Διάλεξη 5 / Διάλεξη 5 / σύντομη περιγραφή

σύντομη περιγραφή: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλο...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος δημιουργός: Νικολαϊδης Αργύριος (Καθηγητής)
Γλώσσα:el
Φορέας:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Είδος:Ανοικτά μαθήματα
Συλλογή:Φυσικής / Cafe des Sciences
Ημερομηνία έκδοσης: ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2015
Θέματα:
des
Άδεια Χρήσης:Αναφορά-Παρόμοια Διανομή
Διαθέσιμο Online:https://delos.it.auth.gr/opendelos/videolecture/show?rid=93fd3b69
Απομαγνητοφώνηση
σύντομη περιγραφή: Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE Υπότιτλοι AUTHORWAVE μια σειρά παράγραφη, εφτά συνολικά, ένα μικρό έργο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη μέλη από πλευράς του να συνδέονται μεταξύ τους οι παράγραφοι. Όπως είπε κάποτε ο Ράσσελ, είναι σαν τσαρικά διατάγματα. Παράγραφοι, λοιπόν, υποπαράγραφοι, καμιά φορά και υποπαράγραφοι υποπαραγράφουν, και υποπαράγραφοι υποπαραγράφουν υποπαραγράφουν. Θα τηρήσω τον τρόπο του, ίσως σας κουράσει αυτό, θα ακούτε τον αριθμό της παραγράφου, μετά της παραγράφου και των υπολύπων, αν συμβαίνει να υπάρχουν. Αλλά αυτό και για να καταλαβαίνετε πότε ο λόγος είναι δικός του και πότε τα σχόλια είναι από τη δική μου πλευρά. Λοιπόν, αποκομμένη από τα συμφραζόμενα της αυτή η βιτσινική ρύση, τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου, έχει γίνει επανειλημμένα, γίνεται και φοβάμαι θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό να γίνεται, θύμα παρερμηνείας, κατάφορης παρερμηνείας. Χοντρικά, όσο πλατιάονται τα όρια της γλώσσας μου, αυτό λέει η παρερμηνεία, τόσο ευρύς είναι και ο κόσμος. Αν τα όρια της γλώσσας μου στενέψουν, γίνει φτωχότερη, τότε και ο κόσμος μου θα γίνει επίσης. Μικρός, φτωχός. Αν θέλετε μια επισημότερη διατύπωση αυτής της παρερμηνείας, θα σας παραφέσω από το βιβλίο... του Δημήτρη Νανόπουλου, φυσικός, του Γεωργίου Μπαμπνιώτη, γλωσσολόγος, από την Κοσμογονία στην Γλωσσογονία, μια συζήτηση, Αθήνα 2010, εκδόσεις Καστανιώτη, σελίδα 81. Παραθέτω. Μιλώντας για τον Βινκενστάιν, τον κ. Μπαμπνιώτη ακούτε, να επισημάνω ότι έχει μείνει στη γλωσσολογία για το περίφημο, έτσι το έχω αποδώσει εγώ στα ελληνικά, «Η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου». Παρένθεση, στην πραγματικότητα η καταλέξη μετάφραση είναι «Τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου». Κλείνει παρένθεση, αυτή δεν είναι η πραγματικότητα. Αυτή δεν είναι η πραγματικότητα της μετάφρασης. Το ρήμα στα γερμανικά είναι «Μπεντόιτον». Πάμε, όμως, παρακάτω. Συνεχίζω το παράθυμα. Είπε, δηλαδή, εφθαρσός ως φιλόσοφος, οι φιλόσοφοι μιλούν εφθαρσός, φαίνεται, ότι ο κόσμος μου είναι τόσος και τέτοιος όσο μπορώ να τον εκφράσω γλωσσικά. Ό,τι άλλο έχω μέσα μου και δεν μπορώ να το εκφράσω, αντικειμενικά δεν μπορεί να υπάρξει. Και γι' αυτό είναι καλύτερα να σιωπώ. Στόχος μου είναι να αποκαταστήσω το νόημα της Βιτγενσταϊνικής Ρήσης. Να το αποκαταστήσω από τη θέση ενός γλωσσολόγου, που δεν είναι ειδικός στον Βιτγενστάιμ, βέβαιο, αλλά τουλάχιστον διάβασε πιο προσεκτικά το τελευταίο μέρος του τρακτάτου. Να την αποκαταστήσω, λοιπόν, ότι αυτό θα σημαίνει σε παράπερο δωρά οφέλη, αν θέλετε, ανάμεσά τους μπορεί να λογαριάζετε, και μια συζήτηση για το πώς συνέβη τελικά και αυτή η παρεμινία διαδόθηκε τόσο πιστικά και παραμένει σχεδόν ακλώνητη μέχρι σήμερα. Λοιπόν, στο αμέσως επόμενο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του τρακτάτους, πέντε, έξι, ένα, διαβάζουμε, η λογική γεμίζει τον κόσμο. Τα όρια του κόσμου είναι και δικά της όρια. Θα λέγαμε να είναι μια άκρη του μήματος. Τα όρια του κόσμου είναι και όρια της λογικής. Και ποια είναι τα όρια της λογικής? Στο περί της βεβαιότητας, 501, ο Wittgenstein γράφει, κοίτα τη γλωσσική πρακτική. Τη λογική εκεί θα τη δεις. Αυτό το κείδητάγμα μας ειδοποιεί την ίδια στιγμή. Δεν είναι καθόλου εύκολο και εξηγεί γιατί, το μπαραθέτου, η κοινή γλώσσα είναι ένα μέρος του ανθρώπινου οργανισμού και όχι λιγότερο πολύπλοκη από αυτόν. Είναι αδύνατο για τον άνθρωπο να αντλήσει τη λογική της γλώσσας άμεσα από τη γλώσσα. Η γλώσσα μεταμφιέζει τη σκέψη. Και έτσι, από την εξωτερική μορφή του ντυσίματος, είναι αδύνατο να συμπερράνουμε τη μορφή της ντυμένης σκέψης. Γιατί η εξωτερική μορφή του ντυσίματος είναι φτιαγμένη για εντελώς άλλους σκοπούς από το να αφήνει να διακρίνεται η μορφή του σώματος. Οι σιωπηρές συμβάσεις για την κατανοήση της κοινής γλώσσας είναι φοβερά πολύπλοκες κατά λίγη. Κι ενστά, εν τρακτά τους 4.002. Οι σιωπηρές συμβάσεις για την κατανοήση της κοινής γλώσσας. Ένα παράδειγμα τέτοιων σιωπηρών συμβάσεων μπορούμε να αναζητήσουμε και εμείς και προτείνουμε να το κάνουμε στην εμφαντική άρνηση. Λένε, δεκάρα δε δίνω, ακόμα χειρότερα, δεκάρα τσακιστή δε δίνω. Έναν εμφαντικό δε με νοιάζει, δεν ενδιαφέρομαι. Λένε, Λέπι δε βγάλαμε μια ολόκληρη νύχτα στη θάλασσα. Έναν εμφαντικό δε βγάλαμε ψάρια. Ανάσα δεν πήρα από χθες, η εμφαντική εκδοχή του δεν ξεκουράστηκα. Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε ή και μόνο ψυχή, όπως και μόνο Λέπι. Ψυχή ζώσα λοιπόν δεν υπήρχε, ισχέτου ψυχή, με την έννοια δεν φάνηκα, δεν τους βρήκα, δεν ήρθαν. Δεν γύρισε καν να με δει. Έναν εμφαντικό δε με χαιρέτησε. Κουκούτσι μυαλέ δεν έχει αυτό το παιδί. Η εμφαντική εκδοχή του δεν είναι μυαλωμένο. Σταγόνα δεν ήπιε σήμερα, του δεν ήπιε. Να μη σας δίνω τα μη εμφαντικά αντίστοιχα, τα παρακολουθείτε. Πόντο δεν έβαλε από πέρσι, κράβ δεν έβγαλε από το στόμα του, βρήκα με βήμα, δεν έριξε, μάτι δεν έκλεισε όλη τη νύχτα. Με καμία κυβέρνηση δεν γίνεται αυτό. Εδώ μπορούμε με κάποια πικρία να δούμε πώς μπορεί να κατασταλάξει στη γλώσσα η εμπειρία του λαού μας. Με καμία κυβέρνηση δεν γίνεται αυτό. Στο βάθος αυτής της δήλωσης βλέπετε τις πελατιακές σχέσεις από τις σύστητες του νεοελληνικού κράτους. Τώρα, πώς εξηγείται αυτή η έμφαση. Το ρέπμα, καταλαβαίνετε, είναι ερηδωρικό, βοηθάει τη συνέχεια, αλλά αν το μετέτρεψε πραγματικό, θα σας προκαλούσε κάποια αμυγχανία. Ενισθάνεστε την έμφαση. Την πετυχάνετε με ανάλογες επιλογές. Αλλά πώς εξηγείται. Αμυγχανία, λοιπόν. Και μη στεναχωριάστε γι' αυτό. Έχετε όλη την κατανοήση του Wittgenstein, τον παραθέτω. Υπάρχουν και άλλες ερωτικές έρευνες, 89. Εκείνο που ξέρουμε όταν δεν μας ρωτούν, αλλά δεν το ξέρουμε τιά, όταν πρέπει να το εξηγήσουμε, είναι κάτι στο οποίο πρέπει κανείς να συγκεντρώνει το νου του. Παρένθεση και ολοφάνερα, όχι για κάτι στο οποίο, για κάποιο λόγο, δύσκολα συγκεντρώνόμαστε. Λοιπόν, προτείνω να συγκεντρωθούμε, έστω δύσκολα κι εμείς, στα δικά μας παραδείγματα. Αν τα διατρέξουμε προσεκτικά... Λοιπόν, αν τα διατρέξουμε προσεκτικά, δεν θα δυσκολευτούμε να δούμε ένα ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο που τα διατρέχει και τα ομονιμοποιεί. Ποιο είναι αυτό? Η αναγωγή στο ελάχιστο. Να σας θυμίσω ΔΕΚΑΡΑ, ΛΕΠΙ, ΑΝΑΣΑ, ΨΙΧΗ, ΚΡΑΑ, με καμία κυβέρνηση, δεν γύρισε καν. Έχουμε γενικότερα αναφορά σε μια ακραία τιμή. Η ΔΕΚΑΡΑ, καταλαβαίνετε, ήταν έτσι το ευτελέστερο νομισματάκι του προηγούμενου μας νομισματικού συστήματος. Το ΛΕΠΙ είναι η ελάχιστη μαρτυρία εγγύηση της παρουσίας της ύπαρξης του ψαριού. Η ΑΝΑΣΑ είναι το τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε να χάσουμε. Εφόσον θέλουμε, θα εξακολουθούμε να θέλουμε τον εαυτό μας. Το ΨΙΧΗ είναι αυτό που απομένει όταν όλα χαθούν. Όχι μόνο σύμφωνο με τη χριστιανική παιδιστία, αλλά και γενικότερα. Το ΚΡΑ θα λέγαμε... Το ΚΡΑ δεν έκανε. Το ΚΡΑ είναι ο βαθμός 0 της ελληνικής. Παραπέμπει και στα κοράκια. Το ελάχιστο λοιπόν, μια ακραία τιμή. Και σε τι ωφελεί αυτή η αναγωγή στο έσκατο, στο ακραίο. Αυτή η εσκατολογική αναγωγή. Για την απάντηση, ας θα κάνουμε τις πρόκειτες ένα σενάριο. Για ένα από τα παραδείγματά μας, το ΛΕΠΙ δεν βγάλανε. Φανταστείτε ότι είναι η αντίδρασή σας... μετά από ένα ολονύκτυο ψάρεμα, άγωνο εντελώς. Η αντίδρασή σας, το ερώτημα των φίλων που σας περιμένουν, με το ερώτημα, βγάλατε ψάρια. ΛΕΠΙ δεν βγάλανε. Ή απλώς ΛΕΠΙ. Τώρα, στην ονοματική της αξία αυτή η αντίδραση, το ΛΕΠΙ, μοιάζει αλήθωροι. Δεν σας ρωτήσανε αν βγάλατε ΛΕΠΙ. Σας ρωτήσανε αν βγάλατε ψάρια. Παρ' όλα αυτά είναι δραστικοί. Φτιανούμε άρνηση με έμφαση. Αυτό το οξύμορο, δραστικότητα και την ίδια στιγμή... ξεστράτισμα, μπορούμε να το εξηγήσουμε αν επιχειρήσουμε ένα είδος ανάπτυξης. Αυτό που λέμε είναι εξαιρετικά, έτσι, πυκνό. Τι θα βλέπαμε στο βάθος του. Αν βγάλουμε ψάρια, βγάζουμε ένα τουλάχιστον ΛΕΠΙ. Αυτό λέει η κοινή εμπειρία. Εμείς ΛΕΠΙ δεν βγάλαμε. Αυτή είναι η επίκληση της ζωντανής εμπειρίας στις στιγμές. Άρα δεν βγάλαμε ψάρια. Ακόμα μία φορά, χωρίς τα εσωτερικά μου σχόλια. Αν βγάλαμε ψάρια, βγάζουμε ένα τουλάχιστον ΛΕΠΙ. ΛΕΠΙ δεν βγάλαμε. Άρα δεν βγάλαμε ψάρια. Στη σκιά αυτής της ανάπτυξης είναι ένα σχήμα λογικό. Ο modus tollens, η πλειραισθαιρή ονομασία του modus tolendo tollens. Σημαίνει ένας λογικός τρόπος που έριδια της Άρσεως. Αν σας δώσω το σχήμα του, ελπίζω μπορείτε να το συγκρατήσετε. Ας δώσετε το σχήμα. Αν σας δώσω το σχήμα του, ελπίζω μπορείτε να το συγκρατήσετε. Θα το πω και δύο φορές. Εάν πει τότε Q, όχι Q, άρα όχι πει. Εάν πει τότε Q, όχι Q, άρα όχι πει. Αν είναι υποθετικός λόγος, θα σας μιλήσουμε με παραδοσιακούς όρους. Έρουμε την αλήθεια της απόδοσης και δι' αυτής της Άρσεως έρουμε και την αλήθεια της υπόθεσης. Το σχήμα διατρέχει όλα μας τα παραδείγματα. Έχει εφαρμογή στο καθένα από αυτά. Ας πούμε, βήμα δεν έκανε. Αν ερχόταν, θα έκανε τουλάχιστον ένα βήμα προς τη θέση μας. Αυτός βήμα δεν έκανε, άρα δεν ήρθε. Αν ήταν εκεί παρόντες και παρούσες, θα βλέπαμε τουλάχιστον μία ψυχή. Εμείς ψυχή δεν είδαν, άρα δεν ήταν. Και ούτω καθ' εξής. Πάντως, η δράση του σχήματος δεν εξαντλείται στα παραδείγματα που ακούσατε και θα μπορούσατε να τα φανταστείτε να συνεχίζονται, γιατί, ουσιαστικά, είναι ένα κτλ. διακόπτη. Είναι διαγωγική και διαχρονική η παρουσία του σχήματος αυτού. Και θα επανέλθουμε. Κούφιλι αυτές του τις δυνατότητες τώρα. Θα λέγαμε, έχει μπάρμπα στην κορώνη. Και ποιος είναι ο μπάρμπας στην κορώνη? Η λογική συνεπαγωγή. Η σύνδεση, με λαλόγια, που χτυπάει η καρδιά της λογικής. Αυτό δεν είναι μόνο δική μου άποψη. Είναι άποψη πολύ σοβαρότερον λογικών από ότι εγώ. Τι συμβαίνει εδώ? Ποιος είναι αυτός ο λογικός τρόπος σύνδεσης? Μια σύνθετη πρόταση μας λέει η λογική της μορφής. Εάν πείτε ότι Q είναι ψευδής, μόνο όταν συμβαίνει το π, η υπόθεση να είναι αληθής και το Q, η απόδοση, να είναι ψευδής. Σε όλες άλλες δυνατές περιτώσεις, κατανομής αληθοτιμών στην υπόθεση και στην απόδοση, θα είναι αληθής. Σε αυτήν την αληθιακή ιδιαιτερέτητα του συνδετικού δίνει τη δική του πλοκή ο Μόντου Στόλενς. Έρεμπτας την απόδοση, λέγοντας όχι Q, μας αναγκάζει λογικά να άρουμε και την υπόθεση, ακριβώς για να αποφύγουμε εκείνο το τοξικό κοκτέιλ αληθοτιμών. Αν μας βγει και η αλήθεια που δέχεται ο μιλητής μας, είναι ότι πράγματι μας βγαίνει ψευδής η απόδοση, πρέπει να διαψεύσουμε και την υπόθεση. Διεφορετικά, αν μείνει αυτή η αληθής, τότε θα καταπέσει ο υποθετικός μας λόγος και εμείς θα γίνουμε αληθιακά ασυνεπείς, γιατί ξεκινήσαμε δεχόμεν την αλήθεια του. Δεχόμαστε την αλήθεια αν πει τότε Q, δεχόμαστε και την αλήθεια ότι όχι Q. Πρέπει λογικά, αναπόδραστα, να τρέξουμε στο όχι πει. Σας είπα, ίσως, κάπως γρήγορα, γιατί το προδούκλωσα και δεν είχε τη δημή που του αξίζει, ότι το «λέπι δε βγάλαμε», όπως και κάποια άλλα παραδείγματα από αυτά που σας παρέθεσα, έχει και μια ολοφραστική, ας την πούμε έτσι, εκδοχή «λέπι», σκέτον. Αν το «λέπι δε βγάλαμε» είναι η μάσκα του Bondus Torrens, μας δίνει μόνο την αλήθεια του, θα λέγαμε ότι το «λέπι» είναι η «minimal» εκδοχή αυτής της μάσκας. Και να θυμηθούμε κάτι που μας είπε πριν ο Wittgenstein, η γλώσσα μεταφιέζει τη σκέψη και μάλιστα έτσι, ώστε από την εξωτερική μορφή του ντυσίματος να είναι αδύνατο να συμπεράνουμε τη μορφή της δημένης σκέψης. Το «λέπι», θα λέγαμε, είναι ένα γλωσσικό βλήμα, που εξαπολίωμε εναντίον του κόσμου, εξαπολίωμε εναντίον των ερωτώντον με γόμους ή από τη λογική. Ένα βήμα, όμως, και αυτό έχει αξία, να παρατηρήσουμε, που θα έχανε τη δραστικότητά του αν επιμέναμε να το αναλύσουμε. Δηλαδή, εις αν ανταπέζει, βγάζαμε τον πυροκροτητή, απλώναμε τον παρούτι, κτλ. Ουσιαστικά, θα το αφοπλίζανε αυτόν τον τρόπο. Ο Wittgenstein είναι μαζί μας σε αυτή την παρατήρηση. Φιλοσοφικές έρευνες 60, μας λέει. Υπόθεσε πως, αντί «φέρε μου τη σκούπα», λες σε κάποιον «φέρε μου το σκουπόψυλο και τη βούρτσα που εφαρμόζει το σκουπόψυλο». Μήπως η απάντηση δεν θα είναι «θες τη σκουπά» και γιατί το λες αυτόν τον σου παράξενε. Και λίγο παρακάτω, Φιλοσοφικές έρευνες 63, ο Wittgenstein, λόγω χάρης σκεφτόμαστε. Λείπει η ανάλυση σε όποιον έχει μοναχά τη μη αναλυμένη μορφή. Αλλά όποιος ξέρει την αναλυμένη μορφή, αυτός θα έχει όλα. Αλλά μήπως δεν μπορώ να πω ότι σε αυτή την περίπτωση χάνεται μια άποψη του πράγματος. Τι λοιπόν χάσαμε εμείς όταν, με την ανάλυση που πετύχαμε μέσω του μόδου Stolen, τα είχαμε όλα, για να χρησιμοποιήσει την έκθεση του παραθέματος, τη