα. Περιορισμένη συνεργασία, θα πει, περιορισμένη παροχή θρησκευτικών προνομίων προς όλα τα θρησκεύματα στη βάση της θρησκευτικής ισότητας. Επαναλαμβάνω τις αρχές οι οποίες διέπωνται ο σύστημα του χωρισμού με λαϊκότητα, ετά λαϊκ του κράτους. Πρώτη αρχή του χωρισμού. Δεύτερη αρχή του λαϊκού κράτους, ετά λαϊκ. Τρίτη αρχή, και εδώ έχουμε μια διαφοροποίηση, της ισότητας η οποία διέπωνται διαφοροποίηση της ισότητας η οποία τύνει προς την απόλυτη και όχι προς τη σχετική ισότητα μεταξύ των θρησκευμάτων. Τέταρτη αρχή της ευγενούς οδητρότητας του κράτους και πέμπτη αρχή της θρησκευτικής αυτονομίας. Πρέπει να διευκρινίσω ότι αρχικά η αρχή της λαϊκότητας του κράτους, ετά λαϊκ, είχε αρνητικό χαρακτήρα έναντι των θρησκευμάτων στην Γαλλία. Αλλά όμως με την πάροδο των δεκαετιών, αρχικά εννοώ με το νόμο του 1905 για το χωρισμό κράτους-εκκλησίας, με την πάροδο των δεκαετιών εντός του 20ου αιώνα από αρνητική οδητερότητα του κράτους έγινε θετική οδητερότητα προς τα θρησκεύματα. Δύο όμως περιφέρειες της Γαλλίας η Αλσατία και η Λορένη για λόγους ιστορικούς, επειδή κάποτε ανήκαν στη Γαλλία, μετά πέρασαν, κάποτε ανήκαν στη Γερμανία, μετά πέρασαν στην κυριαρχία της Γαλλίας. Δεν έχουν αυτές οι περιφέρειες το σύστημα του χωρισμού με λαϊκότητα του κράτους, αλλά το σύστημα της πολυθρησκευτικότητας του κράτους. Εδώ το τοπικό δίκαιο διατηρεί πράγματι το πολυθρησκευτικό κράτος, που επίσημα αναγνωρίζει τέσσερα θρησκεύματα σε αυτές τις περιοχές. Είναι ακόμη σχεϊσή το Κογκορδάτο, μεταξύ του Ναπολέον Ταβοναπάρτη και της Αγίας Έδρας. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.