Ο Νίκος Καζαντζάκης και οι ιδεολογικές διαδρομές του - "Λόγος 11" /

: Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, σας καλωσορίζουμε στη δεύτερη εκδήλωση της Ενδέκατης Ενότητας του Λόγου. Έχετε πάρει, φαντάζομαι, το πρόγραμμα ή περισσότεροι. Η εκδήλωση απόψε είναι εφιερωμένη στον Νίκο Καζαντζάκη και ειδικότερα στη Στήριξη της Εθνικής Βιβλιο...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Ακαδημαϊκές/Επιστημονικές εκδηλώσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=knglROTE14k&list=PLW3V1R3KCG4kPnCm6wzPfL2de57fb5vMf
Απομαγνητοφώνηση
: Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, σας καλωσορίζουμε στη δεύτερη εκδήλωση της Ενδέκατης Ενότητας του Λόγου. Έχετε πάρει, φαντάζομαι, το πρόγραμμα ή περισσότεροι. Η εκδήλωση απόψε είναι εφιερωμένη στον Νίκο Καζαντζάκη και ειδικότερα στη Στήριξη της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο Καζαντζάκης γνωρίζει μια διαρκή ανανέωση του αναγνωστικού του κοινού και του αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Τα τελευταία χρόνια έχουν δώσει τα έργα του, δεν ξέρω και εγώ πόσες φορές, οι εφημερίδες και αυτή τη στιγμή υπάρχει μια ασφαλή διαδρομή. Υπάρχει μια ασφαλή διαδρομή. Δεν ξέρω και εγώ πόσες φορές οι εφημερίδες και αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα νέο εκδοτικό εγχείρημα από τις εκδόσεις διόπτρα του έργου του Καζαντζάκη. Μάλιστα βγήκε και το πρώτο έργο, ο ανήφορος, ήταν ανέκδοτο και θα βγουν σιγά σιγά όλα τα υπόλοιπα. Υπάρχει και μια άλλη αλλαγή, πιστεύω. Μέχρι πρότεινος, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, δεν μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, το Συνάφι, δηλαδή λογοτέχνες και κρητικοί, αλλά και η ακαδημαϊκή κοινότητα έβλεπε λίγο αφυψηλού για να μπορείς να ομπάριζε το έργο του Καζαντζάκη, όπως συμβαίνει συχνά με έργα τα οποία έχουν μεγάλη λαϊκή επίχειση, όχι μόνο στα ελληνικά γράμματα και στις άλλες χώρες της Ευρώπης, αυτό γίνεται. Και τούτο έχει αλλάξει πάντως τα τελευταία χρόνια και βλέπουμε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον και της κρητικής, αλλά και της πανεπιστημιακής κοινότητας για το έργο του Καζαντζάκη. Σήμερα θα μιλήσουν τρεις άνθρωποι που ξέρουν πάρα πολύ καλά αυτό το έργο και θα μιλήσουμε με την εξής σειρά. Πρώτος ο Δημήτης Διόβας, ο μότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρμχαν, με σπουδαίο έργο και πρόσφατα την ηθής με το Μεγάλο Κρατικό Γραβείο για την προσφορά του στα γράμματα. Ο Δημήτης Διόβας θα κάνει μια γενικότερη τοποθέτηση για την πρόσφατα του έργου του Καζαντζάκη. Ο Γιάννης Δημητρακάκης θα μιλήσει για τον μεσιανισμό και την μεσιανική ιδέα στο έργο του και ο Δημήτης Διόβας από το Πανεπιστημίο της Κρήτης, αναπληρωτής καθηγητής Νεολογικής Φιλοεργίας, και ο Δημήτης Κόκορης, επίσης αναπληρωτής καθηγητής από την Θεσσαλονίκη, θα μιλήσει ειδικότερα για την ασκητική και, αν θέλετε, τη φιλοσοφική πλευρά του έργου του Καζαντζάκη. Εγώ θα παίξω τον ρόλο των συντονιστή, θα κάτσω στη γωνία, δεν θα ξαναμιλήσω, οι ομιλητές θα παίρνουν για να απλοποιούμε τα ουρανότητα διαδοχικά, το λόγο ο ένας για τον άλλο, χωρίς ενδιάμεση διακοπή και στο τέλος, κατά την παράδοση αυτών των εκκλησίων, θα κάνουμε μια συζήτηση όσα μας παίρνει η ώρα και όσο αντέχουμε. Ευχαριστώ πολύ και δίνω αμέσως τον λόγο στον κύριο Τζιοβά. Καλησπέρα σας. Χαίρομαι ιδιαίτερα που είμαι μαζί σας απόψε και ευχαριστώ τον κύριο Στουμπουλάκη και την Εθνική Βιβλιοθήκη για την πρόσκληση. Όπως ανέφερε και ο ίδιος ο κύριος Στουμπουλάκης, εμένα το θέμα μου είναι ο πρωτεϊκός Καζαντζάκης και οι αναθεωρήσεις του. Είναι μια συνολικότερη θεώρηση των τρόπων με τον οποίον προσεγγίστηκε ο Καζαντζάκης στο παρελθόν αλλά και πιο πρόσφατα. Σε κάθε Καζαντζακική επέτειο αναγνωρίζεται εμένα το γεγονός ότι τα μεθυστορήματά του διαβάζονται ακόμη, τίθεται όμως και το ερώτημα αν θα εξακολουθούν να έχουν την ίδια επίχειση στο μέλλον. Έτσι η παραδοχή της δημοφιλίας εμπεριέχει ανσπέρμαντη και την αμφιβολία, δεδομένου ότι εκτός από τα μεθυστορήματά του τα θεατρικά του δεν προσφέρονται για παράσταση και ο λογοτεχνικός του δινόσαυρος, η Οδύσσια, διαβάζεται καλύτερα στην αγγλική της μετάφραση. Μπορεί ο Καζαντζάκης να χαίρει διεθνούς αναγνώρισεις και προβολείς και για δεκαετίες να έχει επίχειση στους νέους, τους ξένους και φυσικά τους κριτικούς, παρόλα αυτά, οι μεταπολεμικοί Έλληνες κριτικοί και ομοτεχνοί του τον υποτιμούσαν ως πεζογράφο. Έτσι καταλήξε να αποτελεί το κατεξοχήν παράδοξο για την ελληνική λογοτεχνία. Είναι δυνατόν ένα τόσο δημοφιλή συγγραφέας στο εξωτερικό να μην τον εκτιμάει η κριτική του τόπου του. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο και κατά πόσο έχει αλλάξει η κριτική στάση απέναντι στον Καζαντζάκη και το έργο του τις τελευταίες δεκαετίες. Για να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα θα επεκυνωρωθώ σε τρεις προσπάθειες αναθεώρησης του Καζαντζακικού έργου τα τελευταία χρόνια. Την κριτική, την πολιτισμική και την έμφυλη. Το πρώτο είναι η κριτική αναθεώρηση από την απαξίωση στο μεταμοντονισμό. Αρκετοί άνθρωποι των γραμμάτων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο θεωρούσαν τον Καζαντζάκη υπευθυσιωμένο και τους αποθούσε η εξεζητημένη γλώσσα του και οι υπερβολές του. Σε αυτό συνέλαβα και το γεγονός ότι ήταν γενεαλογικά και ιδεολογικά ανένταχτος. Αν και ανθολογείται με τους μεσοπολεμικούς πεζογράφους δεν συνομιλεί με τους ομολόγους του της γενιάς του 30. Τα μυθιστορήματά του γράφτηκαν μετά το 1940 σε μια από τις πιο δύσκολες 15 αιτίες του 20ου αιώνα για την Ελλάδα αλλά για τον Καζαντζάκη ήταν αυτή που του εξασφάλισε την εστροφημία του. Μέσα σε λίγα σχετικά χρόνια έγραψε τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του που απειχούν κατά κάποιο τρόπο τα δραματικά γεγονότα της περίοδου. Ωστόσο κανείς δεν επιχείρησε να τον χαρακτηρίσει μεταπολεμικό συγγραφέα. Ο Καζαντζάκης δημιούργησε τον απαράμυλο για τα ελληνικά δεδομένα θρύλου του χάρις ένα αντιφατικό συνδυασμό, την αντιλογρατική του μυθοποίηση και το πάθος των ιδεών του. Ήταν ο συγγραφέας του μεγάλο κοινού, όχι όμως και των λογίων. Ο Καζαντζάκης βιογραφήθηκε περισσότερο από άλλους Έλληνες λογοτέχνες από φιλικά ή συγγενικά του πρόσωπα και μάλιστα από γυναίκες που τον χαρακτήρησαν υπεράνθρωπο, τραγικό, μεγάλο και ασυμβίβεστο. Και θα δείτε στο PowerPoint ορισμένες αναφορές στις βιογραφίες του Καζαντζάκη. Αυτές οι βιογραφίες συνέβαλαν ώστε η έμφαση να στραφεί περισσότερο στο πρόσωπο του συγγραφέα και λιγότερο στο λογοτεχνικό του έργου. Οι μελετητές παλαιότερα υιοθετούσαν μια φιλοσοφική προσέγγιση, προσπαθώντας να δούνε τα λογοτεχνικά του έργα ως εφαρμογές των ιδεών ή εκφάνσεις των φιλοσοφικών ρευμάτων με τα οποία φλέρταρε κατά καιρούς ο Καζαντζάκης. Τώρα η αφετηρία είναι περισσότερο κειμενική, εστιάζοντας τη συστηματική ανάλυση των ίδιων των κειμένων και του τρόπου που οργανώνονται ή τις νέες οπτικές που μια τέτοια προσέγγιση φέρνει στην επιφάνεια. Μπορεί ο ίδιος να μας εισθύνεται ως ποιητής, παιζογράφος, συγγραφέας θεατρικών, ταξιδιωτικών και παιδικών έργων, επιστολογράφος, φιλόσοφος, μεταφραστής, ωστόσο η προσέγγιση του γινόταν μέσα από το διαδικό σχήμα του στοχαστή λογοτέχνη, με τον πρώτο να επιβάλλεται στον δεύτερο. Ο στοχαστής ήταν αυτός που υπερίσχυε έναν τετρολογοτέχνη, παρά το γεγονός ότι οι Κρητικοί τόνιζαν την ενότητα του αφηγηματικού με το στοχαστικό έργο. Διαβάζοντας τον Καζαντζάκη, οι Έλληνες Κρητικοί αναρωτιούνται για την αλήθεια του, ενώ οι ξένοι αναγνώστες απολαμβάνουν το απελευθερωτικό του πάθος, τον ρομαντικό αναρθολογισμό και τον ηθαγινή πρωτογωνισμό του. Οι τελευταίοι αντιμετώπισαν τον λογοτέχνη Καζαντζάκη μέσα από την υπαρξιακή του βιοθεωρία και την αναζήτηση του εξωτικού, ενώ κάποιοι Έλληνες άνθρωποι των γραμμάτων είτε σιωπούσαν είτε απαξιώναν τον λογοτέχνη. Βλέπετε μια άποψη του Δημαρά στο PowerPoint. Πέρα από το συμπατριώτη και συνομιλητή του Παντελή Πρεβελάκη, ο Καζαντζάκης δεν είχε επιγόνους. Δεν επέδρασε, αλλά παρέμενε ένας μονοχονοτός αιρετικός. Ο Καζαντζάκης θεωρήθηκε αντιμηθιστορυματικός, επειδή αρνιέται βασικές αρχές του κλασικού ρεαλισμού. Τα μηθιστορύματά του πάσχον, παραθέτω από γνώμεις κριτικές, από περισολογίες, από μακροπερίουδες ενότητες, από παρεγβάσεις, από αναθομείωτα κομμάτια στοχαστικού λόγου που καταστρέφουν την αρχιτεκτονική ευμέλεια τους. Αυτό δεν είναι άποψη δική μου, είναι άποψη κριτικών. Η τεχνική του χαρακτηρίστηκε τυπικά εξπρεσιονιστική, με χαρακτηριστικά τον υπερτονισμό, την υπερβολή, τη διώγωση των πραγμάτων, ενώ η γλώσσα του τεχνητή, πεποιημένη, μη πραγματική. Αν όμως η γλώσσα αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο για την επικοινωνία του συγγραφέα με το ευρύτερο κοινό, τότε πώς εξηγείται η απήχηση που είχε και έχει ο Καζαντζάκης στο ανεανικό κοινό. Αυτό είναι ένα παράδοξο κατά τη γνώμη μου. Από το δημοτικισμό του Καζαντζάκη και τους ιδιωματισμούς του, τώρα το ενδιαφέρον μετατωπίζεται στη λειτουργία της γραφής και τη σχέση της με την αλήθεια. Πώς η ζωή μετατρέπεται σε λέξεις και πώς ο γραπτός λόγος δεν αναπαριστά την πραγματικότητα αλλά τη δημιουργεί. Παλαιότερα, οι μελετητές αναζητούσαν τη φιλοσοφική γενεαλογία των μυθιστορυμάτων του Καζαντζάκη, ενώ οι νεότεροι στρέφονται στις λογοτεχνικές τους καταβολές και τις διακειμενικές σχέσεις. Ως ποιο βαθμό κατάγονται τα μυθιστορύματά του από τον Δοστογεύσκη ή μπορούν να συσχετιστούν με ελλοτελεομερικανούς λογοτέχνες. Αν για τους παλαιότερους