μεταμφίεση χάσαμε. Η μεταμφίεση δεν πρέπει να χαθεί. Αλλά για να μιλήσουμε καθαρότερα, το υποκείμενο της μεταμφίεσης δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας. Τον άνθρωπο, τον άνθρωπο που πισμώνει, τα βάζει με την τύχη του, βρίζει, αγανακτεί, παραπονιέται, λέπιδε βγάλαμε. Ή, αλλιώς, τον άνθρωπο που αισθάνεται, δίπλα στον λογικό άνθρωπο, που μέχρι τώρα μας απασχόλησε μέσω του μόδου Stolen. Διαβάζουμε στο Νίτσα. Υπάρχουν εποχές όπου ο λογικός άνθρωπος και ο διαισθητικός άνθρωπος βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο ένας φοβούμενος στη διέστηση, ο άλλος χλευάζοντας τη λογική αφαίρεση. Ο τελευταίος, τόσο παράλογος, όσο ακαλέσθητος και ο πρώτος. Αυτό μας λέει ο Νίτσε και ξέρει ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο συνάντησης των δύο ανθρώπων του, του ανθρώπου που αισθάνεται και του λογικού ανθρώπου. Πρόκειται ακριβώς για το αριστούργημα της προσποίησης. Θα σας δώσω τη συνέχεια του παραθέματος, είναι κάπως έτσι μεγάλη, αλλά νομίζω αξίζει την προσοχή σας. Και οι δύο άνθρωποι, λέει ο Νίτσε, επιθυμούν να εξουσιάσουν τη ζωή. Ο λογικός, καθώς γνωρίζει να αντιμετωπίζει τις σοβαρότερες ανάγκες με την πρόνοια, την ευθυία και την κανονικότητα, ο διαισθητικός ως υπερεύθυμος ήρωας, καθώς παραβλέπει τις ανάγκες αυτές και δεν εκλαμβάνει ως πραγματική παρά μόνο τη ζωή που έγινε με την προσποίηση, επίφαση και ωραιότητα. Όπου, όπως λόγου χάρης, στην αρχαιότερη Ελλάδα... Ο Νίτσε ήταν και εξαιρετικός φιλόλογος. Όπου, όπως λόγου χάρης, στην αρχαιότερη Ελλάδα, ο διαισθητικός άνθρωπος οδηγεί τα όπλα του στη μάχη διαιότερα και πιο νικηφόρα από τον αντίπαλό του, από τον λογικό άνθρωπο, που υπερισχύει, λοιπόν, η αισθητική, εκεί μπορεί στην ευνοϊκότερη περίπτωση να διαμορφωθεί ένας πολιτισμός και να εδραιωθεί η κυριαρχία της τέχνης πάνω στη ζωή, εκείνη η προσποίηση, εκείνη η απάρνηση της ένδυας, εκείνη η λαμπρότητα των μεταφορικών αποπτυών και γενικά εκείνη η αμεσότητα της απάτης συμμετεύει όλες τις εκδηλώσεις μιας τέτοιας ζωής. Μήτε το σπίτι, μήτε το βήμα, μήτε η ενδυμασία, μήτε και οι πύλη μιστάμνα προδίδουν προς τα επινόησαι η ένδυα. Όλα μοιάζουν ως αν να ήθελαν να εκφράσουν μια εξαίσθη ευτυχία, μια Ολύμπια εθριότητα και τρόπον τεινά ένα παιχνίδισμα με τη σοβαρότητα. Βλέπετε ένα αγγείο στην προθήκενός μουσείου και ούτε πάει το μυαλό σας στη πρακτική του χρήση. Ποια ανάγκη η γέννηση αυτή τη μορφή. Συνεχίζω. Ενώ ο άνθρωπος που διευθύνεται από έννοιες και λογικές αφαιρέσεις αποτρέπει μ' αυτές μόνο τη δυστυχία χωρίς να αποσπά από τις λεγικές αφαιρέσεις την ευτυχία του, ο διαισθητικός άνθρωπος στο μέσον ενός πολιτισμού καρπούται ήδη από τις διαισθήσεις του εκτός από την αποτροπή του δεινού να συνεχώσει σιζραίουσα φωτεινότητα, εθριότητα, λύτρωση. Βέβαια, πάσχει πιο σφοδρά όταν πάσχει. Υποφέρει μάλιστα πιο συχνά, γιατί δεν μαθαίνει από την εμπειρία και πέφτει πάντα στον ίδιο λάκο που έπεσε κάποτε. Στον πόνο τότε είναι το ίδιο παράλογος όπως και στην ευτυχία. Κραυγάζει και παρηγοριά δεν έχει. Πόσο διαφορετικός είναι υπό την αυτή ατυχία ο στοϊκός, ο άνθρωπος που διδάσκεται από την εμπειρία, ο άνθρωπος που ασκεί αυτοπιθαρχία δια των ενιών, αυτός που συνήθως δεν επιζητά παρά ειλικρίνεια, αλήθεια, ελευθερία από απάντες και προστασία απογοητευτικούς ευθνιδιασμούς, παρουσιάζει τώρα στη δυστυχία, όπως και ο άλλος στην ευτυχία, το αριστούριχμα της προσποίησης. Στο πρόσωπο του δεν διακρίνεται σύσπαση και κινητικότητα, αλλά φερείς μια μάσκα με αξιοπρεπή συμμετρία χαρακτηριστικών. Δεν καραβγάζει ούτε καν τον τόνο της φωνής του αλλάζει. Όταν ξεσπάει πάνω του μία γερή νεροποντή, τυλίγεται στο πανωφόρι του και απομακρύνεται με βήματα αργά. Μια εκπλητική εικόνα. Να αποστάσω κάποια σημεία από το παράθεμα. Μοιάζουν σαν παιχνίδισμα με τη σοβαρότητα, προσποίηση, αμεσότητα της σαπάτης, της άδειον σαπάτης. Ο νους, μας λέει η Ιονίτσε, ετούτος ο πρωτομάστορας της προσποίησης παραμένει ελεύθερος και απαλλαγμένος από τις άλλες δουλικές υπηρεσίες του όσο μπορεί να εξαπατά χωρίς να βλάπτει. Τότε γιορτάζε τις κρονιάδες ημέρες του. Να μην περάσετε να παρατήρητε ότι και ο δικός μας ομιλητής, ουσιαστικά, με το Λέπι ή το Λέπι δεν βγάλαμε, έβαζε τη λογική να απαντάει αντί γι' αυτό. Δηλαδή, η τυπική του απάντηση, βγάλατε ψάρια, δεν βγάλαμε ψάρια, είναι στη θέση του συμπεράσματος του μόντου στόλας. Κάτι που έχει τις εγγυήσεις της λογικής. Και, στην αλήθεια της, η λογική τη χρειώνεται. Όχι ο ομιλητής με όλες τις αδυναμίες του. Αν βγάλουμε ψάρια, βγάζουμε τουλάχιστον λέπι. Μης δεν βγάλαμε λέπι, άρα δεν βγάλαμε ψάρια. Ο ομιλητής είπε δεν βγάλαμε λέπι. Δεν είπε το συμπέρασμα, αυτό το λέει η λογική. Και ικανοποιεί τους ερωτώντας με την τυπική απάντηση. Τώρα, ο ομιλητής θα συνηθίζει αυτά τα κορπάκια. Επισημότερα, τα λέμε στρατηγικές του ομιλητή, τον ακούμε... Εκείνη τη στιγμή που λες, ή τότε που λες, σηκώνομαι, τον πλησιάζω και του λέω με αυστηρό ύφος. Αυτό το που λες, τι είναι? Αυτός λέει, δεν λέει η ακροάτρια του. Δείτε μια προσποίηση, ένα κόρπο, εμπλοκής της ακροάτριας, βάζει τα λόγια του στο δικό της στόμα. Όπως ο ομιλητής μας έβαλε την απάντησή του στο στόμα της λογικής. Χωρίς εκείνο το τότε, σηκώνομαι, τον πλησιάζω και του λέω. Αυτές οι ενασωτικές περιγραφές τι σχέση μπορούν να έχουν με μια παρελθοντική χρονική αναφορά αυτή που στηρίζει το τότε. Μια, θα λέγαμε, εφάνταστη, παιγνιώδης παραμόρφωση. Παραμόρφωση. Φέρτε στο νου σας ένα ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο επιθετικός έχει την μπάλα στα πόδια του. Η τυπική του υποχρέωση και η δική μας τυπική προσδοκία, τουλάχιστον των οπαδών της ομάδας στην οποία νίκει, είναι να κατευθεθεί με επιτυχία στα αντίπαλα δίχτυα. Αυτός όμως δεν το κάνει. Για να μην μπαίνει στο τείχος του αμυντικού που ορθάνονται μπροστά του, πάει μια αριστερά, πάει μια δεξιά, μπορεί να γυρίσει και προς τα πίσω. Παραμορφώνει την τυπική κίνηση προς τα δίχτυα. Και εμείς το διασκεδάζουμε αυτό, χαιρόμαστε την τέχνη του, τη φαντασία του και το χειροκροτούμε. Τι είναι όλα αυτά? Κατηγνώμουν παραμορφώσεις που μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε το οικείο μέσα στο μη οικείο. Αυτό που ξέρουμε ήδη μέσα σε αυτό που δεν ξέρουμε ή δεν ξέρουμε ακόμα. Να δούμε κάτι σαν κάτι άλλο. Να δούμε την κίνηση του επιθετικού προς τα πίσω σαν κίνηση προς τα μπρος. Το οικείο, λοιπόν, μέσα στο μη οικείο. Υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση του παιχνιδιού με τη γνώση. Φέρτε στο μυαλό σας, θα σας το κάνω κιόλας, το παιδικό τζα. Στα παιδάκια κάνουμε τζα και τελένονται. Δεν μποράζονται έτσι να μας βλέπουν να το επαναλαμβάνουν. Το κάνουν και εκείνα. Τι είναι αυτό η αναγνώριση μιας οικείας μορφής πίσω από κάτι μη οικείο, τις κλειστές παλάνες, που προς τη μην την έκαναν να είναι μη οικεία. Αυτό δεν το καταλάβουμε, το ζήτημα της οικειότητας, αν δούμε κάποιον ξένο, σε ένα παιδάκι, να πηγαίνει και να κάνει τζα, το παιδάκι, αν δεν εκπλαγεί, μπορεί να βάλει και τα κλάματα. Πάντως σίγουρα δεν θα διασκεδάσει, δεν θα γελάσει. Ο Πανταχού Παρόντ Βιτγενστάιν είναι και εδώ. Να σας παραθέσω μια παρένθεση από τις Φιλοσοφικές Αέρευνες 282. Παρένθεση, πραγματικά. Λέει, όταν τα παιδιά παίζουν το τρένο, το παιχνίδι τους εξαρτάται από τη γνώση που έχουν για τα πραγματικά τρένα. Θα ήταν όμως δυνατό τα παιδιά μιας φυλής, που δεν έχει ιδέα για τρένα, να έχουν μάθει το παιχνίδι από άλλους και να το παίζουν χωρίς να ξέρουν πώς, παίζοντάς το μιμούνται κάτι άλλο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι για αυτά τα παιδιά το παιχνίδι δεν έχει το ίδιο νόημα που έχει για εμάς. Επαναλαμβάνω, το παιχνίδι, κατά τον Wittgenstein, τουλάχιστον έχει νόημα όταν απηχεί δεδομένη γνώση. Και, για να περάσουμε στη δική μας γλώσσα των νέων, λεγόμενη γλώσσα των νέων, τι έχουμε εκεί, παραμονωφωτικές παραλλαγές πάνω σε ένα γνωστό θέμα, που είναι η ελληνική, σε όλες τα επίπεδα. Την ξέρω. Και παίζουν μαζί της. Ο καλυτερότερος, ψηλοτερότερος, αργοτερότερα και όλα αυτά. Είναι παιχνίδι. Παιχνίδι πάνω στη γνώση της παραγωγικής κατάλεξης στο συγκεκριτικό βαθμό. Θα πούμε ένα παράδειγμα. Η ανανέωση της άρνησης, επίσης. Ένα διαγροσικό και διαχρονικό φαινόμενο. Είναι ένα λογικό παιχνίδι, που μας καλεί διαχρονικά και διαγροσικά να δούμε την άρνηση σαν. Να δούμε το οικείο μέσα στο μη οικείο. Να δούμε την οικία, την εκάστοτε οικία εμπειρία του ελαχής του μέσα στο μη οικείο. Στην υπόθεση εμφανική άρνηση. Τι είναι η εμφανική άρνηση, τι είναι η έμφαση στην άρνηση. Δεν είναι κάτι απτό αυτό, εύκολο να το προσπελάσεις. Το ξεκλειδώνει μια οικία εμπειρία αυτό το μη οικείο. Αυτό γινόταν και στα δικά μας εμφανικά παραδείγματα. Μια εμπειρία του ελαχής του, κάθε φορά, καλούνταν να παίξει το ρόλο αυτού του κλειδιού. Είπα διαχρονική. Και στη προηγούμενη συνάντηση, νομίζω, είχε ακουστεί, το αρνητικό μόριο άρνησης κρίσεως στα αρχαία Ελληνικά ήταν το ου, ουκ. Με ένα επιδοτικό δε γινόταν ένα ουδέ. Με το εν δίπλα ουδέ εν ούτε και ένα ουδέν. Και από αυτό το ουδέν, κάποια στιγμή, φτάσαμε στο δικό μας δεν, στα νησιά ακόμη λιγότερο εν. Που είναι ουσιαστικά αυτός ο μηχανισμός του ελαχής του. Εδώ, πάρω μέσα σε μια έκφραση που είναι ελάχιστη, θα λέγαμε, με τη μαθηματική έννοια. Τι είναι το ένα, το τελευταίο πριν από το μηδέ. Και διαγκλωσική, πάλι ένα παράδειγμα, δεν θα θα δώσω άλλα, το γαλλικό πα. Στα προφορικά γαλλικά ανέλαβε το ρόλο της άρνησης, ενώ ήταν μια έκφραση του ελαχήσου. Και χρησιμοποιήσαμε και εμείς ένα από τα δικά μας παράδειγμα, τα βήμα δεν έριξε. Και τα λέπιψα, τα λέπιψα, και τα λέπιψηχοί, κανείς, ποτέ, πουθενά, καθόλου, όλα αυτά είναι εσκατολογικές εκφράσεις που ακριβώς μας επιτρέπουν μέσω του οικείου να περάσουμε στην αναγνώριση του μη οικείου. Να αναγνωρίσουμε την εφατική άρνηση και να την χαρούμε. Σαν μια λογική τρύπη, ο μιλτήρ μας δεν πήγε κατευθείαν στο «δεν βγάλαμε ψάρια», για να θυμηθούμε εκείνη την ανάλυση του μόντου στόλαντς. Λέπι δεν βγάλαμε, υπολόγιζε σε μια αυτονόητη συνεπαγωγική πρόταση. Αν βγάζουμε ψάρια, βγάζουμε ένα τουλάχιστον λέπι, θα λέγαμε πληροφοριακή της αξία είναι μηδενική. Ευχαριστώ πολύ, το ξέρω. Δεν μας μαθαίνει τίποτε αυτή η συνεπαγωγική πρόταση. Είναι εκεί ούτως ή άλλως. Και ακριβώς ενεργοποιείται για να κάνει αυτόν τον συνδυασμό. Εάν πει τότε Q, όχι Q, άρα έχει πει. Τώρα, αν θέλετε, υπάρχει και μια γλωσσική μαρτυρία για αυτή την τρίπλα του ομιλητή, αυτό το «καν», που έχουμε στην αρχή του «κανείς». Μπορούμε να το έχουμε και ελεύθερο να κυκλοφορεί. «Δε γυρίσε καν να με δει». Σου μίλησε ο Γιάννης, σε χαιρέτησε ο Γιάννης, σε φίλησε ο Γιάννης, «δε γυρίσε καν να με δει». Αυτό το «καν». Τι είναι αυτό το «καν», γιατί οι μολόγοι μας λένε ότι είναι μια σύμπτυξη του «καιάν». Και τι δουλειά έχει ένα «καιάν», ένα παραχωρητικό «καιάν» εδώ. Είναι μέρος στρατηγικής. Ουσιαστικά στενογραφεί τη στρατηγική του ομιλητή αυτό το «καν». Ο ομιλητής μας τι κάνει. Επικαλείται το ελάχιστο για να προκαλέσει τη συνέχεια που τον ενδιαφέρει με εκείνη την εμφανική δραστικότητα. Και εδώ το «καν» ουσιαστικά είναι συμφωνής, θέλεις, ξέρω εγώ να σου κάνω το χαρτίρι να δούμε το ελάχιστο, αν βγάλαμε τουλάχιστον ένα «λέπι», αυτό έχω να σου πω, «λέπι» δεν βγάλαμε. Και όλα τα άλλα θα αναλαμβάνει λογική. Παραχώρηση είναι μια συνομιλιακή παραχώρηση. Καταγραμμένη στη γλώσσα. Καμιά φορά και όταν λείπει είναι εκεί. Δηλαδή η πρόταση «ένας δεν φάνηκε» μπορεί να σημαίνει όλοι ήρθαν εκτός από έναν, αλλά μπορεί να σημαίνει και κανέναν δεν φάνηκε. Το «καν» είναι χωρίς να είναι εκεί. Στην περίπτωση που το «καν» είναι εκεί, χωρίς να είναι εκεί, το «ένας δεν φάνηκε», ίσον «κανένας δεν φάνηκε», καταλαβαίνετε ποιο είναι το υπόβαθρο, ποια είναι η σκιά που ρίχνει αυτή η εκφορά. Είναι ο μόνος στόλεν σε πλήρη ανάπτυξη. Αν έρχονταν ο Πέτρος, ο Γιάννης που περιμέναμε να έρθουν, θα έρχονταν τουλάχιστον ένας. Άρα δεν ήρθε ο Πέτρος, ο Γιάννης που περιμέναμε. Που είναι ο Πέτρος, πού είναι ο Γιάννης, πού είναι όλοι αυτοί, είναι μέσα στον κόσμο της συζήτησης. Είναι μεγάλο λάθος να απομονώνουμε κάτι και να το συζητάμε. Τα πάντα έχουν τη θέση τους μέσα σε μια συνέχεια, έχουν συμφραζόμενοι. Αυτήν άλλωστε και η σύσταση του Βιντεκενστάιν βασική, μέσα στη χρήση. Θα αναγνωρίζουμε τη γλώσσα, όχι έξω από αυτήν. Τώρα, αν θέλετε κι άλλα παραδείγματα αναγνώρισης του οικείου μέσα στο μη οικείο, θα σας δώσω. Γιατί άραγε μας προκαλεί θετικά συναισθήματα η αναγνώριση της αγαπημένης μας ενυπιακή ηλικία στη παλιά φωτογραφία ενός οικογενειακού της album, του μπαμπά κορδωμένου ανάμεσα σε συμμαθητές και συμμαθήτρες στα σκαλάκια του σχολείου τους για την αναμυστική φωτογραφία της Τρίτης Δημοτικού, αυτής ή της άλλης ένθετης φιγούρας σε ένα σφικτικά κατοικημένο χαρακτικό του ΕΣΕΡ, των χιλιών της μαμάς, των νεογέννητων αγοράκη της, μιας μελωδίας του Μάνου Χατζιδάκη στο τελευταίο τέταρτο των τριμπουλασιών του Rene Aubry, ενός εγκομείου της Μεγάλης Εβδομάδας στις Ευνησμένες Σωλοκλειάνο Παραλλαγές του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, ακρόασης, παραλείψω κάποια, των διακειμενικών