Ύμνοι Μεγάλης Δευτέρας - Βυζαντινή Χορωδία - Δ/νση: Κώστας Ράπτης /

: Από τα σύμμαντρα των εξοχικών εκκλησιών, φτάνουν από πολύ μακριά, από πολύ βαθιά, απ' τα χείλη των παιδιών, απ' την άγνοια των χελιδονιών, απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής, απ' τα γιοκλήματα και τους περιεριώνες των ταπεινών σπιτιών. Άκου τα σύμμαντρα των εαρινών εκκλησιών. Εί...

Πλήρης περιγραφή

Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Γλώσσα:el
Είδος:Προωθητικές δράσεις
Συλλογή: /
Ημερομηνία έκδοσης: ARTA WebTV 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://www.youtube.com/watch?v=APGOV4UuW08&list=UCE6nmULrmskdEFvhqWH4qNQ
id 7593a8fd-57cb-4e3a-84d6-7cab83c65b3c
title Ύμνοι Μεγάλης Δευτέρας - Βυζαντινή Χορωδία - Δ/νση: Κώστας Ράπτης /
spellingShingle Ύμνοι Μεγάλης Δευτέρας - Βυζαντινή Χορωδία - Δ/νση: Κώστας Ράπτης /
publisher ARTA WebTV
url https://www.youtube.com/watch?v=APGOV4UuW08&list=UCE6nmULrmskdEFvhqWH4qNQ
publishDate 2022
language el
thumbnail http://oava-admin-api.datascouting.com/static/d5b0/50f6/f59a/0629/20fe/72fa/3cbd/e9eb/d5b050f6f59a062920fe72fa3cbde9eb.jpg
organizationType_txt Δημόσιος τομέας
durationNormalPlayTime_txt 868
genre Προωθητικές δράσεις
genre_facet Προωθητικές δράσεις
asr_txt Από τα σύμμαντρα των εξοχικών εκκλησιών, φτάνουν από πολύ μακριά, από πολύ βαθιά, απ' τα χείλη των παιδιών, απ' την άγνοια των χελιδονιών, απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής, απ' τα γιοκλήματα και τους περιεριώνες των ταπεινών σπιτιών. Άκου τα σύμμαντρα των εαρινών εκκλησιών. Είναι εκκλησίες που δεν γνώρισαν τη Σταύρωση και την Ανάσταση. Γνώρισαν μόνο τις εικόνες του δουλεκαϊτούς, που είχε μια μάνα τριφερή, που τον περίμενε τα βράθια στο κατόφυλλο. Έναν πατέρα ειρηνικό, που ευωδίαζε χωράφ, που είχε στα μάτια του το μήνυμα της επερχόμενης Μαγδαλινής. Χριστέ μου, τι θα ήταν η πορεία σου, δίχως της Μύρνα και των Άρδων, στ' ασκονισμένα πόδια σου. Οι που ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσο της λίθος και μακαρίως ο δούλος καὶ τὸ μέσῳ τῆς λύθος, καὶ μακάριος ὁ δούλος, ὅν εὐρήσει γρήγοροῦντα. Άναξιος δε πάλιν, όν ευρύ σειρά θυμούντα. Βλέπε ουν ψυχή μου, μη το ύπνο κατενεχθείς, Ή να μην το θανάτο παραδοθείς και της βασιλείας εξοκλείστης, αλλά να νιτσοντράζουσαν Άγιος, Άγιος, Άγιος εἶον Θεός εἶμον διὰ τῆς Θεοτόκου εἶσον ἡμᾶς. Ναι, τα βάθη τα σεπτά, η παρούσα ημέρα, ως όταν σωστικά ανατέλει