κριτικούς ο Καζαντζάκης απομακρύνεται από τις συμβάσεις του ρεαλισμού, για τους νεότερους μας εισάγει στον προθάλαμο του μαγικού ρεαλισμού. Σε αυτή την αναθεωρητική στροφή, η καθοριστικό, υπήρξε το βιβλίο του Ρόντρικ Μπίτον, Ο Καζαντζάκης Μοντερνιστής και Ματαμοντένος. Υπάρχει μια σειρά διαλέξεων που έγινε στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης και διτυπώθηκε το 2009. Βασική υπόθεση του οποίου είναι ότι παραθέτω ο Καζαντζάκης ως πεζογράφος εντάσσεται στις μοντερνιστικές και μεταμοντερνιστικές συγγραφικές πρακτικές. Τέλος στο παραθέματος. Η πραγματικότητα στον Καζαντζακικό έργο δεν υφίσταται τελειωμένη. Ο Καζαντζάκης δεν αντιγράφει την πραγματικότητα αλλά την δημιουργεί βρισκόμενο στο μετέχμιο αλήθειας και ψερδέσεις. Υπάρχει γράφει στην αναφορά στον Γκρέκο τίποτα αληθινότερο από την αλήθεια. Ναι το παραμύθι. Αυτό δίνει νόημα θάνατος στην εφήμερη αλήθεια. Η ιδολογική, όχι ιδεολογή, ιδολογική ασάφια επίσης των μυθιστορυμάτων του η οποία έδειχνε ότι ο Καζαντζάκης δεν ευθυγραμμεζόταν με καθυρωμένες αφηγηματικές συμβάσεις. Οι μιλετητές εύκολα μπορεί να κατάφεραν να συνθεντέσουν το νεανικό του όφες και κρίνο με τον αισθητισμό και φυσικά να αναγνωρίσουν μια προβληματική προσπάθεια αναβίωσης του έφους με την Οδύσσια αλλά με τα μεταγενέστερα αφηγηματικά του κείμενα η ιδολογική ασυμφυσιμία επέτεινε την κριτική δυσπιστία απέναντι στον Καζαντζακικό έργο. Μερικοί στέκοταν επιφλακτικοί απέναντι στο μυθιστόριμα ιδεών με το οποίο συνέδεαν τα μυθιστορύματα του Καζαντάκη ενώ άλλοι τα είδαν ως μια ύστατη έκφραση της ιθογραφίας ή μίλησαν για ιδιόριθμο Καζαντζακικό ρεαλισμό ή ίσως ρομαντικό μοντερνισμό. Έτσι η τεχνοτροπική ασυμφωνία συναντά την ιδολογική ασυμφυσιμία συμβάλλοντας από κοινού στην ενηγματικότητα του Καζαντζακικού έργου. Το βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά χαρακτηρίστηκε χρονικό που είναι μαζί και έπος και απομνημόνεμα και παραμύθι και θεατρική δημιουργία ακόμη και ταξιδετική εντύπωση από τους χώρους της ζωής και του πνεύματος ενώ αμφινταλαντεύεται ιδολογικά μαζί με τον φτωχούλη του θεού ανάμεσα στο μυθιστόριμα και τη βιογραφία. Και ο καπετάν Μιχάλης σύμφωνα με τον πιο έγκριτο μελετητή του Καζαντζάκη τον Πίτερ Μπιεν παραθέτω ιστερεί από την άποψη της αισθητικής επειδή ενώ φιλοδοξή να νίκει στην κατηγορία του έπος έχει δεχτεί τόσα πολλά στοιχεία από ανώμια είδη ώστε δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που έχουν καθιερωθεί από το έπος. Σήμερα όμως παρατηρούμε μια μεγαλύτερη εξυκείωση ή ανεκτικότητα προς το μυθιστόριμα ιδεών και τη μετρατόπιση από τη μελέτη της κοσμοθεωρίας του Καζαντζάκη στη διερεύνηση της ποιητικής του, κάτι που σχετίζεται και με την απομάκρυνση από τον ώψιμο ρομαντισμό της Οδύσσιας, στην ανήκνευση του μεταμοντρνισμού ή του μοντρνισμού του ώριμου έργου του ή τη θεώρηση της αναφοράς στον Γκρέκο ως autofiction. Τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη προσεγγίζονται τώρα ως υβριδικές αφηγήσεις που συνεργούν φιλοσοφικές ιδέες με ελλαϊκότροπα στοιχεία, την παράταξη με την αντιπαράθεση, την ηρωική ιστορία με την ανεκδοτολογική μικρο ιστορία, το υψηλό με το χαμηλό. Μέσω του διησμού των προσώπων, ζορμπάς αφεντικό, Μιχάλης, Κοσμάς, Ιησούς, Ιγούδας, τίθεται επίσης υπό αμφισβήτηση η κλασική έννοια του ενιαίου και αυτοδύναμου χαρακτήρα. Ως ποιο όμως βαθμό η απόρριψη του ρεαλισμού σημαίνει και στη σχέτηση με το κλίμα του μοντρνισμού. Και αν οι δάσκαλοι του Καζαντζάκη, Μπερξόν και Νίτσε δεν είναι άσχετοι με τον μοντρνισμό ή τον μεταμοντρνισμό, τούτο εντάσσει απαραίτητα και τον ίδιο σε ένα μοντρνιστικό ή μεταμοντρνιστικό πλαίσιο. Μήπως στην προσπάθειά μας να εντάξουμε τον Καζαντζάκη σε λογοτεχνικά ρεύματα, ανερούμε την προεταιική του φυσιογνωμία. Ο Καζαντζάκης τελικά φλερτάρει με ιδέες και ρεύματα, αλλά κατά βάση παραμένει ανένταχτος. Εν ολίγειση η λογοτεχνική αναθεώρηση και η ιδεολογική πλαισίωση του Καζαντζάκη, εμπεριέχει και τον κίνδυνο να ισοπεδώσουμε την ιδιαίτεροτητά του και να εξοβαλώνουμε τις αντιφάσεις του, καθώς οι παλαιότεροι μελετητές χρησιμοποιούν λογοτεχνικές τάσεις και ήδη για να τον κρίνουν αρνητικά, ενώ οι νεότεροι για να τον εντάξουν και να τον αποκαταστήσουν κριτικά. Έτσι, η λογοτεχνική του αναθεώρηση περνάει από την κριτική απαξίωση στην αποκατάστασή του μέσω της συσχέθησής του με νεότερα λογοτεχνικά ρεύματα. Αυτή ήταν η πρώτη αναθεώρηση, η κριτική. Τώρα περνάω στη δεύτερη, που είναι η πολιτισμική αναθεώρηση. Ο Καζαντζάκης ως global συγγραφέας. Φαντάζομαι ότι είστε όλοι εξοικημένοι με τον όρο local. Αν τα μυθιστορήματα του αποκαθίστηταν λογοτεχνικά στις συνειδήσεις των μελετητών, η ταξιδιογραφία του ακολουθεί την αντίθετη πορεία. Ο Καζαντζάκης χαρακτηρίστηκε παλαιότερα ως παραθέτο ο πρώτος που αντίκρισε στην Ελλάδα την ταξιοδοτική εντύπωση ως γνήσιο λογοτεχνικό είδος και έγραψε το πρώτο λογοτεχνικά αξιόλογο ταξιοδοτικό βιβλίο και ταυτόχρονα ο πολυγραφότερος ταξιοδοτικός συγγραφέας της χώρας μας. Αυτή είναι πώς αντιμετωπίστηκε παλαιότερα ο Καζαντζάκης. Σήμερα τα ταξιοδοτικά του κείμενα δεν αντιμετωπίζονται τόσο με λογοτεχνικά κριτήρια, όσο προσεγγίζονται πολιτικά και πολιτισμικά όπως και όλη η ταξιδιογραφία γενικότερα. Η επιδίωξη του ταξιδιού διαποτίζει και διαμορφώνει το έργο του, καθώς ο Καζαντζάκης ήταν σε διαρκή αναζήτηση και μετακίνηση και στο έργο του συνηπάρχουν τα ευρωπαϊκά διακείμενα με τη γοητεία της Αφρικής και της Ανατολής. Τα ταξιοδοτικά του Καζαντζάκη συνδέονται με κρίσιμα πολιτικά γεγονότα και διεθνείς εξελίξεις, όπως η κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1920 και ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος 1936-1937. Δείχνουν πως ο Καζαντζάκης έψεχνε λύσεις για τα ελληνικά προβλήματα μέσα στην αρένα των παγκόσμιων ιδεολογικών και πολιτικών δημόσιων και μάλιστα συνέκρινε Έλληνες και ξένους ηγέτες, λέγοντας ότι ο Μουσουλίνι ήταν ο αρσενικός βενιζέλος. Περά από τη σύγκριση των ανταποκρίσεων από τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στην καθημερινή 1936-1937 και των περιεχομένων του βιβλίου του «Ταξιδεύοντας στην Ισπανία» 1937, καθώς και των επιφυλήδων του στον εμυρίσιο τύπο της εποχής με τα άλλα ταξιοδοτικά βιβλία του που έχουν πολιτικό ενδιαφέρον, η ταξιδεωγραφία του Καζαντζάκη αποκαλύπτει και τον ιδιότυπο οριενταλισμό του. Η Ανατολία ασκεί πάνω του κάποια γοητεία. Την βλέπει ως μυστηριώδη, ακατέργαστη και γεννησιουργό δύναμη. Τροφοδοτεί και απειλεί ταυτόχρονα τη Δύση, καθώς η παράδεισή της τραβούν και αειδιάζουν την ψυχή. Το ενδιαφέρον του Καζαντζάκη για την Ανατολή, αλλά και την Αφρική, θέτηκε το ερώτημα γιατί ο Καζαντζάκης δεν δείχνει το αντίστοιχο ενδιαφέρον για την Αμερική, την οποία δεν επισκέφτηκε ποτέ, αλλά ούτε φαίνεται να ενδιαφέρθηκε να την επισκεφθεί και μάλιστα σε μια εποχή, όπως τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και αρχαίας αυτής του 1950, όταν άλλοι οι Έλληνες λογοτέχνες ταξίδεψαν εκεί με προσκλήσεις, όπως ο Βενέζης, ο Καραγάτσης, ο Θεοτοκάς και άλλοι. Όπως φαίνεται από το ταξιδιωτικό τους στην Αίγυπτο, αλλά και από τα ταξιδιωτικά τους στην Αποανατολή, Κίνα και Ιαπωνία, ο Καζαντζάκης πίστευε ότι το μέλλον ανήκει στην Ανατολή και όχι στη Δύση. Κατά κάποιο τρόπο προοικονομεί τη σημερινή μετατόπιση του ενδιαφέροντος και της οικονομικής δύναμης από τη Δύση στην Ασία. Παρά την κλήση του προς την Ανατολή που την επαναλαμβάνει και στο τελευταίο κεφάλαιο του ταξιδιωτικού του Ομορειάς, χαρακτηρίζοντάς το ζεστό σκοτεινό πλούσιο υποσυνείδητο του Έλληνα, ο Καζαντζάκης στο ίδιο κείμενο που γράφεται την εποχή της μεταξικής δικτατορίας προβάλλει την ιδέα της πολιτισμικής όσμοσης. Η ισιοποίη των εκπροσώπων της λεγόμενης γενιάς του 30 απέναντι στον Καζαντζάκη και η συζήτηση περί ελληνικότητας στις τελευταίες δεκαετίες έφερε στο προσκήνιο και το πώς ο ίδιος εντάσσεται αλλά και διαφοροποιείται στα πλαίσια αυτής της συζήτησης. Ο Καζαντζάκης παρουσιάζεται να συνθέτει τη δική του αντίληψη για την ελληνικότητα και να εφαρμόζει τη δική του μυθική μέθοδο. Η εντοπιότητα όμως του Καζαντζάκη θεωρήθηκε γραφική, γείνη και ηθογραφική σε σχέση με την αισθητική ελληνικότητα της γενιάς. Είχε όμως μεγαλύτερη ανταλλαξιμότητα στο εξωτερικό καθισθώντας στον Καζαντζάκη τον πιο αποτελεσματικό πολιτισμικό πρεσβευτή. Στη συζήτηση προσθέθηκαν και οι κινηματογραφικές διασκευές των μυθιστοριμάτων με την έμφαση να πέφτει αναγκαστικά στον Ζορμπά και στην εξέλιξη του μέσο της μουσικής του Θεοδρακή σε πολιτισμικό γεγονός διεθνών διαστάσεων με τη συνέργεια λόγου, εικόνας και μουσικής. Μια σκοτεινή ταινία που αλλάζει το τέλος του διβλίου σύμφωνα με τον Πίτερ Μπιεν και με επίμαχες σκηνές της δηλοφονίας της Χείας και του Πιάτσικου της Σορτάνς, που υποτίθεται ότι δισφημούν την Ελλάδα, αναδείχθηκε σε ανθεκτικό τουριστικό πρόσιμο της χώρας και σε στερεότυπη πολιτισμική της μετονημία. Η τουριστική επιμορρυματοποίηση της ταινίας ενόχλησε πολλούς Έλληνες, ανθρώπους των γραμμάτων, γιατί προωθούσε μια γραφική και φωκλωρική εικόνα της Ελλάδας και επισκίαζε τις προσπάθειες μιας εναλλακτικής προβολής της χώρας και της σύγχρονης λογοτεχνίας της. Το σύνδρομο Ζορμπά λειτούργησε αποθετικά για πολλούς Έλληνες λογοτέχνες, καθορίζοντας έτσι και τη στάση τους απέναντι στον Καζαντζάκη, καθώς στις τελευταίες διακαρδίες η σύγχρονη λογοτεχνία μάχονταν να προβληθεί εκτός συνόρων. Ο Ζορμπάς έγινε για τους σύγχρονους λογοτέχνες το αντίπαλο δέος που πρέπει να αποφύγουν ως πρότυπο, αλλά και να διδαχτούν