σχέσεων σε ένα λογοτεχνικό έργο, του Modus Tollen στα λογικά χαρακτηριστικά της ενεπαγωγής, ο Modus Tollen σωσιαστικά είναι ένα σχόλιο, μάνω, στο λογικό ορισμό της ενεπαγωγής, δεν έχω καιρό να τα δούμε, μιας μεγαλύστηκης έκφρασης στα δέξια λογάκια ενός δύχρονου, των οικείων δομών της κίνησης στη μεταφορική έκφραση του μη οικείου χρόνου, πλησιάζουν τα Χριστογενία να πέρασαν το Πάσχα όλα αυτά, του παλιού μας αναγνωστικού του Δημοτικού στην προθήκη ενός Βιβλιοπωλίου, δεκαετίας μετά την αρχική του έκδοση, της γνωστής μας λέξης μπύρα, στη νεόκοπη παραμορφωμένη σε εισαγωγικά εκδοχή, μπυρώνη που έχει θέση στην κυκλοφορία του ευρετικού και διαγλωσσικών νομισματοκοπείου της γλώσσας των νέων, του δικού μας χαρακτήρα στις σκέψεις και τις πράξεις των άλλων, όταν εξειδίον κρίνουμε τα αλλότρια, γι' αυτό και ίσως επιμένουμε να το κάνουμε, αγγλώσσουμε το οικείο μέσα στο μη οικείο, του ίδιου μας του εαυτού όταν στον τυβάνι της ψυχανάδησης οικιοποιούμαστε μια επτασφράγηση στην πτυχή του εαυτού μας, γιατί θα λέγαμε μόλις έχουμε πάρει μέρος σε ένα δημιουργικό παιχνίδι με ευτυχή κερδισμένη έκβαση. Ξεχωρίσαμε και αρκούσε γι' αυτό ένα στιγμή ο κλικ κάποιες φορές, ξεχωρίσαμε το οικείο μέσα στο μη οικείο, διακρίναμε τις διασυνδέσεις, αναθήκαμε σε μια μορφική συνάφια με όλες τις συναισθηματικές δονίσεις αυτής της αναγωγής. Είδαμε κάτι σαν, όπως θα μας έλεγε ο Βιντιγκενστάιν. Και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο. Για την ακρίβεια είναι κάτι που κάναμε ανέκαθεν σαν άτομα αλλά και σαν ανθρώπινο γένος. Κάτι που, σε ένα τουλάχιστο βαθμό, μας έκανε αυτό που είμαστε σαν άτομα και σαν ανθρώπινο γένος. Για να σας δώσω και ένα παράθυμα από την ψυχαναλήτρια Μάριον Μίλνερ, παράθυμα το φύλος τον Γουίνικοτ. Μεταφράζω, οι στιγμές κατά τις οποίες ο αυθεντικός ποιητής που κρύβουμε μέσα μας, δημιούργησε τον έξω κόσμο για μας. Με το να ανακαλύπτει το οικείο μέσα στο μη οικείο, έχουν ίσως συζυγμονηθεί από τους πιο πολλούς ανθρώπους ή αλλιώς φυλάσσονται σε κάποιο μυστικό μέρος της μνήμης τους επειδή έμοιαζαν τόσο με επισκέψεις των θεών ώστε να μην επιτρέπεται να ανακατευτούν με τις σκέψεις της καθημερινότητας. Ξεκινήσαμε από το που της λογικής. Κοίταξε τη γλωσσική πρακτική, τη λογική, εκεί θα τη δεις. Και φτάσαμε να μιλάμε για τον άνθρωπο που ψάχνει το οικείο μέσα στο μη οικείο. Φτάσαμε να μιλάμε για το υποκείμενο του Βίτκεν Σταϊνικού «Βλέπω σαν». Ξεσρατήσαμε άραγε. Καθόλου. Οδηγηθήκαμε πίσω ακριβώς το θέμα μας. Τα όρια της γλώσσας μου, εμφανικό, στην έκδοση του «Ρακτάτους», σημαίνουν τα όρια του κόσμου. Να σας πω τώρα, και έχω την άνεση γιατί προηγήθηκε όλη αυτή η προετοιμασία, ότι το ειδικό βάρος αυτής της ζήσης βρίσκεται σε εκείνο το «μου», στη γενική κτητική. Φυμάστε, ξεκινήσαμε με το «Ρακτάτους» 5-6-1, «Η λογική γεμίζει τον κόσμο, τα όρια του κόσμου είναι και δικά της όρια». Τα μπορούσαμε από τότε να είχαμε ρωτήσει και τα όρια του κόσμου. Απέφυγα να το κάνω, ασχοληθήκαμε τα όρια της λογικής, μόνο και μόνο για να περάσουμε μέσα από τον διαισθητικό άνθρωπο για να χρησιμοποιήσω την περιγραφή του Νίτσε. Τώρα, νομίζω, είμαστε σε μια καλύτερη θέση για να πούμε και τα όρια της λογικής και να καταλάβουμε τον Wittgenstein. Ε, συγγνώμη, και τα όρια του κόσμου. 5-6-3, «Είμαι ο κόσμος μου, ο μικρόκοσμος». Αυτός ο κόσμος με ορίζει σαν μεταφυσικό, σαν σκεπτόμενο, σαν παραστατικό υποκείμενο, σαν φορέα συνείδησης, θα λέγαμε. Και με αυτή την έννοια, 5-6-3-2, το υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο, αλλά είναι ένα όριο του κόσμου. Και η διευκρίνηση, 5-6-3-1, το παραστατικό σκεφτόμενο υποκείμενο δεν υπάρχει. Αν έγραφα ένα βιβλίο «Ο κόσμος όπως τον βρήκα», συνεχίζει ο Wittgenstein, θα είχα να μιλήσω εκεί για το σώμα μου και να πω ποια μέλη υπόκεινται στη θέλησή μου και ποια όχι και λοιπά πολλά. Πράγμα που είναι δηλαδή μια μέθοδος να απομονώνει κανείς το υποκείμενο ή μάλλον να δείχνει πως από μια σημαντική άποψη δεν υπάρχει υποκείμενο. Μόνο γι' αυτό το υποκείμενο δηλαδή, το μεταφυσικό υποκείμενο, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος στο βιβλίο αυτό. 5-6-3-3, που μέσα στον κόσμο μπορεί να βρεθεί ένα μεταφυσικό υποκείμενο? Θα μου πείτε πως εδώ συμβαίνει ακριβώς όπως και με το μάτι και το οπτικό πεδίο. Αλλά το μάτι πραγματικά δεν το βλέπεις. Και τίποτε στο οπτικό πεδίο δεν αφήνει να συμπεράνουμε πως το βλέπει το μάτι. Το μάτι βλέπει την εικόνα, αλλά δεν βλέπει τον εαυτό του μέσα στην εικόνα. 5-6-3-4. Αυτό σχετίζεται με το πως κανένα μέρος στις εμπειρίες μας δεν είναι και απριών. Ο περίφημος ολιψισμός του Wittgenstein. Όλα όσα βλέπουμε θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά. Όλα όσα γενικά μπορούμε να περιγράψουμε θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά. Δεν υπάρχει καμιά τάξη απριόριστα πράγματα. Σε ευθεία σύγκρουση με το δείγμα εκείνο της παρερμηνείας που σας έδωσα στην αρχή παραθέτωσαν Νανόπουλο και Μπαμπινιότη. Και 5-6, τα όρια της γλώσσας μου που σημαίνουν τα όρια του κόσμου, το θέμα μας. Τα όρια της γλώσσας μου δεν καθορίζουν ποια θα είναι κατά περίπτωση τα όρια του κόσμου απλώς δείχνουν πως ο κόσμος μου έχει για όριο εμένα το σκεπτόμενο, το παραστατικό υποκείμενο. Θυμηθείτε τον Wittgenstein, το υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο, αλλά είναι ένα όριο του κόσμου. Δείχνουμε λόγια ακριβώς πως ο κόσμος είναι ο κόσμος μου και όχι πως είναι, ποιος είναι, πόσο μεγάλος είναι, πόσο μικρός είναι, πώς θα γίνει μεγαλύτερος και όλα αυτά. 5-6-2, πως ο κόσμος είναι ο κόσμος μου αυτό φανερώνεται στο πως τα όρια της γλώσσας, της γλώσσας που μόνος εγώ καταλαβαίνω σημαίνουν τα όρια του κόσμου. Τώρα, αυτή η μακροσκοπική οπτική του κόσμου μου που φανερώνει η γλώσσα που μόνος εγώ καταλαβαίνω για να είμαι το τελευταίο παράθυμα θα γίνει μερικές δεκαετίες αργότερα στις φιλοσοφικές έρευνες, ομολογιεύτηκαν μετά το θάνατο του Wittgenstein, μικροσκοπική. Στις φιλοσοφικές έρευνες ο κόσμος μου θα θρηματιστεί σε επιμέρους πρακτικές δραστηριότητες, σε μορφές ζωής ή με έναν ειδικό Wittgenstein ειδικό όρο που τα περιλαμβάνει όλα αυτά, ο κόσμος μου θα μεταχειματιστεί σε γλωσσικά παιχνίδια. Παράγροφος 7 των φιλοσοφικών ερευνών. Θα ονομάσω επίσης γλωσσικό παιχνίδι το σύνολο που αποτελείται από τη γλώσσα και τις δραστηριότητες με τις οποίες είναι συνηφασμένη. 23. Εδώ η έκδραση γλωσσικό παιχνίδι έχει προορισμό να τονίσει ότι να μιλάμε μία γλώσσα που είναι μέρος μιας δραστηριότητας ή μιας μορφής ζωής. Και μας δίνει τα παραδείγματά του. Με ανοιχτό τον κατάλογο. Εξέτασε την πολλαπλότητα των γλωσσικών παιχνιδιών στα παρακάτω παραδείγματα και σε άλλα ακόμα. Προστάζω και ενεργώ σύμφωνα με την προσταγή. Λόγος και πράξεις ταυτόχρονα. Περιγράφω ένα αντικείμενο με βάση την ώψη της διαστάσεις του. Κατασκευάζω ένα αντικείμενο με βάση την ώψη της διαστάσεις του. Παρουσιάζω τα αποτελέσματα ενός πειράματος με πίνακες και διαγράμματα. Επινοώ μια ιστορία και τη διαβάζω. Παίζω θέατρο, τραγουδώ στο χορό, μαντεύω ενοίγματα, κάνω έναν αστείο και το διηγούμε. Λύω ένα πρόβλημα πρακτικής αριθμητικής. Μεταφράζω από μια γλώσσα σε άλλη. Ζητώ, ευχαριστώ, βρίζω, χαιρετώ, προσεύχομαι. Και μια παρατήρηση που έχει ένα στοιχείο αυτό αναφοράς. Είναι ενδιαφέρον, συνεχίζει ο Wittgenstein, να συγκρίνει κανείς την πολλαπλότητα των εργαλείων της γλώσσας και των τρόπων χρήσης τους, την πολλαπλότητα των ειδών λέξεων και προτάσεων με αυτά που είπαν σχετικά με τη δομή της γλώσσας εκείνοι που ασχολούνται με τη λογική, ακόμα και ο συγγραφέας της λογικοφιλοσοφικής τραγματείας. Να φέρετε στον εαυτό και του κάνει κριτική. Τώρα, η εισαγωγή της έννοιας γλωσσικό παιχνίδι μας πάει πολύ μακριά. Σημειώνει ο Αριστίδης Μπαλτάς. Ναι, είναι ο σημερινός υπουργός παιδίες. Στο κείμενο του Wittgenstein και το Απριόρι της Γλώσσας στο ντόμο Γλώσσα και Νόηση, σελίδα 133. Σε αντίθεση μας λέει, με ότι προσπάθησε να δείξει ο Τρακτάτους για το Απριόρι της Γλώσσας, δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να κοίται στη βάση στο υπόβαθο όρων των γλωσσικών παιχνιδιών. Κάτι που να τα χαρακτηρίζει όλα από κοινού ως ακριβώς γλωσσικά. Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε πιο κάτω από την εκάστοτε μορφή ζωής. Δεν διατίθεται άλλο βάθος να σκάψουν. Πριν από τη μορφή ζωής δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε. Εν αρχή, είναι οι πράξεις. Η πράξη ως ζωή, η πράξη ως μορφή ζωής. Δεν διατίθεται άλλο βάθος να σκάψουμε, λέει ο Μπαλτάς. Και ακούσετε το ίδιο πράγμα από Wittgenstein, Φιλοσοφιές έραινος 654. Το λάθος μας είναι πως ψάχνουμε μια εξήγηση εκεί όπου θα έπρεπε να βλέπουμε αυτό το γεγονός σαν πρωτοφαινόμενο. Εκεί δηλαδή που θα έπρεπε να είχαμε πει, παίζεται αυτό το γλωσσικό παιχνίδι full stop. Αρνείται λοιπόν να θέσει το ζήτημα ο φιλόσοφος. Ουσιαστικά, επαναμβάνοντας τον παλιότερο Wittgenstein, τον κατηγορηματικό Wittgenstein του Τρακτάτους, τι μας έλεγε εκεί, δεν υπάρχει καν το ερώτημα ποιο είναι το αίσθημα του κόσμου ως συνολου μεωρία. Το έσβηνε εκεί. Αυτό το ερώτημα μας εξηγούσε, έχει ένα ελάττωμα, του λείπει μια βασική προϋπόθεση. Ποια είναι η έλπση του? Την απάντηση που του αναλογεί, δεν μπορούμε να την εκφράσουμε με λόγια. Και 6.5 στο Τρακτάτους, σε μια απάντηση που δεν μπορεί κανείς να την εκφράσει με λόγια, ούτε την ερώτηση δεν μπορεί κανείς να την εκφράσει με λόγια. Το ένιγμα δεν υπάρχει. Και ακολουθούσαν και οι διευκρινήσεις του 6.5.1, γιατί η αφιβολία μπορεί να υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχει ερώτηση. Εράτηση μόνο εκεί που υπάρχει απάντηση και μόνο εκεί που μπορεί να λέγεται κάτι. 6.5.2, αισθανόμαστε πως ακόμα και αν δοθούν απαντήσεις σε όλες τις δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις, τα προβλήματα της ζωής μας δεν θα τα έχουμε καν αγγίξει. Φυσικά τότε δεν μένει πια καμία ερώτηση και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση, κατά λίγη. 6.5.2.1, τη λύση του προβλήματος της ζωής, δεν βλέπει κανείς στον εξαφανισμό του προβλήματος της ζωής. Σε ένα γράμμα του στον Φίκερ, για το σκοπό του τρακτάτους, μας παραδεί την πληροφορία ο Παύλος Χρυστοδουλίδη στο Περιεδικό Λευκαλίων 9.24, λέει ο Βινκενστάιν, το νόημα του έργου του τρακτάτους είναι ηθικό. Το έργο αποτελείται από δύο μέρη. Το ένα που παρουσίασα εδώ και από όλα τα άλλα που δεν έγραψε και το σπουδαιότερο από τα δύο είναι ακριβώς το δεύτερο. Το βιβλίο μου χαράζει όρια στη σφαίρα του ηθικού από μέσα και έχω την πεποίθηση πως μόνο έτσι χαράζονται αυτά τα όρια. Για αυτό το από μέσα που δείχνει, θα λέγαμε, αποφατικά το ηθικό, χωρίς να το περιλαμβάνει, μας μιλά και στο τέλος του τρακτάτους 6.4.1, μέσα στον κόσμο δεν υπάρχει καμιά αξία και αν υπήρχε δεν θα έχει καμία αξία. Αν υπάρχει μια αξία που να έχει αξία, πρέπει να βρίσκεται έξω από όλα όσα συμβαίνουν και έχουν έτσι. Γιατί όλα όσα συμβαίνουν και έχουν έτσι είναι συμπτωματικά. Αυτό που τα κάνει να μην είναι συμπτωματικά, δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στον κόσμο, γιατί τότε θα ήταν και αυτό συμπτωματικό. Πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο. 6.4.2, για αυτό προτάσεις της ηθικής δεν μπορούν να υπάρχουν. Όταν τη διακρίνουμε φανερώνεται δεν λέγει. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ηθικές αξίες, βέβαια που απορρέουν από κάτι ανώτερο. Κατά το σχόλιο του ζήσιμου Λορεντζάτου, ο κόσμος για τον Βιντεκενστάιν έχει νόημα. Ζιν χρησιμοποιεί το ουσιαστικό Βιντεκενστάιν εδώ ο Λορεντζάτος. Έχει νόημα λοιπόν και υπερβατική ή μεταφυσική ρίζα. Δεν υπήρξε ριζωμένος όπως η Μέδουσα πάνω στο μηδέν. Το ανώτερο υπάρχει. Μόνο που, για να επιστρέψουμε στο Βιντεκενστάιν 6.4.3.2, το πώς είναι ο κόσμος είναι εντελώς αδιάφορο για το πώς θα ορίσουμε το ανώτερο. Ο Θεός δεν αποκαλύψεται μέσα στον κόσμο. 6.4.3.2.1, τα γεγονότα ανήκουν όλα μόνο στο πρόβλημα, όχι στη λύση. 5.4.4, το μυστικό στοιχείο δεν είναι πώς είναι ο κόσμος, αλλά πώς είναι. Το ότι είναι. Και το ότι ο κόσμος είναι, δηλαδή το αίσθημα του κόσμου συνολου με όρια, δεν μπορεί καν να τεθεί ως ζητούμενο. 6.5.2.2, χωρίς άλλο υπάρχει αυτό που δεν λέγεται με λόγια. Είναι αυτό που δείχνεται, το μυστικό στοιχείο. Εξού και η περίφημη οδηγία της ακροταλεύττιας παραγράφω και τελευταία σειρούλα του τρακτάτους. 7. Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι' αυτά πρέπει να σοπένει. Να που έχει θέση η σιωπή, όχι εκεί που την έβαζε το παράθυμο στους άνθρωπους στην αρχή, εκείνο το δείγμα παρέμινιας, το επιστημότερο όπως το χαρακτήρισα. Εκείνο έλεγε ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα γύρω μας και όσο η γλώσσα μας είναι φτωχή, τόσο φτωχός είναι και ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να σκεφτούμε και να μιλήσουμε για αυτή. Με άλλα λόγια, υπάρχουν κομμάτια της πραγματικότητας απροσπέλαστα για μας. Είμαστε μουνγκοί γι' αυτά. Εκείνη είναι η σιωπή, σύμφωνα με την παρέμινια. Καμία σχέση, που λένε οι κυναίοι μας. Τώρα, σε αυτή τη διαπίστοση που ακούσατε στο τέλος, για όσα τη σιωπής, δεν πρέπει να αισθάνεται μόνος ο μεγάλος φιλόσοφος, γιατί στην ακροτελεύτια επίσης παράγραφο του βιβλίου του «Άνθρωπος και το παιχνίδι», ο πρωτότευος τίτλος είναι «Homo Ludens» 1938, ο λαμπρόστοχαστής και ιστορικός Γιώγανκου Ιζίνγκα σχεδόν τον παραφράζει το «Wittgenstein» παραθέτω, «όποτε ζαλιζόμαστε από τις ακατάπαυσες περιπλανήσεις και τα στριφογυρίσματα της σκέψης μπροστά στα ερωτήματα τι είναι παιχνίδι, τι είναι σοβαρό, θα βρίσκουμε το σταθερό με το σημείο που μας αρνείται η λογική για άλλη μια φορά να το βρίσκουμε στη σφαίρα της ηθικής. Το παιχνίδι βρίσκεται εκτός της ηθικής, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Αλλά όταν πρέπει να αποφασίσουμε αν μια πράξη προς την οποία μας σωθεί η βούλησή μας είναι σοβαρό καθήκον ή είναι θεμητή ως παιχνίδι, το κριτήριο γι' αυτό μας το παρέχει η ηθική μας συνείδηση. Από τη στιγμή που η αλήθεια και η δικαιοσύνη, η συμπόνια και η συγγνώμη συμμετέχουν στην απόφασή μας να εργήσουμε προς αυτήν ή εκείνη την κατεύθυνση, το εναγώνιο ερώτημα μας χάνει κάθε νόημα. Μια σταγόνα συμπόνιας είναι αρκετή για να υψώσει της πράξης μας πάνω από διανοητικές διακρίσεις. Πηγάζοντας πράγματι από μια πίστευτη δικαιοσύνη και στη θεία χάρη, η συνείδηση, η οποία είναι η ηθική επίγνωση, θα καλύπτει πάντα με μια διαρκή σηγή το ερώτημα που μας διαφεύγει και μας ξεγελάει ως το τέλος. Μια σταγόνα συμπόνιας, λοιπόν, είναι αρκετή για να υψώσει της πράξης μας πάνω από διανοητικές διακρίσεις. Πηγαίνοντας τέσσερις δεκαετίας προς τα πίσω θα συναντηθούμε με έναν άλλον μεγάλο στοχαστή άνθρωπο της επιστήμης, τον πραγματιστή φιλόσοφο, λογικό και μαθηματικό Charles Sanders Peirce. Μας λέει, ο Peirce έδωσε διαλέξεις για το κοινό, διαφορετικά δεν είναι εύκολα προς πελάσιμος, διαλέξεις που και για την οικονομική του ενίσχεση είχαν και κάποιο αντίτιμο, 25 cents έδιναν οι άνθρωποι για να μπουν στο ακροατήριό του. Στο διάστημα 10 Φεβρουαρίου με 7 Μαρτύριου του 1898. Στον Κέμπριτς της Μασαχουσέτης ακριβώς. Είπε λοιπόν στο ακροατήριό του. Το λογίζεστε είναι τριών ειδών. Το πρώτο έχει αναγκαίο, necessary χαρακτήρα, αλλά και την ίδια στιγμή παραδέχεται πολύ απλά ότι παρέχει πληροφόρηση που αφορά μόνο την ουσία των υποθέσεων που κάνουμε. Αν αυτό, τότε εκείνο. Αν αυτό. Δηλώνοντας παράλληλα με έμφαση ότι αν θέλουμε να μάθουμε κάτι παραπάνω θα πρέπει να απευθυνθούμε αλλού. Το δεύτερο είδος βασίζεται σε πιθανότητες, probabilities. Και οι μόνες περιπτώσεις τις οποίες καμώνεται πως το αναλογεί κάποια αξία είναι εκεί όπου έχουμε, όπως με το ασφαλιστήριο μιας ασφαλιστικής εταιρείας, μια χωρίς τελειωμό παράθεση ασήμαντων κινδύνων. Όταν διακυβεύεται κάτι που έχει ζωτικό ενδιαφέρον, τότε μας λέει εξεκάθαρα, μη ρωτάς εμένα. Το τρίτο είδος του λογίζεστε αναλαμβάνει να κάνει ότι και το φυσικό φως, η lume naturale, που οδήγησε τα βήματα του Γαλιλαίου, είναι στην κυριολεξία μια έκκληση στο ένστικτο. Έτσι ο λόγος ρίζων, παρά τα στολίδια που τυπικά φορά η εχμή προς την τυπική λογική, σε κρίσιμες περιστάσεις ζητά γονιπετίς τη συνδρομή του ενστίκτου. Υπάρχει μια παράγραφη που είχε διαγράψει, έτσι μας εξηγεί ο εκδότης. Πολύ αργότερα εκδόθηκαν, σε δεκαετή του 90, τα κείμενα αυτά βρέθηκαν εκεί στη Δηλειοθήκη του Χάρβερτ. Όπως μας εξηγεί λοιπόν ο εκδότης, υπάρχει μια παράγραφη που αποφάσισε να βγάλει ο Πίρς για να κερδίσει χρόνο, μας λέει ο εκδότης. Πάντως είναι μια διαγραμμένη παράγραφος, ίσως την κάνει να φαίνεται ακόμα πιο εξομολογητική, είστε στην παραθέτου και αυτή. Απεθύνεται και πάλι στο κοινό του, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω εσάς και όχι τον εαυτό μου διάλεξα να σας απεθυνθώ παίρνοντας θέση πάνω σε θέματα ζωτικής σημασίας. Κανένα άλλο αντικείμενο δε θα μπορούσε να μου προκαλέσει μεγαλύτερη αμυχανία, γιατί δεν γνωρίζω τίποτα σχετικά με ζωτικά ζητήματα. Όλα όσα πιστεύω πως γνωρίζω έχουν να κάνουν πράγματα που μπορούν να ελπίζω να αποδειχθούν δευτερεύουσα σημασίας. Όσο για τα θέματα ζωτικής σημασίας, δεν έχω να σας εμπνεύσω τίποτε άλλο πέρα από αισθήματα. Όντως είμαι ένας αισθηματίας σε ό,τι αφορά τον θεωρητικό μου προσανατορισμό. Σεντιμένταλις την θεωρη λέει. Αλλά μέσα από την εκπαίδευση που πήρα κατέληξε να μην γίνει ο ίδιος τίποτε περισσότερο από άνθρωπος της επιστήμης. Και είμαι εντελώς έξω από το αντικείμενό μου όταν μιλώ για πράγματα ζωτικής σημασίας. Τι γίνεται εδώ? Ουσία της ψυχής, ζητήματα ζωτικής σημασίας, πράξη, αισθήματα, ένστικτο από τη μια και από την άλλη, επιφάνεια της ψυχής, ζητήματα δευτερεύουσα σημασίας, ελάσσονα πρακτικά ζητήματα, λογικές προτάσεις, υποθέσεις, ή να εφανερώσει τι αποδίδει ο Peirce το εν αρχή. Και αν θέλετε να κάνουμε ένα άλμα και να έρθουμε στα χρόνια μας, εξειδικεύοντας το σχετικό ερώτημα, ποια ήρθε πρώτη η βιολογία ή η λογική, what came first, biology or logic, οι νευροπιστήμανες Γέρατ Ένδρλμαν και Τζούλιο Τονόνι αποφαίνονται ό,τι τους παραθέτω. Αυτό το παράθυμα έχει ενδιαφέρον, γιατί μας πηγαίνει και στην τρίτη συνάντηση τον κ. Κυριακίδη για την αφορά στη βιολογία. Οι υποθέσεις που πηγάζουν από τη φυσική και τη θεωρία της εξέλιξης δίνουν λαβή για τη διατύπωση σαφών ισχυρισμών σχετικά με το τι έρχεται πρώτο και τι μετά. Πολλά λόγια μας αναγκάζουν να εξετάσουμε τι προηγείται από ιστορική πραγματολογική και οντολογική άποψη και τι έπεται σαν επακόλουθο. Η λογική, επιπαραδείγματι, είναι μια δραστηριότητα μεγάλης ισχύος και οξύτητας διακρίσεων. Αν όμως είναι ορθή η υπόθεση για την εξέλιξη, την ακούσαμε τον κ. Κυριακίδη, μπορούμε να συναγάγουμε ότι οι διεργασίες της λογικής δεν απαραίτησαν για την απόκτηση συνείδησης. Ή δεν απαραίτητοι για την ανάπτυξη των σωματικών και εγκεφαλικών χαρακτηριστικών των ζώων, όπως είναι προφανώς για την κατασκευή και τη λειτουργία αξιοποίηση ενός υπολογιστή. Η ανάπτυξη των ανώτερων λειτουργιών του εγκεφάλου από την άλλη μεριά βασίστηκε στη φυσική επιλογή ή σε άλλους μηχανισμούς της εξέλιξης. Επιπλέον, κάποιες αρχές επιλογής, ομόλογες με τις αρχές της εξέλιξης, αφοραμόζονται στις διεργασίες των επιμέρους ανθρώπινων εγκεφάλων, διεργασίες που λαμβάνουν χώρα πολύ πριν αρχίσουν αυτοί να λειτουργούν κατά τις επιταγές της λογικής. Ο τεχνικός όρος, κρατήστε το αυτό, για αυτή την άποψη είναι επιλεκτισμός σε λέξονισμα. Για να συνοψήσουμε τη θέση μας, ο επιλεκτισμός προηγείται της λογικής. Αυτά μας τα λένε στην Ανατολή της Διατηρήδας μας, το 2000. Και επανέρχονται, αφού έχει σε μεγάλο βαθμό προχωρήσει η τεχνική τους εξέταση, με την ακόλουθη αξιολόγηση. Σαφώς, αν η εξέλιξη του εγκεφάλου οκλούτησε μια τέτοια διαδρομή, θέτοντας τη βιολογική βάση για την τελική ανακάλυψη και τελειοποίηση των λογικών συστημάτων στο πλαίσιο των ανθρώπινων πολιτισμών, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι με την έννοια της δημιουργικής παραγωγής η επιλογή είναι πιο ισχυρή από τη λογική. Στην επιλογή φυσική και σωματική οφείλουμε ακριβώς τις προϋποθέες για την ανάπτυξη της λόσας και της μεταφοράς. Η επιλογή και όχι η λογική είναι που υποστηρίζει την ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε αφυρημένους τύπους και να σκεφτόμαστε με όλους μεταφοράς. Η σκέψη λοιπόν είναι σε τελική ανάλυση βασισμένη στις σωματικές μας διεπιδράσεις και τη σωματική μας δομή. Λίγο πριν από το τέλος του εβλίου τους, μιλώντας για συστήματα αξιών, επιχειρούν να διεσδίσουν στα ανεξαρρεύρητα βάθη αυτής της επιλογής. Ποιο εβλίο είναι αυτόν? A universe of consciousness. How matter becomes imagination. Τώρα να σας πω ότι μπέρδεψα το τελευταίο μου φιγαράκι, θα με πιστέψετε. Είναι εκεί. Ωραία, ευχαριστώ. Σαφώς αν η εξέλιξη του εγκεφάλου ακολούνται σε μια τέτοια διαδρομή, σαν αυτή που έχουν περιγράψει ρωγμένους στο εβλίο τους, δεν είναι αρκετική, αναφορικά πάντοτε με την επιλογή, τέτοντας τη βιολογική βάση για την τελική ανακάλυψη και τη λιωπίηση των λογικών συστημάτων στον πλαίσιο των ανθρώπινων πολιτισμών. Το είδαμε αυτό, έτσι? Ναι, ναι, ωραία. Η ενσωμάτωση συστημάτων αξιών, το τελευταίο παράθεμα, πάω να σας κουράζω με αυτά, κλείνω την σημερινή παρουσίαση. Η ενσωμάτωση συστημάτων αξιών που θα περιόριζαν με τρόπο αναπόδραστο της διεργασίας του εγκεφάλου ως επιλεκτικού συστήματος συνδέει την άποψη μιας βιολογικά προσγιορισμένης επιστημολογίας με την άποψη ότι τα συναισθήματα είναι θεμελιώδη όσον αφορά τις απαρχές της συνειδητής σκέψης αλλά και την ανάπτυξη της έφεσης για συνειδητή σκέψη. Κατά τη διατύπωση του Σπινόζα, που φαντάζομαι την έκανε με βαριά καρδιά λόγω των δικόντων αντιλήψεων, κατά τη διατύπωση του Σπινόζα, τα συναισθήματα μπορεί να αντιπροσωπεύουν την ανθρώπινη υποταγή αλλά παρά το θεμενικό παράδοξο, θεωρούμε πιθανό να είναι πράγματι τα συναισθήματα αυτό που τελικά εξώθησε τον άνθρωπο να δημιουργήσει το μεγαλειώδες οικοδόμημα της σκέψης. Τα συστήματα αξιών και τα συναισθήματα είναι ουσιώδη σε ό,τι αφορά τις επιλεκτικές διεργασίες του εγκεφάλου που υποστηρίζουν τη συνείδηση. Πάνω σε αυτά τα συστήματα και τη τροποποίησή τους μέσω της διαδικασίας της μάθησης αναμένεται να ρίξει φως ένα σημαντικό ζήτημα, τη θέση της αξίας μέσα σε ένα κόσμο γεγονότων. Αυτά. Ευχαριστούμε θερμά το Γιάννη για την εισήγησή του και πιστεύω ότι μπορούμε να ξανιχτούμε στη συζήτηση. Αυτός που θέλει να καταθέσει την γνώμη και να ρωτήσει θα μπορούσε να πάρει και το μικρόφωνο ώστε αυτό που θα υποθεί να το καταγράψουμε στο βίντεο. Ευχαριστούμε. Το δικό μου το ερώτημα για την ψυχολογία θέτει πολύ σοβαρά προβλήματα σε σχέση με τη γλώσσα και σχετικά με τη σκέψη, δηλαδή στον βαθμό δεν κεστάει ότι τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου του. Κι εσύ δεν είναι, αν καταλαβαίνω καλά. Όχι ακριβώς είναι, σημαίνουν. Να αποφύγουμε την ταύτηση, από εκεί ξεκινάει η παρεξή. Σημαίνει ότι μια περίοδος που οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι εις το βαθμό που η γλώσσα δεν είχε εξενιχθεί με το ανθρώπινο, το οποίο βλέπουμε σήμερα, ή όπως το βλέπουμε και στάνει στην εποχή του, τότε σημαίνει ότι ο κόσμος... Τι έσυμπνε για αυτούς τους ανθρώπους που βρισκότανε στην περίοδο της εξέλιξης, όπου το γλωσσικό όργανο δεν ήτανε τόσο κουλεμμένο, ούτε τόσο άσπρο, που εξελιχτυμένο με την έννοια που έφυγε η ανθρώπη. Γιατί αν πάμε, πότε εμφανίστηκε η γλώσσα. Εδώ υπάρχουν ερωτήματα τα οποία είναι εκτερικολικά δύσκολα να απαντηθούν. Άλλοι λένε, παράδειγμα, ότι πιθανόν 200.000 χιλιάδες χρόνια π.Χ. Άλλοι λένε, επιθανότατα, ας το πούμε, η Νέαντερντα και οι άλλοι της εποχής του 35.000 χιλιάδες χρόνια π.Χ. δεν μπορούσαν να εκφράσουν πολλά πράγματα σε σχέση διότι τα όργανα τους, τα βιολογικά, δεν ήταν εξελιχτυμένα στον παθμό τέτοιο, έτσι ώστε η παραμονή γλώσσας και γενικότερα το σύστημα αυτό το οποίο παράγει, όπως λένε εκείνοι με την γλώσσα, να μην είναι στον παθμό που είναι ευκολμένος. Αν πάρουμε περιόδους όπου η άνθρωπο ήταν άγλωση, αν πάρουμε περιόδους εξελιχτυκές, το κελάκι το οποίο μέχρι την ηλικία των δύο χρόνων είναι επίσης άγλωσσο. Διότι δεν έχει ρίξει στο όργανα αυτό. Ή αν πάρουμε ιδικές ομάδες ανθρώπων οι οποίοι στερούνται αυτό το κοινωνικό σύστημα της ευκολιμίας της γλώσσας, άτομα τα οποία είναι κοφάλαλα παραδείγματος χάρη. Εάν λοιπόν αυτό το αξίωμα κατά κάποιον τρόπο ότι τα όρια της γλώσσας σημαίνουν τα όρια του κόσμου, τότε πρέπει να απαντηθούν ερωτήματα αυτού του τίποτα. Για να θυμίσω επίσης, επειδή θα ξέρεις αυτά τα πράγματα κάποια ώρα, αν πάρουμε τους copy-indians, μια ράτσα, μια φιλή Αμερικανή, αυτό το κλωσσικό του σύστημα δεν έχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Αφού δεν χρησιμοποιούν γλώσσα η οποία αναδηλώνει παρελθονικό χρόνο, αφού δεν έχουν τύπους κλωσσικούς που να δηλώνουν μελλοντικό χρόνο, μελλοντική διάσταση αυτογονών στη συνέχεια η σκέψη, τι συνέχει. Δηλαδή, ξαναμπάνουμε στο πρώτο ερώτημα. Η γλώσσα είναι αυτή η οποία διαμορφώνει η σκέψη ή η σκέψη είναι αυτή η οποία διαμορφώνει στη συνέχεια και τη γλώσσα. Τώρα είδες πολλά πράγματα. Δεν ξέρω αν τα σκυράτησα όλα και σε πόσα θα προλάβω να απαντήσω ή αν έχω να δώσω ικανοποιητικές απαντήσεις. Ο Πιαζέ, ο μεγάλος ψυχολόγος, ήδη στα 1923 έγραψε ένα υπέροχο κλασικό ιστοίο του οποίου παραμένει και σήμερα, η γλώσσα και η σκέψη του παιδιού, το οποίο πραγματικά είναι ένα breakthrough για να θυμηθούμε εμείς και σήμερα της ομσκιανής διατύπωσης, το internal language, η οποία είναι εντελώς διαφορετική από ότι είναι το external language. Ευχαριστώ. Αν πλησιάσω σε αυτά τα στάδια της εξέλιξης του ανθρώπινου γένους μέσω του Wittgenstein, ναι, το μεθοδρογικό εργαλείο του ίστορου Wittgenstein είναι τα γλωσσικά παιχνίδια. Θα λέγει κανείς ότι το αυθεντικό γλωσσικό παιχνίδι για τον Wittgenstein είναι οι λεξίδες που βλέπουμε στα μικρά παιδιά ή οι εκφράσεις ενός πρωτόγωνου λαού. Εκεί θεωρεί ότι είναι παρόντα, έτσι, πιο πολύ, τα γλωσσικά παιχνίδια, στην καθαρότερη μορφή τους. Μας βλέπουμε με την ορωφραστικότητά τους. Είναι μια ομάδα μόνο του, μια λογική ομάδα μόνο του. Έχει κάτι το πρωτόγωνο επάνω του. Δεν υπάρχει η πολυπλοκότητα της γλώσσας. Γενικά ο Wittgenstein έλεγε ότι η πολυπλοκότητα της γλώσσας, όταν αρχίζει να αναλύει τα πράγματα, συγχαίει. Το αυθεντικό γλωσσικό παιχνίδι θα το