το κόσμο, Χριστός γαρπήγεται, που πάθει να αγαθώ την τιμόντα σύμπαντα, εν τη δρακή περιέχων καταδέχεται, αναρτηθεί εν ξύλο που σώσε τον άνθρωπο. Άρα τε κριτά ενς αρχήν πως οράδεις και χειπάντρων παράνομων θα θύνε, ημών τον κατάκριμα κατακρίνον το πάθη σου. ο Θεέν, εσύ με καλωσύνη και δόξα, αναπέμποντες τη εξουσία σου, λόγε, συμφόνος προσφέρομαι. Ο Ιακώβ Ωδύρετο, του Ιουσήφ την στέλνηση, και ο Γενέος σε κάθετο άρμαπη, ως βασιλεύς τιμώματι, Της Αιγυπτίας γραπτότη της ειδονές μη δουλεύσας, αντιδοξάζετον παρατου βλέποντος, θαστον ανθρώπων καρδίας και ενέβητος στέφος άφθαρτον. Παίρν, τότι να βάρτον κημεντωμένη θάλασσαν, θύλιο αυτού προσταγματίωνα ξυρανάνι, και πεζεύσε δι' αυτής τον Ισραήλ, η Τηλαόν καθ' οδηγήσαντι. Κύριε Ωάσωμε, εν δόξος γαρδε δόξα στε. Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγιο Πνεύματι. Τι απόρριτος λόγου Θεού κατάβασιν, πόμεν Χριστός Αυτός, αίσθη Θεός και άνθρωπος, το Θεό σου καρπαγμόν, είναι ηγισάμενος σε το μορφού Σεδούλον. Διμνείς τις μαθητές, εν δόξα σ' γαρδε δόξα στε. καὶ νῦν καὶ ἀείκαι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰῶνων ἀμῖν. Τὴ ἀκονῆσαι αὐτὸς ἐλληλῆθας, ποὺ τὴν μορφὴν ὁ πλαστοῦργος ἐκὸν περίκυμεν, τὸν πτὸν καὶ Ψαντίαδαν, ὁ πλουτὸν θεοτῆτη, θυνὰ ἐμεῖν αὐτοῦ ψυχὴν ἀτιλητῶν, ὁ ἀπαθείς Θεότητοι. Ναι, ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἐκούσι ὁ γάδος τῆς ἀποστολῆς ἐλεγένε, διόδων. Ειδού αναβαίνομαι εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσετε ο ίος του άνθρωπου καθώς και γράμπτε περήαυτοι, δε φταίουν και εμείς, και καθαρμένες διπάνιες, συμπορευθόμεν αυτοί και εσύ, σταυροθόμεν, τε νεκροθώμερ δι' αυτον. Τε στουβίου ειδώνες, ίνα και συζήσωμεν αυτον και ακούσωμεν πόνος αυτούν, ουκέτην εις την Εκμήγιον η έμπρουσα λίμνια που μπαθή. Αλλά δεν εννοώ προς τον Πατέρα μου και Πατέρα ημών και Θεόν μου και Θεκόν. καὶ σύναδη ψῷ μας εἰς τὴν ἄλλω Ἰερουσαλήν, ἐν τὴν Φασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κύριε, ερχόμενος προς το πάθος, τους ιδίους θυρίζων μαθητάς έλεγες. Κάτι δύναμ' παραλαγών αυτούς. Πώς το ρημά του μ' αμνημονείται, ο'ν πάλε ύπον ημήν, ο'τι προφήτην πάντα ου γέγραφτε, ή μιέν η Ροσαλήν, αποκτανθήνε, νύνουν καιρός εφέστηκε, ο'ν ύπον ημήν, η δούγαρ παραδίδωνε, αμαρτωλόν καιρσύν εμπεχθήνε, Κι αὐτὸ γὰρ παραδίδωνα, ἀμαρτωλὸν καὶ ἐρσὶν ἐμπεχθῆναι, ἡ καὶ σταυρῶν ἐμπροσπήξαντες, ταφύ παραδόντες, εὐδεληγμένον ἡγιούνται ὡς νεκρῶν, ὅμως