από την επιτυχία του. Καθώς όμως έχουν περάσει πάνω από πενήντα χρόνια από το γύρισμα της ταινίας, διαβλέπω κάποια μετατόπιση από την αμφισβήτηση του σύνδρομου Ζορμπά στην ερμηνευτική κατανόηση της επιτυχίας του και της ανθεκτικότητάς του. Μήπως ο Ζορμπάς δεν ήταν απλώς το ελληνικό πολιτισμικό είδωλο, αλλά η αποθυμένη νοσταλγία της Δύσης, ο ευγενής άγριος που οι δυτικές κοινωνίες νοσταλγούσαν και αποθούσαν συνάμα. Το πιο δημοφιλές του μυθιστόριμα θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύει την ιδιολογία της αυθεντικότητας, την επιθυμία του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου να διαπεράσει την κρούστα του πολιτισμού και να καταδιηθεί στην άβυσο του αυθεντικού εαυτού. Ο Κατζαζάκης είχε πάντα την επιδίωξη να γίνει ένας διεθνής συγγραφέας. Έγραψε τρία μυθιστουρίματα στα γαλλικά, ταξίδεψε σε τρεις Ιππίρους και έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του εκτός Ελλάδας, έχοντας μια αντιφατική σχέση με την χώρα του. Αφενός, όπως γράφει στη σύζυγό του, Ελένη, θέλει να απαλαχτεί και να αποφύγει την Ελλάδα και αφετέρου θέλει να αφήσει ένα έργο στέρεα θεμελιωμένο στο ελληνικό, δηλαδή στο κρητικό χώμα. Ο Καζαντζάκης προσπαθούσε να αγιευθερώσει την τοπικότητα με τον πολιτισμό, την αναζήτηση των ρυζών με την περιπλάνηση αν τον κόσμο. Ωστόσο, κανενός μυθιστουρίματος οι δράσεις δεν τοποθετείται σε πόλοι, ενώ όλα σχεδόν έχουν ως φόντο της ζωής της υπαίθρου και της επαρχίας. Παρά τον πολιτισμό του, ο Καζαντζάκης δεν είναι ο συγγραφέας της Μεγαλούπολης. Όσο και όταν ήταν στην Ελλάδα, προτιμούσε την ασκητική ζωή της Έγινας από την Αθήνα. Ο Καζαντζάκης μπορεί να χαρακτηριστεί ένας γκλόκαλ συγγραφέας που συνδυάζει αυτή την τοπική παράδοση με την ευρωπαϊκή φιλοσοφία, Μπερξόν Νίτσε, την κριτική ματιά με τις ιδέες της Δύσης, τον πρωτογωνισμό με τη διανόηση, ο κρητικός με αφρικανική καρδιά και νου Ευρωπαίου. Την εποχή που η θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών επιδιώκει να αποσυνδέσει λόγω ορθοδοξίας την Ελλάδα από τη Δύση, αυτή η περίφημη θεωρία του Samuel Huntington για τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Καζαντζάκης ανακαλύπτει τα αποδυτικούς θεολόγους ως πρόδρομος του θεολογικού μεταμοντενισμού. Από τον John Caputo, τον Tom Cupid, τον Lloyd Gearing και άλλους. Και βλέπετε στο PowerPoint ορισμένες μελέτες. Οι νέες αυτές θεολογικές τάσεις δεν επιμένουν στην οντολογία του θείου και στην άρση των αντιθέσεων, με τη μετωσίωση της ήλις σε πνεύμα, αλλά τονίζουν τα ανοιχτά εντεχόμενα, τη διαλογική διαδικασία και το αναλογλήρωτο διήγνυστα. Ο Καζαντζάκης αποβλάσφημος, που παρά λίγο να τον αφορήσει η Εκκλησία, παρουσιάζεται ως ένας θεολογικά προωθημένος συγγραφέας, δίνοντας μια άλλη διάσταση στη γενικότηρη πολιτισμική αναθεώρηση του έργου του. Ο Καζαντζάκης προβάλλει εξακολουθητικά τη διαφορά της πρόσληψής του μεταξύ Ελλήνων και ξένων, παλαιότερων και νεότερων μελετητών του. Ο Zorba the Greek προσφέρει στους ξένους έναν τρόπο ανάγνωσης της Ελλάδας, αλλά και μαθητίας στο μυστήριο της ζωής, ενώ για τους Έλληνες ενεργοποιεί τον πολιτισμικό αναστοχασμό. Υπάρχουν διάφορες γνώσεις και ως πολιτισμικό κείμενο, που ταυτόχρονα κριτικοί και αναγνώστες οικιοποιούνται και αποθούν. Και περνάω στην τελευταία αναθεώρηση, την έμφυλη από τον πατριοδισμό στην ταυτότητα. Τελευταία ορισμένη μελετητές του Καζαντζάκη προσπάθησαν να παρακάμψουν το αγωνιστικό ή και ηρωικό προπέτασμα του έργου του και να διαβάσουν διαφορετικά κάποια σημεία του. Να προβάλλουν υπενυγμούς ή να αναδείξουν τυχόν αποσιωποιημένες ή καταβιασμένες πτυχές του. Καταρχάς ο Καζαντζάκης είχε μια πρόημη και πρωτόγνωρη εμπειρία, για την οποία δεν κάνει παραδόξως καμία ανοίξη στην αναφορά στον Γκρέκο. Πρόκειται για τη φίτησή του στη Γαλλική Εμπορική Σχολή στην Άξο, το 1897 μέχρι το 1899, με δασκάλους καθολικούς ιερομονάχους. Εκεί οι εμπειρίες του μπορεί να ήταν βασανιστικές και ανάλογες με εκείνες αγγλόφωνον καθολικών συγγραφέων, από τον James Joyce ως τον Anthony Burgess. Ενώ μέχρι πρόσφατα οι αναλύσεις προσπαθούσαν να δείξουν πώς τον Καζαντζακικά πρόσωπα ξεπερνούσαν τον εαυτό τους και μάχονταν να υπηρετήσουν το σύνολο, σε περίπτωση ο Μανιολιός στο Χριστός Κανασταυρώνδε ή ο Καπ. Μιχάλης, να εκφράσουν έναν λαό, ο Ζορμπάς, τα τελευταία χρόνια του ενδιαφέρον στρέφεται στη διερεύνηση της ιδιαιτερότητάς τους και ως εκ τούτου προκύπτει το ερώτημα αν η αυτοθυσία τους, στην περίπτωση του Μανιολιού ή του Καπ. Μιχάλη, έχει όντως αλτρουιστικά κινήτρα ή επιχειρούν να αποδράσουν από τα προσωπικά τους αδιέξοδα. Πρόκειται για ηρωικούς άνδρας ή καταπιεσμένες ψυχές. Ο Μιχάλης είναι εθνικός ήρωας ή δεσπεράντο. Ο Μανιολιός θυσιάζει την ατομική του ιδιαιτερότητα ώστε να πλησιάσει όσο γίνεται πιο πολύ στο αρχαίτυπο του Χριστού. Προέχει ο κοινωνικός αγώνας των σαρακινωτών στο μυθιστόριμα ή ο εσωτερικός αγώνας του Μανιολιού. Κατά πόσο ο μύθος λειτουργεί ως παραπέτασμα συγκάλεψης των ατομικών αδιαξόδων και σεξουαλικών διλημάτων των πρωταγωνιστών. Τα καζαντζακικά πρόσωπα αρχαιτυπικά ή μυθιστωριματικά. Περνούμε από την τελετουργία του έθνους στην τελετουργία της σταυτότητας και του φύλου. Η ανάγνωση του καζαντζάκια από εθνική, πατριωτική ή κοινωνική φαίνεται να μετατωπίζεται στη διερεύνηση της προβληματικής σταυτότητας των ηρώων του. Η ερώτηση «ποιος είσαι» προς τον Ιησού παραπέμπει στην ειρραυτότητα του κεντρικού ήρωα του τελευταίου πειρασμού και στη μετάβαση, αυτό είναι, στη διαδικασία του «Κίγνεστε». Η αγωνιστική και ηρωική ανάγνωση του καπετάν Μιχάλη, τότε δημοσιεύτηκε ο καπετάν Μιχάλης όταν γινόταν και η «Ανεξαντισία της Κύπρου» και στην οποία αναφέρεται στον πρόλογο καζαντζάκης, δίνει τώρα όμως τη θέση της σε μια ψυχαναλυτική διερεύνηση της ποιητικής της αντριγιάς. Μεταξύ άλλων το μυθιστώριμα διερευνά μυθοπλαστικά το τι θα πει άντρας. Θέτοντας το ερώτημα, αν ο Μιχάλης συστρατατείται από το όραμα της ελευθερωμένης Κρήτης ή βασανίζεται από ερωτικούς δαίμονας. Θα τον διαβάσουμε επομένως ως τραγικό ήρωα ή ως δέσμιο του πάθος, ως πατριώτη ή δεσπεράντο. Σε ο καπετάν Μιχάλη έχουμε και περίπτωση γυναικοκτονίας, χωρίς λόγο. Κάτι, ας πούμε, που συνδέεται με την πρόσφαση συζήτηση για τη γυναικοκτονία. Μέχρι τώρα το βάρος έπεφτε στην πρώτη εικόνα του και το μυθιστόριμα διαβαζόταν ως το έπος της Κρήτης. Τώρα στεκόμαστε απέναντί του πιο υποψιασμένα και οι δύο εικόνες του μπορεί να συγκρούνται, να συνερούνται ή και να συνηπάρχουν. Για χρόνια υπήρχε ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των γυναικών στο έργο του Καζαντζάκη και στην αντιμετώπιση τους ως εμποδίον στην πορεία των ανδρών προς το πνεύμα. Τώρα του ενδιαφέρον εστιάζεται στην συμπεριφορά των ανδρών, στις φαντασιώσεις και τις φοβίες τους, στην έκφραση της έμφυλης ταυτότητάς τους, στην κοινωνική τους αισθοσομάτωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα γυναική απρόσωπα στο έργο του Καζαντζάκη έβαψαν να απασχολούν τους ομελητητές, αλλά νέα ερωτήματα και ζητήματα προέκυψαν. Σε ορισμένα μεθυστορήματα του Καζαντζάκη αναδεικνύεται η συγκληρότητα της πατριαρχικής κοινωνίας και υποβάλλεται η προβληματική σχέση πατέρα-γιου που προσφέρεται για ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, καθώς το δέος που προκαλεί η παρουσία του πατέρα δανθάνισε μεθυστορήματα όπως ο καπετάν Μιχάλης και ο τελευταίος πειρασμός. Μάλιστα, στο πρώτο, το πατριαρχικό φάντασμα σκοτώνει ακόμη και το έμβριο στη μήτρα της γυναίκας του Κοσμά, ενώ οι υπενυγμοί στη δαρβενική θεωρία της εξέλιξης συμπληρώνουν την έμφαση στη δύναμη των προγονικών καταβολών. Στο δεύτερο, η αντιπαράθυση Ιησού και Ιούδα μπορεί να συνιστά μια ακόμη μυθοπολαστική προβολή της δύσκολης σχέσης του γιου με τον πατέρα του. Συνοψίζοντας και τελειώνοντας, η ανασκόπιση των αλλαγών στην προσέγγιση του Καζαντζάκη μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διάρκεια της απήχησης ενός συγγραφέα βασίζεται στην ανανέωση και την αναθεώρηση των τρόπων που τον διαβάζουμε και στο βαθμό που το έργο του προσφέρεται ή ανταποκρίνεται σε νέες προσεγγίσεις. Νομίζω ότι οι αναθορήσεις που διέγραψα παραπάνω δείχνουν το πώς έχει αλλάξει η στάση μας απέναντι στον Καζαντζάκη και το έργο του. Δεν αποκαλύπτουν το πραγματικό του πρόσωπο, αλλά το πόσο πρωτεϊκός είναι ο συγγραφέας, που οι μελλητητές του τον προσαρμόζουν στις τάσεις και τις αναζητήσεις της εποχής τους. Η διάρκεια ενός συγγραφέα έγκειται εν τέλει και κατά πόσο το έργο του προσφέρεται σε πολλαπλές θεωρήσεις και επίκαιρες αναθεωρήσεις. Σας ευχαριστώ. Καλησπέρα. Ευχαριστώ θερμά την Εθνική Βιβλιοθήκη και ειδικότερα τον κύριο Ζουμπουλάκη για την πρόσκληση. Η μεσιανική ιδέα εμφανίζεται από πολύ νωρίς και βρίσκεται στις τάσεις της εποχής μας. Η μεσιανική ιδέα εμφανίζεται από πολύ νωρίς στις σκέψεις του Καζαντζάκη και δεν θα πάψει να αποτελεί οργανικό της τμήμα. Στην ομιλία μου θα εστιάσω σε ορισμένες όψεις του Καζαντζακικού μεσιανισμού στο Μεσοπόλεμο. Γράφει ο Πρεβελάκης. Όλον αυτόν τον χειμώνα ο Καζαντζάκης κατέχεται πάλι και υποφέρει από τον μεσιανικό πόθο. Τον χειμώνα 1922-23, στον οποίο αναφέρει το Πρεβελάκης, ο Καζαντζάκης βρίσκεται στο Βερολίνο. Έχει ήδη προσχωρήσει στις κομμουνιστικές ιδέες. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Γερμανική Πρωτεύουσα θα γράψει την πρώτη μορφή της ασκητικής. Το έργο θα δημοσιευτεί μερικά χρονιά αργότερα του 1927, στο περιοδικό Αναγέννηση. Η πυρετόδηση αναζήτηση της λύτρωσης διατρέχει ολόκληρη την ασκητική. Πώς θα λύτρωθεί ο άνθρωπος? Ας δούμε το ακόλουθο απόσπασμα. Φωτιά. Να το μεγαχρέος μας σήμερα μέσα σε τόσο ανήθικο και ανέλπητο χάος. Πόλεμος στους άπιστος. Άπιστοι είναι ευχαριστημένοι χορτασμένοι ιστήροι. Το μίσος μας είναι χωρίς συμβιβασμό γιατί κατέχει πως καλύτερα, βαθύτερα της ξέπνος φιλάνθρωπες αγάπες δουλεύει τον έρωτα. Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκληροί, γεωμάτια ανησυχία και πίστη. Ζητούμε το αδύνατο σαν τους ερωτεμένους. Φωτιά. Να καθαρίσει η γης. Να ανοιχτεί άβυσο φοβερότεροι ακόμα ανάμεσα καλού και κακού. Να πληθύνει η αδικία, να κατεβεί η πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας. Αλλιώς δεν σωζόμαστε. Και παρακάτω. Ο άνεμος του Ολέθρου φυσάει. Αυτή είναι σήμερα η πνοή του Θεού μας. Ας πάμε μαζί του. Ο άνεμος του Ολέθρου είναι το πρώτο χορευτικό συνέπαρμα της δημιουργικής περιστροφής. Φυσάει πάνω από τις κεφαλές και από τις πολιτείες, γκρεμίζει τις ιδέες και τα σπίτια, περνάει από τις ερημιές, φωνάζει. Ετοιμαστείτε. Πόλεμος, πόλεμος. Φωτιά, πόλεμος, μίσος, όλεθρος. Ειδούν υπό υποθέσεις για να ανοίξει ο δρόμος προς τη λύτρωση. Στις επιστολές που στέλνει στην πρώτη του ΣΥΖΙΟ, τη Γαλάτια από το Βερολίνο, ο συγγραφέας δεν λέει κάτι διαφορετικό. Η καταστροφή, η καταστροφή, η καταστροφή. Όλη αυτή σημαίνει αφιλιότητα και τιμία πρέπει να πέσει. Πρέπει ο καθένας στην περιοχή του να καταστρέφει, να κηρύχνει το μίσος. Πεπίθις του Καζαντζάκη τα χρόνια που μας ενδιαφέρουν είναι ότι ο υφιστάμενος κόσμος δεν επιδέχεται διορθώσεις και βελτιώσεις, άρα δεν υπάρχει λύση από τον αφανισμό του. Γράφει στα γράμματα στη Γυναίκα μου που δημοσιεύονται στο νουμά το 1923, καλύτερα ένα τρομερό τέλος παρά ένας τρόμος δίχως τέλος. Γράφει επίσης από το Βερολίνο στον φίλο του ιερέα Μανούλη Παπαστεφάνου που μένει στη Βορστόνη. Εδώ η φραγγιά σαπίζει. Ο Οσβαρτ Σπέγκλερ και το πολύ καλό βιβλίο του Παρακμή της Δύσης άσκησε ένα σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη κατά την παραμονή του στο Βερολίνο αλλά και μετά από αυτή. Και παρακάτω στην ίδια επιστολή λέω με έναν φίλο μου να ιδρύσω περιοδικό, όχι φιλολογικό. Θα ετοιμάζει κοινωνιολογικά το δρόμο μας. Θα είναι κομμουνιστικό. Θα ζητά την ανατροπή του αστικού καθεστότος. Θα θέλει όπως έλεγαν οι στοικοί την εκπύρωση. Να καθαρίσει δηλαδή η γης με τη φωτιά. Πώς καψαλίζουν τα χωράφια για να ριχτεί ο νέος πόρος. Η εκπύρωση σύμφωνα με τη στοικοί φιλοσοφία είναι η περιοδική καταστροφή του κόσμου μέσω της φωτιάς με καθαρτή αποτελέσματα. Αυτή επανέχεται διαρκώς στα γραφτά του Καζαντζάκη στη δεκαετία του 1920. Ο κομμουνισμός έλκει τον Καζαντζάκη στο βαθμό που επαγγέλεται την εξεμελίωση της παρούσας κοινωνίας. Την επαγγέλεται και στην περίπτωση της Ρωσίας την έχει ήδη πραγματοποιήσει. Η βία της κομμουνιστικής επανάστασης όχι μόνο δεν θέτει πρόβλημα αλλά παιναντίας δικαιώνεται. Στο ταξιδιωτικό του βουλίου για τη Ρωσία που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1928, ο Καζαντζάκη σημειώνει ότι οι επαναστάτες διάπραξαν σφάλματα, βιαιότητες και φόνους για να παρατηρήσει. Έτσι συνέβη πάντα στην ιστορία. Μονάχα έτσι προχωρούν τα ανθρώπινα στατέματα πάνω στη γη. Όλη η ιστορία του πνεύματος στάζει αίμα. Η έμφραση δική μου και εδώ και στις επόμενες διαφάνειες. Μπορεί να είναι σύμφωνη με την διοσυγκρασία μας ή να προσβάλλει την ηθική μας η μέθοδος αυτή να μετουσιώνεται η ύλη σε πνέμα. Μα άλλη μέθοδος δεν υπάρχει. Άρα ο δρόμος που οδηγεί στη λύτρωση περνάει υποχρωτικά μέσα από τη βία και την καταστροφή. Διαμέσου του κακού φτάνει κανείς το καλό. Την ιδέα αυτή, την διατυπώνει του 1925 ως εξής, μίσος, πόλεμος δίχως έλεος, χωρίς έλεος, χωρίς συμβασμό στην τάξη που την εποχή τούτη έλαχη να αποτελεί την αντίδραση, την αδικία, την ανηθικότητα. Στην τάξη των αστών έκαναν το χρέος τους, τώρα γενικάν εμπόδια στο πνεύμα. Το μίσος τούτο είναι το μόνο μέσο για να φτάσουμε στην πλατείτατη αγάπη προς τον άνθρωπο. Έτσι συνέβη πάντα στην ιστορία. Ακόμα και ο χριστιανισμός δεν εξαπλώθηκε με διαφορετικό τρόπο, ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Και οι πρώτοι πιστοί μαζωμένοι γύρω από τις λυτές αγάπες τους, όπως οι σημενοί σύντροφοι, ένιωθαν στην καρδιά τους το μίσος εναντίον του κακού και τη βασίτα την τολή να κηρύξουν σε όλη τη γης ασύνα και με τη βία την αγάπη. Επομένως ο Καζαντζάκης συμφωνεί με τον κομμουνισμό τόσο ως προς τον στόχο, ανατροπή του αστικού καθεστότος, όσο και ως προς τα μέσα, άσκηση καταστρεπτικής βίας. Σε αντίθεση ωστόσο με την κομμουνιστική ιδεολογία, ο συγγραφέας δεν πιστεύει στην πραγμάτωση μιας δίκαιης και ειρηνικής κοινωνίας. Ας δούμε ένα απόσπασμα από το «Τόντα Ράμπα», μυθιστόρυμα που έγραψε στα Γαλλικά το 1929. Είχε μόλις ολοκληρώσει το τελευταίο του ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση. Το «Τόντα Ράμπα» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε αυτοτελή έκδοση στη Γαλλία το 1934. Βρισκόμαστε στο Κίεβο και παρακολουθούμε τη συζήτηση μιας παρέας Εβραίων. Είναι όλοι κομμουνιστές εκτός από τον ασθενικό Εφραήν Μιχάλοβιτς. Όταν κάποιος από την παρέα αντιδράστηκε τα λεγόμενά του αποκαλώντας τον ψιθυριστά μυστικιστή, ο Εφραήν Μιχάλοβιτς αντιδράθει μωμένα. Εσείς ο μυστικιστής, εσείς ο μυστικιστής και εσείς όλοι οι κομμουνιστές πιστεύετε στη χρυσή εποχή που θα έρθει με τον θρίαμβο της ιδέας σας. Πιστεύετε ότι οι τάξεις θα εξαφανιστούν, οι πόλεμοι θα σταματήσουν. Κακόμυρη αισιόδοξη, μωρόπιστη, κακόμυρη μυστικιστές αφελής, πιστεύετε στην ευτυχία. Η μετάφραση του Γιάννη Μαγκλή, με μία αλλαγή έχω αντικαταστήσει το μυστικοπαθής του Μαγκλή από τον μυστικιστής, ο Καζαντζάκης, στο γαλλικό πρωτότυπο γράφη Mystique. Οι κομμουνιστές είναι μυστικιστές σύμφωνα με τον Εφραήμ που δεν εκφράζει πλήρως τον Καζαντζάκη, επειδή ταυτίζονται με τις θρησκευτικές εκείνες παραδόσεις που καγιέρηξαν την ιδέα της χρυσής εποχής, τοποθετώντας την βέβαια όχι αποκλειστικά στο τέλος της ιστορίας, όπως ο κομμουνισμός, αλλά και σε κάποιο αρχαίο γρονο παρελθόν. Την ίδια ακριβώς εποχή που γράφει το τόντα Ράμπα, ο Καζαντζάκης συντάσσει μία επιστολή στον φίλο του Μιχάλη Αναστασίου, αντίγραφο της οποίας ταχυδρομεί στον Πρεβελάκη. Ο Καζαντζάκης επιχειρεί εκεί να συγκεφαλώσει την άποψή του για τον σοβιετικό κομμουνισμό. Ζώντας από κοντά τη Ρουσία, δηλαδή ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, έφτασα στο συμπέρασμα τούτο. Η κατάκτηση είναι κατώτερη από την έφοδο. Συμπέρασμα επικίνδυνο και οδυνηρό που δεν μπορεί ποτέ να χρησιμεύσει ως πρακτική βάση της ανθρώπνης εμπειρίας. Η πραγμάτωση του ιδανικού ελάττωσε την ψυχή του αγωνιζόμενου για το ιδανικό. Οι ψυχές, φτάνοντας σε μια ισορρόπηση που τους φαίνεται ευολική, δεν θέλουν πια να προχωρέσουν. Οι επαναστάτες έγιναν βολεμένοι, οι βολεμένοι γρήγορα καταδούν συντηρητικοί και σιγά σιγά οι συντηρητικοί γίνονται αντιδραστικοί. Το ποητημότερο και γωνιμότερο στάδιο της ανθρώπνης πορείας δεν η πραγμάτωση του ιδανικού, μα η έφοδος. Συνομιζώντας κάπως το σκεπτικό του Καζαντζάκη εδώ, αλλά και σε άλλα παρεμφερή κείμενα, θα λέγαμε ότι η έφοδος είναι ανώτερη από την κατάκτηση, γιατί η πραγμάτωση του ιδανικού προκαλεί ευχαρίστηση, ικανοποίηση και ευτυχία, συναισθήματα που με τη σειρά τους επιφέρουν ευησυχασμό, πνευματική ακινησία και στασιμότητα, με αποτέλεσμα να ανακόπτεται η εξελικτική πορεία και η ανωδική κίνηση του ανθρώπου. Διεβάζουμε στην ασκητική «Να είσαι ανήσυχος, αυχαρίστητος, απροσάρνωστος πάντα, όταν μια συνήθεια κατατήσει βολική να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση. Πού πάμε, θα νικήσουμε ποτέ, προς τι όλη του τη μάχη, σώπα, οι πολεμιστές ποτέ δεν ρωτούνε». Ο Καζεντζάκης προβάλλει το ιδεόδες μιας ζωής όπου όλα τελούν σε διαρκή εκκρεμότητα, όπου τίποτα ποτέ δεν είναι ολοκληρωμένο και οριστικό. Η μεσιανική επομένως προσδοκία ενός λυτρωμένου κόσμου κινητοποιεί τον άνθρωπο και τον οθεί σε μια ανωδική πορεία, σε μια αργόδη προσπάθεια για να μετουσιώσει, σύμφωνα με την προσφυλή στον Καζεντζάκη διατύπωση, την ύλη σε πνεύμα. Δεν υπάρχει ωστόσο στην κοσμοθωρία του συγγραφέα θέση για την επίτευξη της λύτρωσης. Η ουσία του μεσιανισμού του έγκειται στην αέναει αναμονή του Μεσσία. Αναμονή που οθεί τον άνθρωπο στην αναζήτηση της σωτηρίας. Αυτή όμως η αναζήτηση οφείλε να εκτιλήσεται στους γυναικές. Δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στο σκοπό της χωρίς να αυτοανερεθεί, όπως αποδεικνύει για το Καζεντζάκη η επικράτηση του κομμουνισμού στη Ρωσία. Άρα θα λέγαμε ότι χρειαζόμαστε την ενεργητική αναμονή του Μεσσία, όχι όμως και την έλευσή του. Ο μεσιανισμός του Καζεντζάκη είναι ένας μεσιανισμός χωρίς Μεσσία. Πολύ χαρακτηριστικά σε επιστολή του στη Γαλάτια από το Βερολίνο, ταυτίζει τον Μεσσία με το ανήπαρκτο, η τυχή μέρα. Σύμφωνα με την ωραία διατύπωση του Αντώνη Γλιτζουρή στη μελέτη του για το πρόημο θεατρικό ερό του Καζεντζάκη, ο μεσιανισμός του είναι ένας ανέλπηδος μεσιανισμός. Η διατύπωση του Γλιτζουρή είναι ενταγμένη σε άλλα συμφαρροζόμενα, αλλά ταιριάζει πολύ καλά και στα δικά μας. Για να κατανοήσουμε πληρέστερα τον Καζεντζακικό μεσιανισμό, θα πρέπει να το δούμε και σε συνάρτηση με το ζωηρό ενδιαφέρον που ο συγγραφέας εκδήλωσε για τον Εβραϊσμό στη δεκαετία του 1920. Δεν είναι του παρόντως η εξέταση της σχέσης του Καζεντζάκη με τον Εβραϊσμό, σχέση σύνθετη που περικλεί και στοιχεία αντιφατικά. Ο συγγραφέας έχει προφανώς επίγνωση των εβραϊκών ριζών του μεσιανισμού. Στο βιβλίο του για τη Ρωσία αφιερώνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στους