βρούμε εκεί. Φαντάζομαι ότι από τέτοιου είδους αυθεντικά παιχνίδια ξεκίνησε το πράγμα. Αν με τη βοήθεια των Ευρωπιστημών ή της αμηχανίας του Peirce, του Huizinga, του Wittgenstein, θέλουμε να πάμε ακόμα πιο πίσω, θα βρεθούμε με το συνέσθημα αγκαλιάς. Από εκεί και μετά ξεκινάει το πράγμα και σιγά σιγά φτάνουμε σε γλώσσα, λογική και όλα αυτά. Δεν ξέρω αν συγκράτησα όλα αυτά που είπες και δεν ξέρω σε ποιό βαθμό αυτά που είπα καλύπτουν τα ρωτήματά σου και πολύ περισσότερο θα τα καλύπτουν και σωστά. Να συνεχίσω λίγο πάνω σε παραπλήσω θέμα. Αν σταθούμε σε αυτή την εκτίμηση ότι το υποκείμενο που καταφεύγει στη γλώσσα σημαίνει τα όρια του κόσμου, μπορούμε να θέσουμε το ρώτημα τι υπάρχει πέραν του κόσμου τούτου. Δηλαδή πέραν του κόσμου είναι αυτό που δεν λέγεται, το άριτο, αυτό που δεν εκφράζεται μέσα στη γλώσσα και ίσως είναι το υπερβατικό και είναι και το θείο. Και αν φανταστούμε ότι εδώ έχουμε το κόσμο, εδώ είναι το όριο του κόσμου από άλλη μεριά, είναι αυτό που δεν μπορούμε για να μιλήσουμε κι άρα ο άνθρωπος είναι τόπος συνάντησης ανάμεσα στο εγκόσμιο και σε αυτό που είναι πέραν του κόσμου τούτου. Ναι, με κάποιον τροφό, όταν μας λέει ότι το μεταφυσικό υποκειμένο είναι έξω από τον κόσμο και την ίδια στιγμή το φυσικό υποκειμένο είναι μέσα στον κόσμο, πράγματι έχουμε ένα σημείο συνάντησης των δύο αυτών ηλικιωδών μεγεθών. Τώρα, για τον Wittgenstein, όσο τουλάχιστον το καταλαβαίνω εγώ, τα όρια γλώσσας, κόσμου και λογικής είναι κοινά. Τώρα, απλώς μέσω των ορίων της γλώσσας μπορεί να φανερωθεί, η γλώσσα είναι ίσως πιο προσπελάσσιμη από εμάς, μέσω των ορίων της γλώσσας μπορεί να φανερωθεί το παραστατικό υποκείμενο, αυτός που είναι έξω από τη γλώσσα. Όπως, ας το πω λίγο έτσι κοντρικά, από μια οπτική εικόνα μπορούμε να συναγάγουμε τη γωνία η οποία μας έδωσε αυτή την οπτική εικόνα. Αν, δηλαδή, έχουμε μια φωτογραφία, μπορούμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις με την προοπτική, με όλα αυτά. Με το μάτι, δηλαδή, που την είδε. Αν αυτό βοηθάει. Μέσα από την εικόνα να συναγάγουμε κάποιες ειδοφορίες που να έχουμε να κάνουμε. Φανερώνει η εικόνα, δεν λέει, ούτε δείχνει, ούτε καταγράφει, αλλά φανερώνει, μιλάει με εισαγωγικά, για τη γωνία κάτω από την οποία λήφθηκε σαν φωτογραφία, σαν εικόνα. Λοιπόν, έτσι και η γλώσσα, στα όρια της, έρχεται να μας φανερώσει το σκεπτόμενο υποκείμενο, το υποκείμενο που εκφράζεται, το υποκείμενο που αισθάνεται, τον φορέα συνείδησης. Αν πάμε να μιλήσουμε, όμως, απευθείας γι' αυτά, έχουμε χάσει το παιχνίδι. Όπως λέει και ο ίδιος, κάτω από το γλωσσικό παιχνίδι δεν υπάρχει τίποτα. Δεν μπορούμε να σκάψουμε παρακάτω. Αν θέλετε να παρακούσουμε το Wittgenstein και να κάνουμε πως σκάβουμε λίγο παρακάτω στο παιχνίδι, το γλωσσικό παιχνιδι, αλλά και γενικότερα στο παιχνίδι, εγώ θα λέγα ότι πάλι θα καταλήξουμε σ' αυτά που λίγο πριν σας ήσθηναν σ' ασυστατικά του παιχνιδιού, το οικείο και το μη οικείο. Τι είναι το παιχνίδι, ουσιαστικά είναι ένας αντιφατικός, θα λέγαμε εισαγωγικά, συνδυασμός του αναμενόμενου, του δεδομένου, του κανονικού, του γνωστού, με το μη αναμενόμενο, το μη δεδομένο, το μη γνωστό. Αυτή είναι η γοητευτική ιδιότητα του παιχνιδιού, να συνθέτει αυτά τα δύο. Μας κάνει δηλαδή να παίρνουμε αποστάσεις, αλλά με ασφάλεια αποστάσεις, από το οικείο, να πηγαίνουμε κάπου αλλού, να βλέπουμε σαν. Αλλά επαναλαμβάνω με κάποιες εγγυήσεις. Και για μένα δύο πράγματα δίνουν αυτές τις εγγυήσεις βασικά. Η μεταφορά και η μετονιμία. Η μεταφορά και η μετονιμία. Η σχέση. Είτε σχέση γυθνίασης, ας την πω με τοπική, είτε άλλη σχέση, ομοιότητας, ξέρω εγώ, που μας κάνει να ανεβόμαστε σε κάτι. Υπάρχει μία αναφορά από τον Βητογραφέντη τον ίδιο, που έλεγε ότι το νόημα του κόσμου δεν είναι μέσα στον κόσμο, ότι είναι έξω από το κόσμο και συνέχιζε ότι ακριβώς αυτό το νόημα της ζωής, το νόημα του κόσμου μπορούμε και να το λέμε Θεό. Συνεχώς, την ώρα που μιλάμε συνεχώς για τη λογική και τη λογική, θα έλεγα ότι βρίσκει τα όρια της λογικής και γνωρίζει τα όρια της λογικής και θέλοντας να πάει ο ίδιος, πέρα ακόμα από τη ίδια τη λογική, πάει και συναντάει το Θείο, το οποίο δεν μπορούμε ίσως να το εκφράσουμε στα πλαίσια της γλώσσας. Φανερώνεται μέσα από όλα όσα μπορούμε να δούμε μέσα στον κόσμο. Επιτρέψτε. Επιτρέψτε να το καταγράφουμε στον κλίμα. Σε εσένα, ο αθροποτάς, όποιας συναντήσει κάποιος, το Θείο έχει νηθεί το πρόβλημα της ζωής. Δεν άκουσα, συγνώμη. Αυτό είναι στο να γύρει το ερώτημα. Αν φαντάζετε ότι συναντώντας το Θείο λύνεται το πρόβλημα. Αν αναρωτιέμαι το τι μπορεί να σημαίνει η έκφραση συναντήση με το Θείο. Γιατί να συμβαίνει κάτι. Υπάρχουν μερικοί που το συναντάνε και είναι σίγουρο ότι δεν μπορούνε για να το εκφράσουν στον άλλο, γιατί είναι μια έντονη προσωπική εμπειρία και σχέση. Το άλλο που ήθελα ακριβώς για να παρατηρήσω... Είναι μια έκφραση στο συνέστημα πάντως. Εντάξει, εκεί πάνω κάτω συμφορεί. Όχι, δεν είναι μόνο συνέστημα. Αν αυτό θέλετε να πει. Όχι, ενώ ότι πρόκειται... Γιατί συχνά ο Θεός χρησιμοποιήθηκε το έστω παραδοσιακά σαν αρχή εξήγησης και μετά καταλάβαμε ότι δεν είναι πρόκειτο περί εξήγησης. Σίγουρα. Πρόκειται για την εμπειρία, την εμπειρία της συνάντησης με το Θείο που δεν ανάγκηται σε γλωσσικές εκφράσεις. Είναι σίγουρο ότι μπορούμε να έχουμε μια εμπειρία που δεν μπορούμε να τη μεταφράσουμε με λόγια και να πούμε στον άλλο ότι αυτή την εμπειρία δεν μεταφράζεται. Είναι ένα συνέστημα ισχυρό, δυνατό, ένας έρωτας, μια αγάπη, το ρωτάς στον άλλο και σου λέει εννιώσα κάτι και δεν μπορώ και να το μεταφράσω με λόγια. Πιθανόν να γράψεις ένα πείημα να μπορέσεις και να το μεταφράσεις. Αλλά η αντίληψη ότι η γλώσσα περιγράφει τα πάντα, μου φαίνεται πως έχουμε συμφωνήσει εδώ ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει ή όχι. Είναι λαθός. Είναι λαθός στο βαθμό που αυτά τα πάντα τοποθετούνται στον κόσμο. Μπορώ να φανταστώ ότι είναι κάτι μέσα στον κόσμο και να λειτουργήσω. Καλή πείωση. Δεν είχατε τον δώδει κάτι για να το αποδώσει. Δηλαδή αυτός ο οποίος το λαβάνεται, κύριε Αθηντιόγη, ίσως δεν έχει την ικανότητα, τη ρωσική ικανότητα, να το αποδώσει πρακτικά. Πρέπει να το αποκοδικοποιήσει. Θέλω να σταθούμε στη λόσα που είπατε και να δώσουμε κάποια λύση μέσα από τη διαλεκτική που είπατε Λέπι. Κάποιος δείχνει με την έκφραση Λέπι, όταν το ρωτάει κάποιος με τη σχέση που δημιουργεί, είναι μια κοινογλωσιακή, κοινογλωσιολογική αναπαράσταση. Δείχνει δηλαδή συχρόνως λογική και συνέστημα που κοιμένει και στον άλλο και στον εαυτό του. Δηλαδή, με την έννοια Λέπι, χρησιμοποιεί έναν ελάχιστο δρόμο που συζεύει την δική του λογική και συναισθηματική νοημοσύνη, αυτό που βίωσε τόσο χρονικό διάστημα για να ψαρέψει και δεν έβγαλε τίποτα στην ερώτηση του όλου μου να το αναπαραστήσει, ουσιαστικά, συναισθηματικά, ως το διόνετ, και λογικά. Αυτό αποδώθηκε με μία απλή εμένα ελάχιστο δρόμο. Πιστεύω δηλαδή από την κουβέντα εδώ που είχαμε, ότι ο ίδιος ο άνθρωπος διαθέτει την λογική και την συναισθηματική νοημοσύνη χωρίς να τα διαχρητοποιούμε και να τα φέρουμε. Αν πω γιατί μέτωπα, να τα ξεχωρίζουμε. Όπως ο Ροβετικέ Στάιν χρησιμοποιεί τα βάη συστέμε, δηλαδή τα αξιωματικά συστήματα και το σύστημα της επιλογής που προσπαθούμε να βρούμε κάθε φορά για να δώσουμε την κυβανικά μοιράσταση με την κλίτνη ταξί της λογικής και της συναισθηματικής νοημοσύνης γιατί πάντα δεν υπάρχει αυτό δίπλα. Δεν υπάρχει δίπλα. Δεν μπορεί να λειτουργήσει η εξέλιξη και η σκέψη σε οποιοδήποτε χρονικό στιγμό τόσο σε μας ως ίδιους όσο και στη μεταξύ μας σχέση. Αυτό λοιπόν το στοιχείο της αλληλεπίδρασης για να φτάσουμε στην ενσυνέστηση των στοιχείων της λογικής και της αλληλεπίδρασης και σε εμάς και ως προς τον άλλο ψάχνει να βρει μέσα από τη γλώσσα τον ελάχιστο δρόμο. Να κάνει τη σύζυγξη. Πάντα θα πάλετε. Δεν μπορεί συγχωρώνως όταν μας λέτε αυτές τις παραστάσεις να τις αποδώσουμε, να τις αποκωδικοποιήσουμε να τις μεταφράσουμε. Να δώσουμε σε λογικό τη συναισθηματική έκφραση. Να διαβάσουμε τις εκφράσεις μέσα απ' τα μάτια μας. Έχει μια διαδικασία με άπειρες ταχύτες μέσα στους δευρώνους των κεφάλων μας. Αυτή η διαδικασία, αυτή η σύμπτωση ελάχιστες φορές επιτυχαίνεται. Ίσως εκεί θα είναι το φύλο. Στον ίδιο τη στιγμή που διαπιστώνεται αυτό το πράγμα. Όταν το διακριτοποιούμε και το αναλύουμε χάνει. Γι' αυτό και ο Βυσάιφ τάνει και λέει τη σιωπή. Εκεί συνανδιέται το οικείο με το ανίκειο. Εκεί συνανδιέται οι έννοιες του Αριστοτέλητια, του Πλάτωνα, του Δημοκριτ, ό,τι θέλετε. Οι σχέσεις του Ουμπερόου με τον Χόρκοτ. Αυτές οι διαστάσεις που υπάρχουν στο μικρό κοσμό και στο μεγάκο κοσμό υπάρχουν στον ίδιο τον άνθρωπο σε κάθε στιγμή. Αν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε περισσότερα τα στοιχεία, η διάσταση της απόδοσης να χάσει, να πλατιάσει και να μην μπορούσουμε να πιάσουμε ακριβώς αυτό που θέλουμε, τον ελάχιστο δρόμο. Το μήκος σχήματος black, τον ελάχιστο χρόνο που δεν το πιάσουμε ποτέ. Δεν μπορούμε να φτάσουμε στην 10 στιγμή του 1943 στον χρόνο ούτε στο μήκος black. Αυτό που υπάρχει μεταξύ της μιας αελεπίδρασης μέσα μας για να αποδοθεί στην έκφραση. Πολύ γνήγορα τα γεγονότα μας ξεπερνάνε. Ίσως ακριβώς εκεί ακριβώς το σημείο της μη έκφρασης, της μη δυνατότητος λογικής απόδοσης και χρονικά και σε έμπρος να μην μπορούμε να το αποδώσουμε. Να μην μπορούμε να είναι αδειλήπτο. Αυτό έχω να πω. Πάνω σε όλη αυτήν την ωραία παρουσία σου που είχατε για να εκτιολογήσω τα σύμβολα και της λογικής και αυτό που είπε ο Βικενστάιν στην πρώη μηλυκέ του για τη σιωπή, για το πάνω. Σύγκλισε αυτόν είναι ο κόσμος. Ευχαριστώ αν μπορούσα να δώσω μια συμπειρωματική κατάσταση σε αυτήν την παρουσία σου μας. Βέβαια να πω ότι για τον Βικενστάιν και μια λογική ανάληση σαν αυτή που σας παρουσίασα εγώ μέσω του Modus Tollens είναι ένα παιχνίδι και δεν έχετε να προσθέσε τίποτα. Δηλαδή, φεύγοντας από εδώ τώρα, εσείς που ακούσατε για τη σχέση που μπορεί να έχει αυτή ας πούμε σκοτεινή πλευρά του λεπιού με τον Modus Tollens δεν θα γίνεται επαρκές χρήστες της λέξης σε αυτά τα συμφραζόμενα. Δεν μάθατε τίποτε παραπάνω. Απλώς, ήσασταν εκεί που ήσασταν. Κάποιοι θέλουν τα 8 αξιώματα, κάποιοι θέλουν τα 9 αξιώματα και δεν μπορούμε να κάνουμε το Βυζέλη και ανάλογα. Αλλά η υποκολογία του αυθαρινάου σπαιδισμού έχει κάποια συγκεκριμένα επαφές στις οποίες πρέπει να εξετάσουμε. Αυτό το πράγμα θα μπορούσαμε να δώσουμε. Νιμονέψουμε σε άλλες πληθυσίες. Υπάρχει για τον διευθάνητο μια πολύ σοβαρή διάκριση ανάμεσα στο Λέγιν και στο Δικνίνε. Υπάρχει και στο κομμάτι που δεν διαβάσετε που αναφέρεται στο ότι αν καταλαβαίνεις αυτά που έκανα πέρατε σκάλα και έφυγες καθόλου. Αυτό όμως είναι τελείως διαφορετική προσέγγιση από τις ποπές ζωές που προσοριάζονται στις ιδιωτικές πληθυσίες. Τελείως διαφορετικός τόπος της δοσοκής και τελείως διαφορετικός τόπος. Μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας λογικός ατομιστής κατά ράβη που δεν έχει σημασία. Αυτά τα κομμάτια τα οποία μιλάνε για το τι μπορεί να υποθέτει και τι μπορεί να λειτουργεί και για ποιο λόγο δεν μπορεί να μιλήσει για τα πιο σημαντικά πράγματα. Έχει σημασία. Αλλά ας μη θεωρήσουμε ότι μπορεί λοιπόν τότε στις χειροσοκητικές έρευνες να μιλήσει για τέτοια πράγματα. Δεν μιλάει, λέει θα λύσω το πρόβλημα θα σταματήσει να υπάρχει και θα σοκησύντριαστη στους γλώσσους. Είναι όμως μπερδέμεντι με το νιάσου και ξεμπερδέμενται με το ίδιο πρόβλημα. Υπάρχει πρόβλημα αυτό είναι. Δεν λύνει το πρόβλημα, αρνείται το πρόβλημα δεν θα το δει το σβήνει. Σβήνει με άλλα λόγια η φιλοσοφία στις έρευνες είναι μια δραστηριότητα θεραπευτική για να σταματήσουμε να μας ταλεπωρεί τα φιλοσοφικά προβλήματα. Και τα γλωσσικά παιχνίδια είναι ένας μηχανισμός ας πούμε το φάρμα κατά κάποιο τρόπο. Και τα γλωσσικά παιχνίδια είναι η μέθοδος της θεραπευτικής αγωγής. Με τελική αναχωρά μπάνω στις φωτές ζωής. Πάντως η σιωπή με κάποιο τρόπο είναι παρούσα και στις έρευνες. Γιατί λέει κάτω από το παιχνίδι δεν υπάρχει τίποτα. Δεν μπορώ να πάω παρακάτω. Σταματά εκεί. Πρέπει να το δούμε σαν πρωτοφαινόμενο. Έχει σημασία πια εκεί πέρα ότι έχουμε διαφορετική θεωρία του μοήματος και η θεωρία του μοήματος είναι χρήση. Και δεν υπάρχει ιδιωτική γλώσσα. Σαφέστα. Πολλά γλώσσες να τα αγορεύουν. Άρα, να σημαίνουμε γλώσσα, μούρου, κόντρος και τ.