τὰρσίται, τρίμερος γὰρ ἡγύρωμε, εἰς ἀγαλίας ἡ Χριστῶν, καὶ ζωήν τὴν αἰώνιαν. Α, και στο ήλανπρο της Χριού του Θεού ημών εφημάς, και τα έργα των χειρόνιμων κατεύθυνων εφημάς, και το έργο των χειρόνιμων κατεύθυνων, της ξυρανθής ησυχής δια την αγαρπείαν, ο επί τιμίων φοβηθέντες, αδελφοί, καρπούς αξίους της μετάνοιας. Προσάξομαι, Χριστό, το παρελθόντι ημήν το Μέγα Θεός. Με τον Ιμφώνα σου βλέπω Σωτήρ μου και κοσμημένο, και ενδύμα ουκέκω Ή να εισέλθω εν αυτον Λαμπρινόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότακε, σώσον με. Και γύρε εκείνος, το άχρον το κεφάλι και ξεψύχησε. Στο μαύρο το κορμί μου απάνω. Άστρα γυνήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα κι απ' τα χιόνια πιο λευκός. Τα αιώνια του Λιβάνου. Καταφρονεμένοι με αγκαλιάσανε, και σαν βουνά και σαν θαυόρι ψώθηκανε μπρος μου. Οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν, γονάτισα στον ίσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου. Τον κόσμο ανεμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα, στα πόδια μου άγγελοι κεροί, γύρω μου σκλάβες οι ώρες. μία μυστική Χαναάν, στα γαλανά υπερκόσμια, μα εδώ, Πατρίδες Πάναγνες, είστε εσείς τρεις χώρες. Ο πρώτη εσύ, Ερουσαλήμ, του βασιλιά Προφήτη σου, μικρήν η άρπα για να υπήτη μέα μεγαλωσύνη, του Σολομόντος ο ναός μ' αντίκρισε και ράγισε, και νούρια δόξα αντίθηκαν της Ιουδαίας η Κρίνη, κι ύστερα υψώθηκα σε σένα ο πόλη, εφτάλο φόραφα, και έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη, τους Κουσταντίνους φώτισα, και τους Ιράκλους δόξασα, και τρικυμίες δεν έσβησανε με, μηδε Σουλτάνη. Και ύστερα ταξιδευτής, ήρθα σε σένα συγκριτή Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα, τον άγνωστο έφερα Θεό, και απόκοτος, αψίφησα την πολεμόχαρη παλάδα μέσα στον Παρθενώνα, και γνώρισα τους ηλαρούς θεούς, και στεφανώθηκα την αγριλιά της Αττικής, Τη δάφνη απ' την Ελλάδα. Κι ο λόγος πρωταγρύκητος, του Γολγοθάτου Σίγνεφο πήρε την άσπρη ομυρική, του Ολύμπουρα λαμπεράδα. Τα λίδο γλαταφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν, αλλού τε πια μεθάει τη γη το ασκητικό με θύση. Ας λάμπει η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια. Είναι εδώ κάπου μια ζωή, κι είναι άξια για να ζήσει. Με τα κλαδιά της φυνικιάς νέο σαν άλλα χτάρισα, Λαχτάρισσα, σε σένα, ο γή Παναγιά, κι ο πρώτη μου πατρίδα, σε σέγυρνο, Ιερουσαλήν, κι ένα τραγούδι φέρνω σου, είναι πλασμένο από ψυχή κι από φωνή ελληνίδα.