Εβραίους. Επιμένει ιδιαίτερα στο σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στη Σουβιετική Επανάσταση και ολοκληρώνει το κεφάλαιο με τις ακόλουθες φράσεις. Οι Εβραίοι σήμερα, είτε θέλουμε είτε μη, αποτελούν το προζύμι της γης. Ζούμε σε μια εποχή κρίση μεταβατική. Οι Εβραίοι θα ρίσκουν σήμερα ορισμένη ιστορική αποστολή, να καταστρέψουν τον παλιό κόσμο. Βρισκόμαστε στον αστερισμό των Εβραίων. Θα υποστηρίξει επίσης ότι ο Σοβιετικός κομμουνισμός αποτελεί, εισαγωγικά, την πιο μοντέρνα και οργανωμένη έκφραση του εβραϊκού μεσιανισμού, που έσμιξε με τον μεσιανισμό της ρούσικης ψυχής. Η Μόσχα, γράφει το 1926, είναι η Νέα Ιερουσαλήμ. Εισαγωγικά, η επανάσταση εκατομμυρίων ανθρώπινων πλασμάτων που ποινούν και δικούνται, κρίνεται ως η σύγχρονη εκδοχή της βιβλικής εξόδου των Εβραίων από τη δουλεία της Αιγύπτου. Οι Εβραίοι είναι αυτοί που και πάλι καθοδηγούν την απελευθερωτική πορεία. Εισαγωγικά, σήμερα μεταβατική περίοδος οργής, εκδικίσεως και βίας, οι Εβραίοι είναι αναγκαστικά πάλι ο εκλεκτός λαός του φοβερού θεού της εξόδου από τη γης δουλείας. Αποστολή λοιπόν των Εβραίων είναι να καταστρέψουν τον παλιό κόσμο. Θεωρώ ότι ο Καζαντζάκης είχε αντιληφθεί τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του εβραϊκού μεσιανισμού, την εβραϊκή ιδέα της ρήξης ανάμεσα στο ιστορικό παρόν και το μεσιανικό μέλλον, την αντίληψη δηλαδή ότι η ιστορική λύτρωση του εβραϊκού λαού δεν θα προκύψει από τη βελτίωση του υπάρχοντος κόσμου, αλλά από την ανατροπή του. Συνέλαβε έτσι ο Καζαντζάκης και τη δυνατότητα συνάρθρωσης του εβραϊκού μεσιανισμού με την κομμουνιστική ιδεολογία. Υπάρχει ένα σημαντικό βιογραφικό υπόστρωμα στη σχέση του Καζαντζάκη με τον Εβραϊσμό. Στο Βερολίνο γνώρισε την Πολονοεβραία Ραχίλη Ψτάιν και μέσω αυτής ορισμένες ακόμα Εβραίες της Πολωνίας, η Ραχίλη ήταν κομμουνίστρια και ταυτόχρονα διαποτισμένη από τη θρησκευτικότητα της εβραϊκής κοινότητας του Λότζ, από την οποία περιερχόταν. Μέσω των γνωριμιών αυτών ο Καζαντζάκης ήρθε σε επαφή με τη ζώσα παράδοση του εβραϊσμού της Ανατολικής Ευρώπης. Θα σταθώ λίγο παραπάνω στη σχέση του Καζαντζάκη με τον Εβραϊσμό για να δούμε πώς το ιδεόδες μιας ζωής σε διαρκή κρεμότητα εφαρμόζεται στην περίπτωση όχι πια ενός ατόμου αλλά ενός λαού και πώς η εφαρμογή αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένη γεωπολιτική και ιστορική θέση. Ο Καζαντζάκης θεωρεί ότι ο λαός που κατεξοχήν ενσαρκώνει το ιδανικό της διαρκούς ανησυχίας και ενός βίου χωρίς ανάπαυση, ακριβώς λόγω των μεσιανικών του προσδοκιών, είναι ο εβραϊκός. Το 1926 ταξιδεύει στην Παλαιστίνη. Σε μια από τις ανταποκρίσεις του, στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, παραθέτει τον διαλογό του με νεαρή Εβραία δασκάλα, που έχει κατασταθεί στην Παλαιστίνη, εμφορούμενη από τη σιονιστική ιδέα. Λέει ο Καζαντζάκης, «Οι Εβραίοι έχουν τούτοι την ανώτατη ιδιότητα να είναι ανήσυχοι, να μη χωρούν στην εκάστονται πραγματικότητα, να μάχονται να ξεφύγουν, να θεωρούν φυλακή αποπνηκτική κάθε καθεστώς και κάθε ιδέα. Με την ιδιότητά τους αυτή, την οδυνηρότατη, σώζουν τον άνθρωπο από τη βολεμένη κανοποίηση, δηλαδή από την αποτελμάτωση. Τούτη η πνοή των Εβραίων συντρίβει την ισορρόπηση, σπρώχνει την εξέλιξη πιο πέρα, έξιπερδει το πιο υπερήφανο στοιχείο της ζωής. Να μη ευχαριστείτε ποτέ, να μη σταματάει πουθενά. Οι διωγμίες, οι σφαγές, οι καταφρόνια η εξωρία, όλα όσα εσείς ονομάζετε διασπορά, εχάλκεψαν, επί 2000 χρόνια, την εβραϊκή φυλή και την έκαναν, χωρίς να το θέλει, με τη βία, ορομφέα του πνεύματος. Η δασκάλα απαντά εύλογα. Σας ευχαριστώ για τον ρόλο που μας δίνετε. Ομολογώ, μεγάλη είναι η τιμή να μας σκοτώνουν, να είμαστε αιώνιοι ανήσυχοι, να κάνουμε τους άλλους ανήσυχους, μα δεν θέμε πια. Κουραστήκατε, ανταπαντά ο Καζαντζάκης, μα η ιστορική ανάγκη που σπρώχνει τους λαούς δεν σας ρωτάει. Σας πόχνει ανήλαια, είτε θέτε, είτε δε θέτε, και η σύγχρονη σιονιστική κίνηση είναι και αυτή μια μάσκα που παίρνει η αδυσσόπητη μοίρα σας, για να σας ξεγελάσει μια στιγμή. Αποφαίνεται ο συγγραφέας, αν σκοπός της ζωής και προπάντων της ζωής ενός λαού είναι να ανεβαίνει με αγώνα τον ανήφορο του πνεύματος, τότε η σιονιστική κίνηση είναι αντίθετη με τα ανώτερα συμφέροντα της φυλής σας. Και η στικομιθή ολοκληρώνεται με τα ακόλουθα λόγια του Καζαντζάκη. Πατρίδα των Εβραίων είναι η διασπορά, του κάκου προσπαθείτε να αποφύγετε τη μοίρα σας και ζητάτε ευτυχία και ασφάλεια στην Παλαιστίνη. Ελπίζω, ελπίζω για τη αγάπη τους Εβραίους, αργά και γρήγορα να σε διώξουν από εδώ και να σας σκορπήσουν πάλι σ' όλη τη γης οι Άραβες. Ο Καζαντζάκης υπερασπίζεται έναν εβραϊσμό χωρίς σιονισμό. Πιστεύει ότι η επιστροφή στα ειδάφη της Παλαιστίνης, ναι μεν, μπορεί να εκπληρώνει τη μεσιανική προσδοκία του εβραϊκού λαού για ιστορική αποκατάσταση. Ανερεί ωστόσο τα οσιώδη, σύμφωνα με τον ίδιο, γνωρίσματα του εβραϊσμού που είναι η διαρκής ανησυχία και η διάσπαση της εκάστουτης οροπίας. Γνωρίσματα που τοποθετούν τους Εβραίους στην εμπροστοφυλακή του αγώνα για την ανατροπή του παλιού κόσμου. Στον αγώνα αυτόν έγινε η αληθινή μεσιανική αποστολή των Εβραίων για τον συγγραφέα μας. Οι μεταμορφώσεις της μεσιανικής ιδέας μετά τον Δεύτερο Παγκοσμιοπόλεμο αποτελούν ένα εξεχωριστό κεφάλαιο που δεν μπορούμε να θύξουμε εδώ. Θα περιοριστώ σε ένα εξαιρετικά σύντομο σχόλιο με το οποίο και θα ολοκληρώσω την ομιλία μου. Διαβάζουμε στον πρόλογο του μυθιστορίματος «Βίος και υπογεία» το «Λέξη Ζορμπά» που κυκλοφόρησε το 1946 αλλά που γράφτηκε στη διάρκεια της κατοχής. «Η μεγάλη στροφή, η ολοκληρωτική αλλαγή του μετόπου, η εκπήρρωσης και ανακέννησης δεν έγινα. Ήταν πια πολύ αργά και έτσι ο Ζορμπάς, αντί να γίνει για μένα υψηλό επιταχτικό πρότυπο ζωής, ξέπεσε και έγινε φιλολογικό αλίμωνο θέμα για να μου τσαλώσω κάπου στις σκόλες χαρτί. Η εκπήρρωση δεν έγινε, πικρή παραδοχή που δεν εμποδίζει ωστόσο τον συγγραφέα να κάνει κάτι περισσότερο από το να μου τζουρώσει μερικές σκόλες, να γράψει ένα μυθιστόριμα. Την επαύριο του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ο Καζανδέξη μοιάζει να εγκαταλείπει την προσδοκία της καταστροφής του υπάρχοντος κόσμου. Το 1945 αναμείχθηκε στην πολιτική ζωή της χώρας ως Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ένωσης, κόμματος που πρέσβευε τις αρχές ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού. Δείλωνε σε συνέντευξη του την ίδια χρονιά «Μουνάχα, ο σοσιαλισμός ως σκοπός και η δημοκρατία ως μέσο θα μπορέσουν να δώσουν ικανοποιητική και δίκη λύση στα φοβερά και κατυπίγοντα προβλήματα της εποχής που ζούμε». Από την αντινομία μέσων και σκοπών, στην αγάπη οδηγούμαστε μέσα από το μίσος, ο συγγραφέας έχει πλέον περάσει στη συνάφεια μέσων και σκοπών. Στον σοσιαλισμό οδηγούμαστε μέσα από τη δημοκρατία. Ο Καζαντζάκης δεν θα πάψει βέβαια να καταφέρεται εναντίον του καπιταλισμού, θα εξακολουθήσει να στέκεται θετικά απέναντι στη Σοφιατική Ένωση, θα επιχειρήσει μάλιστα να δικαιολογήσει την εισβολή των στατευμάτων της στην Βουγγαρία το 1956. Θα συνεχίσει να τονίζει ότι η κατάκτηση είναι κατώτερη από την έφοδο. Όμως ο πολιτικός μεσιανισμός και οι αποκαλυπτικές προσδοκίες που αυτός είχε εκθρέψει στον Μεσοπόλεμο έχουν τώρα υποχωρήσει στη σκέψη του. Ναι μεν η αναζήτηση της λύτρωσης στο πεδίο της ιστορίας και της πολιτικής δεν θα σταματήσει στο έργο του. Διαπιστώνουμε όμως παράλληλα και την ισχυρότερη παρουσία σε αυτό περισσότερο προσωπικών και υπαρξιακών εκδοχών της σωτηρίας. Σας ευχαριστώ. Κυρίες και κύριοι φίλες και φίλοι καλησπέρα και από μένα. Κατ' αρχάς ευχαριστώ και εγώ τον κύριο Ζουμπουλάκη και την Εθνική Βιβλιοθήκη για την πρόσκληση και τη φιλοξενία και βέβαια όλες και όλους εσάς που μας τιμάτε με την παρουσία σας. Θα σας μιλήσω για την ασκητική περισσότερο γιατί είναι ένα κείμενο από το οποίο μπορούμε να ανοιχνεύσουμε το φιλοσοφικό στίγμα του Νίκου Καζαντζάκη και με επίκεντρο αυτή μπορούμε και αργότερα να θέσουμε και κάποια σημεία για συζήτηση. Το καλοκαίρι του 1927 και στο περιοδικό Αναγέννηση, όπως είπε και ο αγαπητός συνάδελφος Γιάννης Δημητρακάκης, αυτό το περιοδικό διευθυνόταν από τον Δημήτρη Γλινό. Δημοσιεύτηκε λοιπόν εκεί το ποιητικό στοχαστικό δοκίμιο του Καζαντζάκη «Salvatores Dei Askitiki». Πριν όμως από τη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου κειμένου, ο Καζαντζάκης διάνησε μια πορεία από τις σελίδες του συγκεκριμένου περιοδικού, η οποία θα μπορούσε και για λόγους τεχνοτροπίας, και για λόγους ρυθμικούς, αλλά και για λόγους διαμόρφωσης των φιλοσοφικών του ιδεών, να χαρτογραφηθεί ως πορεία που οδήγησε το συγγραφέα στην Ασκητική. Στο εναρκτήριο τεύχος του περιοδικού, ο Καζαντζάκης αξιοποιεί από την αρχαιότητα παραδομένη ιδολογική συνθήκη του διαλόγου ως κειμενικής και λογοτεχνικής πρακτικής. Και επιπρόσθετα αξιοποιεί και την λιρικά φορτισμένη φράση μέσα από αυτό που λέμε στίχο-εδάφιο, στίχο-παράγραφο, Βερσέ βέβαια το λέμε στην Βιβλιογραφία Διεθνός. Είναι δηλαδή ο στίχος που δεν εξαντλείται στη μία σειρά, αλλά συνεχίζει και σε λίγες ακόμη σειρές και αποτελεί ουσιαστικά μία παράγραφο. Αυτό, εάν γίνεται με ένα ρυθμό επαναλαμβανόμενο, δίνει στο κείμενο βέβαια μια έντονη ρυθμοποίηση. Λοιπόν, τέτοιο κείμενο είναι η συζήτηση με έναν αρχηγό, πριν από την ασκητική όλα αυτά. Στη Μόσχα έτυχε να συναντηθώ με έναν από τους διανοητικούς αρχηγούς των Μπολσεβίκων. Ευτής ξέσπασε ανάμεσά μας η διαφωνία και η συζήτηση. Αντιγράφω πιστά τη στιχομυθία μας γιατί μπορεί να έχει γενικότερη σημασία. Αποκρίθηκα γελώντας, μα