λ. Όχι, η γλώσσα είναι κυμαστική δραστηριότητα. Συγχαρτικά για χαρά. Συντάξει. Δυστυχώς, ένα μέρος της ομιλίας σας δεν μπορέσε να το παρακολουθήσουμε εδώ όταν ήταν την πόρτα ανοιχτή. Αλλά θα πάρω τη σκητάλια που την άφησε ο κύριος στους ανθρώπους στο σπηλέο. Στους ανθρώπους στο σπηλέο μη έχουμε στοιχεία γλώσσας και λόγου. Αλλά έχουμε τα σχέδια στα σπήλαια. Τα οποία οφανώς δεν έγιναν για να διακοσμίσουν τα σπήλαια. Αν λοιπόν θεωρήσουμε ότι αυτά ή η τέχνη αποτελεί μια γλώσσα, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε πολύ περισσότερο και την έννοια των ορίων αλλά και των υποκειμενικών ορίων. Με τη λογική αυτής, εγώ προσωπικά στους φοιτητές της γλυπτικής, γιατί χρησιμοποιώ αυτή την πάρα πολύ ωραία φράση, το που λέω είναι ότι η γλυπτική είναι μια γλώσσα. Όπως η τέχνη είναι μια γλώσσα. Και οι επιστήμες είναι μια γλώσσα. Και η χημεία είναι μια γλώσσα. Και όλα αυτά τα πράγματα μας δίνουν τη δυνατότητα να επεκτείνουμε τα όρια μας. Δεν ξέρω αν συμφωνείτε με την επέκταση της γλώσσας. Σας ευχαριστώ που κάνατε αυτή την παρατήρηση και μου θυμίσατε κάτι που παρέλυψα να πω κι εγώ. Αν διαβάσουμε με έναν ορισμένο τρόπο τα λεγόμενα αρνητικά χέρια που βρίσκομαι στα τυχόματα των σπηλαίων με δεκάδες χιλιάδες χρόνια ιστορία στην πλάτη τους. Να σας πω ότι ο προστορικός άνθρωπος είχε δύο τρόπους για να παραστήσει το χέρι του. Ο ένας ήταν να το βγάλει μέσα στον χρώμα και να το ακουμπάει στο τύχμα του σπηλαίου. Οπότε έβγαινε ένα άμεσο αποτύπωμα. Ο πιο αφελής, ο πιο απλός τρόπος παράστασης του χεριού. Κοινώς, ανά τον κόσμο, είναι πιαγωγές σήμερα. Τα παιδάκια αυτό κάνουν. Υπήρχε, όμως, και ένας πιο σύνθετος, ένας πολύ προκότερος τρόπος, τι έκανε. Σύμφωνα με νεότερες μαρτυρίες, μάλιστα, μάλλον η κυρία των σπηλαίων και όχι ο κύριος των προστορικών σπηλαίων το έκανε αυτό, μασούσε χρώμα, βάζε την παλάμη καθαρή στο τοίχομα και φυσούσε σε άλλια χρώμα, όλα αυτά, επάνω. Ύστερα έπαιρνε το χέρι και έβγαινε ένα μη σχεδιασμένο χέρι. Αυτό, αν θελήσουμε να το διαβάσουμε με τον τρόπο που του αξίζει, νομίζω, έχει μια σοφία μέσα. Ουσιαστικά, ο πρώτος αφελής τρόπος παρουσίαζε ένα χέρι αφταρικές. Εγώ είμαι κι ανάμε. Μας έδειχαν τον εαυτό του το χέρι. Στην αναπαράσταση όμως, την πιο σοφιστική, το χέρι υποβάλλεται. Το πλαίσιο έρχεται να το αναδείξει χέρι, να το κάνει χέρι. Δεν είναι χέρι από μόνο του. Κάτι άλλο το κάνει να είναι αυτό που είναι. Ενώ πρώτα ήταν μόνο το αυτό που είναι, η αφελής άποψη στις αναπαράστασεις. Στην άλλη, το αρνητικό χέρι γίνεται αυτό που είναι γιατί υπάρχει το περίγραμμα που πριν είχε περάσει απαρατήρητο. Λέγαμε, το χρώμα τελειώνει. Εκείνα τα έχουμε τύχωμα, αδιάφορο. Κι όμως, εκείνο το τύχωμα το αδιάφορο ήταν που έδινε όρια στον έγχρωμο χέρι. Διαφορετικά, όταν δεν χαίρονταν σαν χρώμα και δεν έπλεπαν καν ένα χέρι. Υπάρχει το πλαίσιο, το περίγραμμα, το έγχρωμο, που κάνει το λεγόμενο αρνητικό χέρι να είναι χέρι. Εγώ νομίζω ότι όταν βυθκεστάει, λέει, τα όρια της γώσσας μου δείχνουν τα όρια του κόσμου, όταν λέει πρέπει κάτι δυνατή ρήσιωπη, μιλάει για αυτό το έγχρωμο περίγραμμα που έρχεται να ορίζει το αρνητικό χέρι. Αυτό είναι που δεν βλέπουμε. Εμείς βλέπουμε το χέρι. Ζούμε μες στον κόσμο, βλέπουμε τους ανθρώπους, τις θεραστηριότητές τους, γελάμε, κλαίμε, θυμώνουμε και όλα αυτά. Το άλλο όμως, που κάνει το γελάμε να είναι γελάμε, το κλαίμε να είναι κλαίμε, το θυμώνουμε να είναι θυμώνουμε, είναι αυτό το γύρο-γύρο που δεν το βλέπουμε. Αυτό φανερώνεται μέσα στο χέρι. Όπως και με το χέρι το απλό, το βαμμένο, με την παλάμη φανερωνότανε όρια που δεν τα βλέπαμε. Θα θέλαμε να περιγράψουμε. Ναι, ακριβώς, το περίγραμμα. Αλλά αυτά όμως και στα μαθηματικά ισχύει αυτό. Και στα μαθηματικά ισχύει αυτό. Εάν μια φόρμη να εγκανοποιείται από κάποιες τιμές, τότε αυτή μπορεί να οριστεί μέσω, από όλες τις τιμές που δεν εγκανοποιηθούν τη φόρμη. Και αυτό ακριβώς εγκανοποιήθηκε από αυτές τις τιμές. Άλλη ερώτηση παρατήρηση. Τώρα, αν πάμε και στο... Το περιορίσατε λίγο. Νομίζω ότι στα σπήλαια τα σχέδια είναι καταπληκτικά. Και σίγουρα όλη αυτή η εικονογράφηση είναι μια επικοινωνία. Επειδή περισσότερο μέσα σε προσυνείδητες και ασυνείδητες, δηλαδή δεν είναι συνειδητες. Έχουν αρκετά μεταφυσικά... Μα ακριβώς εδώ είμαστε, όπου αρνείται να μας πάει ο Wittgenstein, σβήνοντας το ζήτημα. Έτσι, εξαφανίζοντας το πρόβλημα. Να δώσουμε λίγο στο σταύρο το μικρόφωνο. Καλησπέρα σας. Ευχαριστούμε πολύ για όσα μας είπατε. Επιτρέψτε μου, δίπλα στο Λέπι, να προσθέσω κάτι που άκουγα από παλιούς Θεσσαλονικής, το τζίφος. Δεν ξέρω την ατιμολογία, ίσως σε μεταγενέστρω. Δεύτερη παρατήρηση είναι εάν αυτό το γλωσσικό παιχνίδι είναι πιο συνηθισμένο στους δύγλωσους ομιλητές. Δηλαδή, όταν έχουμε δύο γλώσσες στο ίδιο σπίτι, περνούμε από τη μία γλώσσα στην άλλη με παιγνιώδη τρόπο. Μεταφράζουμε από γαλλικά στα ελληνικά ή ελληνικά στα γαλλικά. Ναι, τα γλωσσικά παιχνίδια. Μεταφράζω από μία γλώσσα σε μια άλλη γλώσσα. Τρίτο που ήθελα να πω είναι εάν μπορούμε να το συνδέσουμε αυτό με τη δημιουργική γραφή, που είναι πολύ του Συρμού τελευταία, Creative Writing. Δεν ξέρω αυτό μήπως μας δίνει καινούργιες δυνατότητες να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε και πράγματα που μέχρι τώρα δεν τα είχαμε δει τόσο πολύ. Ευχαριστώ. Η δημιουργική γραφή θα πρέπει να ζητούμε, ό,τι φαντάζομαι να έχει, να μας καλέσει να δούμε σαν. Το οικείο να το κάνει μη οικείο. Αυτό που είπε πριν ο Σύμμος για τα μαθηματικά ισχύει τυπικά και στην Ρώσσα. Και γι' αυτό επιμένει ο Φιντιγκενστάιν από την αρχή, ότι θα πρέπει το κάτι να το δούμε μέσα στη χρήση. Ας πούμε το μαλάκας, αν το πω εγώ για κάποιον που στο δρόμο με σκούντιξε, άγνωστο μου, θα είναι βρισκιά. Αν όμως το αφήνω με το ποτήγι, θα είναι μαλάκας. Είναι μια φιλική προσφωνήση. Επομένως το πλαίσιο κάθε φορά που κάνει τη λέξη να είναι αυτό που είναι η ίδια, η λέξη δεν έχει καμία αξία. Όπως και το χέρι, όπως και ο άνθρωπος, το χέρι, το έγχρωμο χέρι, η παλάμη, η απλή εκδοχή, γίνεται χέρι ακριβώς γιατί υπάρχει εκείνο το περίεργαμα του τυχόματος, το άχρωμο, που το κάνει να είναι χέρι. Εκείνο, νομίζω, προσπαθεί να μας στέλνει, χωρίς να μας στέλνει, αυτό προσπαθεί να μας υποβάλλει ο Wittgenstein. Να μην ξεχνάμε ότι ξεκινήσαμε από την αποκατάσταση μιας ζερίσης του, κινηθήκαμε στα όρια της. Αν μου ζητήσατε να βγω πολύ έξω από αυτά, δεν μπορώ και εγώ να το κάνω, γιατί γλωσσολόγομαι, δεν είμαι φιλόσοφος. Ευχαριστούμε πολύ, βρήκα τη διαδρομή πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και ερμηνεία. Μ' άρεσε πάρα πολύ αυτή η παρομοίωση, η μεταφορά, το χέρι με το αποτύπωμα του χεριού, όπου ίσως πρέπει να συμπληρώσουμε ότι, και τώρα φέρνω στο μυαλό μου τα παιδάκια στην Αγγλία και μάλιστα έχουμε πρόσφατα μια φωτογραφία του κάμερων με τον Μπόρις, να παίζουν με τα παιδιά που βάθονται και οι ίδιοι, μπλε, και κάνουν τα χεράκια τους έτσι. Και έχει σημασία, διότι οι ψυχολόγοι τα ξέρουν καλύτερα, εγώ δεν ξέρω από αυτά τα πράγματα βέβαια, αλλά προφανώς το παιδί στην αρχή ορίζεται με τον εαυτό του και προς τον εαυτό του, δηλαδή έχει αυτό τον ορισμό και αποκτά σημασία από αυτό και πολύ αργότερα πάμε στο εμείς, όπου ορίζεται από το εγώ, από το εσένα και το εσύ. Οπότε, στη μία περίπτωση έχουμε τη σημασία έτσι και στη άλλη περίπτωση, και αυτό δείχνει και τον πρώην Μικρικενστάιν με την, εγώ νομίζω, transition, πώς το λέμε, προοδευτική... transition στον, λέτε, Βίργενστάιν, όπου πια πάει, όπως πολύ σωστά υπόθεκε, στην σημασία που δίδεται πια από τα περίχωρα. Έχει και μία περίεργη σχέση και με τον στρακτουραλισμό, φυσικά, δεν έχει καμία σχέση ο δεύτερος Βίργενστάιν με τον στρακτουραλισμό, ούτε ενδεχομένως μελετήθηκε ποτέ, έτσι μελετιέται, αλλά πλέον, όμως, έχει αυτήν τη σχέση. Δηλαδή, όπου εγώ δεν ορίζομαι από το... Να σταθώ μέσα αυτό. Υπάρχει μία υποψία, ίσως και μία ερμηνεία, που λέει ότι αυτό το αποτύπωμα ήταν ένας τρόπος αυτοπαρουσίασης. Επειδή τα χέρια είχαν και το ρόλο που είχαν εκείνες τις εποχές, τώρα έχουν τα μηχανήματα, λιγάκι για μήνα στο περιθώριο τα χέρια, τότε τα χέρια ήταν το πάνθαλα, ήταν ο άνθρωπος. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ερμηνεύονται έτσι, αν είναι ασοστή αυτή η ερμηνεία, τότε έχουμε κάτι εξαγετικά σημαντικό σε αυτήν την δεύτερη αναπαράσταση, την πιο σύνθετη, με το μη σχεδιασμένο χέρι, γιατί είναι σαν να λέει, κοιτάξτε, εγώ δεν είμαι εγώ, είμαι αυτό που όλα τα άλλα δείχνουν ότι είμαι. Μάλλον λόγια, ναι, εμένα το υποκίνομαι, βλέπετε εδώ το φυσικό, να κινούμαι, να κάνω και τα λοιπά, δεν είμαι αυτό που βλέπετε, είμαι αυτό που σας φανερώνω ότι είμαι, μέσω ενός περιγράμματος, που έχει να κάνουμε συνείδηση με όλα αυτά. Και με τη λογική σχέση σας και του Πέρσιου σας, είναι μια και ενέφερες Πέρσιος. Η επόμενη παράδεισή είναι... Κύριε Βελούδη, αν την παρουσίαση της μαθητριάς σας, της κυρίας Χατζουπούλου, με την απείλαυσα... Είναι πνευματική μου εγγονή, δηλαδή η επόπτυλα του δακτωρικού της, θα την κάνω μαθητριά. Οκ. Η δουλειά σας με ενθουσίασε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούμε. Γιατί εσείς οι γλωσσολόγοι, διαχειρίζεστε μια προβληματική πολυπλοκότητα, οπότε σε αυτήν, είτε θα συμφωνούμε διαφωνούντες, είτε θα διαφωνούμε συμφωνούντες. Αλλά σπάνια θα συμφωνούμε συμφωνούντες. Για παράδειγμα, ευχαριστώ πολύ τον κ. Δαρβίνο, που μας έβαλε την ιδέα της εξέλιξης στο μυαλό, αλλά όταν εγώ ως πληροφορικός κάνω γενετικούς αλγορίθμους, ούτε εγώ ούτε καν ένας συνάδελφός μου χρησιμοποιεί τη θεωρία του Δαρβίνου. Τη θεωρούν κάπως απλοϊκή για τα μαθηματικά μοντέλα. Δεν συνεχίζω, όμως αυτό μπορεί να διαφωνούμε συμφωνούντες ή να συμφωνούμε διαφωνούντες. Επίσης, το θεωρώ άκομσο να σας κάνω ρωτήσεις για την επιστήμη μου γιατί σας βοηθάω στο δικό μου γήπεδο. Για αυτό θα προσπαθήσω να εκφραστώ τώρα γλωσσολογικά και θα μου επιτρέψετε το άκομσο της έκφρασης. Δεν είχα τη δική σας ευκαιρία. Θα μου πείτε εσείς με τις ερωτήσεις που θα σας κάνω. Η πρώτη είναι έφθυμη για να, ας πούμε, σπάσει ο πάγος και είναι όμως τραγικό στοιχείο. Να ξεκινήσω από την έφθυμη για να γίνει κατανοητό αυτό που λέω. Ας πούμε εμείς οι τεχνολόγοι, για να περιγράψουμε αυτό εδώ το ρολόι, ένα απλό ρολόι και φθινό μάλιστα, θα θέλαμε 200 σελίδες με υψηλή τεχνολογία, βιοχημία, αυτό έχει μπαταρία μέσα, ηλεκτρονικά, νανοτεχνολογία, πληροφορική, ηλεκτρονικά και πολλά μαθηματικά για να εξηγήσουμε πώς δουλεύει. Όταν, λοιπόν, η γυναίκα μου ρώτησε τι ρολόι πήρες, εγώ της απάντησα γλωσσολογικά, και θέλω να μην το μεταφράσετε, πήρα, το ρολόι είναι ανατολικής προέλευσης, δηλαδή από κάποια χώρα της Ανατολικής Ασίας. Της είπα, λοιπόν, ότι αγόρασα, με δύο λέξεις η γλωσσολογία το έλυσε το θέμα, αγόρασα ένα κινέζικο ρολόι, το οποίο δεν είναι μαϊμού. Αυτό πώς το μεταφράζεται στα Αγγλικά? Αυτή είναι εύθυμη η ερώτηση, να πάμε τώρα στη δύσκολη. Για να μην μιλάω πάλι υποθετικά, να μιλήσω με πραγματικά στοιχεία που βρήκα, γιατί αυτό κάνει η πληροφορική. Δεν οικοδομεί θεωρίες όσο προσπαθεί να αξιοποιεί στην πληροφορία, όπως την κάνουν άλλες επιστήμες. Την επόμενη εβδομάδα λοιπόν, πάμε τώρα στο τραγικό κομμάτι, διαβάστηκε ο Σοφωνίας και στο τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στους κατοίκους αιθιοπίας, θα έλεγε κανείς, άσχετο. Άλλωστε θα μας έλεγε ο κύριος Κοσμήτορας, ότι οι αιθίωπες αναγνωρίστηκαν ως κούς από την Ομοκανονική Επιτροπή του 1985, δηλαδή μετά από καμιά εικοσπενταριά αιώνες, οπότε επιτράπηκε να μεταναστεύσουν στο Ισραήλ. Προς πέντε χρόνια κράτησε το γλωσσολογικό πρόβλημα. Εκεί που πήγαν να κοιμηθώ ήσυχος, πέφτει το μάτι μου στον Προτεστάντη υπομνηματιστή του 19ου αιώνα, ο οποίος ήταν φοβερός. Και λέει, ξέρετε, λέει, στα εβραϊκά, η ρίζα φαλάς, που είναι οι κούς, όπως λέμε τώρα, της αιθιοπίας, είναι οι ίδια, στα εβραϊκά, με τους φιλείς, τους χιλιστέους, δηλαδή τους σημερινούς Παλαιστίνιους. Μην ξεχνάμε, λοιπόν, ότι στις 17 Μαρτίου γίνανε εκλογές, βγήκε η Κοστή Κνεσέτ, η οποία έχει 120 βουλευτές, οι 20 είναι Άραβες, Παλαιστίνοι και Λιππές δυνάμεις, οι άλλοι 100 όμως είναι οι απέναντι όχθοι, από τους οποίους δεν χρειάζεται να πω για τα δεξιά, υπερδεξιά, ορθόδοξα και υπερορθόδοξα κόμματα, αλλά θα σας πω ότι κατά βήλωσή τους οι δουλευτές του κεντρώου κόμματος, η μισή τουλάχιστον, δηλώνουν ότι έχουν μεταπτυχιακό ιδιδακτορικό στο Ταλού, οι δέ κέντρο αριστεροί επισήμως λέγονται Σιονιστική Ένωση. Πάμε τώρα στο ερώτημα. Εκεί λοιπόν από το Σοφωνία γλιτώσαμε και να δούμε την ευγένεια της γλώσσας, να δούμε το βάθος της γλώσσας, τη συγκριτική γλωσσολογία, εγώ δεν είμαι γλωσσολόγος, αλλά αν δεν είχα τον υπολογιστή, θα χρειαζόμουν 6 μήνες για να σας πω αυτό που βρήκα τώρα. Τώρα όμως το βρήκα σε 6 ώρες. Λοιπόν, πάμε μετά στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ζαχαρία. Σύγχρονος νομίζω είναι το Σοφωνία, simple. Και λέει, κατά τη δική μας μετάφραση, στον ένα το νομίζω στίχο, και κατοικήσουσιν αλογενείς ενα ζώτο και καθελό ύβριν αλοφίλων. Πολύ ευγενική η δική μας μετάφραση, όπως θα δείτε. Δηλαδή λέει για αλογενείς και αλοφιλή, που κατά το εβραϊκό κείμενο είναι φιλής, φιλιστέη. Και θυμόμαστε όλοι ότι η άζωτος, η αρχαία άζωτος είναι η σημερινή Άσδοντ. Για όσοι έχουν πάει προς τα εκεί. Για να δούμε τώρα πώς το μετέφρασαν αυτό οι γλωσσολόγοι. Διαβάζω λοιπόν την Ιταλική μετάφραση. Δεν χρειάζεται νομίζω να μεταφράσω τον μπαστάρδι. Διαβάζω King James μετάφραση. Διαβάζω και μια Ισπανική μετάφραση. Ούτε αυτό νομίζω θέλει η μετάφραση. Όταν λοιπόν γλωσσολογικά εδώ 25 αιώνες οι μένα που καλούν τους δε μπάσταρδους. Έτσι που εμείς πολύ ευγενικά στη γλώσσα μας τους αποτελούμε απλώς αλογενείς και αλόφυλους. Τι νομίζετε πως θα γίνει αυτό το καλοκαίρι που έχουν να λύσουνε το πρόβλημα που έχουν να λύσουνε. Ναι, γιατί στην σύγχρονη Αγγλική μετάφραση αντί του King James η μετάφραση να είναι του 1611 έχω και τη μετάφραση τη σύγχρονη στα Αγγλικά η οποία λέει, δεν λέει τη λέξη bastard αλλά λέει τη λέξη mongrel η οποία αν θυμάμαι καλά η λέξη mongrel είναι ο ευγενικός όρος του μπάσταρδου. Ακόμα χειρότερα, mongrel. Ναι, αλλά το mongrel σημαίνει όχι πουτά να συγνώμη γιατί είναι εκφρασιπόρνη. Αυτοί τι ελπίδες έχουν να τα βρούνε μεταξύ τους το καλοκαίρι όταν εδώ και 25 αιώνες έτσι εκφράζονται βροσολογικά ο ένας για τον άλλο. Αυτή η ελπίδες που έχουν να τα βρούνε βροσολογικά ο ένας για τον άλλο. Άρα για να το συνοψήσουμε λίγο ερώτημα είναι αν η γλώσσα μπορεί να βοηθήσει την επίλυση προβλήματος ή αν μπορεί να το χειροτερέψει το πρόβλημα και έχετε τη δυνατότητα να απαντήσετε. Σε φέρνει. Πάθε σε άλλους το πρόβλημα. Ναι, κάθανα. ...