_version_ 1782816477551788032
description : Από τα σύμμαντρα των εξοχικών εκκλησιών, φτάνουν από πολύ μακριά, από πολύ βαθιά, απ' τα χείλη των παιδιών, απ' την άγνοια των χελιδονιών, απ' τις άσπρες αυλές της Κυριακής, απ' τα γιοκλήματα και τους περιεριώνες των ταπεινών σπιτιών. Άκου τα σύμμαντρα των εαρινών εκκλησιών. Είναι εκκλησίες που δεν γνώρισαν τη Σταύρωση και την Ανάσταση. Γνώρισαν μόνο τις εικόνες του δουλεκαϊτούς, που είχε μια μάνα τριφερή, που τον περίμενε τα βράθια στο κατόφυλλο. Έναν πατέρα ειρηνικό, που ευωδίαζε χωράφ, που είχε στα μάτια του το μήνυμα της επερχόμενης Μαγδαλινής. Χριστέ μου, τι θα ήταν η πορεία σου, δίχως της Μύρνα και των Άρδων, στ' ασκονισμένα πόδια σου. Οι που ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσο της λίθος και μακαρίως ο δούλος καὶ τὸ μέσῳ τῆς λύθος, καὶ μακάριος ὁ δούλος, ὅν εὐρήσει γρήγοροῦντα. Άναξιος δε πάλιν, όν ευρύ σειρά θυμούντα. Βλέπε ουν ψυχή μου, μη το ύπνο κατενεχθείς, Ή να μην το θανάτο παραδοθείς και της βασιλείας εξοκλείστης, αλλά να νιτσοντράζουσαν Άγιος, Άγιος, Άγιος εἶον Θεός εἶμον διὰ τῆς Θεοτόκου εἶσον ἡμᾶς. Ναι, τα βάθη τα σεπτά, η παρούσα ημέρα, ως όταν σωστικά ανατέλει το κόσμο, Χριστός γαρπήγεται, που πάθει να αγαθώ την τιμόντα σύμπαντα, εν τη δρακή περιέχων καταδέχεται, αναρτηθεί εν ξύλο που σώσε τον άνθρωπο. Άρα τε κριτά ενς αρχήν πως οράδεις και χειπάντρων παράνομων θα θύνε, ημών τον κατάκριμα κατακρίνον το πάθη σου. ο Θεέν, εσύ με καλωσύνη και δόξα, αναπέμποντες τη εξουσία σου, λόγε, συμφόνος προσφέρομαι. Ο Ιακώβ Ωδύρετο, του Ιουσήφ την στέλνηση, και ο Γενέος σε κάθετο άρμαπη, ως βασιλεύς τιμώματι, Της Αιγυπτίας γραπτότη της ειδονές μη δουλεύσας, αντιδοξάζετον παρατου βλέποντος, θαστον ανθρώπων καρδίας και ενέβητος στέφος άφθαρτον. Παίρν, τότι να βάρτον κημεντωμένη θάλασσαν, θύλιο αυτού προσταγματίωνα ξυρανάνι, και πεζεύσε δι' αυτής τον Ισραήλ, η Τηλαόν καθ' οδηγήσαντι. Κύριε Ωάσωμε, εν δόξος γαρδε δόξα στε. Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγιο Πνεύματι. Τι απόρριτος λόγου Θεού κατάβασιν, πόμεν Χριστός Αυτός, αίσθη Θεός και άνθρωπος, το Θεό σου καρπαγμόν, είναι ηγισάμενος σε το μορφού Σεδούλον. Διμνείς τις μαθητές, εν δόξα σ' γαρδε δόξα στε. καὶ νῦν καὶ ἀείκαι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰῶνων ἀμῖν. Τὴ ἀκονῆσαι αὐτὸς ἐλληλῆθας, ποὺ τὴν μορφὴν ὁ πλαστοῦργος ἐκὸν περίκυμεν, τὸν πτὸν καὶ Ψαντίαδαν, ὁ πλουτὸν θεοτῆτη, θυνὰ ἐμεῖν αὐτοῦ ψυχὴν ἀτιλητῶν, ὁ ἀπαθείς Θεότητοι. Ναι, ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἐκούσι ὁ γάδος τῆς ἀποστολῆς ἐλεγένε, διόδων. Ειδού αναβαίνομαι εις Ιεροσόλυμα και παραδοθήσετε ο ίος του άνθρωπου καθώς και γράμπτε περήαυτοι, δε φταίουν και εμείς, και καθαρμένες διπάνιες, συμπορευθόμεν αυτοί και εσύ, σταυροθόμεν, τε νεκροθώμερ δι' αυτον. Τε στουβίου ειδώνες, ίνα και συζήσωμεν αυτον και ακούσωμεν πόνος αυτούν, ουκέτην εις την Εκμήγιον η έμπρουσα λίμνια που μπαθή. Αλλά δεν εννοώ προς τον Πατέρα μου και Πατέρα ημών και Θεόν μου και