βαθύτατα η συζήτηση τούτη με το ρούσο αρχηγό με είχε πικράνει. Με τι παραπατήματα, με πόσους αγώνες, με πόσο μονομερείς φανατισμένους αρχηγούς προχωρούν οι λαοί στη Γη σε τούτη. Όλα τούτα οικονομικά συστήματα, νομοθεσίες, πολιτεύματα, πόσο επιπόλαια και ανάξια είναι να ανανεώσουν το πρόσωπο της Γης. Μονάχα αν μετουσιωθεί η καρδιά του ανθρώπου, όλη τούτη η σημερινή πολύπλοκη πραγματικότητα με τα άλλη τα προβλήματά της θα γίνει απροσδόκητα απλή. Μα για να αναπηδήσει η λύτρωση τούτη, χρειάστηκε πάντα να βυθιστούν οι λαοί στα αίματα, στη δυστυχία, στην πείνα. Τούτο στάθηκε πάντα ο φοβερός σκληρότατος νόμος. Μονάχα αιματωμένα, πεινασμένα σωθικά, μπορούν να γεννήσουν το λυτρωτή λόγο. Και γι' αυτό είναι δίκαιο να αμολογήσουμε πως οι φανατικοί τούτη αρχηγοί της Ρουσίας, χωρίς να βλέπουν καθαρά τον άρτιο κύκλο, όμως εκτελούν πιστά το σκληρό προδρομικό τους χρέος, οργώνουν τα σωθικά του ανθρώπου. Ο Χρήστος Καρούζος εκφράζει έντονες αντιρήσεις προς τις Καζαντζακικές θέσεις και είναι ενδεικτικό για τις ρυθμικές και γενικότερα αναγνωστικές αντιλήψεις και της δεκαετίας του 1920, ότι εκλαμβάνει το κείμενο του Καζαντζάκη ως λιρικό φιλοσοφικό πεζοτράγουδο. Στο πρώτο φύλο της αναγέννησης δημοσιεύτηκε του κ. Καζαντζάκη ένα λιρικό φιλοσοφικό πεζοτράγουδο. Τα τραγούδια τα κρίνει κανένας μονάχα από αισθητική άποψη αν είναι καλά ή όχι. Ο κ. Καζαντζάκης σίγουρα δεν είχε καθόλου στο νου του να γράψει μελέτη και να προκαλέσει επιστημονική συζήτηση. Από την αρχή ως το τέλος δεν κάνει άλλο παραναβογματίζει ή να ποιητικολογεί. Το συμπέρασμα του κ. Καζαντζάκη θολό, μυστικιστικό, απειθάρχητο και αναρχικό. Ένα μονάχα δείχνει πως άλλο πράγμα είναι να οραματιστεί ο ποιητής στον άρτιο κύκλο Νίτσε και άλλο να νιώσει την ιστορική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Πέραν της και από εδώ επιβεβαιωμένης πρόσληψης και κατά τη δεκαετία του 1920, κάθε κειμένου ποιητικής υφής ως τραγουδιού, καθώς και της επισήμανσης έστω και παρενθετικά, χωρίς εμφαντικό τόνο, νιτσεικών επιρρών στον Καζαντζάκη. Δηλαδή αυτή την ερώτηση σε παρένθεση τη βάζει ο Χρήστος Καρούζος, τον Νίτσε δηλαδή, τον ανορουτιέται. Υποτύπων υποσημείωσης παρατηρεί και το εξής. Μια παρατήρηση ακόμα, ο κύριος Καζαντζάκης φορτώνει στον Μπολσεβίκο αρχηγό, που με αυτόν συζητούσε κάμποσες ανοησίες, που δείχνουν πως ή δεν ήταν Μπολσεβίκος, ή άσκημα τον κατάλαβε, ή είναι ανήπαρχτος. Αυτή που σημείωση είναι πιο σύνθετη από στο φέντεκτρο της όψεως, γιατί η διαφωνία προς τις θέσεις του Καζαντζάκη υπογραμμίζεται, αλλά η σκιαγράφηση της διαλογικής μορφής του Καζαντζακικού κειμένου και η υποψία για χρήσιμη υφαπλασίας, συντύνουν στο να ανορθώνει ο λογοτεχνικός χαρακτήρας του, γνώρισμα βέβαια που απερίφραστα ο Καρούζος καταδικάζει. Στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού, της Αναγέννησης Πάντα, ο Καζαντζάκης διατηρώντας ως ιδολογικό τρόπο της έκφρασής του το στοχαστικό δοκίμιο σε στίχο παράγραφο πάλι, με λιρικές εξάρσεις, δημοσιεύει το κείμενο η Νέα Πομπύια, στο οποίο, όπως έχει γενικά παρατηρηθεί και σωστά, η πρόδρομη εισαγωγή των συντονισμένων ενειών της κραυγής και του αόρατου μέσα σε μια βιταλιστική προοπτική μπερξονικής αφετηρίας λειτουργούν. Σε επόμενο τεύχος, το πέμπτο τεύχος, φιλοξενείται το κείμενό του Η Σταυρωμένη Ρουσία, όπου και εξηγεί πώς εκλαμβάνει τον μετακομμουνισμό. Οπότε μπορούμε να συναγάγουμε και τον λόγο για τον οποίο χαρακτήρησε μετακομμουνιστικό πιστεύω την ασκητική. Ενώ στο έκτο τεύχος, με τη γλώσσα πλέον ενός δοκιμίου που δεν ενέχει υψηλό βαθμολυρισμό, ώστε οι παράγραφοι που το συγκροτούν να εκλαμβάνονται σαν υπερβαίνονται στη μια σειρά στίχη, επιχειρεί μια επισκόπηση της Σοβιετικής Ρουσίας. Ένα απόσπασμα αυτού του κειμένου είναι ενδεικτικό όχι μόνο για τη βιοθεωρία του Καζαντζάκη, αλλά και για τον τρόπο που αυτός κατανοούσε και ερμήνευε το ιστορικό γίγνεσθε. Σας διαβάζω. Η δημιουργία του νέου τούτου πολιτισμού δεν είναι σίγουρη όπως τίποτα δεν είναι σίγουρο σε κάθε δημιουργία. Μπορεί να έλθει όλεθρος, αμοιβαία καταπόντιση ή μικρόψυχος συνδυβασμός. Μα μπορεί η νέα δημιουργική πνοή να είναι μεγάλη και τότε ζούμε από τον Παγκόσμιο Πόλεμο και από τη Ρούσικη Επανάσταση και πέρα τις αιματηρές σπαραχτικές οδύνες ενός ανώτερου πολιτισμού που γεννιέται. Παγκόσμιο Πόλεμο είναι το πρώτο βέβαιο, ο δεύτερος δεν είχε γίνει τότε ακόμα. Η δημοσίευση των ποιητικά δομημένων με όρους, στίχου, εδάφιο, στοχαστικών δοκιμίων, συζήτηση με έναν αρχηγό και η νέα απομπειία, προκάλεσε τη συγγραφή και δημοσίευση αντιρητικών προς τις θέσεις του Καζαντζάκη κειμένων, εκ των οποίων άλλα εκκινούσαν από ορθόδοξα μαρξιστικά προτάγματα, μη σας κουράσω τώρα αναφέροντας, αλλά έχουμε αρκετά τέτοια κείμενα. Άλλα προέβαλαν χριστιανορθόδοξα φιλοσοφικά μορφώματα, και αυτά πάρα πολλά, γνωστεί αυτή η αντιπαλότητα της Εκκλησίας, της επίσημης, τουλάχιστον, τον Καζαντζάκη για κάποια εποχή, τα οποία βέβαια δεν εναρμονίζονταν με την Καζαντζακική απόρριψη του χριστιανισμού ως κλειστής μεσιανικής φιλοσοφίας ή άλλα προσπάθησαν να ελέγξουν τις αντιφάσεις της Καζαντζακικής βιοθεωρητικής πρότασης. Χαρακτηριστική είναι η εγγραφή της Συντακτικής Επιτροπής του Περιοδικού της Αναγέννησης στο δεύτερο τεύχος στη ρουμπρίκα σημειώματα, στην οποία δεν παραλείπονται η αναφορά στο αρχικό σχεγγελιανό και στην εξελιγμένη επεξεργασίας του μαξιστικό σχήμα θέσεις άρσης-αντίθεσης που οδηγεί στη σύνθεση, καθώς και η αναφορά στην ποιητική φόρμα των κειμένων, συζήτηση με έναν αρχηγό και η νέα απομπειία. Δημοσιεύουμε στο φυλάδιο του το νέα μελέτη του κυρίου Καζαντζάκη με το τίτλο «Νέα απομπειία» στη νέα μελέτη του, και τις ονομάζουμε μελέτες γιατί έχουν ιδεολογική θέση, αν και είναι γραμμένες σε φόρμα ποιητική, ο κύριος Καζαντζάκης δίνει τη δική του αντίληψη για το ιστορικό γίγνεστε, ώστε όσοι θέλουν να συζητήσουν έχουν μπροστά τους τώρα και την άρνηση και τη θέση του κυρίου Καζαντζάκη. Ας δούμε το επιλογικό τμήμα του κειμένου «Νέα απομπειία», στο οποίο διακρίνονται τόσο η ρυθμική δυναμική του στίχου εδάφιο, όσο και οι φιλοσοφικές ορίζουσες της Καζαντζακικής σκέψης. Την αδυσσόπητη τούτη προσπάθεια δεν μπορούν οι ΜΑΖΕΣ να τη διακρίνουν. Της δίνουν διάφορες μικρές ονομασίες για να μπορέσουν να την κάνουν νοητή στο στενό μυαλό τους και αγαπητή στις ταπεινές τους ανάγκες. Την ονομάζουν ευτυχία, δικαιοσύνη, ισότητα, ειρήνη. Μα ο αόρατος αγωνιζόμενος, αφήνοντας τα δολώματα τούτα να γοητεύουν και να καρδιώνουν τις ΜΑΖΕΣ, μάχεται σκληρός και ανήλαιος να διαπεράσει τις άρκες τούτες, να δημιουργήσει από όλες τις σύγχρονες κραυγίες της πείνας και της οργής ένα λόγο ελευθερίας. Τα νιτσεϊκής κυρίως διαμόρφωσης φιλοσοφικά μορφώματα της αιώνιας επιστροφής και της διανοητικής ένδυας των ανθρωπίνων ΜΑΖΩΝ, συνδυασμένα με το ρομαντικογενούς κοπής ιδεολόγημα του εκλεκτού και ανώτερου από το πλήθος αγωνιζομένου, σκληρού και ανήλαιου κατά τη νιτσεϊκή φράση, καθώς και με τις σύνθετα διαμορφωμένες φιλοσοφικές και λογοτεχνικές αναζητήσεις του συγγραφέα, οικοδομούν την Καζαντζακική πρόταση. Συνεχής αγώνας κατά το ανηφόρησμα του ανθρώπου, ηθικό χρέος και υπαρξιακή κραυγή που παλεύουν να αρθρώσουν λόγω ελευθερίας, που φιλοσοφικά αποκρυσταλωμένος και με ποιητικό ίστρο εκφρασμένος και στην ασκητική όπως θα δούμε, οροθετήθηκε ως πλήρης αποδέσμευσης της ανθρώπινης οντότητας από κάθε φόβο αλλά και κάθε ελπίδα. Ο Καζαντζάκης, στο καταληκτικό τμήμα του κειμένου «Ισταυρωμένη Ρουσία», αφενός συνεχίζει να αποδίδει τις αναζητήσεις του υπαρξιακής στόφας στο χασμού του με λιδικό ύφος, προσαρμοσμένο στη ρυθμική δομή που από τις αρχές του 20ου αιώνα έχει αξιοποιήσει, αφετέρου εξηγεί σαφέστερα γιατί είχε χαρακτηρίσει τη φιλοσοφική του πρόταση μετακομμουνιστικό πιστεύω, όπως άλλωστε τόνεις εμφανικά και στο προλογικό σημείωμα της πρώτης έκδοσης της ασκητικής. Πάντως, οι αναφορές του στις μυστικές δυνάμεις του θανάτου και στον Χριστό, υποδεικνύουν τη συνθετότητα της σκέψης του που ανεξαρτήτως της συμφωνίας ή της διαφωνίας με τις φιλοσοφικές απολύξεις της, αποραίει πολυσιλεκτική, συνδυαστική και νευρόδης, πόρο απέχουσα της ολικής υιοθέτησης μεσχιανικών σχημάτων, φιλοσοφικών, θρησκευτικών, πολιτικών ακόμη και καλλιτεχνικών. Για να το πούμε απλούστερα, θα λέγαμε ότι πέρασε, όπως πολύ σωστά είπε και ο Γιάννης, από διάφορα μεσχιανικά οράματα, αλλά είχε μια τόσο ισχυρίες ότερη φλόγα που έκαιγε τα οράματα. Δηλαδή διαμόρφωσε βέβαια μια δική του πρόταση που πάρα πολλά πράγματα συγκεφαλαίωνε. Γράφει λοιπόν σε αυτό το κείμενο, «Γιατί το λογικό πιστεύει μονάχα σε ό,τι θωρούν τα μάτια και δεν ογάει τις μυστικές δυνάμες του θανάτου. Μα καθώς είπε ο Χριστός, το στάρι για να γίνει στάχι πρέπει να κατεβεί στη γης και να πεθάνει. Όμια Πάσχη κι η Ρουσία σαν ένα σπόρος στάρι σαν μια μεγάλη ιδέα. Και αν δεν έρθει ο λόγος να σώσω την άναρθρη κραυγή της Ρουσίας, η κραυγή όμως ακατάλλητα θα δουλεύει τις γεναιές των ανθρώπων». Εννοεί, θα γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας, ε? Γιατί το δουλεύω, αλλιώς το χρησιμοποιούμε σήμερα στιγματισμένοι. «Οσότου γίνει λόγος. Έτσι, Σύντροφε, αντικρίζω τη Ρουσία με υπομονή, με εμπιστοσύνη και με δέος. Ο Σύντροφός μου με κοίταξε με οργή. Πώς θα ονομάσουμε τον ερετικό τούτο τρόπο που αντικρίζεις τον κομμουνισμό? Με μέσα από τόσο θετικά μάχες εναφτάσεις ένα σκοπό τόσο μυστικό. Περιστρέφει ο νους σου τους ανθρώπους όπως ο τροχός στη λάσπη. Αυτά που λες δεν είναι κομμουνισμός. Τι αξία έχουν οι ονομασίες. Αυτά λέει η καρδιά μου με