κοινωνιοπροσυμβουλική αναπαράσταση, αν πάρουμε το Μοσχοδησί το 1976 ή με αυτόν τον τρόπο δημιουργούμε κάποιες αναπαραστάσεις με τις οποίες προσπαθούμε να μεταφέρουμε μια εικόνα του κόσμου μέσα τις λέξεις, μέσα από τη γλώσσα η οποία δημιουργεί κάποια στενότητα και κάποια σβενότητα που δεν έχει σχέση με το ίδιο αυτό καταλώνει και το αντικείμενο και το υποκείμενο αλλά προβιαθέτει δημιουργούς του πολλά προβλήματα. Αυτό που λένε, θέλω να φτιάξω, μπορώ θέλω να φτιάξω και μπορώ να το κάνω θέλω να το κάνω και μπορώ να το κάνω Νομίζω πως η γλώσσα είναι η απεικόνιση του πράγματος και η απεικόνιση δεν σημαίνει πως είναι το πράγματο ίδιο και ο κοθένας μπορεί να έχει τη δική του την απεικόνιση μέσα από τις δικές του λέξεις ανάμεσα σε αυτό που βλέπει και ανάμεσα σε αυτό που νιώθει και θέλει να εκφράσει με το δικό του τρόπο Πάντως, μια και έγινε μια αναφορά προς την Παλαιά Διαθήκη να μου επιτρέψετε λίγο να πάω προς την Καινή Διαθήκη και να σταθώ στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη Σε εκείνη την συμμερειακή φράση, εν αρχή είναι ο Λόγος όπου ο Λόγος κουβαλά αυτή την πολυσημεία ότι είναι η λέξη, ότι είναι η ομιλία και φυσικά και η λογική Και συναντάμε τη δυσκολία της απόδοσης και του χορείου στις άλλες γλώσσες Στα γαλλικά το Λόγο το μεταφράζουν σαν την ομιλία Στα αγγλικά το μεταφράζουν σαν τη λέξη in the beginning there was the word και αναρωθεί με μια που εμείς μιλάμε τα ελληνικά αν μπορούμε να πάρουμε το όλο βάρος της σημασίας της λέξης ότι είναι η λέξη σε οποίες όμως λέξεις αν τις συνδυάσουμε θα καταλήξουμε στην ομιλία η ομιλία υπάγεται σε κανόνες γραμματικής και σύνταξης και συνεπώς υπάγεται στους κανόνες της λογικής Το άλλο σημαντικό κομμάτι μέσα στη συμμεδιακή αυτή η φράση είναι εκείνο το εναρχή όπου η λέξη αρχή πάλι έχει τις πολλαπλές σημασίες Η αρχή σίγουρα έχει την έννοια του να ξεκινήσω κάτι έχω αρχίσει με αυτό και πάω σε κάτι άλλο Αρχή σημαίνει την εξουσία βλέπουμε για τη δημόσια αρχή και αρχή σιν άμα είναι ο άξονας ή και το θεμέλιο μιας κάποιας ιστορίας Βλέπουμε η αρχή της γενικής ιστορίας της σχετικότητας που το αισθάνει είναι αυτό και αυτό και αυτό Και λέγοντας λοιπόν εν αρχή είναι ο λόγος μας μένει μια αίσθηση ότι δίνουμε μια οντολογική διάσταση στο λόγο σαν το θεμέλιο των πάντων βέβαια αν μιλούσαμε με ένα φυσικό και το ρωτήσαμε τι πιστεύει αυτός σαν το οντολογικό θεμέλιο της ύλης μάλλον θα μιλούσε για τα άτομα εάν μιλούσαμε με μαθηματικό και ειδικά με τον Πεν Ρόζ μάλλον θα έλεγε η έννοια της ιδέας την ίδια απάντηση θα είχαμε από κάποιον που συμπαθεί τον Πλάτωνα πάλι θα έλεγε ότι οντολογική υπόσταση έχει ιδέα Λοιπόν αυτό που θέλω να αναρωτήσω τους φίλους τους γλωσσολόγους είναι η εκφορά του λόγου είναι δυνατόν να αποτελέσει το οντολογικό γεγονός και με την έννοια ότι ύπον και γένετο ότι εκφέρω το λόγο και το γεγονός ότι έχω εκφέρει αυτό το λόγο είναι η ουσία των πάντων και επειδή έχω εκφέρει αυτό το λόγο ακολουθούν τα υπόλοιπα Γιάννης, όμως ο Ρίτερας είπε ότι εσύ κουβέντες η εκφορά έχει ιδιωτονιμία και όταν μιλάς για τον λόγο υποκρύπτεται εκεί το υποκείμενο Για να πω από αυτό που είπες τώρα στο τέλος είπα αυτό και έγινε αν θυμάστε στην παράθεση των παιχνιδιών που μας έδωσε ο Wittgenstein υπήρχε κάτι ανάλογο μάλλον είχαμε αυτόν τον λόγο ζυμωμένο με την πράξη είχαμε μορφή ζωής και λόγου για μένα έχουμε ένα γλωσσικό παιχνίδι και με την έννοια τη Wittgenstein αν θέλετε και γενικότερα να σας δώσω ένα παράθυμο το έψηξα και το βρήκα κατά τη γνώμη του Huizinga ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε και εξακολουθεί να εξελίσσεται ως παιχνίδι είναι μέσα στο παιχνίδι και χαραμένη εκεί σχεδόν με τους κανόνες και το παιχνιδιό τους κανόνες του παιχνιδιού για μένα ο βασικός κανόνας είναι η αναγνώριση του οικείου μέσα στον οικείο εκεί βρίσκεται το κλειδί της εξέλιξης κάθε φορά η παράδοση αυτό που είναι δεδομένο να παντρεύεται με ένα τρόπο που σημαίνει καινοτομία, νεοτερισμό αυτό που θα λέγανε νόβελτι να παντρεύεται όμως με ασφάλεια όχι τρελά και γι' αυτό είπα ότι η μετονιμία και η μεταφορά είναι ένα είδος εγγύησης εξασφάλισης αυτής της σύνδεσης της ασουσιαίης ανάμεσα στο πριν και στο μετά δεν φεύγουμε έτσι αρτζιμπούρτσι και βουλάς φεύγουμε με ένα τρόπο ελεγχόμενο ελεγχόμενο είτε από τη φαντασία οι ομοιότητες και τα λοιπά, η μεταφορά είτε από την εγγύτητα την εγγύτητα που είναι πανταχού παρούσα και στη γλώσσα αλλά να σας διαβάζω αυτό που σας υποσχέθηκα για τον Χουιζίνκα λοιπόν η μόνη δυνατότητα που έχουμε για να βγούμε από την θεληκτική αγκαλιά του παιχνιδιού είναι να στραφούμε προς το απόλυτο ουσιαστικά αυτό λέει και ο Βιτγενστάιν τα γλωσσικά παιχνίδια δεν υπάρχει τίποτα μετά ουσιαστικά πας στο ανώτερο και ένα παράθεμα με μοναδική φαντασία η σκέψη αυτή επανέρχεται στις παρημίες στις παρημίες του Σολομώντα ο Κέος Κοσμή τώρα δεν μας ακούει και νομίζω ότι θα τον ενδιέφερε με μοναδική φαντασία η σκέψη αυτή επανέρχεται στις παρημίες όπου η Σοφία, η Σοφία του Θεού με κεφαλαίο λέει ο Κύριος με κατήχε από την αρχή των οδών του επαναλαμβάνω ο Κύριος με κατήχε από την αρχή των οδών του πριν δημιουργήσε από το μηδέν τα πράγματα υπήρχαν αιώνια και πολλοί προτού να γίνει η γη ήμουν μαζί του όταν δημιουργούσε τα πράγματα και χαιρόμουν κάθε μέρα παίζοντας μπροστά του κάθε στιγμή παίζοντας μέσα στον κόσμο και η χαρές μου, αυτό είναι σημαντικό ήταν που βρισκόμουν μαζί με τα παιδιά των ανθρώπων ο Σκουζίγκα μας εξεγήσει η υποσημείωση ότι υπόψη του έχει εδώ μια μετάφραση του Δουάι, δεν ξέρω αν το αφέρω σωστά που βασίζεται στη Βουλγάτα όχι στην επίσημη εκδοχή της παλιάς διαθήκης και εδώ που έψηξα εγώ στους 70 δεν υπάρχει αναφορά στο παιχνίδι έχει παραλυφθεί αλλά για μένα είναι κάτι εντελώς κρίσιμο δηλαδή αυτό το παιχνίδι το δεδομένο του οικείων να φύγει να αγκαλιάσει, να χορέσει κάτι που δεν είναι οικείο είναι η αρχή των πάντων δεν μπορώ να φανταστώ κάτι άλλο αν θελήσει να μιλήσει κανείς έτσι και με κάποιον θράσος παρακούμε τώρα την εντολή του Βιντγενστάιν να μιλήσει με ένα τρόπο αναλυτικό για το παιχνίδι τελικά το παιχνίδι συνιστά την ελευθερία και τη δικιά μας ότι χάρη στο παιχνίδι μπορούμε να ξαναθιάξουμε τον κόσμο να ξαναμιλήσουμε για τον κόσμο είναι ελευθερία, είναι διασκέδαση μόνο που το ίδιο, όπως μας είπε ο Χουυζίνκας κάτι που ίσως συγκρατήσατε από τα προηγούμενα το παιχνίδι δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό περί τίνως ακριβώς πρόκειται θα μας το δείξει η ηθική συνείδηση αυτή είναι που θα κάνει τη διάκριση υπάρχει άλλη ερώτηση, παρατήρηση, παρέμβαση να ρωτυρώσουμε ίσως αυτή την κουβέντα που είπατε εν αρχή είναι ο λόγος σαν έννοια αλλά σαν ιδέα σχετίζοντας όμως όλη την πρόταση της γέννησης για να καταλάβουμε ότι αν πούμε ότι έχουμε ένα συμπατικό ποιπάν δημιουργείται μια συμπατική οδότητα κάτι δημιουργείται πρέπει να έχουμε μια διάσταση κίνηση μια ελεπίδαση από κάποιο πρέπει να ξεκινήσουμε για να δημιουργήσουμε συνέχεια κύριε την δυμπολική σχέση σ' όλα για να έχουμε ένα δυναμικό πρότυπο όπως ορίζουν οι διάφοροι που ασχολούνται με τα δυναμικά συστήματα στέρμα και λοιπά ας το πάρουμε όλη την πρόταση της γέννησης για να δούμε την κίνηση που δημιουργεί ο λόγος κινείται ο λόγος με μια διαδικασία όχι εξίσωσης μετασχηματισμού στην ουσία μετασχηματισμού που είναι μια ταυτότητα όχι ακριβώς ισότητα εν αρχήν ο λόγος και ο λόγος είναι προς το Θεό δηλαδή κάποια στιγμή πρέπει να δημιουργεί μια κίνηση του λόγου προς μια οντότητα και Θεός είναι ο λόγος για να ξαναγυρίζει πάλι πίσω για να κάνει τον πρώτο κύκλο ενός διπορικού μέσα από το οποίο θα ξεκινήσει ο οποιοδήποτε στιγμό σπίνορχ λέγονται αυτά που λέει ο Πέρος λένε οτιδήποτε άλλες καταστάσεις η σύμπωση καταστάσεων οι οποίες επάγονται της κοινωνίας και τους πολιτισμούς ζητάνε μια συνέχεια μέσα από αυτή λοιπόν τη σχέση εάν δεχτούμε αυτό της γέννησης οτι ο λόγος είναι η αφητερία μια σκήνησης η οποία σπυροειδώς εξελίσσεται μέσα από τις διάφορες ευφαϊλίες είτε από την τέχνη είτε από την γλώσσα ή τίποτε με κάποιες εκφράσεις όσο μπορούμε να τα αναπαραστήσουμε γιατί δεν μπορούμε να είπαμε να συμφέσουμε τη μη διαφορετική στιγμή βαλτικά στοιχεία που είναι ο ίδιος ο άνθρωπος τη λογική με τη συναισθηματική νοημοσύνη το ίδιο όλα αυτό την ίδια χρονική στιγμή ίσως τότε να συνειδητοποιήσουμε τη συνάντηση του Θεού που λέγαμε στα προηγούμενα εκεί τότε πρέπει να δούμε τον ελάχιστον των δρόμων γιατί τότε ψάχνουμε να βρούμε λέξεις που να απογονούνται την πολλή εξέλιξη και την πολλή αίλεια ακόμα και μια σιωπή μια εκφρασία ένα άγγελμα ο Βίτκαν Στάιν λέει εν αρχή είναι οι πράξεις χωρίς να αρνείται την ύπρεξη του λόγου θέλω απλώς η δική του αρχή αυτό όπου μπορεί να φτάνσει ο ίδιος είναι η πράξη όταν κινείται εν αρχή είναι ο λόγος και ο λόγος δεν τον αφήνει εκεί λίγο προς το Θεό δεν μείνει σε μια αγρανή κατάσταση λόγου δεν καθόμαστε να δούμε ότι είναι αυτή η παλιδρόμηση εν αρχή είναι ο λόγος και ο λόγος είναι προς το Θεό και Θεός είναι ο λόγος είναι μια πραγματική μαθηματική σχέση αν το εκφράσω μεταλλογικά με ένας μετασχηματισμός αυτό το πράγμα του Ιησού είναι κάθε στιγμή μέσα μας διαλογιζόμαστε σε κάθε στιγμή πάντως είναι δυνατό να φανταστούμε ότι ο λόγος και η λέξη έχουν αυτή την ένταση και την ενάργεια ώστε για να ταυτίζονται σχεδόν και με την πράξη την ίδια ότι η ξέληξη υπάρχει είναι σίγουρο αλλά είναι δυνατόν αυτή η απέτησή του να είμαι κοντά στο γεγονός να με βοηθήσει σε μένα να βρω την κατάλληλη λέξη που να εκφράζει και το γεγονός και το ίδιο η ερώτηση που έκανα τι σχέση έχει με αυτό δεν μπορούμε συχρόνως να ερμηνεύουμε και να συναισθανόμαστε παράλληλα την ώρα που εκφραζόμαστε να αποδίδουμε και αυτό το συνέστημα που θέλουμε να ακούμε πολλές φορές έχουμε μια αισθέριση στην διαφορά φάσεις μεταξύ του ενός και του άλλου λέει όμως κάπου στον χιλωσοπικό στο οικογένειο του Παϊσμού ότι η πρώτη εντύπωση είναι η αληθινή όταν αρχίζεις και αναλύει σκοπ σκεπτικά ερχόμαι να κρατήσεις σε άδειρες διαδικασίες άκρες εκφράσεις δεν ξέρουμε αυτή τη στιγμή τι προηγεί πιστεύω ότι είμαστε σε ένα σύστημα βαθμού ελευθερίας μικρότερο από τη σύγκριση άνδρυφτο με το πλάτο αλλά με τον Αριστοτέλη και με τον Τινό έχονται αυτά τα πράγματα και αναπαριστούνται το αν προηγείται κάποιο δεύτερο κάνει ένα κύκλο ισορροπίας όπως λέμε ιδρύσκα ανάλυση μέσα από τη θεωρία του μας όχι για να γίνει ένα εκβιλίμπριουμ ένα πόι διπλίμπριουμ αλλά μέσα από τη θεωρία να αναπαραστηθεί σαν ένα σύστημα Wilson για να κάνει ένα κύκλωμα να κάνει ένα δευρύτη δηλαδή καταλάβατε πείτε το προσωλολογικά τι είπε ο κύριος Βελούδης κάποια μαθμή το πράγμα μέσα μας μπορεί να κάνει κύκλους για να κάνει κύκλους βρέπει το σημείο το πόι δηλαδή βλέπει το οπτικό σημείο το θεωρτικό το προβολικό το οποίο είναι μέσα μας αλλά είναι και απ' έξω εάν τους θα δούμε το καθησιανό σύστημα το συνταγμένο που έχει μια σταθερά να πούμε στο προβολικό που έχει εξισώσεις και το ένα βγαίνει μεγευτή αναλογία δεν θα μπορούμε να συσχετίσουμε τα δύο σύστημα άλλο το ένα σύστημα άλλο το άλλο σύστημα σε κάθε θέση ότι είμαστε έχουμε ένα διαφορετικό αν ορίσουμε κάθε φορά το αξιωματικά συστήματα και εκείνη η επιλογή εκεί είναι το δικαίωμα της επιλογής το είπατε το επιλεθικό εκεί λοιπόν σαν αξιωματικός όταν μπαίνει επιλογή έχουμε δυνατότητα να κάνουμε άπειρα πράγματα και το αν μπαίνει πρώτο ή δεύτερο κάτι ίσως εκεί στο σημείο της επιλογής να μην συζητάμε για το πρώτο ή δεύτερο αλλά αυτό που γωνιοποιεί το πρώτο και ξαναγίνεται δεύτερο πάντα υπάρχει η προοπτική της επαλήθευσης δηλαδή αν με κ. Βελούδης πάμε στην κράτη του ίια του Ρεσίδου θα φανεί προφήτης από την επαλήθευση και εγώ το είπατε δεν δίνω τεκάρα Μου έλεγε τη συμπάθεια επειδή προέρχομαι από το χώρο φυσικής καταλαβαίνω τι λέτε αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η γλώσσα είναι πέρα από τη φυσική την ίδια και ότι η γλώσσα της επιστήμης είναι πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ μικρό κομμάτι της γλώσσας της ίδιας Μετά από όλα όσα άκουσα και όχι μόνο αυτά που είπατε εσείς δεν ξέρω αν μπορώ διανοητικά να συγκρατήσω πολλά για να αναφερθώ αλλά λίγο πιο δυνατά για να σας ακούω πιο δυνατά αυτό αφορά την εγγραφή εκεί εμείς σας ακούμε έτσι με τη φυσική ένταση πρέπει να φας φαίνεται άμα το τεστί προς τα πάνω έχει αυτό αφορά μας την εγγραφή στο βίντεο ναι λίγο δυνατά ναι εγώ από αυτά που διαβάσατε καταλάβατε