Θεκόν. καὶ σύναδη ψῷ μας εἰς τὴν ἄλλω Ἰερουσαλήν, ἐν τὴν Φασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κύριε, ερχόμενος προς το πάθος, τους ιδίους θυρίζων μαθητάς έλεγες. Κάτι δύναμ' παραλαγών αυτούς. Πώς το ρημά του μ' αμνημονείται, ο'ν πάλε ύπον ημήν, ο'τι προφήτην πάντα ου γέγραφτε, ή μιέν η Ροσαλήν, αποκτανθήνε, νύνουν καιρός εφέστηκε, ο'ν ύπον ημήν, η δούγαρ παραδίδωνε, αμαρτωλόν καιρσύν εμπεχθήνε, Κι αὐτὸ γὰρ παραδίδωνα, ἀμαρτωλὸν καὶ ἐρσὶν ἐμπεχθῆναι, ἡ καὶ σταυρῶν ἐμπροσπήξαντες, ταφύ παραδόντες, εὐδεληγμένον ἡγιούνται ὡς νεκρῶν, ὅμως τὰρσίται, τρίμερος γὰρ ἡγύρωμε, εἰς ἀγαλίας ἡ Χριστῶν, καὶ ζωήν τὴν αἰώνιαν. Α, και στο ήλανπρο της Χριού του Θεού ημών εφημάς, και τα έργα των χειρόνιμων κατεύθυνων εφημάς, και το έργο των χειρόνιμων κατεύθυνων, της ξυρανθής ησυχής δια την αγαρπείαν, ο επί τιμίων φοβηθέντες, αδελφοί, καρπούς αξίους της μετάνοιας. Προσάξομαι, Χριστό, το παρελθόντι ημήν το Μέγα Θεός. Με τον Ιμφώνα σου βλέπω Σωτήρ μου και κοσμημένο, και ενδύμα ουκέκω Ή να εισέλθω εν αυτον Λαμπρινόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότακε, σώσον με. Και γύρε εκείνος, το άχρον το κεφάλι και ξεψύχησε. Στο μαύρο το κορμί μου απάνω. Άστρα γυνήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα κι απ' τα χιόνια πιο λευκός. Τα αιώνια του Λιβάνου. Καταφρονεμένοι με αγκαλιάσανε, και σαν βουνά και σαν θαυόρι ψώθηκανε μπρος μου. Οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν, γονάτισα στον ίσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου. Τον κόσμο ανεμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα, στα πόδια μου άγγελοι κεροί, γύρω μου σκλάβες οι ώρες. μία μυστική Χαναάν, στα γαλανά υπερκόσμια, μα εδώ, Πατρίδες Πάναγνες, είστε εσείς τρεις χώρες. Ο πρώτη εσύ, Ερουσαλήμ, του βασιλιά Προφήτη σου, μικρήν η άρπα για να υπήτη μέα μεγαλωσύνη, του Σολομόντος ο ναός μ' αντίκρισε και ράγισε, και νούρια δόξα αντίθηκαν της Ιουδαίας η Κρίνη, κι ύστερα υψώθηκα σε σένα ο πόλη, εφτάλο φόραφα, και έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη, τους Κουσταντίνους φώτισα, και τους Ιράκλους δόξασα, και τρικυμίες δεν έσβησανε με, μηδε Σουλτάνη. Και ύστερα ταξιδευτής, ήρθα σε σένα συγκριτή Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα, τον άγνωστο έφερα Θεό, και απόκοτος, αψίφησα την πολεμόχαρη παλάδα μέσα στον Παρθενώνα, και γνώρισα τους ηλαρούς θεούς, και στεφανώθηκα την αγριλιά της Αττικής, Τη δάφνη απ' την Ελλάδα. Κι ο λόγος πρωταγρύκητος, του Γολγοθάτου Σίγνεφο πήρε την άσπρη ομυρική, του Ολύμπουρα λαμπεράδα. Τα λίδο γλαταφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν, αλλού τε πια μεθάει τη γη το ασκητικό με θύση. Ας λάμπει η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια. Είναι εδώ κάπου μια ζωή, κι είναι άξια για να ζήσει. Με τα κλαδιά της φυνικιάς νέο σαν άλλα χτάρισα, Λαχτάρισσα, σε σένα, ο γή Παναγιά, κι ο πρώτη μου πατρίδα, σε σέγυρνο, Ιερουσαλήν, κι ένα τραγούδι φέρνω σου, είναι πλασμένο από ψυχή κι από φωνή ελληνίδα.