πάθος, αυτά τακτοποιεί ο νους μου με σαφήνια, αυτά βούλεται η πράξη μου. Όμως για να καθίσει χάσει το μυαλό σου, δώσε ένα όνομα, ονόμασε την ερετική του, τη γνώμη μου όχι κομμουνισμό, μα μετακομμουνισμό. Βάσιμα λοιπόν μπορούμε να υποστηρίξουμε με μια αναλογία βέβαια, πως με τη λογική σύμφωνα με την οποία οι τερτσίνες, τα πήματα δηλαδή σε ένα συγκεκριμένο ιταλογενές καλούπι, θεωρήθηκαν από τον Καζαντζάκι οι δορυφόροι της Οδύσσιας, της δικής του Οδύσσιας, της προσωπικής, του δικού του έργου, τα τρία στοχαστικά δοκίμιοα σε στίχο εδάφιο που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Αναγέννηση πριν από την ασκητική, που στο ίδιο περιοδικό δημοσιοποιήθηκε, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ρυθμικοί και φιλοσοφικοί δορυφόροι της τελευταίας. Όπως ορθά έχει παρατηρηθεί, γιατί έχει συγκριθεί με ακρίβεια οι δύο μορφές του έργου, της ασκητικής, η αρχική μορφή του 1927 και ας πούμε η οριστική του 1945, η αφαίρεση του εισαγωγικού σημειώματος είναι η πρώτη σημαντική προγραμματική διαφορά ανάμεσα στις δύο μορφές της ασκητικής. Το εισαγωγικό σημείωμα της αρχικής μορφής του 1927 στην Αναγέννηση είναι το εξής. Η ασκητική γράφτηκε στη Γερμανία το 1923 για να διατυπώσει την ψυχική αγωνία και τις ελπίδες ενός κομμουνιστικού κύκλου από Γερμανούς, Πολονούς, Ρούσους που δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν άνετα μέσα στη στενή, καθυστερημένη, υλιστική αντίληψη της κομμουνιστικής ιδέας. Η ασκητική τουρτί ας θεωρηθεί η πρώτη λυρική απόπειρα, η πρώτη κραυγή του μετακομμουνιστικού πιστεύω. Τώρα βέβαια, εάν εφαρμόσουμε το γνωστό τυπολογικό σχήμα του Ζεράρ Ζενέτ περί του προλόγου ως παρακειμένου, πάντως το εισαγωγικό σημείωμα της ασκητικής μπορεί να θεωρηθεί ένας πρωτότυπος συγγραφικός πρόλογος, στον οποίο ο χαρακτηρισμός του έργου ως πρώτης λυρικής απόπειρας και πρώτης κραυγής το καθιστά καρπό μιας κειμενικής προσπάθειας που είναι ακόμα στην αρχή της. Και γίνει δηλαδή μια εχμή για συνέχιση. Σε λιγότερο από ένα χρόνο από την πρώτη δημοσίευση, ο Καζαντζάκης έχει αναθεωρήσει ως προς τη φιλοσοφική κατεύθυνση και δευτερευόντως ως προς την υφολογική σύσταση του κειμένου, αλλά όχι ως προς την γενικότερη ρυθμολογική του οικοδόμηση. Στην οριστική μορφή, δηλαδή από το 1945 και εξής, οι κρητικοί διωματισμοί περιορίζονται αισθητά, ενώ έχει επαρκώς στοιχειοθετηθεί η τάση του συγγραφέα για απόδοση πολλών λέξεων με τον τύπο που είναι πιο κοντά προς την κοινή νεοελληνική γλώσσα. Διατηρεί βέβαια και στις δύο ομορφές, αυτόν τον βιβλικής προέλευσης και οραματικής απόχρωσης στίχο εδάφιο και τον λιρικά φορτισμένο τόνο, λιρική απόπειρα άλλωστε θεωρεί το έργο ο συγγραφέας του, ώστε να έχει προταθεί πιστικά η μετουσίωσή της από φιλοσοφικό δοκίμιο σε ποιητικό έργο. Πάντως, η φιλοσοφική απόκλειση των δύο ομορφών δηλώνεται και από τον ίδιο τον Καζαντζάκη. Σε επιστολή του προς τον Παντελή Πρεβελάκη, η οποία γράφτηκε τον Ιούνιο του 1928, επισημένει «Διορθώνω την ασκητική σήμερα, πρόσθεσα ένα μικρό κεφάλαιο, σιγή, μπόμπα που ανατυνάζει όλη την ασκητική, μα σε λίγων ανθρώπων την καρδιά θα εκραγεί». Η βασική έναθεώρηση αφορά τη συνειδητοποίηση εκ μέρους του συγγραφέα, της μετακίνησής του, εν ήδη επαγωγικής πορείας θα έλεγα, από το μερικό στο γενικό. Το αρχικό του «πιστεύω» πλάστηκε ως μετεξέλιξη του κομμουνιστικού οράματος, με μία αίσθηση συλλογικής πνοής και ως απόρεια της προσπάθειας του να υπερβεί την καθυστερημένη υλιστική αντίληψη της κομμουνιστικής ιδέας, όπως μας λέει. Το γενικό φιλοσοφικό σχήμα του συνεχούς ανηφορικού δρόμου, του ηρωικού αγώνα χωρίς μεταφυσική ή οποιοδήποτε άλλου είδους ανταμοιβή ως υπαρξιακής δικαίωσης, φωτισμένη από το βίωμα της εσωτερικής ελευθερίας που τα φτιάχνει από το βίωμα της εσωτερικής ελευθερίας που τα φτιζόταν με εκδίωξη κάθε φόβου και κάθε ελπίδας, εμπεριέχεται και στις δύο μορφές του έργου, αλλά αποκορυφώνεται στην οριστική μορφή ως προέκταση του ισχυρού ατομικού εγώ στο ποθούμενο πανανθρώπινο όλοι. Ενδεικτική είναι η εσωτερική κεφαλαιοποίηση του τμήματος της ασκητικής το οποίο τυλωφορείται η πορεία. Σκαλοπάτη εγώ, η ράτσα, η ανθρωπότητα, η γης. Είναι βέβαια γνωστό ότι το εγώ, το εμείς και το όλοι έχουν θεωρηθεί και διαβαθμίσεις του παλαμικού λειρισμού, ενώ η Ρίστο εν Παρόδο και η πρόταση του Παλαμά για την αποδοχή του ποιητή ως προφήτη, μάλλον συνάδει και με τον υφολογικό ρυθμικό τόνο και με τη φιλοσοφική διάσταση της ασκητικής. Στο κεφαλαιό της ασκητικής η πορεία, το εγώ, το εμείς και το όλοι εκβάλλουν συνενομένα στη γης, στον κοινό για όλους χώρο της ζωής, από τον οποίο κάθε άνθρωπος κραυγάζει, εισαγωγικά δεν χωρώ, δεν χωρώ, θέλω να ξεφύγω, επιλέξει από το κείμενο. Ας θυμηθούμε όμως τον φιλοσοφικό πυρήνα της ασκητικής, αλλά ουσιαστικά και της φιλοσοφίας του Καζαντζάκη, ο οποίος αξιοποιώντας τον οραματικό παλμό και τη ρυθμική δυναμική του στίχου εδάφιο, αποκρυσταλώθηκε στο συγκεκριμένο κείμενο κατά τη δεκαετία του 1920 και σκιαγραφήθηκε στη συνέχεια με πολλαπλούς ιδεολογικά τρόπους στο λογοτεχνικό έργο του δημιουργού. Δίνουμε σε όλα, αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμε. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο. Αν μπορείς ψυχία να σηκώσου απάνω απ' τα πολύ βουακύματα και πιάσε με ένα κλωδογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν κι όλο με μια σβηθήσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα. Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας να αναβαγίσουμε. Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταράχτης, η νέα αγής υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου και ξαφνικά σε στρόβιλο βουβό θα βουλιάξει στον καταράχτη του θανάτου και εσύ και όλη η γαλέρα του κόσμου. Χρέω σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα να βάνεις πλώρη κατά την άδεισο και να λες «Τίποτα δεν υπάρχει». Τίποτα δεν υπάρχει, μήτε ζωή μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σαν δύο ανύπαρκτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγούνται, να σμίγουν, να γεννούν και να φανίζουν και λέω «αυτό θέλω». Ξέρω τώρα, δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λιτρώθηκα από το νου και από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι ελεύθερος. Αυτό θέλω, δεν θέλω τίποτα άλλο, ζητούσα ελευθερία. Βλέπετε δηλαδή ότι η γνωστή φράση που ζήτησε ο Καζαντζάκης να χαρακτήσει στον τάφο του, ήδη είναι διατυπωμένη από το 1927 μετά από διάφορες και παλληνοδίες και εντάσεις και αγώνα προσωπικό, είχε απολύξει σε αυτό το προσωπικό φιλοσοφικό μόρφωμα, που ουσιαστικά το υπηρέτησε μετά και με άλλα λογοτεχνικά έδικα και με τα σπουδαία του μυθιστορίματα κτλ. Ενδεικτική των προαναφερθισών διαφοροποιήσεων ανάμεσα στην αρχική και την οριστική μορφή της ασκητικής, είναι η συμπαράθεση των τριών στίχων με τους οποίους κλείνει η αρχική μορφή και των τριών αντίστοιχα στίχων με τους οποίους κλείνει η οριστική μορφή. Αρχική μορφή 1927 «Μακάρι οι όσοι ακούνε γιατί αυτοί θα σωθούν πολεμώντας. Μακάρι όσοι σώζονται γιατί αυτοί λευτερώνουν τον Θεό δημιουργώντας. Μακάρι οι όσοι βαστούν απάνω στους όμους τους την υπέρτατη ευθύνη». Και η οριστική μορφή του 1945 και προς τα εδώ. Οι τρεις τελευταίοι στίχοι «Μακάρι οι όσοι ακούν και χύνουνται να σε λυτρώσουν. Κύριε και λένε εγώ και εσύ μονάχα υπάρχουμε. Μακάρι οι όσοι σε λήτρωσαν σμήγουν μαζί σου κύριε και λένε εγώ και εσύ είμαστε ένα. Και τρεις μακάριοι όσοι κρατούν και δεν λυγούν απάνω στους όμους τους το μέγα εξαίσιο αποτρόπεο μυστικό. Και το ένα τούτο δεν υπάρχει». Η κοινή ρυθμική δόμιση και η υφολογική υιοθέτηση των ιεροπρεπών χριστιανικών μακαρισμών και στις δύο εκδοχές του κειμένου δεν αποκρύπτουν τις βιοθεωρητικές διαφοροποιήσεις. Η συλλογικότερη οπτική της αρχικής μορφής που ενδυναμώνεται από ότι τα συντακτικά υποκείμενα των ρημάτων είναι το «όσι» και το «αυτί» από δυναμώνεται και απολύγει σε υπογράμιση της ατομικότητας στην οριστική μορφή. Στην οριστική μορφή διαμέσου των εμφαντικών προς τον κύριο Ναφωνήσεων, στις οποίες υποφόσκει η καζαντζακική πεποίθηση πως οι άνθρωποι ως ατομικές οντότητες διασώζουν την έννοια και το βίωμα της θεότητας. «Εγώ και εσύ μονάχα υπάρχουμε», προς τον κύριο. «Εγώ και εσύ είμαστε ένα». Επιπρόσθετα, στην οριστική μορφή εισάγονται διαβαθμίσεις της μακαριότητας, μακάριοι και τρεις μακάριοι, ενώ η φιλοσοφική κατάφαση της αρχικής μορφής ως προς την ανάληψη της υπέρτατης ευθύνης μεταβάλλεται σε ηρωικό μηδενισμό στην οριστική μορφή από την υποδηλούμενη απόρριψη κάθε μεσχιανικού οράματος, εφόσον το ένα τούτο δεν υπάρχει. Επιλογικά, η ασκητική βέβαια είναι ένα δοκίμιο στοχαστικό με λογοτεχνική φόρτιση, αλλά δεν πάβει να είναι και ένα φιλοσοφικό μανιφέστο, γι' αυτό άλλωστε ο προφητικός οραματικός τόνος του κειμένου. Προσαρμοσμένος στην βιβλικής καταγωγής ρυθμολογική συνθήκη αυτού του στίχου, του στίχου εδάφιο, και εμποτισμένος με τη λιδική υφολογικά έκφραση του δημιουργού της, δεν εμπόδισε την κριτική να δεξιωθεί το κείμενο, κυρίως από πλευράς φιλοσοφικής, δίνοντας έμφαση στις ιδεολογικές του θέσεις. Αυτές οι θέσεις συμπυκνώνονταν από τη δεκαετία του 1920 και μετά σε ένα διοθεώρημα σύνθετης δόμησης και προσωπικής υφής, το οποίο προσπάθησε ο δημιουργός του να προβάλει και διαμέσου τη συγγραφή των μεταγενέστερων από την ασκητική λογοτεχνικών του έργων. Ο άνθρωπος, για να δικαιωθεί υπαρξιακά, πρέπει συνεχώς να παλεύει, ώστε να δώσει το μεγάλο έργο, χωρίς όμως να περιμένει οποιαδήποτε μεταφυσική ανταμοιδή. Το νόημα της ζωής και της