ότι χρησιμοποιήσαμε τη γλώσσα στην ουσία για να κάνουμε ένα ταξίδι να καταλήξουμε σε μια απόδοση νοήματος ή σε μια έλλειψη νοήματος σε κάτι υπερβατικό σε κάτι μεταφυσικό σε κάτι μεγαλύτερο και όλα αυτά που ακούω τόση ώρα και όλα όσα σκέφτηκα και εγώ κατά τη διάρκεια της ομιλίας και μετά νιώθω ότι είναι τελείως περιγραφικά για μένα δεν υπάρχει συνείδηση μέσα μου ή βίωμα για να νιώσω αυτά που είναι οι λέξεις αυτά που θέλουν να δείξουν οι λέξεις αυτά που προσπαθεί να αποδώσει η γλώσσα και αναρωτιέμαι αν μπορούμε μέσα από όλα αυτά που ακούμε μέσα από όλα αυτά που κατανοούμε ή μέσα από τι σημαίνει όρια για μας να βρούμε ένα προσωπικό βίωμα με τον ίδιο τρόπο που το βρήκε ένας κάποιος Wittgenstein ένα προσωπικό τρόπο να προσεγγίσουμε μέσα μας ξεκινώντας μικροσκοπικά σε ένα μακροσκοπικό επίπεδο τι σημαίνει νόημα ή τι σημαίνει υπάρχω ή τι σημαίνει παιχνίδι για μένα μέσα στη διάρκεια μιας μέρας ας πούμε Το παιχνίδι δεν μπορούμε να το δούμε μακροσκοπικά είμαστε υποχρωμένοι να περάσουμε στην ποικιλία αυτό μας λέει ο ίστορος Wittgenstein υπάρχουν μια σειρά γλωσσικά παιχνίδια μπορώ να μιλήσω για είναι αυτές οι περίφημες οικογενειακές ομοιότητες αλλά δεν μπορώ να πω ποιο είναι το παιχνίδι και όταν σας είπα εγώ προηγουμένως ότι με κάποιο τρόπο παραφέρομαι ή ασεβώ προς το Wittgenstein ουσιαστικά αυτό προσπάθησα να κάνω να δω κάτι κοινό που να αφορά τα παιχνίδια και τα γλωσσικά και αυτό ήταν αυτή η αναγνώριση του οικείου μέσα στο μη οικείο ναι αλλά αυτό είναι ήδη κάτι στιγμένο εγώ αύριο όταν ξυπνήσω και αρχίσω να μιλάω ήδη συμμετέχω σε ένα παιχνίδι που κατά ένα μέρος το δημιουργώ εγώ σε εκείνο πως μπορώ να συμμετάσχω ενεργά και να αρχίσω να συνειδητοποιώ γιατί το κάνω, τι δημιουργώ μα ότι το δημιουργείτε δεν είναι συμμετοχή είναι κατεξοχή συμμετοχή να συμφωνήσω λίγο και με την κοπέλα ότι την ώρα που γίνεται να περάσεις το παιχνίδι λείπει μια διάσταση της ηθικής της ηθικής με την ευρύτητη έννοια ότι δεν πρόκειται για ένα σύλλογο από κανόνες κάνε το ένα και μην κάνεις το άλλο αλλά στο τέλος όταν έχεις βάλει ένα κάποιο στόχο να κάνεις κάτι και να το εκφράσεις αυτό με κάποια λόγια ο στόχος αυτός σε παραπέπησε κάτι σε μια ενέργεια την οποία την καταλαβαβαίνεις και την νιώθεις ότι είναι κομμάτι της δράσης σου και το εντάσεις στην ηθική από ό,τι καταλαβαίνω ο ίδιος δεν βάζει καθόλου αυτή τη διάσταση της ηθικής και τονίζει ξανά και ξανά ότι αυτό το πράγμα δεν έχει σχέση με τη γλώσσα είναι έξω και πέρα από τη γλώσσα μας αλλά για εμάς που καταφεύγουμε στη γλώσσα θέλαμε αυτή η γλώσσα να εκφράσει κάτι και όταν μιλάμε και με κάποιον άλλον για να καταλάβει την στόκευση και τη δικιά μας τι θέλουμε να κάνουμε πώς θα το κάνουμε ώστε στο τέλος της γραφής η γλώσσα αυτή να μην είναι το δικό μας το ατομικό παιχνίδι αλλά είναι ένα συλλογικός τόπος ότι μπορούμε να καταχθίσουμε μια κοινή γλώσσα με κάποια συλλογικότητα και χάρη στη συλλογικότητα αυτή να βρούμε το συλλογικό νόημα τι είναι ζωή και τι είναι κόσμος το οποίο λείπει από την προσέγγιση του Wittgenstein θέλαγα μάλιστα ότι ενώ έχουμε κάποιο αρνείται να τη θέσει είναι βαθύτατα η προσέγγιση του δύο λόγια κύριε για να σας σταματήσω ενώ λοιπόν είναι ανήκει στους οξύτατους τους κριτικούς της δυτικής σκέψης μαζί με όλους τους δυτικούς που κλείνουν και τα ρήματα και στο πρώτο πρόσωπο προφανώς έχω στο μυαλό μου τον Descartes κέπτομαι άρα υπάρχω εγώ σκέφτομαι εγώ υπάρχω και στο Wittgenstein συναντάμε η γλώσσα μου και ο κόσμος μου και πουθενά δεν φαίνεται η γλώσσα σε ένας κοινός τόπος ότι χάρη στην γλώσσα εγώ μπορώ να έρθω στην επαφή με τον άλλο να συγκροτήσω την εταιρότητα και συνεπώς να φτιάξω την εκκλησία ή μια κάποια συλλογικότητα και χάρη λοιπόν στην γλώσσα να κατακτήσω και να προσπαθήσω να βρω το συλλογικό το νόημα είναι μια μοναχική άσκηση που χαρακτηρίζει το σύνολο της δυτικής σκέψης και την οποία φαίνεται πως και ο Wittgenstein δεν μπόρεσε να ξεφύγει παρόλο που έχει αυτή την κριτική προσέγγιση σε κάθε τύπο που είναι δυτικό άρχισε στο τέλος και έγινε δάσκαλος όχι απλώς στο τέλος πήγε και κάμασα στην δική του βιογραφία ότι είχε ψάξει για να γίνει μοναχός τώρα που είχε να γίνει μοναχός δεν ξέρω αν πήγαινε για Άγιο Όρος αλλά κάπου ένιωσε το άδειέξοδο της δυτικής σκέψης Πάντως, ναι Υπάρχει και η φράση που λέει το υποκείμενο είναι το όριο του κόσμου Συνήθως αυτό γράφεται από ένα λάθος από τον 20ο αιώνα όπου στράφησε στο χώρο της τέχνης το υποκείμενο αυτά που θα κάνει το δικό του έργο χρειάζεται να ανήκει ούτε καν σε κίνημα Αν δούμε δηλαδή την ιστορία της τέχνης ξεκινάμε από μεγάλες παραδόσεις μεγάλες κοινωνίες περνάμε στο μοντελισμό και στα κίνηματα για να περάσουμε μετά στους μετάμοντέρους και όπου πια ο κάθε καϊκέτη εκφράζεται και περνάμε σε αυτή την φράση αυτοί δώσουμε το υποκείμενο είναι το χώριο του κόσμου και αυτό είναι και κοντά σ' αυτό που δείχνουμε που φέρνουμε Το παιχνίδι σύμφωνα με στοχαστές που έχουν ασχοληθεί είναι πηγή ελευθερίας διασκέδασης χαράς ελευθερίας Υπάρχει μια πολύ σημαντική συνάνδελξη που έδωσε ο Pierre Bourdieu στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά αν πάτε στα αρχεία της έρπη μπορείτε να τη βρείτε είναι στα μονοπάτια της σκέψη αυτή η σειρά αν δώσετε αυτό το στοιχείο ο Pierre Bourdieu στα μονοπάτια της σκέψη θα σας πάει εκεί Λοιπόν ο Bourdieu αναφέρεται στην τέχνη και λέει πολύ χαρακτηριστικά ότι μέχρι περίπου το 15ο αιώνα οι άνθρωποι της τέχνης στο γράφι ήταν μπογιατζίδες γιατί τους έλεγαν τόσο τα χρώματα και τόσο οι ώρες που δούλεψες τόσο θα τα πάρεις χρειάστηκαν αιώνες μέχρι να φτάσουμε στον εμπρεσιονισμό και από εκεί και μετά να δημιουργηθούν πια ας πούμε κοινωνίες οι οποίες είχανε αυτονομία και όχι ετερονομία και ακριβώς η αυτονομία ήταν που τις έκανε και ελεύθερες κάποια στιγμή δηλαδή απαλλάχτηκαν από προβλήματα του τύπου να βγήσω να πάρω αυτό το ποσό να συνεχίσω και τα λοιπά και όταν πια έμειναν ελεύθεροι από τέτοιου είδους εξωτερικές πιέσεις τότε δημιούργησαν ελεύθερα και περάσαμε σε αυτές μορφές τέχνης που λέτε εσείς μέχρι τότε τα πράγματα ήτανε ελεγχόμενοι λοιπόν για μένα δεν υπάρχει μόνο συλλογική ελευθερία υπάρχει η ατομική ελευθερία πολύ σωστά το είπατε και όταν έχουμε να κάνουμε με το υποκείμενο του Wittgenstein τη δική του γλώσσα το όριο το υποκείμενο αυτό του κόσμου τότε ναι πράγματι συμφωνούμε είναι εκεί δηλαδή είμαστε εκτός αν σπάσουν αυτό που είπε ο Αργύρης σε επιμέρους κοινότητες σε επιμέρους ομάδες αλλά αυτόνομες ομάδες αυτό είναι το κρίσιμο όπως ο καθένας και έτσι εξωτερικές επιδράσεις στη θεωρία του το μπροσβάλλον ο καθένας μας υπάρχει το λεγόμενο υπάρχει το λεγόμενο positive face και το λεγόμενο negative face είναι είναι ούτως ή άλλως μια εξωτερική πίδαση μια τελευταία επανα... υπάρχει αντίδραση όταν κάποιος δηλαδή έρθει να σας ζητήσει κάτι εσείς αντιδράτε γι' αυτό και η γλώσσα έχει τις δικές της πρόνοιες και έχουμε εκφορές που είναι εξωτερικά περίεργες λέγοντας σε κάποιον αν θέλουμε να έρθει του λένε δεν έρχεσαι μαζί μας διαφορετική διαφορετικός προς το προηγούμενο εαυτό μας ή διαφορετικός προς τους άλλους εαυτός αυτό δεν κατάλαβα το υποκείμενο για να πάρουμε την απάντηση του Βιδκεστάνι το υποκείμενο που σκέφτεται που είναι φορέα συνείδησης που εκφράζεται η τόμη ψυχολόγος πώς ξέρετε σε διεπίδραση με το περιβάλλον το έμψυχο και το έμψυχο περιβάλλον ή ενδεχομένως και σε διεπίδραση με τον ίδιο του αυτό το υποκείμενο να δώσουμε τη δυνατότητα στο νέο των άνθρωπων στον Βιδιττή να κάνει την τελική παρέμβαση Ίσως προσπαθήσαμε να δώσουμε μια απάντηση στην ερώτηση της η οποία ήτανε τελικά η οποία ήτανε τελικά ας πούμε οκ λέμε λόγια και λόγια αλλά τελικά αυτό είναι το νόζο ακολουθώνει στην ουσία του νόηματος και αν θέλαμε να απαντήσουμε πάνω σε αυτό θα έλεγα έτσι αρκετά επαναστατικά ότι δεν μπαίνουμε δηλαδή ότι δεν μπορούμε ή μάλλον ίσως μπορούμε αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις υπό τις προϋποθέσεις της σιωπής που τέθηκαν και τι εννοώ ότι αν πράγματι ορίσουμε όπως όρισε εύστοχα καταμείω ο κύριος Νικολαίδης τον Θεό ως κάτι εκτός του κόσμου αυτού ως ένα άλλο σύστημα όπως έλεγε και εδώ ο κύριος πριν λίγο το οποίο εκφράζεται σε αυτόν τον κόσμο τότε η γλώσσα με βάση όσοι διαβάσατε πριν λίγο μπορεί ας πούμε οριακά να φτάσει στον κόσμο άρα προφανώς δεν μπορεί να φτάσει στον ίδιο τον Θεό δηλαδή όλα καταλήπτουν σε ένα παιχνίδι απλά θα λέγαμε το οποίο όμως δεν καταλήγει στην ίδια την ουσία του Θεού αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς απέναντι σε αυτό δηλαδή δεν θα βρούμε ουσιαστική απάντηση νομίζω τελικά στην γλώσσα παρόλο που μπορεί να προκαλέσει αντιρίσεις ας πούμε πάνω σε αυτό το νόημα και το Wittgenstein το βρίσκουμε στη χρήση πάμε στις μορφές ζωής που είναι συνηφασμένες με γλωσσική πράξη και εκεί βρίσκουμε το νόημα αυτό περί νοήματος τώρα όλα τα άλλα ναι δεν καταλαβαίνω αυτό λέει και Wittgenstein να μεταφράσω λίγο την ερώτηση διπλουτητή στο παιχνίδι αυτό εδώ υπάρχει τέλος πάμε και βλέπουμε το μάτσο του Πάου με Ολυμπιακό με κάποια στιγμή σφυρίζει λέει τέλος κέρδισε ο Πάου με 2-1 στο δικό μας το παιχνίδι αυτό που πέστε ξανά και ξανά με βάζει τη γλώσσα μπορούμε να φανταστείμε κάποια στιγμή έχουμε πλησιάσει τόσο πολύ κοντά στο πραγματικό και να πούμε παιδιά έχουμε καταφέρει η γλώσσα μας έχει βοηθήσει και συνεπώς λέμε η εκκλήση είναι κάτι το αέναο χωρίς τέρμα ένα κυνηγητό και ένα παιχνίδι χωρίς τέλος είναι εκείνο που έλεγε και ο Γρηγόριος Παλαμάς το ατέλες το τέλος το τέλος που δεν πραγματώνεται το τέλος που δεν έχει τέλος υπάρχει μια απάντηση νομίζω κέρδια από την πλευρά του ρωσικού φορμαλισμού ο οποίος τι κάνει κάνει μια διάκριση του ρωσικού φορμαλισμού οι ρωσικοφορμαλιστές διακρίνονται ανάμεσα σε αυτό που λέγανε μύθο και σε αυτό που λέγανε πλοκή υπάρχει λοιπόν κάτι νεφελόδες κάτι ουσιαστικά ατέλειο το που είπατε εσείς δεν έχει όρια και αυτό κάθε φορά εμείς μπορούμε να το εξειδικεύσουμε χωρίς να το εξαντλούμε δίνοντάς του πλοκές μας αρέσει να το κάνουμε αυτό και ένας τρόπος για να διαπιστώσουμε αυτό το μας αρέσει και πάμε στο remake βλέπουμε μια ταινία και μετά από κάποιο καιρό γίνεται ένα remake αυτής της ταινίας και πάμε και το ξαναβλέπουμε όμως ξέρουμε την υπόθεση τι θέλουμε να δούμε την πλοκή που δόθηκε στη φάβουλα στον μύθο για μένα λοιπόν το κάθε τι εκεί είναι η εξέλιξη δίνουμε πλοκές σε έναν μύθο αυτό είναι το οικείο ο μύθος και το μη οικείο είναι η πλοκή που του δώσαμε και μέσα σε αυτή η πλοκή ερχόμαστε να αναγνωρίσουμε το οικείο και χαιρόμαστε υπάρχει μια γραλία υπάρχει μια ευτυχία όταν αναγνωρίζουμε το οικείο μέσα στο μη οικείο αυτή είναι η πρόοδος σε συμβουλή πάντοτε με το πριν ξέροντας ότι το βιωματικό είναι αυτό που είναι ένα την δρασία δηλαδή εάν δεν έχεις βιωματική κατάσταση δηλαδή το εσωτερικό το στυθμό του δηλαδή οτιδήποτε δεν προκαλεί αυτή την αηλεπίδραση για να κάνει το τοποθελείο πρέπει κάνει με ρεθίσμα και αυτό είναι το βιωματικό στοιχείο αυτό το οποίο νιώθει ο κατένας ανεξαρτήτως το πως το αντιμετωπίσει όχι τι έχει απέναντι πόσο πονάει, πόσο το αισθάνεται το βιωματικό δηλαδή το ένας να εθριαλείται ξεκινάει όχι από την λογική μόνο σκέψη αυτό δεν μπορούν να το προδικάσουμε υπάρχει μια διαφορά φάσο αλλά το βιωματικό είναι αυτό που λειτουργεί για να μην κάνεις τον αέμα αυτό συμβαίνει Ναι μια και είπατε βιωματικό υπάρχει μια διάσταση στην φιλοσοφία ας πούμε του ρωσικού φορμαλισμού μου λέει ότι Ναι κάτι πιο ειδικό ας πούμε ένας από τους επιφανείς εκπροσώπους του ρωσικού φορμαλισμού ο Βίκτορ Σκλώσσκι αναφερόμενος σε ένα σημείο των ημερολογιών του Τολστόι ο Τολστόι εκεί τι λέει σκόφθηκα και άρχισα να ξεσκονίζω το δωμάτιό μου και κάποια στιγμή διαπίσω δεν θυμόμουν αν ξεσκόνισα τον καναπέ ή όχι γιατί ήταν κάτι που κάνω καθημερινά και δεν μπορούσα να θυμηθώ το έκανα και σήμερα δεν το έκανα λοιπόν για τον ρωσικό φορμαλισμό η πλοκή έρχεται ακριβώς να ανανεώσει πράγματα δηλαδή λέει ο Σκλώσσκι ότι η συνήθεια σκοτώνει δηλαδή τα ρούχα μου η γυναίκα μου ο φόβος του πολέμου κάποια στιγμή με την επανάληψη εξαφανίζονται και επίσης ουσιαστικά αυτό έρχεται να κάνει κατά το ρωσικό φορμαλισμό στη ζωή να κάνει όπως λέει ο Σκλώσσκι την πέτρα πετρένια λέμε πέτρα, πέτρα, πέτρα κάποια στιγμή εντάξει αδιάζει αδιάζει από ζωή για να συγχωρήσουμε κάπου όλοι ότι για τα μαθηματικά μιλάνε μόνο και οι μαθηματικοί οι φυσικοί μιλάνε μόνο και οι φυσικοί γιατί τη θεολογία μιλάνε μόνο οι θεολόγοι αλλά μόλις φτάνουμε στη γλωσσολογία πιστεύω ότι εκτός από τους γλωσσολόγους όλοι οι οποίοι πιστεύουν ότι πρέπει να καταφύγουν στη γλώσσα για να εκφράσουν τις σκέψεις νιώθουν την ανάγκη να μιλήσουν και αυτοί για τη γλώσσα έχουμε συμφωνήσει εδώ όλοι αυτό το θέμα που δεν έχει ποτέ τέλος που σημαίνει στην πράξη ότι εμείς πρέπει να βάλουμε ένα κάποιο τέλος να ευχαριστήσουμε λοιπόν θερμά τον Γιάννη Βελούδη για την εισήγηση ό,τι είπαμε πάρα πολύ για την εισήγηση και την συζήτηση όλοι εσάς και την παρουσία σας αν τα πράγματα θα πάνε καλά θα ξαναπιάσουμε το νήμα προς το φθινόπωρο μέχρι τότε να είστε καλά και να ευχαριστούμε θερμά.