ύπαρξης συμπυκνώνεται σε έναν συνεχή αγώνα κατά το ανηφόρησμα του ανθρώπου. Ιθηκό χρέος και υπαρξιακή κραυγή πασχίζουν για να αρθρώσουν ένα λόγο ελευθερίας, που φιλοσοφικά αποκρυσταλωμένος και με ποιητικό ίστρο εκπεφρασμένος και στην ασκητική, οροθετήθηκε ως πλήρης αποδέσμευση της ανθρώπινης οντότητας από κάθε φόβο αλλά και κάθε ελπίδα. Σας ευχαριστώ. Θα υπάρχουν δύο μικρόφωνα, έτσι θα κινούνται. Και το άλλο εκεί στον κύριο... Λοιπόν, ο κύριος Πάγκαλος. Ευχαριστούμε και τους τρεις ομιλητές. Εγώ θέλω να κάνω μια ερώτηση στον κύριο Δημητρακάκη, που με ενθουσίασε η ειση του. Και είναι μια ερώτηση κάπως ίσως λίγο ατέριαστη, γιατί θα θέλαμε να θέσουμε το ερώτημα, αν μπορεί να συγκριθεί ο Καζατζέκης με τον Σίγκερ, που είναι ένας Εβραίος συγγραφέας, όσον αφορά το θέμα του Μεσσιανισμού. Και γίνομαι γρήγορα σαφέστερος, σύμφωνα με όσα μας είπατε, ο Καζατζέκης πιστεύει σε έναν Μεσσιανισμό χωρίς Μεσσία, ή σε έναν ανέλπιδο Μεσσιανισμό, κατά τη διατύπωση. Ο Σίγκερ, από την άλλη, που γράφει το πρώτο του βιβλίο 33, το «Σατανά στον κόραι και γκρήτο το 35», δηλαδή είναι κοντά σχετικά με τον Καζατζέκη, αν και μικρότερος, λιδωρεί σχεδόν σε κάθε σελίδα του, την ιδέα ότι η κομμουνιστική Ρωσία μπορεί να είναι η πραγμάτωση του Μεσσιανισμού. Και γενικότερα είναι και στο πρώτο του βιβλίου αυτό, η ιδέα αυτή ότι το καλό μπορεί να προέρθει μέσα από το κακό, είναι μια ιδέα που ισοπεδώνεται στο μυθιστό ρήμα αυτό, «Σατανά στον κόραι», δηλαδή αυτή η αντίληψη φέρνει τον Σατανά και όχι τον Μεσσία. Και αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που ενός τον ένα, τον οδηγεί στο να ασπαστεί αυτές τις μεσσιανικές ιδέες που μας παρουσιάσατε, στον άλλο, που είναι και εβραίος, υπάρχει μια πλήρης απόρριψη του πολιτικού μεσσιανισμού. Και η υπόθεση που κάνω εγώ είναι, πρώτον, μήπως είναι το ζήτημα του Θεού, αν ο Καζατζάκης, ας πούμε, δεν πιστεύει πραγματικά στο Θεό, αλλά καταλήγει σε ένα μηδενισμό, ενώ ο Σίγκερ φαίνεται σε μερικές σελίδες να έχει μια αγνοστικιστική στάση, σε άλλες σελίδες φαίνεται να είναι ένας πιστός. Μετακινείται διαρκώς ανάμεσα σ' αυτές τις δύο θέσεις. Και η δεύτερη υπόθεση που κάνω είναι πια καθαρά, όσον αφορά τους χαρακτήρες των δύο συγγραφέων. Άρα στον Καζατζάκη έχουμε ένα αγωνιστικό, ηρωικό, ρομαντικό πρότυπο, ενώ στο Σίγκερ οι ήρωές του είναι ευάλωτοι, διχασμένοι, παραδίδονται σε πάθη που τους ξεπερνάνε, είναι έφτραυστοι. Και μήπως αυτό, ένας λόγος δηλαδή που βγαίνει μέσα από τη λογοτεχνία, τον κάνει να μην πιστεύει σε ένα επίγειο μεσενικό παράδεισο. Ευχαριστώ. Δεν είμαι πολύ έτοιμος να κάνω... Μ' ακούτε. Ναι. Όχι. Δεν είμαι πολύ έτοιμος να κάνω μια σύγκριση του Σίγκερ με τον Καζαντζάκη. Πάντως, ισχύει αυτό που είπατε. Δηλαδή, στο σημείο που είπατε, πάντως είναι ισχύει αυτό που είπατε. Δηλαδή, στο Σίγκερ υπάρχει μία κριτική, μία απόρριψη μάλλον του κομμουνισμού και υπάρχει μία κριτική στον εβραϊκό μεσιανισμό. Δηλαδή, είναι στους αντίποδες του Καζαντζάκη. Καζαντζάκη ξέρετε και από τον κομμουνισμό και από τον εβραϊκό μεσιανισμό, από τους πολιτικούς μεσιανισμούς. Τώρα, για ποιο λόγο υπάρχει αυτή η αντίθεση. Γιατί η αντίθεση, ναι, χρειάζεται κάποια σκέψη. Ξέρω καλά το λόγο του Σίγκερ. Νομίζω δεν υπάρχει καμία σχέση. Ο Σίγκερ είναι εβραίος, πιστός, μεγαλώνει σε μια ραβυνική οικογένεια και όπως ξέρω από τη διογραφία του, όταν είναι παιδάκια, περιμένουνε, πραγματικά περιμένουνε την έλευση του Μεσσία. Πιστεύει απόλυτα στην έλευση του Μεσσία μέχρι το έλευσης της ζωής του. Εκείνο που αναφέρει ο κ. Πάγκαλος στον Σατάν, στον Κόραη, είναι ο ψεύδω Μεσσίας. Είναι η έλευση των ψεύδω Μεσσίων και αυτοί είναι που προκαλούν όλη αυτή την καταστροφή, διότι ο ψεύδω Μεσσίας είναι αντινομικός, είναι αντίον του νόμου, διότι πιστεύει ότι δια της παραδόσσεως, στην ασωτία, στην ακολασία, στη διαφθορά, επιταχύνεται η έλευση ας πούμε της μεσσιανικής βασιλείας. Είναι οι ψεύδω Μεσσίες, δηλαδή τα βιβλία αυτά που ανέφερα ο κ. Πάγκαλος αναφέρονται στον ψεύδω Μεσσία Σαμπατά Ιτσβι και σε έναν άλλο ψεύδω Μεσσία τον Φραγκ, τα δεύτερα είναι μεταφρασιστικά ελληνικά και εναντίον αυτόν στρέφεται ο Σίγκερ. Ο Σίγκερ πιστεύει απόλυτα στον Μεσσία όπως τον διδάσκει η εβραϊκή θρησκεία. Μέχρι τέλους. Στον Καζαντζάκη είναι μεταφράσεις του μεσσιανισμού ας πούμε, δεν είναι ο καθαυτό ο μεσσιανισμός. Εγώ ήθελα να πω ακριβώς να προσθέσω δηλαδή ότι είναι δυο διαφορετικοί συγγραφείς, τώρα για ποιο λόγο συνέβη αυτό είναι κάτι άλλο, δεν μπορούν πολύ εύκολα να το προσδιορίσουμε. Όπως φάνηκε και από αυτό που είπε ο κ. Δημητρακάρης και ο κ. Ζουμπουλάκης, όντως ενώ στον ένα συγγραφέα υπάρχει ένα είδος κατάκρισης που είναι σε ένα βαθμό κελειδωρία, ο Καζαντζάκης δεν λειδωρεί. Είναι πολύ σοβαρός, δηλαδή μπορεί να έχει αντιρίσεις όσον αφορά το κομμουνιστικό όραμα, να έχει μια δική του εκδοχή, να το προχωρά κάποιος, αλλά δεν έχει σκοπό εκβάθρω να τον γκρεμίσει, τουλάχιστον στην φάση εκείνη και πριν από την ασκητική στην ουσία με τη σταυρωμένη Ρουσία και αυτά τα κείμενα. Είναι δηλαδή διαφορετικού παλμού τα κείμενα, αυτό είναι βέβαιο, μπορούμε να το διαγνώσουμε. Και εδώ βλέπουμε και τα όρια, αν θέλεις Μιχάλη, τα όρια των συγκριτολογικών μελετών. Δεν αρκεί ότι και ο ένας και ο άλλος μιλάνε για Μεσσία και λένε τη λέξη Μεσσίας για να συγκρινούμε δύο συγγραφείς. Είναι δύο ρυζικά διαφορετικά σύμπαντα. Άλλη ερώτηση, ο κύριος. Όταν κανείς μελετήσει λίγο, έστω και λίγο, τη ζωή του Κοσατζάκη, κάποια στιγμή θα βρεθεί μπροστά στο γεγονός της φιλίας του με τον Σικελιανό. Και διαβάζοντας λίγο από αυτό που συνέβαινε μεταξύ τους, καταλαβαίνει ότι δεν ήταν απλά μια λικοφιλία μεταξύ λογοτεχνών, ήταν ένας σύνδεσμος αρκετά βαθής, για να μην πω πάρα πολύ βαθής. Από μια μεριά, λοιπόν, έχουμε τον Κοσατζάκη με τον τρόπο που παρουσιάστηκε σήμερα. Ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας. Και από την άλλη έχουμε έναν ελληνοκεντριστή, αλαφροίσκοτο. Λοιπόν, έχω ένα ερώτημα. Οι δυνάμεις που τους συνέδεσαν αυτούς, ήταν οι συναισθηματικές παρορμήσεις τους να έχουν ένα φύλλο ή υπήρχε και ιδεολογικό υπόβαθρο, αξιακό υπόβαθρο, ας το πω έτσι. Ποιος θα απαντήσει, Δημήτρη. Φαντάζομαι δεν είναι απλώς μια φιλία, είναι όντως ένα αξιακό υπόβαθρο το οποίο τους ενώνει. Δηλαδή δεν μπορεί να είναι απλώς μια... η φιλία υπήρχε, αλλά είτε και μια αξιακή και ιδεολογική συγγένεια, φαντάζομαι, που θα αισθάνονταν οι δύο. Το ερώτημα θα αποκύψει σε αυτό το φάσμα που παρουσιάστηκε σήμερα, ποια είναι τα σημεία της σύγκλισης. Τη σύγκλιση των δύο. Το αξιακό υπόβαθρο, ποια είναι τα σημεία που συγκλίνουνε των δύο ανδρών, τα υπόβαθα τα αξιακά τους για να δημιουργηθεί ένας τέτοιος σημαντικός δεσμός. Δεν μπορεί κανείς έτσι εύκολα να τα επισημάνει. Γιατί ήταν και μια φιλία η οποία διάρκρισε και κάποια χρόνια. Δεν ήταν κάτι που ήταν στιγμιαίο. Πάντως το ερώτημα πρέπει να έχει προκύψει στο μυαλό μου επειδή μοιάζει το... Ναι, επειδή υπάρχει κάποια αντίφαση αξιακή στους δύο. Όχι τόσο πολύ. Αυτό εμφανίζεται για αυτό που το ρωτάω. Δεν μπορούμε να πούμε, αν μου επιτρέπετε να πω, δεν υπάρχει ακριβώς αντίφαση. Είναι κάτι διαφορετικό όμως. Κοιτάξτε, συμβαίνει το εξής, αν ανοίξουμε λίγο τη ματιά. Παρατηρούμε ότι και ο Καζαντζάκης και ο Σικελιανός και ο Βάρναλης, οι οποίοι είναι συνομήλικοι, αυτοί έχουν γεννηθεί... Ο Βάρναλης είναι λίγο θολό, 1883-84. Οι άλλοι ξέρουμε σίγουρα, το 1883-86, το 1884 ο Σικελιανός. Αυτοί και οι τρεις διαμόρφωσαν από ένα συγκροτημένο φιλοσοφικό σύμπαν. Όχι όμως το ίδιο. Ο καθένας δηλαδή, το δικό του, ο Καζαντζάκης, το γνωστό με τον Εουρικό Μηδενισμό, προσπαθήσαμε να το πούμε σαν την ασκητική, ο Σικελιανός, όπως είπατε, αυτήν τη συνένωση, συνύπαρξη των αντιθέτων, με έμφαση όμως στο μέτρο, ως χαριέστατη αρετή με τον δελφικό του λόγο, και ο Βάρναλης στο δικό του αριστερό όραμα, στην ορειμότητα. Είναι η εποχή ίσως που γαλουχήθηκαν, τους συνδέει όμως ότι πίστεψαν κάπου και προσπάθησαν με τον τρόπο τους να το υπηρετήσουν μέσα από το έργο τους, αυτό το πράγμα. Αυτό τους συνδέει, το ότι έχουν συγκροτήσει κάτι φιλοσοφικά ή λογοτεχνικά και προσπαθούν να το εκφράσουν, αλλά δεν έχουν βέβαια το ίδιο ιδανικό, δεν έχουν το ίδιο μόρφωμα φτιάξει. Ίσως είναι και το ότι ήταν κάπως ρωμαντικογενείς ως ψυχοσυνθέση, ήταν η εποχή τέτοια, και διαμόρφωσαν αυτή την πορεία ο καθένας. Σίγουρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ταύτιση, για διαφοροποίηση είναι μεταξύ τους, δεν είναι όμως θα λέγαμε σαν αν είναι έτοιμοι να συγκρουστούν με τοπικά, υπάρχουν και ορισμένες αναλογίες που τους συνδέουν και τους δύο που αναφέρατε, το Σκελιανό δηλαδή και τον Κατζαντζάκη. Και ο Σκελιανός έχει κείμενο το κήρυγμα του ηρωισμού, ε? Ναι. Γιάννη. Ναι, το ιδόδος του ηρωισμού, αυτό δεν θα να πω, ότι υπάρχει μια σύγκληση εκεί, επίσης υπάρχει μια σύγκληση στην αντίληψη του λογοτέχνητος προφήτη επίσης. Άλλη ρώτηση, παρατήρηση, σχόλιο. Λοιπόν, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας. Και να σας πω ότι οι επόμενοι, οι τρίτοι, τελευταία για την Ακαδημαϊκή αυτή περίοδο εκδήλωση του λόγου, λόγος 11, είναι δέκατος λόγος, θα είναι εμφεριμένους στο τέλος της ζωής. Θα κουβεντιάσουμε για τα μεγάλα ζητήματα της ευθανασίας, της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, της παρηγορητικής φροντίδας, για όλα αυτά τα θέματα. Το λέω αυτό για να σας δείξω και το εύρος των εκδηλώσεων του λόγου, γιατί η Βιβλιοθήκη δεν νοιάζεται μόνο για τα λογοτεχνικά ζητήματα. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, καλή συνέχεια σε όλους.